I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Το Πείραμα

    Ήτανε σούρουπο στη χώρα των συναισθημάτων.  Η Θλίψη και η αδερφή της η Μελαγχολία είχαν βαρεθεί και προσπαθούσαν να πείσουν τα υπόλοιπα συναισθήματα να παίξουν ένα παιχνίδι.  Η Λύπη δεν είχε καμία όρεξη να παίξει και αποσύρθηκε γρήγορα , ο Εγωισμός αρνήθηκε γιατί τον έπεισε ο  Θυμός ότι δεν άξιζε τον κόπο αφού δεν είχε αυτός την ιδέα πρώτος . Η Θλίψη και η Μελαγχολία απογοητεύτηκαν από τους φίλους τους και άρχιζαν να τους σχολιάζουν αρνητικά μεταξύ τους. 
   Περνώντας δίπλα τους τυχαία η μεγαλύτερη από όλους, Αγάπη , κρυφάκουσε τις κακόβουλες σκέψεις τους και τις πλησίασε. "Γιατί δεν προτείνετε στη Χαρά να παίξει μαζί σας;"  Οι δυο αδερφές κοιτάχτηκαν και σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα : Δεν μπορούν να συνυπάρξουν ολες μαζί και δεν τα βρίσκουν ποτέ. Από την άλλη , σκέφτηκαν , τι είχαν να χάσουν; εξάλλου έψαχναν κάτι να σκοτώσουν την ώρα τους. 
      Η Χαρά μόλις άκουσε την πρόταση δέχτηκε αμέσως όμως είπε , για να είναι δίκαιο το παιχνίδι , θα φωνάζε και την αδερφή της την Αισιοδοξία. Οι άλλες δύο συμφώνησαν. Δεν πέρασε ώρα πολύ και παράτησαν το παιχνίδι αφου άρχισαν και οι τέσσερις να μαλώνουν. 
   "Το ξέρω ότι δεν είμαι καλύτερη απο σας " έλεγε η Μελαγχολία "αλλά τι να κάνουμε κερδίζω!" και η Αισιοδοξία της έλεγε " Πώς γίνεται κανείς να μη σ'αγαπά κι όμως όλοι να σε προτιμούν τόσο πολύ από μένα ; Την ίδια ώρα που με καλούν την ίδια με φοβούνται" . Η Χαρά έλεγε πως όλα αυτά ήταν ανοησίες και πως κανένα αρνητικό συναίσθημα δε μπορεί σε βάθος χρόνου να υπερτερήσει. 
"Έτσι νομίζεις; είπε η Θλίψη." "Ναι , αμέ φυσικά και το πιστεύω!" 
" Τότε γιατί δεν το εξακριβώνουμε;" "Φυσικά" της είπε η Χαρά "αλλά πώς;"  
 Η Θλίψη εξήγησε στα τέσσερα συναισθήματα την ιδέα της. Θα κατέβαιναν απόψε  στη γη και θα έπαιρναν έναν άνθρωπο , τον οποίο άφησε το ελεύθερο στη Χαρά να το επιλέξει . Εξηγώντας τις επόμενες λεπτομέρειες του πειράματος , η Χαρά ενθουσιάστηκε με την ιδέα , η Μελαγχολία κρατούσε μια επιφύλαξη γιατί πίστευε πως δεν θα πετύχει , ενώ η Αισιοδοξία ήταν σίγουρη πως όλα θα πήγαιναν καλά και θα αποδείκνυαν πολύ σύντομα πόσο λάθος έκανε η Θλίψη. Η τελευταία , πήγε και βρήκε τον πατέρα της , το Φόβο και του πρότεινε να έρθει μαζί της . Εκείνος δε δέχτηκε να πάρει μέρος στο πείραμα γιατί φοβόταν τι μπορούσε να συμβεί , ειδικά αν το μάθαινε η γυναίκα του η Οργή. Ωστόσο πήγε από φόβο για τη Θλίψη.
    Όταν βράδιασε εντελώς στη χώρα των συναισθημάτων ,  η Χαρά και οι άλλες πέταξαν στη Γη . Έμεινε ώρα πολύ στον ουρανό και δεν μπορούσε να διαλέξει κανέναν. Άντε, της είπαν οι άλλες , πάρε κάποιον στην τύχη. Έτσι λοιπόν , διάλεξε μια νεαρή κοπελίτσα που περνούσε απο κάτω. 
 Ωραία, ψιθύρισε η Μελαχγολία και τώρα; 
  Πήραν την μικρή κοπέλα και τη μετέφεραν για λίγο σε ένα παράξενο μέρος , που έμοιαζε λες και την  είχαν κάνει ταξίδι στο χρόνο. Βρίσκονταν τώρα σε μια μεγάλη έρημη κοιλάδα με πολύ άμμο , πολύ πέτρα κι ένα μεγάλο βαθύ πηγάδι στη μέση . Ένα πέτρινο μονοπάτι οδηγούσε συχνά περαστικούς από τη μια άκρη της κοιλάδας στην άλλη. Τοποθέτησαν το κορίτσι μέσα στο πέτρινο πηγάδι και έβαλαν δίπλα σε αυτό μια σκάλα αρκετά μεγάλη ώστε όταν τοποθετηθεί να δίνει διέξοδο, και περίμεναν κοιτώντας από ψηλά. 
   "Δεν καταλαβαίνω" είπε ο Φόβος. "Τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί." 
   "Είναι απλό , είπε η Αισιοδοξία. Το πηγάδι συμβολίζει τη θλίψη και τη στενοχώρια και η κοπέλα μέσα σε αυτό μόνο αυτά μπορεί να νιώσει. Οι απλοί άνθρωποι που παιρνούν κάθε τόσο απο εκείνο το σημείο συμβολίζουν τα θετικά και ουδέτερα συναισθήματα , όπως εμένα και την αδελφή μου. Περιμένουμε να καταλάβουμε τι έλκει περισσότερο απο τα δύο , για αυτό και η σκάλα." 
   "Δηλαδή;" ξαναρώτησε ο Φόβος. Θα δεις, του απάντησαν . 
   Πράγματι. Η κοπέλα μέσα στο πηγάδι κάθε τόσο φώναζε  , ή έκλαιγε , ή απλώς καθόταν εκεί αμίλητη και καταβεβλημένη . Όποιος άνθρωπος περνούσε δίπλα της , του έκανε σήμα να την προσέξει όπως μπορούσε! Κι όταν εκείνος το έκανε του έλεγε να τη βοηθήσει . 
   "Πώς να βοηθήσω" ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν . Εκείνη τους έδειχνε τη σκάλα δίπλα από το πηγάδι. Εκείνοι , την τοποθετούσαν μέσα και περίμεναν την κοπέλα να ανέβει . Όμως εκείνη δεν έκανε τίποτε, καμιά κίνηση , σαν να μην καταλάβαινε. Λοιπόν;  
"Δεν μπορώ να ανέβω ! τους έλεγε. Με τίποτα δεν μπορώ να ανέβω! Κατέβα σε παρακαλώ εσύ δεν μπορώ εδώ κάτω μόνη μου!" Ο πρώτος , κοντοστάθηκε λίγο το σκέφτηκε , την κοίταξε στα μάτια και της είπε "εντάξει αλλά μόνο για λίγο." Και πάντα έμενε πιο πολύ. Κάθε φορά που επαναλαμβανόταν αυτή η σκηνή με τα ίδια λόγια , κάπως η κοπέλα τους έπειθε , κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα , να κατεβαίνουν κάτω στο πηγάδι μαζί της . Και κάθε φορά που κάποιος κατέβαινε , εκείνη χαιρόταν για λίγο κι ύστερα εξαφανιζόταν στον δικό της κόσμο, και περίμενε την κάθοδο του επόμενου για να ξαναχαμογελάσει στιγμιαία. 
    Κάποια στιγμή , μαζεύτηκαν πολλοί. Κι όμως , ενώ βρίσκονταν στο ίδιο μέρος δεν αναγνωρίζονταν μεταξύ τους και ως δια μαγείας έβλεπαν τη σκάλα με την ανοδική της πορεία και έτρεμαν ολόκληροι. Όταν περνούσε κάποιος επόμενος φώναζαν όλοι με μια φωνή σαν μία , βοήθεια , κι ύστερα έπειθαν τον εκάστοτε περαστικό να τους συναντήσει στον πάτο. 
        Η Χαρά και η Αισιοδοξία δεν ήξεραν τι να πουν. 'Εχασαν αλλά έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να το σταματήσουν . Η σκηνή επαναλαμβανόταν και συνεχιζόταν και επεκτεινόταν αδιάκοπα. Ακόμα και η άλλες δύο παρότι ικανοποιημένες που επιβεβαιώθηκαν , άρχισαν να ανησυχούν για την τροπή του πράγματος. Τότε ο Φόβος τους είπε " Είχα δίκιο , είχα δίκιο , το φοβόμουν ότι είχα δίκιο! Ξέρετε τι να κάνετε , γρήγορα...."  
       Τα συναισθήματα επέστρεψαν πίσω στον τόπο τους και γύρευαν παντού την Αγάπη. Έψαχναν απο δώ , έψαχναν απο κεί , φώναζαν , ρωτούσαν , τίποτε.  Ξαφνικά , τη βρίσκουν μπροστά τους σχεδόν λιπόθυμη , χλωμή . "Έτσι χάλια που τα κάνατε , ούτε κι εγώ μονάχη μου δε μπορώ να το συμμαζέψω. " Είχε τυφλωθεί " Εσύ ξέρεις γιατί ε;"  είπε στην Θλίψη. Και μεμιάς ένιωθε να μεταμορφώνεται σε Ενοχή.  Και η Αγάπη με κόπο είπε : "Με ξεχάσατε. Δεν υπολογίσατε ότι είμαι και γω μέσα σε εκείνο το πηγάδι . Πολλαπλασιάζομαι χρόνο με το χρόνο και ταυτόχρονα εξασθενώ γιατί είναι στενόχωρα και πνίγομαι στον ίδιο χώρο με τη λύπη , τη μοναξιά ..."

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Μικρά εγκλήματα στο δρόμο


Ξημέρωσε πάλι. Ξημερώνει νωρίς τα καλοκαίρια , διαπίστωσε σαν να 'ταν η πρώτη φορά . Μόλις ο ουρανός άρχισε να αραιώνει το μπλε χρώμα του πήρε το καπέλο , άρπαξε τα κλειδιά της και βγήκε έξω. Το σπίτι δεν τη χωρούσε πια. Ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει τα συναισθήματα της σήμερα. 
   Περπάτησε ώρα πολλή , τόσο που έγδερνε τις πατούσες και τις φτέρνες της σε κάθε βήμα που περνούσε , αλλά αγνοούσε τον πόνο μέχρι να σταθεί να πάρει μιαν ανάσα. Κι αυτή ζεστή. Ο ήλιος της έκαιγε το πρόσωπο , τόσο που μετάνιωσε που δεν έπιασε τα μαλλιά της προτού να φύγει . Δεν πειράζει. "Δεν πειράζει". Ήταν η μόνη φράση που θυμόταν να έχει πει στον εαυτό της μέρες τώρα. Καθόταν σιωπηλή , άλλοτε δίπλα στο παράθυρο , άλλοτε στη βεράντα τη νύχτα.
Άλλοτε απλώς περπατούσε πάνω κάτω σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Κι αφού εξερευνούσε τους άδειους χώρους , κι έβλεπε πως κανείς δεν ήταν εκεί, το βλεπε πιο έρημο,σαν να μην υπήρχαν πια τα έπιπλα , μόνο το υγρό και παγωμένο πάτωμα , κι όλα τα υπόλοιπα να είχαν εξαφανιστεί.
     Γύρω της δεν έβλεπε τίποτε . Τα μάτια της ήταν απλώς λειτουργικά , ίσα για να μην πέφτει , άν και αυτό δεν το κατάφερναν πάντα. Και στα αυτιά της άκουγε ξεκάθαρα μια παύση κι ένα βουητό συνάμα , σημάδι πως το πνεύμα της περιπλανιόταν σε άλλους κόσμους τώρα.  Το σώμα της ωστόσο , την οδηγούσε παραπέρα.
Κανένας ήλιος δεν τη χωρούσε , πάσχιζε αυτόματα να βρει μια σκιά να ξαποστάσει. 
      Το σώμα της ήταν πια προφυλαγμένο κάτω από τη στάση. Κανείς δεν φαινόταν να την προσέχει . Τι ήταν εξάλλου, μια μελαγχολική παρουσία ανάμεσα στις άλλες. Γι'αυτό και δεν την απασχολούσε αν τραβούσε την προσοχή. Σήμερα μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η χαρά από τη θλίψη. Ήταν μόνη της , καθιστή , σαν το μοναδικό στοιχείο ακινησίαςσε ένα κινούμενο κοινό που πηγαινοερχόταν γύρω της. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξέθαψε ένα ξεχασμένο εισιτήριο. Χαμένη στη σκέψη της , μια κοπέλα που έδειχνε να περιμένει το λεωφορείο. Τι περίμενε όμως;  ;Eνιωθε σαν τον πίνακα του Ρενουάρ, το πάρτυ στο πλοίο , σαν εκείνη την κοπέλα που έπινε από το ποτήρι δίπλα στην κοπέλα της κουπαστής που τους χάζευε όλους χαμογελαστή. Ήταν εκεί , κι όμως δεν ήταν εκεί.
     Πιάστηκε από εκείνο το "δεν πειράζει"προηγουμένως . Της φαινόταν περίεργο που το άκουγε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Την ενοχλούσε.
Μεταμορφωνόταν και μεγάλωνε από κάτι απλό , σε μια ηχηρή απάντηση για ερωτήματα που ήθελε να πάψουν να την ταλανίζουν . "Και τι έγινε , ερωτεύτηκα τον λάθος άνθρωπο." Πονούσε. Οι σκέψεις ήταν τόσο δυνατές που αν προσπαθούσε να μιλήσει πιθανοτατα δεν θα άκουγε τις λέξεις. Και ακόμη, γιατί αυτές οι σκέψεις της έλεγαν πως μετά από μια μεγάλη απώλεια , μετά απο εξαντλητικό ξόδεμα συναισθημάτων , δεν πειράζει να μένεις για λίγο κενή, κάπως άδεια , γιατί αυτό σημαίνει πώς ένιωθες τόσα πολλά να διεκδικούν έναν χώρο ισομερές στο βάθος που 
επειδή δν ήθελες να αδικήσεις κανένα αποφάσισες να εκκενώσεις το χώρο για λίγο. 
    Ένας νεαρός άνδρας πλησίασε και κάθισε δίπλα της.Άκουγε μουσική απορροφημένα. Όμορφος ήταν , κι αυτός. Άραγε για κείνον πιο να ναι το πιο προβληματικό συναίσθημα στον κόσμο; Έχει νιώσει παρόμοια ποτέ; Μικρά εγκλήματα στο δρόμο.
    Γιατί; Άραγε από πόσους έχει πληγωθεί και πόσους έχει πληγώσει . Έψαχνε κάποιον απεγνωσμένα να της εξηγήσει αυτή την εξίσωση , πώς επέρχεται ισορροπία πληγώνοντας και με
το να πληγώνουμε και την υπευθυνότητα να νιώθεις υπέυθυνος για αυτό. Όταν ήρθε το λεωφορείο ο νεαρός έσπευσε να μπεί πρώτος. Βιαστικός, κι αυτός. Μα εκείνη δεν βιαζόταν.
Σηκώθηκε όρθια και πλησίασε την πόρτα. Είδε τον νεαρό να χτυπά το εισιτήριο και να κάθεται στις πρώτες θέσεις στο παράθυρο προς τη μεριά της, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα με το εισιτήριο στο χέρι, καθυστερώντας τον οδηγό ο οποίος φαινόταν να εκνευρίζεται. Θα ανεβειτε, έλεγε το βλέμμα του. Όσο καθυστερούσε , τόσο οι ελάχιστοι επιβάτες την κοιτούσαν με περιέργεια . "Λοιπόν;"  -Λοιπόν , ερωτεύτηκα το λάθος άνθρωπο.
    Ύστερα εκείνη , χτύπησε το εισιτήριο της και πίσω της έκλειναν οι πόρτες. Ανάμεσα στις θέσεις διάλεξε να καθίσει δίπλα στο νεαρό από τη στάση. Εκείνος την κοίταξε μια φορά , κι ύστερα γύρισε στη μουσική του χωρίς να δώσει άλλη σημασία. Για μια στιγμή ένιωσε σαν τη νεαρή της κουπαστής , κι ύστερα πάλι , σήκωσε το πορσελάνινο ποτήρι.