I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

To γυαλί (ανά)μεσα μας

            Ζούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει, που μεταβάλλεται συνεχώς, που κάνει στροφές , άλλοτε κύκλους , άλλοτε σταματά απότομα , κι άλλοτε ξεκινά απότομα ξανά και μας αφήνει ζαλισμένους στο πάτωμα. Κινητήριες δυνάμεις , το χρήμα , η δύναμη, η αγάπη, αυτή η άμοιρη αγάπη στο νούμερο τρία. Όχι με αυτή τη σειρά κι όχι πάντα με αυτή τη σειρά. 
             Επίσης, ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο γυάλινους σχεδόν τέλεια ηχομονωτικούς τοίχους. Κάθε γυαλί μας ξε-χωρίζει από τον διπλανό , δεξιά κι αριστερά. Κάτι σαν τις παρωπίδες του αλόγου μόνο που σαν ενας εξελιγμένος 21ος αιώνας που σέβεται τον εαυτό του, περιλαμβάνει εκτός από εικόνα, και ήχο! Γυαλί παντού: για κάθε γενιά, κάθε ηλικιακή φάση ξεχωριστά, κάθε φύλο, και κάθε ανθρώπινη οντότητα στην τελική. Αλλά ευτυχώς αυτό το γυαλί, μεταβάλλεται από το συναίσθημα. Γιατί μεγαλώνουμε έχοντας το κουμπί στο on και συνήθως κανείς άλλος εκτός από την ίδια την εμπειρία δεν μας μαθαίνει πώς να  το βάλουμε στο off. 
           Είναι περίεργο αν το σκεφτεί κανείς , περνάμε τις διαβάσεις και κοιτάζουμε κι από τις δυο πλευρές για να δουμε αν πλησιάζει αυτοκίνητο και όμως στο πεζοδρόμιο σχεδόν κανείς δεν κοιτάει το διπλανό του λες και ξαφνικά όλα είναι θολά. Ή άλλοτε το κάνουμε καβούκι και κλεινόμαστε μέσα σε αυτό για να προστατευτούμε από την κακία του κόσμου, ή το κάνουμε γυάλα για να βλέπουμε με ασφάλεια τον κόσμο απ'έξω , να νεύει και να ναι ζωντανός και να 'μαστε κι εμείς ζωντανοί, ή τουλάχιστο να επιβιώσουμε αν όχι να ζήσουμε. Έχει αυτή την ιδιότητα να λειτουργεί ως εμπόδιο , ως τοίχος και ταυτόχρονα να μπορεί με μια του άκρη να κόψει αστραπιαία, για πάντα. Πολλοί προσπάθησαν να το σπάσουν, και οι λίγοι που το έκαναν έμειναν να κλαίνε μπροστά του καθώς αυτό επιδιορθωνόταν μπροστά τους μαγικά. Υστερα πια καταλήγουν σαν πίνακα του Μαγκρίτ, κοιτούν μες το γυαλί και βλέπουν την πλάτη τους.
            Αν άφηνα ελεύθερη τη φαντασία μου να ξαναγράψει ιστορία, όπως έκανα παιδί, είμαι σίγουρη πως θα έβλεπα μπροστά μου τη Μεγαλειότητα της , τη Βασίλισσα του Χιονιού, που τόσο την έτρεμα μικρή,  να σκορπίζει τον καθρέφτη της σε θρύψαλα λίγο πριν χαθεί, να τα φυτεύει μέσα μας , δώρο και κατάρα μαζί. Αυτό θα μπορούσε να εναπομένει μέσα μας μέχρι και τώρα: ένα ή περισσότερα κομμάτια αυτού του μαγεμένου καθρέφτη. Δε λέω, μεγαλοπρεπής , μα έχει μεγάλο τίμημα συνάμα.
            Και αυτό νομίζω είναι η μεγαλύτερη πρόκληση , να βρούμε τη δύναμη να σπάσουμε το διαχωριστικό ανάμεσα σε μας και το διπλανό μας , ανάμεσα σε μας και τον πραγματικό εαυτό μας , να γρονθοκοπήσουμε με το καλύτερο χέρι μας ξανά και ξανά και ξανά ,ακόμη κι αν μας το πάρει ολότελα!Γιατί το σώμα τη δέχεται τη γυάλα, τον τοίχο, το καβούκι, σχεδόν
 αδιαμαρτύρητα.
Αλλά η ψυχή;  Δεν το δέχεται έτσι απλά η ψυχή...

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Σαν ένα μύθο του Αισώπου



            ΄Ηταν κάποτε μια ιστορία, λίγο μετά τη δημιουργία του κόσμου. Γεννήθηκε η Φύση, με τη στεριά , τη θάλασσα, ο ουρανός κι ο Χρόνος. Κι ήρθε η μέρα που η Φύση έπρεπε να ορίσει το ζωικό βασίλειο. Φώναξε ξεχωριστά όλα τα ζώα του δάσους , ύστερα της θάλασσας , κι ύστερα του ουρανού. Τους μίλησε για τη σημασία που έχουν το καθένα ξεχωριστά για τη διατήρηση της ζωής και πως ήταν ανάγκη να έχουν έναν βασιλιά για να τους προστατεύει και να τους διαφεντεύει γιατί αυτή θα κοιμόταν στο κέντρο της γης μέχρι το τέλος του κόσμου.
               Έτσι λοιπόν, για τον ουρανό, όρισε βασιλιά τον αετό και του είπε πως ό,τι ζει και κινείται σε αυτόν , είναι δικό του.  Ο αετός φώναξε ευχαριστημένος και πέταξε μακριά.  Για τη θάλασσα, ήθελε στην αρχή να βάλει τον καρχαρία , μόλις είδε όμως ότι τα άγρια ένστικτα του εύκολα τον παρασύρουν , αποφάσισε να τον αλλάξει με το ευγενικό και καλοκάγαθο δελφίνι. 
             Με το βασίλειο της στεριάς, η Φύση προβληματίστηκε περισσότερο από όλα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει ανάμεσα στην τίγρη, το λιοντάρι και τον γορίλα. Αρχικά, απέρριψε τον τελευταίο γιατί παρότι ήταν πολύ δυνατός , εύκολα μπορούσε να τον ξεγελάσει κανείς. Έπειτα δεν κατάφερνε να διαλέξει το λιοντάρι ή την τίγρη αφού για το πρώτο φοβόταν την αυταρέσκεια και την υπερηφάνεια του ενώ για την τίγρη την ανησυχούσε η επιθετική της τάση και η αγάπη για εξουσία. Τα ζύγισε καλά και αποφάσισε να κάνει το λιοντάρι βασιλιά , γιατί πίστευε ότι θα βασίλευε με δικαιοσύνη και πραότητα. Η τίγρης δυσαρεστήθηκε τρομερά με την απόφαση της Φύσης και τη θεώρησε άδικη , μα δεν είπε τίποτα και έφυγε. Τοτε το λιοντάρι , άρχισε να καυχιέται για τη δύναμη και τις ικανότητες του , τόσο πολύ η Φύση αναγκάστηκε να τον προειδοποιήσει πως πρέπει να σεβαστεί τις αποφάσεις της και να ακολουθήσει τους νόμους της , γιατί αν διαταρράξει την ισορροπία της και ξυπνήσει από τα έγκατα της γης θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες. 
          Το λιοντάρι συμφώνησε με τα λόγια της χωρίς να τα βάλει στην καρδιά του. Οι μήνες κυλούσαν ήρεμα στα τρία βασίλεια. Τα ζωντανά του ουρανού ένιωθαν δέος για τον γέρακα , τα θαλάσσια ζώα ένιωθαν σεβασμό και ευγνομωσύνη για το δελφίνι , και στη στεριά τα όντα του βασιλείου του λιονταριού έτρεμαν με έναν του βρυχηθμό. Όμως στο λιοντάρι , άρεσε πάρα πολύ να επιδεικνύει τη δύναμη του και δεν δίσταζε να εκμεταλλεύεται τους υπηκόους του για να ικανοποιήσει την αχόρταγη υπερηφάνεια του  . Η τίγρης που έβλεπε σε όλα αυτά την αδικία της Φύσης , πήρε το θάρρος να πάει να τη βρει και να την ξυπνήσει από τον ύπνο της. Η Φύση ανέβηκε στη γη και είδε πράγματι οτι τα λόγια της τίγρης επαληθεύτηκαν. Ωστόσο , ακόμα και την τελευταία στιγμή αποφάσισε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. 
            Μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο κατακόκκινο ελάφι με τα κέρατα του να γυαλίζουν σαν να ήταν φορτωμένα διαμάντια . Πήγε κοντά σε μια λίμνη με νερό , που ήταν και το λιοντάρι και έκανε τάχα μου πως διψούσε. Μόλις το λιοντάρι αντίκρυσε το ελάφι , ξεγελασμένο από τη χάρη και την ομορφιά του, το λιγουρεύτηκε και όχι μόνο δεν του έδωσε νερό , μα το κυνήγησε σε όλο του το βασίλειο. Έτσι λοιπόν η Φύση , για να τον δοκιμάσει, βγήκε από εκεί και έτρεξε ως τη θάλασσα. Το λιοντάρι για μια στιγμή σκέφτηκε την προειδοποίηση της, πως δεν έπρεπε να βγει απο το βασίλειο του ούτε να ταράξει με οποιονδήποτε τρόπο την ισορροπία της, τυφλωμένο όμως από τη λαχτάρα του να αρπάξει το ελάφι , παρασύρθηκε και το κυνήγησε κατα μήκος της ακτής. 
       Φτάνοντας σε έναν μικρό κολπίσκο περιτριγυρισμένο από βράχια, το ελάφι φαινόταν παγιδευμένο. Μόλις το λιοντάρι πλησίασε ευχαριστημένο, εκείνο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας απο μπροστά του κι ένα τεράστιο κύμα σκέπασε το λιοντάρι. Σε λίγες στιγμές , βρέθηκε να παλεύει με τα κύματα , να βρυχάται μα δεν ήξερε πώς να κολυμπά και η θάλασσα δεν υποκλινόταν στον βρυχηθμό του. Ηταν έτοιμο να παραδοθεί όταν μπροστά του εμφανίστηκε με την πραγματική της μορφή η Φύση. 
"Όσο και να βρυχάσαι, άλλος είναι εδώ ο βασιλιάς. Δεν είναι η θάλασσα υπήκοος σου." του είπε.      
           Τότε το λιοντάρι , άρχισε να απολογείται λέγοντας πως κατάλαβε την ανοησία του και δεν πρόκειται να ξαναφερθεί τόσο απερίσκεπτα. Παρακαλούσε τη Φύση να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνη τότε του είπε πως το δελφίνι ήταν υπεύθυνο να το αποφασίσει. Φώναξε λοιπόν το δελφίνι και εκείνο αποφάσισε να του τη χαρίσει. Εντυπωσιασμένο το λιοντάρι μπροστά στην ευγένεια του, το ευχαρίστησε και γύρισε πίσω στο βασίλειο του έχοντας καταπιεί την υπερηφάνεια του.