I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Γυάλινοι Παίκτες ( α' μέρος)

                                                                               I



Τι γιορτή ήταν αυτή. Σαν να μη σήμαινε τίποτα ούτε η φασαρία , ούτε η μουσική, ούτε τα πρόσωπα , ούτε κι ο χρόνος που κυλούσε. Περνούσε επειδή έπρεπε να περάσει , αυτή ήταν η δουλειά του και την έκανε πάντα με μεράκι και υπομονή. Άμα μπορούσα δεν θα καθόμουν άλλο, έτσι έκανα αυτό που κάνω πάντα τώρα τελευταία. Ζω τη νύχτα . Ανοίγω μια πόρτα στον τοίχο με μια ξεχασμένη κιμωλία που έχω από το δημοτικό , ζωγραφίζω κι ένα πόμολο και σπρώχνω προς τα πίσω . 'Υστερα μπαίνω σε ένα λαγούμι σαν κι αυτό της Αλίκης , μόνο που είμαι μόνη , δεν κυνηγώ κανένα λαγό. Δεν με πιέζει ο χρόνος , έχω όλη τη νύχτα μπροστά μου. Ωστόσο σήμερα , αισθάνομαι ότι κάτι άλλο , μεγάλο θα μπορούσε να συμβεί. Να 'ναι που αλλάζει ο χρόνος τάχα; Ίσως . 
        Μπαίνω σε ένα δωμάτιο πρώτα , κάπως μικρό , φορτωμένο με πράγματα . Στριμώχνομαι κάθε φορά και πασχίζω λίγο να περάσω μέσα από τους σωρούς αλλά τελικά τα καταφέρνω. Στους τοίχους κρέμονται άτσαλα και στραβά φωτογραφίες. Δε μπορώ πάντα να τις δω καθαρά , δείχνουν πρόσωπα που τα ξέρω ωστόσο και μάλλον δεν αντέχω να τα αναγνωρίσω. Πάντα με πιάνει άγχος σε αυτό το δωμάτιο. Τα πράγματα θα φταίνε. Καμιά φορά με τραυματίζουν και ξυπνάω με πόνους. Έτσι το προσπερνάω γρήγορα , γιατί βιάζομαι να ζωγραφίσω τη δεύτερη πόρτα , μια πιο μεγάλη. Ανοίγω και κατεβαίνω μια σκάλα .
        Είναι στριφογυριστή αλλά δεν ζαλίζομαι. Καμιά φορά αν έχω όρεξη γλιστράω προς τα κάτω από την κουπαστή. Σήμερα όμως δε θα το κάνω , θα κατεβώ προσεκτικά. Είναι όλα από πέτρα τριγύρω , μου θυμίζει κάστρο κι έτσι αντί για φως , ανάβω ένα κερί που με περιμένει πάντα εκεί και μου γαργαλάει το χέρι καθώς κατεβαίνω κάτω κρατώντας το. Αυτή η σκάλα δεν ανεβαίνει . Πηγαίνει μόνο προς τα κάτω . Στο τέρμα της περιμένει ένας χώρος σαν μεγάλος καθεδρικός ναός. Ή τουλάχιστον έτσι διαγράφεται στην ατμόσφαιρα, γιατί στην πραγματικότητα είναι όλα σε τόνους μπλε ή σκούρο πράσινο. Κάτι σαν ζαφειρί χρώμα τέλος πάντων και πρέπει να προχωρήσω πολύ για να αρχίσει να φωτίζεται ο χώρος. Διασχίζοντας το δάπεδο , βλέπω πως έχει μορφή σκακιέρας χωρίς πιόνια. Καμιά φορά αν έχω χρόνο για χάσιμο , παίζω φανταστικές παρτίδες , χωρίς πάντα να κερδίζω αν και πολλές φορές τις αφήνω στη μέση. Μου αρέσει να παίζω στη θέση του ιππότη αλλά είναι δύσκολο ακόμα και για μένα να ανέβω σε φανταστικό άλογο κι έτσι καταλήγω να παίζω στη θέση του πύργου. Δεν θα τολμούσα να διανοηθώ να πλησιάσω μια βασίλισσα.
       Κάνει κρύο , γιατί εκτός από τους τοίχους ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας , δεν υπάρχει τίποτε άλλο . Είμαι μόνη. Ή σχεδόν μόνη . στο τέρμα της αίθουσας αισθάνομαι μια μυστηριώδη παρουσία . Στο βάθος στέκεσαι  εσύ, ένα γυάλινο άγαλμα .  Πλησιάζω και σε περιεργάζομαι όπως την πρώτη φορά. Ξέρεις τι; Έχω την εντύπωση ότι δεν ήσουν πάντα γυάλινος. Τις προάλλες θα ορκιζόμουν πως ήσουν φτιαγμένος από πάγο , ή μήπως ήτανε χαρτί; Ξεχνάω. Όμως μετά πηγαίνω κοντά και αγγίζω το πρόσωπο σου με τα χέρια μου θέλοντας να εξερευνήσω ένα ψεύτικο πρόσωπο που μοιάζει ώρες ώρες πιο αληθινό από το δικό μου. Είσαι ένας όμορφος νέος . Σε έκανα πολύ όμορφο, στο λέω συχνά. Είσαι λίγο πιο ψηλός από μένα , κι αν στέκεσαι λίγο άτσαλα , φαίνεσαι δυνατός . Είσαι πάντα καλά ντυμένος και έχεις μια στάση του σώματος σαν να μην ξέρεις που να βάλεις τα χέρια σου. Έχει ένα μικρό πεζούλι στη βάση σου. Ανεβαίνω επάνω και συνήθως φέρνω τα τακούνια μου για να σε φτάσω πιο εύκολα. Ακουμπώ επάνω σου , σε αγκαλιάζω. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω περάσει όλη τη νύχτα μιλώντας σου για ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Μόνο που’σαι άχρωμος, αυτό είναι το παράπονο μου. Τι χρώμα να είναι αυτά τα μάτια άραγε;
       Νιώθω τόσο ελεύθερη εκεί , κι ας έχω συνέχεια την ίδια εφιαλτική αίσθηση ότι όπου να ‘ναι θα με τυλίξουν μεταλλικές βαριές αλυσίδες και θα με σφίξουν πάνω του ώσπου να σκάσω. Παρ'ολα αυτά μένω εκεί και προσπαθώ να φανταστώ τι θα μου έλεγες αν ήταν ζωντανός. Κοιτώ στα μάτια σου και βλέπω μόνο το είδωλο μου. Ειδικά σήμερα σε αυτό το γυαλί, με βλέπω πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά. 
      Περίεργο , τινάζομαι ανά διαστήματα, σαν να με ταράζουν χτύποι . Μοιάζουν με μεγάλο ρολόι,
από αυτά που ξεχωρίζουν , με το εκκρεμές. Αισθάνομαι μια τεράστια μηχανή κάπου εκεί κοντά να δημιουργεί δονήσεις και κύματα και θόρυβο , πολύ θόρυβο. Δεν το βλέπω πουθενά κι όμως το ακούω σε όλο μου το κορμί να χτυπάει αργά και σταθερά. Μα ναι , σε λίγο αλλάζει ο χρόνος. Μοιράστηκα τη σκέψη μου μαζί σου, δεν μπορώ να κουνηθώ από τη θέση μου. Δεν το επιθυμώ. Ένιωσα κάτι να με σπρώχνει για μια στιγμή , λες και με απώθησες με τα χέρια σου , μα ήσουν ακόμη ακίνητος.
    "Θα πρέπει να είσαι σημαντικός , πιθανότατα πιο έξυπνος από μένα , μα ό,τι κι αν είναι δεν μπορώ να σε φανταστώ κάπου αλλού , εκτός από δω , μαζί μου."
       Μόλις άγγιξα τα χείλη σου,  είχες ήδη ραγίσει.



(συνεχίζεται...)
   

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Ο Χορός των Φλεγόμενων Γραμμάτων


        "Έχω τόσο καιρό που γράφω για τους άλλους , που η πένα μου ξέχασε πώς να γράφει για μένα .” σκέφτηκε ξεφυσώντας τον καπνό από το μισοσβησμένο της τσιγάρο. Τυλιγμένη με ένα σεντόνι και τα μαλλιά της πιασμένα με μολύβι , καθόταν άτσαλα επάνω στο πλυντήριο του διαδρόμου κάτω από το παράθυρο. Αστείο θέαμα θα έλεγε κανείς , ειδικά ο φίλος της που δεν καταλάβαινε και πολλά περί έπνευσης και σκοτεινιάς. Για κάποιους ανθρώπους τα πράγματα όλα γύρω είναι πιο απλά . Για κάποιους άλλους πάλι , δεν απλοποιούνται ποτέ. “Πίστεψε με, είναι πιο κουραστικό να προσπαθείς να τα απλοποιήσεις όταν ανήκεις στους δεύτερους παρά όταν αποδέχεσαι τη φύση σου. Τζάμπα χαμένη ενέργεια.” Γέλασε με αυτή τη σκέψη . Τη σημείωσε καλού κακού. Έριξε μια ματιά στις σκόρπιες σελίδες που είχε δίπλα της.
      Τελευταία έκανε διάφορες τέτοιες σκέψεις , συνήθως άσχετες μεταξύ τους και παιδευόταν , έσπαγε το κεφάλι της να βρει τρόπο να τα ενώσει. Αντί για αυτό , έβλεπε να ενώνεται μόνο ο σωρός από τσαλακωμένα χαρτιά στο πάτωμα . Από πότε είναι τόσο δύσκολο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί . "To ξέρω ότι τα γράμματα έχουν φωτιά , τα βλέπω, αλλά γιατί σταμάτησαν να χορεύουν;"
        Παράτησε ό,τι έκανε , για ακόμη μια φορά και πετάχτηκε πάνω. Έκανε μια δυο φορές τον κύκλο του σπιτιού κι αφού είδε ότι ήταν τόσο μικρό που δεν την έπαιρνε για τρίτο , κατέρρευσε στο πάτωμα. Αν ήταν ζωγράφος θα καταλάβαινε περισσότερο . Θα χε πινέλα σκορπισμένα παντού , λερωμένα ρούχα και βαμμένους τοίχους κι πολύχρωμες μπογιές στα χέρια. Της φαινόταν πιο ψαγμένο ακόμα και χωρίς έμπνευση. Ε Τώρα απλώς φαινόταν σαν χαζή αρχαία Ελληνίδα με μουντζουρωμένα μπλε δάχτυλα από χαραμισμένο μελάνι. Εντάξει , έλλειψη ερεθισμάτων επίσης το λένε αλλά τελευταία παραπήγαινε. Κάπνισε λίγο ακόμα και πήγε στο υπνοδωμάτιο να καθίσει στο έπιπλο της τουαλέτας μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε καλά το πρόσωπο της , άβαφο , απρόσεκτο . Λιγάκι θαμπό. Έτσι έμοιαζαν άραγε όλες οι κοπέλες που τους έλεγαν ότι είναι κούκλες από τη μέρα που γεννήθηκαν; Έβλεπε κιόλας τα σημάδια των “-άντα” να πλησιάζουν , αλλά ακόμη κι αυτό την άφησε αδιάφορη. Πάντα θα λείπει κάτι. 
       Ξεφυσώντας ωστόσο , το μάτι της έπεσε στα καλλυντικά της . Τα περιεργάστηκε λίγο σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά. Θυμήθηκε εποχές που ήταν πιτσιρίκι με μπούκλες που πήγαιναν πέρα δώθε και το μόνο που έκανε ήταν να εξερευνά και να παίζει, ειδικά τα καλοκαίρια που πήγαινε με τους παππούδες της στο εξοχικό της θείας της , γιατί είχε ένα εσιτατόριο κοντά στη θάλασσα. Δεν είχε ποτέ πολύ κόσμο , αλλά θυμόταν πόσο ασήμαντο της φαινόταν αυτό και ότι το μόνο που σκεφτόταν ήταν πόσο θαυμάσια ήταν η αίσθηση της συγκεκριμένης θάλασσας μετά τις 6 το απόγευμα και τα βράδια πια αποκαμωμένη και καθαρή πήγαινε κρυφά στο δωμάτιο της θείας της και άνοιγε τα συρτάρια δοκιμάζοντας ό,τι μπορούσε. Κι αυτό που της είχε μείνει περισσότερο ήταν ότι όλα τα σκουλαρίκια της είχανε κλιψάκια , γιατί ποτέ δεν είχε τρυπήσει τα αυτιά της . Από τότε δεν είχε να δει σκουλαρίκια με κλιπς;
     Τα δάχτυλα της τώρα ψηλάφιζαν το κόκκινο κραγιόν της. Το πρόσεχε πολύ , το χει φορέσει ελάχιστες φορές. Έτσι , γιατί απλά δεν το έχει συνηθίσει , ή δε θέλει να συνηθίσει αυτή την αίσθηση του διαφορετικού, του μοιραίου καμιά φορά. Τώρα όμως ήταν μια από αυτές τις φορές. Το άπλωσε απαλά σε χείλη της και τα έτριψε λίγο μεταξύ τους . Σούφρωσε ελαφρώς τα χείλη μπροστά στον καθρέφτη και πλησίασε πιο κοντά. Δεν ένιωσε όμως και καμία ιδιαίτερη διαφορά . Κι έτσι όπως πλησίαζε το σεντόνι από τη μια πλευρά γλίστρησε από των ώμο , και φάνηκε κοντά στο στήθος της ένα ξεχασμένο τατουάζ, μια μαύρη πεταλούδα. “Εγώ και τα σύμβολα της ''ελευθερίας'' μου. Ένα tattoo , ένα κόκκινο κραγιόν κι από μέσα τα ίδια. Πρωτοτύπησα πάλι.” Μα παρατηρώντας λίγο περισσότερο , και η ίδια κατάλαβε πως ασυναίσθητα δεν το πε με πικρία , μάλλον με αυτοσαρκασμό .       
     Κι άρχισε τότε να της έρχεται λίγο λίγο στο μυαλό ένα νέο ποίημα ή τραγούδι δεν ήταν σίγουρη . Όχι ήταν ποιήμα τελικά . Πήρε ένα χαρτί απο δίπλα της και κατέγραψε όσους στίχους έρχονταν , κάπως άτσαλα και πρόχειρα, ο ένας πίσω από τον άλλον. Έγραφε , έγραφε όχι πολύ αλλά έντονα , κοιτούσε σαν να έγραφαν τις λέξεις τα ίδια της τα μάτια κι όχι το χέρι σαν πιστός υπηρέτης της. Ύστερα από λίγο σταμάτησε απότομα , κοίταξε τον καθρέφτη και άφησε ένα σημάδι φιλιού με το κατακόκκινο κραγιόν της. Χαμογέλασε αινιγματικά , πέταξε το σεντόνι και βγήκε από το δωμάτιο.

Στο τέλος πίσω από το μελάνι αν κοίταζε κανείς προσεκτικά έλεγε κάτι σαν :

Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει , ποτέ δεν υπήρξε . Βγαίνοντας από ένα κλουβί , προσμένει πάντα άλλο μεγαλύτερο. Λες να μας χωρέσει καλύτερα τούτη τη φορά; Εμείς ,που οι πρόγονοι μας ξυπνούσαν στα είκοσι πέντε και ερωτεύονταν πρώτη φορά. Εμείς, εκπρόσωποι μιας γενιάς που χει φτάσει με το ζόρι τα είκοσι κι έχει κουραστεί. Καταλαβαίνεις τώρα; Τίποτα δεν μας ανήκει. Κι άσε το χειμώνα να επιμένει τις γιορτές : 'κι αν δε μπορείς ούτε κι εσύ απ'τη βροχή να κοιμηθείς , έλα δω , να βρείς, το άλλο σου μισό.''
Μα δεν είναι αλήθεια όλα αυτά.”