I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (α μέρος)

  [Μετράμε αντίστροφα για τα Χριστούγεννα ξανά...και έχει αρχίσει να βγαίνει από μέσα μου μια λίγο πιο χριστογεννιάτικη ιστορία (ή μη) , ίσως λίγο πιο μαγική από τις άλλες . Ιδού το πρώτο μέρος της, που βρέθηκε σε ένα "συρτάρι γεμάτο με ιστορίες" ]




                                                        ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ ΜΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ:

     Ο ΜΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ




    «Θα μου πεις μια ιστορία ;» Και μην μου πείτε ψέματα. Κάπως έτσι δεν ξεκινάνε όλα;
            Μια φορά και μια νύχτα , έβρεχε πολύ , καλή ώρα σαν και τώρα . Οι γονείς μας έλειπαν από νωρίς, ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν μόνοι στο σπίτι κι η ώρα ήταν περασμένη .  Ήταν ακόμη μικρός , στην ηλικία που μπορούσε να με βασανίζει αλλά και να με αγαπάει ταυτόχρονα με τον ίδιο τρόπο, έτσι που συνδυάζει δυο ταυτότητες : Το καλικατζαράκι των Χριστουγέννων και το αγγελάκι της κορυφής του δέντρου που είχαμε στολισμένο και φέτος στο σαλόνι μας.
 Συνήθιζε να υπνοβατεί , οπότε όταν τον αντίκρισα στο δωμάτιο μου στη μέση της νύχτας έτοιμο να ανοίξει τη ντουλάπα μου και να χωθεί μέσα, δεν με εξέπληξε καθόλου ! Τον πήρα από το χέρι σιγά σιγά και τον οδήγησα στο κρεβάτι ξαπλώνοντας δίπλα του όσο χωρούσα , προσπαθώντας να μην τον ενοχλώ. Πάνω που πήγαινε να με πάρει και μένα ο ύπνος τόσο ήσυχα, τον ένιωσα να τρέμει και τον άκουσα να παραμιλά για λίγο. Είχε μισοξυπνήσει και τίναζε τα πόδια του , κι έτσι όπως μου είχε γυρισμένη την πλάτη , οι μικροσκοπικές αλλά δυνατές κλοτσιές του έφταναν στην κοιλιά μου.
«Θα μου πεις μια ιστορία, Λύκη;» ήταν οι μόνες διάσπαρτες λέξεις που μπορούσε κανείς να ενώσει από το παραμιλητό του και να βγάλει κάποιο νόημα. Τι ιστορία να του πω , που να μην έχει ξανακούσει . Σαν να διάβασε τη σκέψη μου , γύρισε προς το μέρος και δίχως να ανοίξει τα μάτια του μου είπε καθαρότερα : «Όχι την ιστορία με τους μάγους και τα δώρα , μου την είπε η μαμά εχθές…»
«Σ’άρεσε;» τον ρώτησα για να κερδίσω λίγο χρόνο.
«Έτσι κι έτσι .» Τον ρώτησα γιατί. « Ε, μπερδεύτηκα λίγο . Νόμιζα ότι θα κάνανε μαγικά και τέτοια , αλλά τίποτα. Όλα τα άλλα ήτανε τα μαγικά εκτός από αυτούς . Τι μάγοι ήταν αυτοί;» Γέλασα μαζί του ! Ώρες ώρες με εντυπωσιάζει ο τρόπος που επεξεργάζεται τα πράγματα κι άλλες με τρομάζει. Αποφάσισα να τον περιπαίξω λίγο !
«Οι αληθινοί μάγοι δεν κάνουν μάγια , ξέρεις» του είπα . Άργησε να απαντήσει και νόμισα προς στιγμήν ότι τον πήρε πάλι ο ύπνος , όμως εκείνος επεξεργαζόταν όλα όσα του έλεγα. Αποφάσισα να τον βοηθήσω λίγο και έτσι πρόσθεσα : « Οι αληθινοί μάγοι δεν κάνουν μάγια γιατί είναι αυτοί που βοηθάνε τους άλλους να τα κάνουν. »
«Αυτό μου είπε και η μαμά. Μιλάτε περίεργα εσείς οι μεγάλοι!» είπε.
«Ναι το έχουμε αυτό.» Η απάντηση πήγαινε περισσότερο σε μένα . Έτσι αποφάσισα να αρχίσω να του χαϊδεύω τα ίσια μαλλάκια του , που είχαν αρχίσει να μακραίνουν, για να επανορθώσω. Έμεινε λίγο σιωπηλός κι ύστερα πάλι με αιφνιδίασε :
«Και δηλαδή οι μάγοι που έφεραν τα δώρα στον μικρό Χριστούλη τι είναι; Αληθινοί ή ψεύτικοι ;» Δεν ήξερα ποια ήταν η σωστή απάντηση στην ερώτηση του , μου έδωσε όμως πάσα να κάνω κάτι καλύτερο : να πραγματοποιήσω την επιθυμία του.
«Αυτό δεν το γνωρίζω με τη σιγουριά. Μπορώ όμως, αν θέλεις να σου πω μια ιστορία , για έναν αληθινό μάγο που γνώρισα κάποτε και ξέρω σίγουρα.» Σαν να πρόφερα τις μαγικές λέξεις , άνοιξε τα μάτια του μεμιάς και με κοίταξε χωρίς ίχνος νύστας γεμάτος ενθουσιασμό.
«Σοβαρά; Αληθινός αληθινός;»
«Πέρα για πέρα.»
 «πες μου , Λύκη , πες μου!»
«Κλείσε τα μάτια , λοιπόν , κι άκου...» Σιγουρεύτηκα ότι έκανε ό,τι του είπα κι ύστερα ξεκίνησα να του διηγούμαι όσο πιο αλληγορικά και παραμυθικά μπορούσα, πώς γνώρισα «τον μάγο». Ή μάλλον πιο σωστά , τον Μάγο και τη Χαρμολύπη του.
«Τριγυρνούσε κάποτε ανάμεσα μας ένας μάγος , διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Δεν είχε κανένα ψηλό καπέλο , ούτε μανδύα ούτε καμία άλλη περίεργη φορεσιά που να φανερώνει την ιδιότητα του κι έτσι κανείς δεν καταλάβαινε πόσο μαγικός ήταν . Φρόντιζε με επιμέλεια να περπατά σαν όλους τους άλλους , να ανακατεύεται με το πλήθος , να πίνει, να γελά , να ανασαίνει και να σφυρίζει όπως και οι γύρω άνθρωποι . Είχε πυκνά σαν τον έβενο μαλλιά , και άφηνε πολύ συχνά μια πυκνή  γενειάδα γύρω από το πρόσωπο του. Φήμες λένε ότι είναι μαγικά , αλλά κανείς δεν ξέρει να πει με σιγουριά τι κρύβουν. Όμως αν κοιτούσες προσεκτικά , έβλεπες πως είχε όλη τη γλυκάδα ενός μικρού σκαντζόχοιρου , κι αυτό γιατί τον μαρτυρούσαν τα μάτια του. Αυτά δεν μπορούσε να τα κρύψει!»
«Γιατί να θέλει να τα κρύψει όμως ; Ήταν άσχημα;» ρώτησε αθώα και νυσταγμένα.
« Το αντίθετο. Ήταν μαύρα . Θυμάσαι τι έχουμε πει για τα μαύρα μάτια;» Κάτι μουρμούρισε χαριτωμένα αλλά δεν θυμόταν κι έσπευσα να τον βοηθήσω : «Το μαύρο χρώμα είπαμε το βλέπουμε όταν λείπουν τα χρώματα. Λίγοι είναι όμως οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά ατόφια και γυαλιστερά μαύρα μάτια , τα αυθεντικά που λέμε , εκείνα που γεννιούνται με το παιχνίδι των αστεριών. Σε αυτούς τους λίγους τυχερούς , το μαύρο δεν δηλώνει την απουσία , αλλά τον χώρο . Όταν κοιτάξεις καλά μέσα σε αυτά βλέπεις όλο τον χώρο που έχουν μέσα τους για να δεχθούν την ωραιότητα , την ομορφιά και την αγάπη. Ο μάγος της ιστορίας μας είχε ένα ζευγάρι τέτοια .»
«Και δεν του άρεσαν του μάγου όλα αυτά; Μήπως ήταν κακός;»
« Χαχα, όχι μικρό μου. Νομίζω πως απλά δεν το’ξερε.  Πρέπει να έδινε συνεχώς , εδώ κι εκεί , και έκανε συχνά λάθος στην ποσότητα και την ποιότητα. Στο λίγο έδινε πολύ, κι όταν έφτανε το πολύ δεν περίσσευε άλλο. Θαρρείς κι είχε αντικρύσει μια φορά κατάματα το αστέρι του και το άφησε να πεθάνει. Αλλά είχε κάτι που πολλοί θα το ζήλευαν. Είχε τόσο χώρο μέσα του που δεν ήξερε τι να τον κάνει.»
 « Θα πρέπει να ήταν ένας πολύ λυπημένος μάγος…Έτσι μου φαίνεται. » παρατήρησε αμέσως. Δεν ήθελα να απαντήσω σε αυτό κι έτσι τον αποπροσανατόλισα .
« Αυτός ο μάγος πάντως είχε δυνάμεις να ξέρεις!
«Αλήθεια;» πήγε να ανοίξει τα μάτια του από ενθουσιασμό αλλά συγκρατήθηκε γιατί θυμήθηκε τη συμφωνία μας.
« Και βέβαια. Είχε ένα χάρισμα, που λες , αλλά και μια άλλου είδους δύναμη,  τη Χαρμολύπη, και αυτή να ξέρεις ήταν η σωτηρία του αλλά και πρόβλημα του . Αλλά για αυτή θα σου πω αργότερα. Προτού ακόμα αποκτήσει τις δυνάμεις του , ο μάγος της ιστορίας μας γεννήθηκε με ένα ξεχωριστό δώρο : τη φωνή του . Είχε τόσο όμορφη φωνή, και η μητέρα του , που τον υπεραγαπούσε , ήταν εκείνη που ανακάλυψε πρώτη ότι ήταν κάτι το ξεχωριστό. Του έδειξε τι μπορεί να κάνει με αυτήν και πως, αν εξασκηθεί σωστά και μάθει όμορφα τραγούδια , θα μπορεί αργότερα να μιλάει στα πουλιά . Έτσι κι έκανε , λοιπόν , άρχισε να αφουγκράζεται ό,τι μελωδίες άκουγε τριγύρω κι ύστερα μπορούσε να τις μιμηθεί με χάρη. Κάθε φορά που μάθαινε ένα καινούριο , νανούριζε με αυτό τη μητέρα του τα βράδια μέχρι να βαρεθεί ή να παλιώσει . Έτσι μεγάλωνε ο μάγος, κι όταν πια μεγάλωσε κι είχε μάθει όλα τα εκεί  γνωστά τραγούδια , άρχισε να τραγουδά δικά του , και λένε πως  κάθε φορά που περαστικοί βρίσκονταν στο δρόμο του , μαγεύονταν μεμιάς και στέκονταν να τον ακούσουν !»
«Και οι βιαστικοί ; Ξέρεις , αυτοί που σε σκουντάνε στα πεζοδρόμια με τις ομπρέλες τους.»
«Ω, ιδίως οι βιαστικοί ! και με το παραπάνω… Συνεχίζω λοιπόν;» Ο μικρός μου αδερφός ένευσε καταφατικά . Νυσταγμένος μεν , εξαιρετικά περίεργος δε. 

[Συνεχίζεται...]

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

H Tιμή μιας Μάγισσας , Το Μηδέν ή, Μαύρη Πεταλούδα


[ Ο Νοέμβρης ήταν πάντα στο μυαλό μου ως ιδανικός μήνας μαγισσών - δεν έχω ιδέα γιατί . Μιας και είχαμε Halloween όμως , δεν πάμε να δούμε μια ιστορία απ'τα παλιά , μια κάπως διαφορετική απο αυτές που έχουμε πει ως τώρα ; ] 




Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 1604, Καταντέν , Γαλλία


         
   Η πλατεία του Σεντ Πιερ είχε κυριολεκτικά κατακλυστεί από τους κατοίκους του χωριού. Ούτε που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι κάτω από τα πόδια τους δέσποζε μοναδικό πλακόστρωτο με δεξιοτεχνικά ζωγραφισμένες παραστάσεις κι ούτε που ενδιαφερόταν σήμερα το μεσημέρι για αυτήν. Θαρρείς και από τη μεγαλύτερη πλατεία του Καταντέν , είχε μετατραπεί ξαφνικά σε ένα μικροσκοπικό δοχείο , όμοιο με γουδί κι ο κόσμος στριμωχνόταν να χωρέσει στα τοιχώματα του, εκτός από ένα σημείο λίγο μετά τη μέση , στο οποίο ήταν στημένη μια ψηλή εξέδρα και πάνω της ένας ξύλινος πάσσαλος με μικρότερα δεμάτια κλαδιών σκορπισμένους τριγύρω. Οι άνθρωποι σπρώχνονταν γύρω από αυτήν , πατούσαν ο ένας τον άλλον , άλλοι συζητούσαν μεγαλόφωνα , οι γυναίκες ειδικά έλεγαν τα κουτσομπολιά της ημέρας , και άλλοι καβγάδιζαν για τους συνήθεις λόγους που λογομαχεί κανείς όταν ζει σε μια μικρή κοινότητα της Γαλλίας του 17ου αιώνα. Όλοι έμοιαζαν ανυπόμονοι για κάτι και όσο πιο περισσότερη φασαρία έκαναν τόσο καλύτερα νόμιζαν πως σκότωναν την ώρα τους. Ανάμεσα σε αυτούς που προσπαθούσαν να κινηθούν μέσα στο πλήθος διεκδικώντας μια καλύτερη θέση ή χαιρετώντας κάποιον γνωστό , ανήκε και ο Αντριάν Ντεσινέ.
            Ο Αντριάν ήταν ο δάσκαλος της κοινότητας , ένας φιλήσυχος και απομονωμένος σχετικά άνθρωπος που έζησε όλη του τη ζωή στο Καταντέν. Δεν ήταν ιδιαίτερα νέος , αλλά άγαμος και άκληρος καθώς ήταν , οι καλές γλώσσες έλεγαν ότι ήταν ό,τι πρέπει για τις κοπέλες της σειράς του. Παράλληλα, ενώ όλοι φαίνεται να τον ήξεραν, εάν ρωτούσες τον οποιοδήποτε να σου πει κάτι παραπάνω για τη ζωή και τα όνειρά του , δε θα ήξερε να σου απαντήσει, κι επειδή ακριβώς δεν θα γνώριζε να σου πει, θα δήλωνε στην τελική πως ήταν μια παντελώς αδιάφορη απάντηση. Εν μέρει αυτό ήταν αλήθεια , αφού ο Αντριάν δεν είχε ούτε περίπλοκη ζωή ούτε απραγματοποίητα όνειρα και φιλοδοξίες, αλλά ήταν ακριβώς αυτό που έβλεπες: αξιοπρέπεια και πραότητα. Όχι και τεράστια ευγένεια , μόνο όταν έπρεπε. Ειδικά όσο περνούσαν τα χρόνια οι άνθρωποι τον κούραζαν. Αλλά να, δε μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που επιθύμησε πολύ κάτι. Κι ενώ έκανε πέρα μια παχουλή κυρία και πέταξε ένα “με συγχωρείτε” σε έναν φωνακλά τύπο για να περάσει, είδε επιτέλους τον γνωστό του Ζορζ με τον οποίο είχε ραντεβού πριν κανένα δεκάλεπτο. Εκείνος τον είδε πρώτος, του σφύριξε και του έκανε νόημα να πλησιάσει.
   “Αντριάν! Εδώ , εδώ.” τον βόλεψε δίπλα του με ένα χαμόγελο. Πρόσεξε επίσης κι έναν άλλο κύριο που στεκόταν δίπλα του που μιλούσε μαζί του . Πρέπει να τον είχε ξαναγνωρίσει πρόσφατα αλλά δε θυμόταν το όνομα του πέρα από το πρόσωπο του κι έτσι προσποιήθηκε πως τον θυμόταν. Εξάλλου, δεν είχε και πολλή όρεξη σήμερα.
   “Bonjour” είπε απλώς εκείνος . “Προσπαθούσα ώρα να σε βρω αλλά χάθηκα μες το πλήθος. Κάθε φορά τα ίδια.”
    “Τι τα θες ,” αποκρίθηκε ο Ζορζ “τουλάχιστον είμαστε μπροστά μπροστά και θα απολαύσουμε το θέαμα!” Ο Αντριέν δεν ήταν πολύ σίγουρος ότι συμφωνούσε με τον φίλο του. Εντάξει , η παρακολούθηση της καύσης μιας μάγισσας είναι κοινωνικά απαραίτητη αλλά θα αισθανόταν πολύ πιο άνετα αν βρισκόταν πιο μακριά ακόμα και με ψηλότερους και παχύτερους άνδρες από αυτόν να του κρύβουν τη θέα. Δεν συμμεριζόταν λοιπόν τον ενθουσιασμό του Ζορζ για τέτοιου είδους γεγονότα , για να μην τον κακοκαρδίσει όμως ,αλλά και για να μην ανοίξει πάλι αυτό το θέμα συζήτησης, άλλαξε απευθείας το θέμα.
  “Η υπόλοιπη οικογένεια σου δεν είναι εδώ;” ρώτησε τον Ζορζ.
  “Τι είπες; Δεν σε άκουσα.” του απάντησε τεντώνοντας τα αυτιά του μήπως και τον ακούσει μες τη φασαρία.
   “ Λέω, πώς και μόνος εδώ πέρα mon ami.” επανέλαβε.
  “Α, η Ζορζέτ ήταν αδιάθετη πάλι κι ο γιατρός της έχει πει να μείνει στο κρεβάτι μέχρι να γεννήσει.”
   “Κι ο Πιέρ;”
   “Α. Να εκεί κάτω . Μπροστά μπροστά με τα άλλα παιδιά , παίζουν πάνω στην εξέδρα.”
   “Πρώτη φορά;”
  “Μμ , ναι.” είπε αδιάφορα και φαίνεται πως δεν είχε διάθεση για τέτοιες ερωτήσεις ,αφού στράφηκε στον διπλανό του με τον οποίο συζητούσαν κάτι σχετικό με τη γη τους. Ο Αντριέν δεν πολυενδιαφερόταν για κάτι τέτοια θέματα , οπότε έστρεψε το κεφάλι και τεντώθηκε προς το μέρος που του υπέδειξε πως βρισκόταν ο Πιερ. Ήταν μικρός ακόμα , ούτε δεκατριών , αλλά ειδικά τώρα που τον έβλεπε δίπλα στα άλλα παιδιά ήταν κοντός για την ηλικία του . Ωστόσο , φαινόταν τόσο υγιής καθώς έτρεχε και γελούσε , με τις ξυπόλυτες πατούσες του να πατάνε γερά πάνω στα σκορπισμένα ξύλα.  Τον θυμόταν από μικρό παιδί , πάντα του φώναζε η μητέρα του που δεν είχε καμιά αγάπη για τα παπούτσια. 
            Κάπως έτσι ξεχάστηκε για λίγο , όταν όμως το ρολόι χτύπησε δώδεκα και η αναταραχή μεγάλωσε, είπε στον Ζορζ μήπως θα ήταν πιο ακίνδυνο να πει στο γιο του να κατέβει με τους άλλους από την εξέδρα.
  “Πώς; Α, ναι σωστά. Πιερ. Πιερ! Πιερ κατέβα κάτω αμέσως, τώρα είπα!” Το αγόρι υπάκουσε απότομα και κατέβηκε γρήγορα από την εξέδρα , αν και δεν απομακρύνθηκε ιδιαίτερα από αυτήν. Φαίνεται πως ήθελε κι αυτός να δει το “φαντασμαγορικό” θέαμα που θα του 'πε ο μπαμπάς του. Πού να 'ξερε.
            Ξαφνικά όλα ησύχασαν. Οι φωνές του κόσμου έγιναν από θόρυβοι σε ψίθυροι κι από ψίθυροι σε σιωπή. Όλοι γύρισαν τα κεφάλια τους και κοίταξαν προς τα πίσω. Έφτασαν επιτέλους. Ήταν εδώ. Ο κόσμος μπορούσε να τραφεί. Ο εκπρόσωπος της Ιεράς Εξέτασης ήταν εκεί και κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Ένας ψηλός και μεγαλόσωμος άνδρας έμπαινε στα μπροστά και παρακινούσε τον κόσμο να ανοίξει έναν διάδρομο για να περάσουν αυτός και οι υπόλοιποι που ακολουθούσαν. Οι άνθρωποι υπάκουγαν σαν υπνωτισμένοι γιατί το θέαμα τους έτρεφε και δεν τους πείραζε να παραχωρήσουν λίγα εκατοστά από τον ήδη μειωμένο τους χώρο.
             Ανάμεσα τους , πίσω από τον πρώτο , ακολουθούσαν άλλοι δύο άντρες με το έμβλημα της υπηρεσίας του βασιλιά και ανάμεσα τους μια γυναίκα σαν χτικιό παραπατούσε με τους αδύναμους αστραγάλους της απο δω κι απο κεί με τα χέρια δεμένα μπροστά μεταξύ τους και οι άνδρες να τη βαστούν μέσα από τους αγκώνες. Εκείνοι που βρίσκονταν πιο κοντά φαίνονταν να την τρέμουν και απομακρύνονταν ενώ άλλοι που βρίσκονταν πιο μακριά της , το έπαιζαν γενναίοι και τέντωναν τα άκρα της μήπως κι αγγίξουν το χιλιοσκισμένο μαύρο της φόρεμα του οποίου τα ξέφτια τινάζονταν πέρα δώθε. Κανείς δε μπορούσε να δει το πρόσωπο της γιατί τα μακριά βρώμικα μαλλιά της έπεφταν όλα μπροστά κι έτσι πολλοί προσπαθούσαν να μαντέψουν αν από κάτω γελάει ή κλαίει ή και τα δύο. Προχωρούσε σε σταθερό ρυθμό κι όποτε σκονταφτε ή καθυστερούσε , πάντα βρισκόταν κάποιος εκεί να της δώσει μια σπρωξιά στον ώμο για να συνεχίσει, ώσπου έφτασαν όλοι στην εξέδρα. Οι δύο άνδρες την ανέβασαν από τα ελάχιστα στενά σκαλοπάτια και την πέταξαν στο πάτωμα.
            Ο μεγαλόσωμος άνδρας τη σήκωσε , της έλυσε τα χέρια και την έδεσε χειροπόδαρα επάνω στον πάσσαλο. Εκείνη δεν αντιδρούσε, κινούνταν σαν κουρδισμένη μαριονέτα με μηχανικό, σχεδόν τρομακτικό τρόπο.  Δεν ακουγόταν τίποτε, ο κόσμος  λες και κρατούσε την ανάσα του.
            Ο Αντριέν είδε έπειτα τον ιεροεξεταστή να την πλησιάζει , να την επεξεργάζεται και με μια έκφραση ικανοποίησης στο πρόσωπο του, έδιωξε τα μαλλιά από το πρόσωπο της και το αποκάλυψε. Είχε ένα νέο παγωμένο και κρυστάλλινο πρόσωπο με μεγάλα πειθήνια μάτια , που η κούραση τα μεταμόρφωνε σε επικίνδυνα , χωρίς να μειώνει την μοιραία τους ομορφιά. Προς το παρόν ήταν ανέκφραστη αλλά θαρρείς πως με τα μάτια τους κοιτούσε όλους έναν έναν και τους περιγελούσε. Κοιτούσε τριγύρω σαν να μην είχε αίσθηση του τι συμβαίνει. Η διαπεραστική ματιά της συναντήθηκε με του Αντριέν και έμεινε εκεί. Εκείνος τρομοκρατήθηκε κι ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι , όχι επειδή τον φόβισε η παρουσία της αλλά έπειδή ένιωσε μια περίεργη έλξη , σαν να μαγνητίστηκε και για αυτό να μη μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω της.
            Ο ιεροεξεταστής ρώτησε το όνομα της και για τι κατηγορείται. Η γυναίκα από την αδυναμία της δε μπορούσε να μιλήσει πολύ δυνατά , αλλά νόμιζε πως άκουσε το όνομα Κίρα Σαντάλ ή κάπως έτσι. Ο ιεροεξεταστής όμως περίμενε να ακούσει και κάτι άλλο και γινόταν ανυπόμονος. Αφού έβλεπε πως η γυναίκα δεν ήταν διατεθειμένη να απαντήσει , της ψιθύρισε κάτι , πιθανότατα αν είχε κάποια τελευταία λόγια να πει. Εκείνη γύρισε το βλέμμα της και τον κοίταξε αηδιασμένη μες τα μάτια. Της πέρασε από το μυαλό να κάνει κάποια απότομη κίνηση με τα πόδια και τα χέρια της μήπως και καταφέρει και κάπως τον χτυπήσει αλλά τα άκρα και τα πλευρά της ήταν σημαδεμένα και καταφρονημένα από τα χθεσινά βάσανα. Ακόμα δεν έχει φύγει η γεύση του νερού ανακατεμένου με το αίμα της όταν τη βύθιζαν κρεμάμενη από χέρια και πόδια μέσα στο νερό. Χθες νερό, σήμερα φωτιά, σκέφτηκε.  Κι αφού δεν μπορούσε να τον χτυπήσει, τον έφτυσε.
          Αυτός , θυμωμένος και προσβεβλημένος στράφηκε στο λαό και μίλησε με δυνατή και καθαρή φωνή λέγοντας πως η γυναίκα αυτή είναι μάγισσα και ως ερωμένη του διαβόλου έπρεπε να θανατωθεί όπως και όλες οι άλλες πριν απο αυτήν , για να εξαγνιστεί. Ο Αντριέν ένιωσε ακόμα πιο άβολα. Ήξερε από την αρχή ότι ερχόταν να παρακολουθήσει ένα τέτοιο γεγονός και πάντα ήταν επιφυλακτικός αλλά ειδικά σήμερα ένιωθε πως ήταν αδύνατον να γίνει μάρτυρας σε κάτι τέτοιο. Σαν να μην άντεχε να τη δει να πεθαίνει. Μα είναι γελοίο ,σκέφτηκε. Στράφηκε προς τον Ζορζ κι απογοητεύτηκε όταν είδε να καταπίνει μαζί με το διπλανό του τα λόγια του εξεταστή σαν να ‘ταν ιερά και να είναι σχεδόν γοητευμένοι από το λογίδριο του σχετικά με τους δόλους του Σατανά και των μαγισσών.             Προς στιγμήν νόμισε πως ένιωσε ακριβώς εκείνη την αηδία με την οποία είχε κοιτάξει πριν τον εξεταστή η μάγισσα. Τα πέντε λεπτά του φάνηκαν αιώνες και κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε τον πονούσε σαν πληγή από μαχαίρι και ήθελε να φύγει. Αλλά που να πάει; Έμεινε καρφωμένος στο πάτωμα και περίμενε. Ευτυχώς ήταν όλοι τόσο απορροφημένοι που κανείς δεν πρόσεξε την αμηχανία και τον κρύο ιδρώτα του. Όταν τελείωσε το λογίδριο , όλοι κατάλαβαν ότι ήρθε η ώρα.
            Έφτιαξαν τα δεμάτια από κλαδιά ομοιόμορφα γύρω της και απομακρύνθηκαν . Ο μεγαλόσωμος άνδρας άναψε ένα σπίρτο και το πέταξε. Έτσι απλά. Ύστερα απομακρύνθηκε κι αυτός. Έστρεψαν όλοι τα βλέμματα τους στην Κίρα κι εκείνη τους το ανταπέδιδε δαιμόνια χωρίς ωστόσο να βγάζει δηλητήριο αλλά οίκτο. Πίσω από το νέφος του καπνού που είχε σχηματιστεί από τη φωτιά , αυτή χαμογελούσε δείχνοντας τα δόντια της. Όταν συνάντησε τα μάτια του Αντριέν για δεύτερη φορά, διάβασε μέσα του τον τρόμο και του φάνηκε πως μόνο για κείνον ζέστανε τη ματιά της. Σαν να του εμπιστεύθηκε κάτι , κάποιο μυστικό που ήταν σίγουρη πως θα το φυλάξει με τη ζωή του. Ύστερα έγινε κάτι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του . Ο κλοιός της φωτιάς στένεψε γύρω της και το σώμα της άρχισε να υπερθερμαίνεται και τότε άρχισε να γελάει , να γελάει πολύ δυνατά, τόσο που και ο τελευταίος άνθρωπος που στεκόταν πίσω στο βάθος μπορούσε να την ακούσει. 'Οταν πλέον η φωτιά άγγιξε τα πόδια της και έγινε πιο αληθινό ούρλιαξε από τον πόνο για αρκετά δευτερόλεπτα όσο την έτρωγε η φωτιά . Το σώμα της έτρεμε , τρανταζόταν δυνατά μπρος και πίσω , συρρικνωνόταν κι ύστερα διαστελλόταν ενώ ο κορμός της τεντωνόταν , το στέρνο της έβγαινε προς τα έξω σαν να προσπαθούσε η ψυχή της να βγεί μέσα από το σώμα της και να φύγει ψηλά .
            Ο Αντριέν έκλεισε γρήγορα τα μάτια του και τα κράτησε έτσι για πολλή ώρα. Αν όμως τα είχε κρατήσει ανοιχτά , θα πρόσεχε σίγουρα ένα μικρό δωδεκάχρονο αγοράκι ονόματι Πιερ να χαζεύει εκστατικός τη φωτιά ενώ στα μάτια του καθρεφτίζονταν σπίθες σαν να ΄ταν ερωτευμένος. Τα άνοιξε μόνο ύστερα από λίγο που ο Ζόρζ τον σκούντησε κατά λάθος την ώρα που ο κόσμος σκορπιζόταν και πάλι στις απλές καθημερινές και τιποτένιες ζωές τους.