I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Από Χαρτί



Όταν τα λόγια σου είναι από αέρα
Αέρας  γίνεσαι κι εσύ.
Έτσι μεταμορφώνεσαι μέσα μου:
Άχρωμος όμως,
Άοσμος, Άυλος…
Αδύναμος όμως ποτέ.
Παρελαύνεις περήφανα μέσα μου μ’αέρα νικητή
κι επιθεωρείς τον χώρο.
Τι χαζή κι εγώ που νόμισα
πως ήρθες να κάνεις τα φύλλα να χορέψουν για λίγο!
Μη με παρεξηγείς,
ήθελα μόνο
να φύγει για λίγο η σιωπή που φοβάμαι.

Όμως εσύ είσαι αέρας πάντα
και τα πάντα θα παίρνεις
στις χούφτες παραμάζωμα και θα φεύγεις σαν κύριος .
Τώρα μ’αφήνεις με δυο σιωπές να παλέψω – χωρίς εσένα
Εσύ και τα λόγια σου, άψυχοι κι ασπρόμαυροι χαρταετοί
κι εγώ βλέπω τις σκιές τους στον τοίχο.
Μόνη εδώ  - βλέπεις
Χωρίς εσένα.
Φύλλο δεν κουνιέται.
Χωρίς εσένα.
Και σαν τι άλλο να φοβηθώ δηλαδή;
Έγινα εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Τώρα είμαι εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Κι εγώ πια δε φοβάμαι… - χωρίς εσένα
Νομίζω.





Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Το δίλημμα του Συλλέκτη

Photo by Alex Howitt 
Είχα κάποτε μια σπάνια συλλογή
γεμάτη μ'όμορφα συναισθήματα
για σένα.
Ήταν όλα τους διαλεγμένα κι εκλεκτά
με προσοχή και τρυφερότητα στημένα.
Είχαν κι ένα φως χαϊδεμένο νεογέννητου
- τι λαμπρό που ήταν!-
τις νύχτες για να τα σκεπάζει.
Καταλαβαίνεις,λοιπόν, γιατί τα πρόσεχα τόσο.
Είχα τόσα όμορφα συναισθήματα
και δεν ήθελα να τα σκοτώσω.
Δεν συνήθισε, βλέπεις, το χέρι μου ακόμη
την κρύα λαβή του μαχαιριού.
Άλλος,συνήθως, το κρατά
και το μαχαίρι, και το ψαλίδι, και το πιστόλι.
Εγώ βλέπω από μια μεριά μονάχα
κι αν δεν σηκώνουν τη μαρτυρία τα βλέφαρά μου
βγαίνω από το δωμάτιο μέχρι να τελειώσει.
Έτσι τώρα για πρώτη φορά
δεν είχα ιδέα τι να κάνω,
είχα μπροστά μου μια συλλογή από αισθήματα
για σένα
και δε μπορούσα να τα σκοτώσω.
Γι'αυτό τ'άφησα για λίγο στο κρεβάτι
ήσυχα να κοιμηθούν μέχρι το πρωινό
που θα ξυπνήσω έτοιμη και θαρραλέα.
(Δεν τα νανούρισα, να ξέρεις, ούτε μ'ένα τραγουδάκι
γιατί φοβάμαι η μελωδία - η παραμικρή - κακομαθαίνει)
Μπήκα μονάχα μια φορά στον πειρασμό
να σου δείξω πόσο ανυποψίαστα
κοιμόντουσαν το ένα πάνω στ'άλλο!
Τριγύρναγα τότε, που λες, στο σπίτι για μέρες
δίχως να μιλώ, να τρώω, ή να κοιμάμαι,
ανοίγοντας ντουλάπες, σοφίτες, συρτάρια
μήπως βρω κάπου να τα κρύψω,
μήπως τα γλιτώσω!

Είχα τόσο όμορφα συναισθήματα
και δε μου πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσω...

Ήρθες μια φορά και τα'δες
σαν ν'άκουσα πως σχολίασες κάτι,
μα σκέπασα τα λόγια σου από φόβο
μη μου τα ταράξεις και ξυπνήσουν
-κι αν εξεγερθούν;-
δυσκολεύτηκα τόσο να τα σιγήσω.
Άλλωστε, σ'έφερα μόνο για να δεις
πώς κοιμούνται το'να στ'άλλο.
Είπες τότε πως θα'φευγες κι έμεινες κρυφά
χωρίς ακόμη να γνωρίζω το σκοπό σου.
Κούρνιασα δίπλα τους εκείνο το βράδυ
κι εσύ σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι
πήρες αθόρυβα και μυστικά αγκαλιά το μαξιλάρι
και με τα δυο σου πολύτιμα, πορσελάνινα χέρια
όλη νύχτα τα έπνιγες
Ένα
προς
ένα.
Η απουσία της ανάσας τους με ξύπνησε,
όταν σε βρήκα να θαυμάζεις το έργο σου.
Ήταν όλα τους εκεί, τα μέτρησα:
Κουφάρια παρόντα, βουβά, ξεψυχισμένα.
Προτού το καταλάβω είχες εξαφανιστεί
κι έμεινα μόνη μου εγώ
-μάταια πια-
να μ΄αναζητώ στα πεθαμένα.


Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Το Μυστικό που ταξιδεύει με τη Φωτιά



Fire Angel by Shannon Grissom
   Μια φορά σαν σ'όνειρο έναν άγγελο θωρούσα,
   δίχως φτερά - γι' αυτά να ψάχνει -
   σκυφτός, στο Ποτάμι των Δακρύων.

   (Ποιος σου πήρε τα φτερά )

   Τα γαλανά του μάτια θαύμασα - ;ή μαύρα;
   και τα χρυσόπλεχτα μαλλιά του - φορές πολλές
   "Μα κοίτα πιο καλά" τον άκουσα να κλαίει:

   "Κοίτα τα χέρια και τα πόδια μου
    τις πλάτες και τους ώμους κοίτα!
    Μελανά είναι όλα κι όλα μελιχρά - πώς αστράφτουν που'σαι δω!

   (Πώς αστράφτουν που΄μαι εδώ)




   Είναι αλήθεια όσα βλέπεις
   κι αν δεν βλέπεις πάλι αλήθεια είναι - δεν με πιστεύεις;
   Το γράφει ολοκάθαρα επάνω στα Νερά,


   πως εγώ είμαι Εσύ κι εσύ είσαι Εγώ,
   κι αν είναι αδύνατο να ξαναγενείς μόνον εσύ
  - Αλίμονο! πώς εγώ να υπάρξω όπως πρώτα;

  (Πώς να υπάρξω όπως πρώτα )

  Αβάσταχτο μυστικό να κουβαλάει το ποτάμι.
  Τι, δεν με πιστεύεις; Το λεν και τα φτερά σου"
  Κι είχα πράγματι ν'ακολουθούν δυο φτερά από Φωτιά.

  (Τώρα μαρτυράνε δυο φτερά από φωτιά)

 "Αντίο τώρα" μου ψιθύρισε πριν πέσει στο νερό
 και από μέσα ελευθερώνοντας την τελευταία του ανάσα,
 Μ'αφησε να τυλίγομαι παντοτινά στις φλόγες.

(Μ'άφησε για πάντα να τυλίγομαι στις φλόγες )






   

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Πάνω στην Κούνια

Έχει αδειάσει ο τόπος από αγάπη
κι έχουμε μείνει μόνο εμείς οι δύο.
Τα φώτα τώρα σβήνουν προτού ξημερώσει ,
κι εγώ θέλω να γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου.

Το ίδιο κοράκι με χθες κοιμήθηκε στην πόρτα μας.
Μπήκαν κλέφτες τις προάλλες και τα πήραν όλα,
αλλά κρατήσαμε την κούνια στον κήπο.
Σε παρακαλώ, άσε με ν'ακουμπήσω για λίγο στον ώμο σου.

Έξω ο κόσμος ουρλιάζει,
διασκορπίζεται σφαίρα τη σφαίρα ,
θόρυβοι που πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον,
κι όλη η σιωπή λες και μαζεύτηκε πάνω στον ώμο σου.

Μυρίζει κόκκινη καμένη γη ,
κι ο ουρανός στάζει το τελευταίο του χρώμα.
Το χώμα νοτισμένο στο θειάφι,
κι εγώ δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.

Θυμάσαι τα ηλιοβασιλέματα που σου έδειχνα;
Τώρα ο ήλιος δεν ξυπνά για κανέναν.
Το φεγγάρι μας έμεινε μισό,
καθάρια με κοιτά που ακουμπώ στον ώμο σου και με ζηλεύει.


Τι να'ναι τ'όνειρο και τι η πραγματικότητα;
Έχει πάρει το πάνω χέρι η αταξία.
"Τ'όνειρο" , σ'ακούω να λες, " είναι εδώ ακουμπισμένο" 
Μα εμένα για μόνη πραγματικότητα μου φαίνεται...

Δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.


(photo: two lovers, by biffno)



Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Χειρόγραφο: Ένας Κόσμος από Παράθυρα


  Ένας ολόκληρος κόσμος η ψυχή, Ψυχή μου.
  Για Δύο,
  για Έναν,
  για Κανένα.
  Χαοτικός.
  Αρχιτεκτονικά μπλεγμένος,
  όλος παράθυρα.

  'Αλλα με σφραγισμένα πατζούρια
    -βουβά-
   Κάποιος από μέσα μας έχει κλειδώσει.
   Στάσου, να σταθώ,
   πιότερο μαζί μένουμε
   ή είμαστε χώρια;
   Χτύπα, σου λένε , όσες φορές.

   Άλλα το σκάνε απ'το παρόν με χαραμάδες ηλιοτρόπια,
   μέσα από τα φύλλα ,
   τον Χρόνο ,
   το Τίποτα.
   Μέσα από σένα κι από μένα.
   Φαίνεσαι, σε νιώθω.
   Να πας, σου λένε, όσες φορές.

   Άλλα τρομακτικά κι άλλα ατρόμητα
   Ερρείπια και νεόκτιστα ξανά
   ταγμένα εμπρός στο άπλετο Φως,
   κυλάς μέχρι π'αναρωτιέσαι
   "Μα πόσος χώρος υπάρχει ακόμα;"
   Χτίσε, σου λένε, όσες φορές.

   Κι εσύ στέκεις κι ονειρεύεσαι χτίζοντας μια θέα
   ή κοιμάσαι αντικριστά σε μια κουρασμένη ιδέα,
   ενώ ο αέρας φυσά και περιμένει όσο κοιτάς
   ώσπου να πέσεις.
   Όλο και πας , μα δεν πέφτεις.
   Κάτι περιμένεις όλο να αλλάξει,
   Να φανεί.
   Να το δεις.
   Να το αγγίξεις.
   Να σε σπρώξει.
   Δεν πέφτεις.

  Κοίτα , σου λένε, όσες φορές.

 Ώσπου κάποτε θα πετύχεις το σωστό.
 Μια μέρα των ημερών που θ'ανοιχτεί,
 κάποιος απέναντι θα'χει πια εμφανιστεί.
 Κοίτα καλά , μάτια μου,
 κρυφοκοιτά δειλά απ'το δικό του παραθύρι.
 Το ίδιο ακριβώς.
  Θα το αναγνωρίσεις εύκολα
  από "το μεγάλο U" ,
  από την αταξία,
  από τη ζωγραφισμένη σιωπή.
  Σε θυμάμαι.

 " Περίμενε με", όσες φορές.

  Μη γελαστείς μόνο κι εσύ
- πρόσεχε
 Για καθρέφτη πολλοί τον πέρασαν
την ώρα που έπεφταν,
-ταυτόχρονα.
 Όπως εγώ.

 Μα κάπως έτσι δε μου 'λεγες πάντα,
 πως γράφονται των τρελών
 τα Χειρόγραφα;

Printscreen from Alfred Hitchcock's Spellbound (1945) , by Salvador Dali



Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Starry Night Over Lovers

       
           Να μαι πάλι , στο ίδιο μέρος , την ίδια ώρα . Πάντα συνεπής , δεν μαθαίνω ποτέ.
 Έχει πάει εφτά και ήδη έχει σουρουπώσει αρκετά. Σε λίγο θα μείνω μόνη, με το νερό και τα φώτα. Κάθομαι όσο πιο άκρη μπορώ για να έχω την ψευδαίσθηση πως μπορώ να αιωρηθώ ανά πάσα στιγμή , ακόμη και να πέσω αν δεν μ'αντέχει απόψε η γη, και γυρίζω την πλάτη μου στον υπόλοιπο κόσμο γιατί σήμερα - τώρα- δεν με αφορά . Βρίσκομαι εδώ κι έχω φύγει - σχεδόν έχω βγάλει τις μπότες μου για να περπατήσω πάνω στα νερά. Με τη φαντασία μου πάντα. Είναι βλέπεις που μου λείπει η θάλασσα και συμβιβάζομαι με υποκατάστατα, κι ας είναι στην ακμή τους. Μόνο στην ακμή τους...
         Τα βράδια που απευθύνονται σε σένα τα'χεις ζήσει; Έφτασε ποτέ στα πόδια σου κανένα που να μην ήθελες να τελειώσει ποτέ, που το φεγγάρι φαινόταν πιο μεγάλο από την τελευταία φορά , πιο κοντά και πιο δικό σου , έτσι τοποθετημένο προσεκτικά για να το βλέπεις εσύ καλύτερα από όλους τους άλλους και σε εκλιπαρεί να το προσέξεις ; Κι έτσι εσύ να κάνεις το παραθύρι σου βιτρίνα και να θες να τρέξεις μέσα από το τζάμι , μα φοβάσαι πως αν κουνηθείς έστω και λίγα εκατοστά για να το φτάσεις , λίγο να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω του, εκείνο θα βρει ευκαιρία και θα φύγει από τη θέση του και θα ταξιδέψει σ'άλλο παραθύρι , να αφιερωθεί αλλου...Δε θα το'κανες αυτό . Δε θα το ρίσκαρες. Το θες μόνο δικό σου ., μόνο για σένα. Τόσο πολύ μοιάζουμε εμείς οι δύο και τόσο διαφέρουμε που το διεκδικώ κι εγώ όσο κι εσύ, το θέλω ολόδικο μου ,μα για να γράψω επάνω ό,τι δεν έχω κουράγιο να σου πω και ύστερα να το δέσω με μια κορδέλα στον καρπό μου μη μου φύγει και σε χάσω και το κρατώ αγκαλιά μέχρι να'ρθεις να το ζητήσεις και με όλη μου την καρδιά να σου το δώσω.
           Δεν αντιστέκομαι. 
          Άναψαν τα πρώτα φώτα.
         Σήμερα άφησα κάποιον άλλον να καθίσει στο αγαπημένο μου σημείο. Πήγα λίγο παραπέρα γιατί φυσούσε πολύ. Είναι πιο ανοιχτά εδώ , και η ανοιξιάτικη ψύχρα με κάνει να κρυώνω , και απο τη μία μετανιώνω που κάπου παράτησα πάλι το κασκόλ μου κι από την άλλη όλοι οι πόροι του λαιμού και των χεριών μου ευχαριστούν για την ανάσα που παίρνουν κάθε φορα που ο αέρας μπλέκει όλο και περισσότερο τα μαλλιά μου και φέρνει δάκρυα στα μάτια μου. Σιγοτραγουδώ την ίδια νοσταλγική μελωδία με χθες και σε μνημονεύω, καθώς τα δάχτυλα μου προσπαθούν πάνω στην κρύα πέτρα -μάταια- να μιμηθούν τα έμπειρα τα δικά σου, κι εσύ ακόμα να μου μάθεις να σφυρίζω...
         Να κι άλλο ένα φως , πιο ψηλά τώρα. 
         Μα να μην μαθαίνω ποτέ. 
         Δε μπορώ παρά να τρέφω το μυαλό μου με τη σκέψη πως ένα απο αυτά τα δωροδειλινά που φέρνει η άνοιξη , προτού ολότελα μας φύγουν, θα αφήσεις στη μέση το αγαπημένο σου κομμάτι γιατί θα ξέρεις πως είμαι εδώ, πως σε περιμένω και πως έχεις ήδη αργήσει .Δε θα χρειαστεί ούτε να γυρίσω το κεφάλι μου. Απλώς θα έρθεις και θα πλησιάσεις όσο πιο αργά και σταθερά μπορείς και θα'ναι τόσο ήσυχα που θα σε καταλάβω μόνο από την βαθιά ανάσα σου δίπλα στο πρόσωπο μου. Μπορεί και να τρομάξω στην αρχή , μα θα κάνω χώρο να καθίσεις δίπλα μου και θα κοιτάμε μαζί στο βάθος πότε τα αστέρια και πότε τα φώτα. 
"Κι εκείνος;" μαντεύω τη σκέψη σου.
- Ό,τι χωρά σε μέτρα και σταθμά δεν μπορεί να είναι έρωτας.
- Και τώρα;
- Κοίτα , ό,τι πιο κοντά σε "έναστρη νύχτα".
    Μέχρι να ανάψουν όλα και να σβήσουν ένα ένα δε θα χρειάζεται να μιλάμε. Όταν πια θα'χει χαθεί και το τελευταίο και θα με κρύβει κάπως το σκοτάδι , τότε μόνο θα σε κοιτάξω στα μάτια. Αν με ρωτήσεις πάλι αν έχουν ματώσει τα χείλη σου , υπόσχομαι πως αυτή τη φορά δε θα διστάσω και θα τα ενώσω με τα δικά μου. "Εξημερώθηκα" , θα σου πουν.  
 - Νιώθω σαν να με μαγέψανε...
    

                               
   
                                 πίνακας : "Εναστρη Νύχτα πάνω από τον Ροδανό" (Starry Night Over the Rhone) του V.Van Gogh      

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Το Μπλε έχει τη δική του γλώσσα


   

        Οι νύχτες έχουν δική τους γλώσσα.
     Η Σελήνη είναι περίεργη με τους θνητούς. Αν την κοιτούν δυο φίλοι , σιγοτραγουδά χαμένους στίχους. Στους ερωτευμένους χαρίζει τ'ωραιότερο της λεξιλόγιο -πού και πού βρίσκει ανάμεσα τους ιδανικούς ποιητές . Μα αν τολμήσεις και την κοιτάξεις μονάχος , δε μιλά. Στέκει εκεί και περιμένει καρτερικά ν'ακούσεις μόνος γιατί τ'Αληθινά μας δε χωρούν τη σιωπή.
 Κουβέντα δε σταυρώνεις . 
 Έτσι ήταν πάντα ο ουρανός - περήφανος για τη γλώσσα του.
 Πάντα χρειάζεται ένας δεύτερος , βλέπεις, να μεταφράζει. 

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Γυρεύω την Ποίηση

[Καιρό είχε να μας επισκεφτεί ποίημα , ελληνικό και με ομοιοκαταληξία (ούτε κι εγώ το κατάλαβα πώς!)  αλλά μιας και το έκανε ας το αφήσουμε να γίνει ρετροσπεκτίβα. 
Τα πεζά είναι το ταξίδι μας , και η ποίηση το σπίτι μας .
Το νοσταλγήσαμε...] 


   Γυρεύω την Ποίηση

σε μέρη γνώριμα , παλιά , μοναχικά 
σε βλέμματα κι αισθήματα κρυφά 
σε κόσμους που γεννήθηκαν κ' πέθαναν σε μια αστροφεγγιά
σε μυστήρια που μ'είχανε μεθύσει. 

 Γυρεύω την Ποίηση 
σε σκοτεινές επιγραφές 
σε συγκρούσεις καθαρά μετωπικές
σε ιδέες που τις φέρνουν απ'αλλού κι απ'άλλοτε σκιές
να βρω τις μέρες που έχω λαχταρήσει.

 Γυρεύω την Ποίηση 
σε κουρέλια που κουράστηκα να κόβω 
σε φαντάσματα που πηγαινοέρχονται στο χρόνο
 σ'έρωτες που φεύγουνε από φόβο 
 να 'ρθει για λίγο , την Ψυχή να συγυρίσει.   


Μα βλέπω τελικά μάλλον θ'αργήσει 
και σαν φτάσει εγώ θα λείπω .
Σαν σκουριάσει μια υπόσχεση ,τι να την κάνεις; 
Σαν σκουριάσει η υπόσχεση 
πού να την ακουμπήσω; 
Κι ύστερα , για πες , 
ποιος θα'ναι εκεί να την κρατήσει ; 



(image source: http://www.artelista.com/obra/2721990056951403-heridasdelalma.html)