I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Γυάλινοι Παίκτες ( α' μέρος)

                                                                               I



Τι γιορτή ήταν αυτή. Σαν να μη σήμαινε τίποτα ούτε η φασαρία , ούτε η μουσική, ούτε τα πρόσωπα , ούτε κι ο χρόνος που κυλούσε. Περνούσε επειδή έπρεπε να περάσει , αυτή ήταν η δουλειά του και την έκανε πάντα με μεράκι και υπομονή. Άμα μπορούσα δεν θα καθόμουν άλλο, έτσι έκανα αυτό που κάνω πάντα τώρα τελευταία. Ζω τη νύχτα . Ανοίγω μια πόρτα στον τοίχο με μια ξεχασμένη κιμωλία που έχω από το δημοτικό , ζωγραφίζω κι ένα πόμολο και σπρώχνω προς τα πίσω . 'Υστερα μπαίνω σε ένα λαγούμι σαν κι αυτό της Αλίκης , μόνο που είμαι μόνη , δεν κυνηγώ κανένα λαγό. Δεν με πιέζει ο χρόνος , έχω όλη τη νύχτα μπροστά μου. Ωστόσο σήμερα , αισθάνομαι ότι κάτι άλλο , μεγάλο θα μπορούσε να συμβεί. Να 'ναι που αλλάζει ο χρόνος τάχα; Ίσως . 
        Μπαίνω σε ένα δωμάτιο πρώτα , κάπως μικρό , φορτωμένο με πράγματα . Στριμώχνομαι κάθε φορά και πασχίζω λίγο να περάσω μέσα από τους σωρούς αλλά τελικά τα καταφέρνω. Στους τοίχους κρέμονται άτσαλα και στραβά φωτογραφίες. Δε μπορώ πάντα να τις δω καθαρά , δείχνουν πρόσωπα που τα ξέρω ωστόσο και μάλλον δεν αντέχω να τα αναγνωρίσω. Πάντα με πιάνει άγχος σε αυτό το δωμάτιο. Τα πράγματα θα φταίνε. Καμιά φορά με τραυματίζουν και ξυπνάω με πόνους. Έτσι το προσπερνάω γρήγορα , γιατί βιάζομαι να ζωγραφίσω τη δεύτερη πόρτα , μια πιο μεγάλη. Ανοίγω και κατεβαίνω μια σκάλα .
        Είναι στριφογυριστή αλλά δεν ζαλίζομαι. Καμιά φορά αν έχω όρεξη γλιστράω προς τα κάτω από την κουπαστή. Σήμερα όμως δε θα το κάνω , θα κατεβώ προσεκτικά. Είναι όλα από πέτρα τριγύρω , μου θυμίζει κάστρο κι έτσι αντί για φως , ανάβω ένα κερί που με περιμένει πάντα εκεί και μου γαργαλάει το χέρι καθώς κατεβαίνω κάτω κρατώντας το. Αυτή η σκάλα δεν ανεβαίνει . Πηγαίνει μόνο προς τα κάτω . Στο τέρμα της περιμένει ένας χώρος σαν μεγάλος καθεδρικός ναός. Ή τουλάχιστον έτσι διαγράφεται στην ατμόσφαιρα, γιατί στην πραγματικότητα είναι όλα σε τόνους μπλε ή σκούρο πράσινο. Κάτι σαν ζαφειρί χρώμα τέλος πάντων και πρέπει να προχωρήσω πολύ για να αρχίσει να φωτίζεται ο χώρος. Διασχίζοντας το δάπεδο , βλέπω πως έχει μορφή σκακιέρας χωρίς πιόνια. Καμιά φορά αν έχω χρόνο για χάσιμο , παίζω φανταστικές παρτίδες , χωρίς πάντα να κερδίζω αν και πολλές φορές τις αφήνω στη μέση. Μου αρέσει να παίζω στη θέση του ιππότη αλλά είναι δύσκολο ακόμα και για μένα να ανέβω σε φανταστικό άλογο κι έτσι καταλήγω να παίζω στη θέση του πύργου. Δεν θα τολμούσα να διανοηθώ να πλησιάσω μια βασίλισσα.
       Κάνει κρύο , γιατί εκτός από τους τοίχους ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας , δεν υπάρχει τίποτε άλλο . Είμαι μόνη. Ή σχεδόν μόνη . στο τέρμα της αίθουσας αισθάνομαι μια μυστηριώδη παρουσία . Στο βάθος στέκεσαι  εσύ, ένα γυάλινο άγαλμα .  Πλησιάζω και σε περιεργάζομαι όπως την πρώτη φορά. Ξέρεις τι; Έχω την εντύπωση ότι δεν ήσουν πάντα γυάλινος. Τις προάλλες θα ορκιζόμουν πως ήσουν φτιαγμένος από πάγο , ή μήπως ήτανε χαρτί; Ξεχνάω. Όμως μετά πηγαίνω κοντά και αγγίζω το πρόσωπο σου με τα χέρια μου θέλοντας να εξερευνήσω ένα ψεύτικο πρόσωπο που μοιάζει ώρες ώρες πιο αληθινό από το δικό μου. Είσαι ένας όμορφος νέος . Σε έκανα πολύ όμορφο, στο λέω συχνά. Είσαι λίγο πιο ψηλός από μένα , κι αν στέκεσαι λίγο άτσαλα , φαίνεσαι δυνατός . Είσαι πάντα καλά ντυμένος και έχεις μια στάση του σώματος σαν να μην ξέρεις που να βάλεις τα χέρια σου. Έχει ένα μικρό πεζούλι στη βάση σου. Ανεβαίνω επάνω και συνήθως φέρνω τα τακούνια μου για να σε φτάσω πιο εύκολα. Ακουμπώ επάνω σου , σε αγκαλιάζω. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω περάσει όλη τη νύχτα μιλώντας σου για ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Μόνο που’σαι άχρωμος, αυτό είναι το παράπονο μου. Τι χρώμα να είναι αυτά τα μάτια άραγε;
       Νιώθω τόσο ελεύθερη εκεί , κι ας έχω συνέχεια την ίδια εφιαλτική αίσθηση ότι όπου να ‘ναι θα με τυλίξουν μεταλλικές βαριές αλυσίδες και θα με σφίξουν πάνω του ώσπου να σκάσω. Παρ'ολα αυτά μένω εκεί και προσπαθώ να φανταστώ τι θα μου έλεγες αν ήταν ζωντανός. Κοιτώ στα μάτια σου και βλέπω μόνο το είδωλο μου. Ειδικά σήμερα σε αυτό το γυαλί, με βλέπω πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά. 
      Περίεργο , τινάζομαι ανά διαστήματα, σαν να με ταράζουν χτύποι . Μοιάζουν με μεγάλο ρολόι,
από αυτά που ξεχωρίζουν , με το εκκρεμές. Αισθάνομαι μια τεράστια μηχανή κάπου εκεί κοντά να δημιουργεί δονήσεις και κύματα και θόρυβο , πολύ θόρυβο. Δεν το βλέπω πουθενά κι όμως το ακούω σε όλο μου το κορμί να χτυπάει αργά και σταθερά. Μα ναι , σε λίγο αλλάζει ο χρόνος. Μοιράστηκα τη σκέψη μου μαζί σου, δεν μπορώ να κουνηθώ από τη θέση μου. Δεν το επιθυμώ. Ένιωσα κάτι να με σπρώχνει για μια στιγμή , λες και με απώθησες με τα χέρια σου , μα ήσουν ακόμη ακίνητος.
    "Θα πρέπει να είσαι σημαντικός , πιθανότατα πιο έξυπνος από μένα , μα ό,τι κι αν είναι δεν μπορώ να σε φανταστώ κάπου αλλού , εκτός από δω , μαζί μου."
       Μόλις άγγιξα τα χείλη σου,  είχες ήδη ραγίσει.



(συνεχίζεται...)
   

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Ο Χορός των Φλεγόμενων Γραμμάτων


        "Έχω τόσο καιρό που γράφω για τους άλλους , που η πένα μου ξέχασε πώς να γράφει για μένα .” σκέφτηκε ξεφυσώντας τον καπνό από το μισοσβησμένο της τσιγάρο. Τυλιγμένη με ένα σεντόνι και τα μαλλιά της πιασμένα με μολύβι , καθόταν άτσαλα επάνω στο πλυντήριο του διαδρόμου κάτω από το παράθυρο. Αστείο θέαμα θα έλεγε κανείς , ειδικά ο φίλος της που δεν καταλάβαινε και πολλά περί έπνευσης και σκοτεινιάς. Για κάποιους ανθρώπους τα πράγματα όλα γύρω είναι πιο απλά . Για κάποιους άλλους πάλι , δεν απλοποιούνται ποτέ. “Πίστεψε με, είναι πιο κουραστικό να προσπαθείς να τα απλοποιήσεις όταν ανήκεις στους δεύτερους παρά όταν αποδέχεσαι τη φύση σου. Τζάμπα χαμένη ενέργεια.” Γέλασε με αυτή τη σκέψη . Τη σημείωσε καλού κακού. Έριξε μια ματιά στις σκόρπιες σελίδες που είχε δίπλα της.
      Τελευταία έκανε διάφορες τέτοιες σκέψεις , συνήθως άσχετες μεταξύ τους και παιδευόταν , έσπαγε το κεφάλι της να βρει τρόπο να τα ενώσει. Αντί για αυτό , έβλεπε να ενώνεται μόνο ο σωρός από τσαλακωμένα χαρτιά στο πάτωμα . Από πότε είναι τόσο δύσκολο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί . "To ξέρω ότι τα γράμματα έχουν φωτιά , τα βλέπω, αλλά γιατί σταμάτησαν να χορεύουν;"
        Παράτησε ό,τι έκανε , για ακόμη μια φορά και πετάχτηκε πάνω. Έκανε μια δυο φορές τον κύκλο του σπιτιού κι αφού είδε ότι ήταν τόσο μικρό που δεν την έπαιρνε για τρίτο , κατέρρευσε στο πάτωμα. Αν ήταν ζωγράφος θα καταλάβαινε περισσότερο . Θα χε πινέλα σκορπισμένα παντού , λερωμένα ρούχα και βαμμένους τοίχους κι πολύχρωμες μπογιές στα χέρια. Της φαινόταν πιο ψαγμένο ακόμα και χωρίς έμπνευση. Ε Τώρα απλώς φαινόταν σαν χαζή αρχαία Ελληνίδα με μουντζουρωμένα μπλε δάχτυλα από χαραμισμένο μελάνι. Εντάξει , έλλειψη ερεθισμάτων επίσης το λένε αλλά τελευταία παραπήγαινε. Κάπνισε λίγο ακόμα και πήγε στο υπνοδωμάτιο να καθίσει στο έπιπλο της τουαλέτας μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε καλά το πρόσωπο της , άβαφο , απρόσεκτο . Λιγάκι θαμπό. Έτσι έμοιαζαν άραγε όλες οι κοπέλες που τους έλεγαν ότι είναι κούκλες από τη μέρα που γεννήθηκαν; Έβλεπε κιόλας τα σημάδια των “-άντα” να πλησιάζουν , αλλά ακόμη κι αυτό την άφησε αδιάφορη. Πάντα θα λείπει κάτι. 
       Ξεφυσώντας ωστόσο , το μάτι της έπεσε στα καλλυντικά της . Τα περιεργάστηκε λίγο σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά. Θυμήθηκε εποχές που ήταν πιτσιρίκι με μπούκλες που πήγαιναν πέρα δώθε και το μόνο που έκανε ήταν να εξερευνά και να παίζει, ειδικά τα καλοκαίρια που πήγαινε με τους παππούδες της στο εξοχικό της θείας της , γιατί είχε ένα εσιτατόριο κοντά στη θάλασσα. Δεν είχε ποτέ πολύ κόσμο , αλλά θυμόταν πόσο ασήμαντο της φαινόταν αυτό και ότι το μόνο που σκεφτόταν ήταν πόσο θαυμάσια ήταν η αίσθηση της συγκεκριμένης θάλασσας μετά τις 6 το απόγευμα και τα βράδια πια αποκαμωμένη και καθαρή πήγαινε κρυφά στο δωμάτιο της θείας της και άνοιγε τα συρτάρια δοκιμάζοντας ό,τι μπορούσε. Κι αυτό που της είχε μείνει περισσότερο ήταν ότι όλα τα σκουλαρίκια της είχανε κλιψάκια , γιατί ποτέ δεν είχε τρυπήσει τα αυτιά της . Από τότε δεν είχε να δει σκουλαρίκια με κλιπς;
     Τα δάχτυλα της τώρα ψηλάφιζαν το κόκκινο κραγιόν της. Το πρόσεχε πολύ , το χει φορέσει ελάχιστες φορές. Έτσι , γιατί απλά δεν το έχει συνηθίσει , ή δε θέλει να συνηθίσει αυτή την αίσθηση του διαφορετικού, του μοιραίου καμιά φορά. Τώρα όμως ήταν μια από αυτές τις φορές. Το άπλωσε απαλά σε χείλη της και τα έτριψε λίγο μεταξύ τους . Σούφρωσε ελαφρώς τα χείλη μπροστά στον καθρέφτη και πλησίασε πιο κοντά. Δεν ένιωσε όμως και καμία ιδιαίτερη διαφορά . Κι έτσι όπως πλησίαζε το σεντόνι από τη μια πλευρά γλίστρησε από των ώμο , και φάνηκε κοντά στο στήθος της ένα ξεχασμένο τατουάζ, μια μαύρη πεταλούδα. “Εγώ και τα σύμβολα της ''ελευθερίας'' μου. Ένα tattoo , ένα κόκκινο κραγιόν κι από μέσα τα ίδια. Πρωτοτύπησα πάλι.” Μα παρατηρώντας λίγο περισσότερο , και η ίδια κατάλαβε πως ασυναίσθητα δεν το πε με πικρία , μάλλον με αυτοσαρκασμό .       
     Κι άρχισε τότε να της έρχεται λίγο λίγο στο μυαλό ένα νέο ποίημα ή τραγούδι δεν ήταν σίγουρη . Όχι ήταν ποιήμα τελικά . Πήρε ένα χαρτί απο δίπλα της και κατέγραψε όσους στίχους έρχονταν , κάπως άτσαλα και πρόχειρα, ο ένας πίσω από τον άλλον. Έγραφε , έγραφε όχι πολύ αλλά έντονα , κοιτούσε σαν να έγραφαν τις λέξεις τα ίδια της τα μάτια κι όχι το χέρι σαν πιστός υπηρέτης της. Ύστερα από λίγο σταμάτησε απότομα , κοίταξε τον καθρέφτη και άφησε ένα σημάδι φιλιού με το κατακόκκινο κραγιόν της. Χαμογέλασε αινιγματικά , πέταξε το σεντόνι και βγήκε από το δωμάτιο.

Στο τέλος πίσω από το μελάνι αν κοίταζε κανείς προσεκτικά έλεγε κάτι σαν :

Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει , ποτέ δεν υπήρξε . Βγαίνοντας από ένα κλουβί , προσμένει πάντα άλλο μεγαλύτερο. Λες να μας χωρέσει καλύτερα τούτη τη φορά; Εμείς ,που οι πρόγονοι μας ξυπνούσαν στα είκοσι πέντε και ερωτεύονταν πρώτη φορά. Εμείς, εκπρόσωποι μιας γενιάς που χει φτάσει με το ζόρι τα είκοσι κι έχει κουραστεί. Καταλαβαίνεις τώρα; Τίποτα δεν μας ανήκει. Κι άσε το χειμώνα να επιμένει τις γιορτές : 'κι αν δε μπορείς ούτε κι εσύ απ'τη βροχή να κοιμηθείς , έλα δω , να βρείς, το άλλο σου μισό.''
Μα δεν είναι αλήθεια όλα αυτά.” 

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

To Φάντασμα της πόλης


           Το χώμα μυρίζει όπως εχθές . Όλα βρεγμένα , γυαλίζουν κάτω από το φως. Είναι πρωί , πολύ πρωί , πού να προλάβει ο ήλιος να μας στεγνώσει. Κι εδώ που σε έχω φέρει μάτια μου , μόνο να μας κάψει μπορεί. Αν ήσουν εδώ να περπατήσεις μαζί μου , θα σου δινα το μπράτσο μου να το κρατάς . Μα δεν πειράζει , θα συνεχίσω να ανηφορίζω τον πεζόδρομο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παλτού μου , και θα αφήσω επίτηδες το δεξί μου χέρι λίγο πιο έξω , σαν να παίζουμε πάλι με την Ιδέα σου το παιχνίδι της αρπαγής. Με προλαβαίνει πρώτη.
          Δες εδώ , να εδώ , αυτή την ευθεία που σήμερα για μένα είναι ανηφόρα κι αύριο θα πρέπει να την κατέβω από την αρχή. Πάνω στο πλακόστρωτο έχω ρημάξει τα καλύτερα μου παπούτσια κι έχω την αξίωση να περηφανεύομαι ότι δεν το κάναμε μαζί. Δεν έχεις περπατήσει ποτέ σε αυτό το δρόμο, δεν έχεις στρίψει ποτέ σε εκείνο το στενό, δεν έχεις μοιραστεί την πρωινή ομίχλη με τους τρελούς οδηγούς , δεν έχεις μυρίσει ποτέ τον αέρα αυτής της πόλης. Δεν έχεις έρθει ποτέ εδώ. Δεν είσαι από δω.
         Κοίτα εκεί . Εκεί ντε! Παραλίγο να δείξω με το χέρι. Σε βλέπω απέναντι μου, είσαι η κοπέλα που κάθεται στο παρκάκι , αυτή που με προσπερνάει όταν είμαι στο δρόμο, μια άλλη που σταματάει στο περίπτερο , ή εκείνη από το τμήμα του άλλου κτιρίου που τη βλέπω πού και πού και μιλά και γελά σαν εσένα Ή εκείνη τη φορά που σταμάτησα μια τύπισσα στο μετρό και δε θυμάμαι σε ποια γλώσσα της ζήτησα συγνώμη. Κι ενώ έχω πετάξει μια για πάντα το σεντούκι μας στη θάλασσα , είμαι ακόμα παντρεμένος με τη σκιά σου , αφού ό,τι ξένο βρω το κάνεις διφυές , κι ακόμη εγώ , που πάντα έλεγες πως μοιάζω με το φως, γίνομαι πιο κλειστός και σκοτεινός και ως το ξημέρωμα σου έχω μοιάσει .                       
          Να τώρα βρέχει. Σαν να σε βλέπω απο μια μεριά να ρίχνεις το νερό εσύ . Όπως εμφανίζεσαι κι εξαναφανίζεσαι , έτσι κι αυτή . Αρχίζει ελαφρά και μας παιδεύει με τα χάδια για ώρες , ύστερα σταματάει, μας κρατάει ακίνητους , αφυδατωμένους , κι ύστερα αρχίζει ξανά χωρίς ποτέ να δυναμώνει. Ίσα να μας κάνει για υποκατάστατο. Ήρθα εδώ γιατί μου έλειπε το νερό του ουρανού, το λαχταρούσα , το λάτρευα ούτε που ένιωθα ποτέ τη μελαγχολία του. Μα έτσι είμαστε εμείς. Ξεκινάμε γυμνοί και στο τέλος αλυσοδενόμαστε με την ομπρέλα παραμάσχαλα.
       Μείνε λίγο ακόμα μαζί μου, σχεδόν έφτασα. Σε λίγο μπορείς να φύγεις πάλι. Θα πάρεις το άρωμα σου που χει αποτυπωθεί στη μνήμη μου και θα το σκορπίσεις στον αέρα λίγα λεπτά πριν μέχρι να το συνηθίσω . Ίσως θυμηθώ και κάνα φιλί , μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο , από αυτά τα άτσαλα , τα βιαστικά. Αυτά θα τα βρεις πάνω πάνω . Φτάσαμε. Περίεργο, σχεδόν φαντάζομαι τώρα και διπλά ίχνη λάσπης στο πατάκι.  Τώρα όπου να σαι θα μετρήσω αντίστροφα. Πάντα σε τυχαία σειρά. Κι όπως θα στέκομαι μονάχος πίσω από την πόρτα και θα κλειδώνω δυο φορές , εσύ θα χεις ήδη στοιχειώσει τον επόμενο περαστικό. Λίγο ακόμα , κάθε φορά , άλλο λίγο. Φοβάμαι πως τελειώνει ο χρόνος μας. Δεν έχω πει ακόμα κουβέντα.
Μα θέλω τόσα να σου πω και τα αστέρια δε γελάνε. Αύριο πάλι.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Timi the Bot

         Καλησπέρα σε όλους. Σας έχω κάτι πολύ ξεχωριστό να μοιραστώ σήμερα . Πριν μερικούς μήνες μια κοπέλα που ανήκει σε μια μαθητική κινηματογραφική ομάδα της Αμερικής μου έστειλε μήνυμα στο λογαριασμό μου στο deviant art λέγοντας πως ένα σχέδιο μου ενέπνευσε αυτήν και την ομάδα της για το θέμα της εργασίας τους : την πρώτη τους ταινία. Την ευχαρίστησα φυσικά , κι ύστερα το ξέχασα , δεν έδωσα πολύ σημασία μη θεωρώντας ότι θα μπορούσε όντως να συμβεί.
        Κι όμως , λίγες μέρες πριν έλαβα ένα μήνυμα με ένα σύνδεσμο στο youtube και δυο τρεις αράδες της κοπέλας να μου λέει πως εκπλήρωσε την υπόσχεσή της να μου στείλει την ταινία μόλις την τελείωναν. Μια ταινία μικρού μήκους (πολύ μικρού !) για ένα ρομπότ τον Τίμι , που βιώνει τη μοναξιά μέσα στο κάστρο του. 
        Δε χρειάζεται να πω πολλά. Ήθελα μόνο να μοιραστώ αυτό το βίντεο μαζί σας ως απόδειξη τόσο για μένα όσο και για σας , ότι όσο δοκιμάζουμε νέα πράγματα κι όσο συνεχίζουμε να εκφραζόμαστε , ανακαλύπτουμε πιο πολύ τον εαυτό μας και επιπλέον ότι η σπίθα μέσα μας μπορεί να γίνει η αφορμή να ανάψουν κι άλλες έστω μικρές , ανεπαίσθητες και λιθαράκια , ψήγματα όπως μια απλή ιδέα ή μια έμπνευση ή ένας λόγος , παίρνουν ισότιμα και αξιότιμα θέση σε μια σειρά γεγονότων , ακόμη και στην άλλη άκρη του πλανήτη. 
Και γιατί όχι; 

Ορίστε ο σύνδεσμος λοιπόν : http://www.youtube.com/watch?v=1aEbN8XUOD4



Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

B.allon R.ouge

       Περπατούσα για ώρες μες τη νύχτα χωρίς σταματημό. Τα πέλματα μου είχαν ματώσει πάνω στα τακούνια μου που με άνεση αποτελούσαν το μοναδικό ήχο σε όλο το δρόμο. Ψυχή πουθενά. Μόνο εγώ και οι γόβες μου να βηματίζουν μια αδιάφορα και μια βιαστικά. Δε θυμάμαι από που ξεκίνησα , σαν να είχα ένα κενό μνήμης , σαν να με τοποθέτησε κάποιος ξαφνικά στη μέση της οδού ενώ ήδη περπατούσα υπνωτισμένη στον αέρα. 
        Είχε ένα κρύο πρωτόγνωρο και καθώς προχωρούσα η υγρασία διαπερνούσε το καλσόν αλλά και το γούνινο παλτό μου. Το έσφιξα δυνατά πάνω μου και η παγωμένη μου ανάσα κρυσταλλώθηκε τη στιγμή της γέννησης της. Και εκεί που απελπισμένη κοιτούσα γύρω γύρω ξάφνου το είδα. Το μικρό ξανθό αγοράκι με το κόκκινο μπαλόνι! Έτρεξε κοντά μου και προσπάθησε να χωθεί κάτω από τη γούνα μου. Το μπαλόνι όμως δε χωρούσε. Πάλεψε λιγάκι , τρίφτηκε , έκανε δυο σβούρες γέλασε λιγάκι και έπειτα το έσκασε πάντα με το μπαλόνι του στο χέρι. Το ακολούθησα αμέσως , έτρεχα πάνω στο πλακόστρωτο με τις γόβες μην τυχόν και το χάσω μόλις έστριβε στη γωνία. Κανείς άλλος τριγύρω , μάρτυρας μου μόνο το τακ τακ και το μισοσπασμένο μου τακούνι.
       Ύστερα από λίγο το είδα κάπου στο βάθος που σταμάτησε. Μας χώριζε μόνο μια ολιγόμετρη ευθεία. Έφτασα να τον συναντήσω έξω απο ένα κτίριο , γνώριμο , παλιό. Ένα ξενοδοχείο ήταν , κι έτσι μες τη μαύρη νύχτα όπως το κοιτούσα σαν να μου φάνηκε στοιχειωμένο. Μόλις έκανα να μιλήσω στο αγοράκι και να το πιάσω , αυτό τραβήχτηκε γέλασε παιδικά , μπήκε μέσα και χάθηκε ξανά. Φοβήθηκα λιγάκι κι ανατρίχιασα , μα δεν είχε επιλογή από το να ακολουθήσω.
         Μπαίνοντας μέσα κατάλαβα γιατί το μέρος μου φαινόταν τόσο γνώριμο. Είχα ξανάρθει . Δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά το αισθανόμουν ότι ήταν πιο πρόσφατα από όσο γνώριζα. Κι ενώ ο χώρος και τα έπιπλα μου φαίνονταν τα ίδια , κάτι στην ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Ο χώρος ήταν σκοτεινός , οι τοίχοι σκούρο μπλε , ίσως και βαθύ πράσινο που με το αμυδρό φως ήταν πιο τρομακτικοί και ένα μεγάλο κόκκινο χαλί στρωμένο κατά μήκος οδηγώντας στη ρεσεψιόν. Όσο προχωρούσα διστακτικά , άναβαν διάσπαρτα κεριά πάνω σε κηροπήγια από άλλη εποχή , δείχνοντας μου το δρόμο. Το τελευταίο κερί φώτισε το κουδουνάκι πάνω στο γραφείο. Δεν έβλεπα τίποτε άλλο κι έτσι δεν είχα επιλογή παρά να το πατήσω .Δίστασα λίγο και με χέρι που έτρεμε το πάτησα. Με το που ακούγεται το σκουριασμένο ντριν άξαφνα φώτισε το πίσω μέρος του γραφείου κι εμφανίστηκε ως ρεσεψιονίστ ένας τρομακτικός τύπος με κόκκινη στολή , χρυσά κουμπιά και έντονα βαμμένο πρόσωπο με άσπρη μπογιά ή πούδρα σαν φάντασμα. Φορούσε κι ένα μπλε-κόκκινο καπέλο. Τινάχτηκα απότομα κι έκλεισα τα μάτια μου.
        Όταν τα άνοιξα συνειδητοποίησα πως τα στρογγυλά μαύρα μάτια του δεν με κοιτούσαν καν . Ήταν ακίνητος σαν άγαλμα , λες και ήταν παγωμένος στο χρόνο , σφηνωμένος στο πάτωμα σαν μια κούκλα βιτρίνας. Αλλά σε πολύ πιο φρικαλέα εκδοχή. Η παγωμένη έκφραση του δεν υποδείκνυε τίποτε αλλά το δεξί του χέρι κρατούσε ένα λευκό χαρτί . Πήγα να το πάρω από το χέρι του και το έβγαλα με κόπο , αφού έμοιαζε να είναι κολλημένο ανάμεσα στα δάχτυλά του μα μόλις το κράτησα στα χέρια μου και έριξα μια ματιά άρπαξε φωτιά . Το πέταξα ενστικτωδώς από το χέρι μου και το άφησα να γίνει στάχτη μπροστά στα μάτια μου. Ευτυχώς είχα απομνημονεύσει το μήνυμα.
"308".
           Ο διάδρομος δίπλα μου φωτίστηκε και τα φώτα πίσω μου έσβησαν. Σαν να αιωρούνταν τώρα δυο τρια κεριά μπροστά μου και να οδηγούν τον δρόμο. Προχωρώντας βήμα βήμα έσπασε η σιωπή από κάτι γέλια. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν το παιδί μα όταν έστρεψα το κεφάλι είδα πως περνούσα έξω από την τραπεζαρία. Το φως σταμάτησε μαζί μου να προχωρά. H αίθουσα φώτισε από τα πλάγια και ο βαρύς μεγαλόπρεπος πολυέλαιος στο κέντρο της οροφής μισοφώτισε. Τα στρογγυλά μεγάλα τραπέζια ήταν γεμάτα σαν να χε κάποια γιορτή . Όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες εκτός από μία κάπου στο κέντρο. Παρόλη τη σκοτεινιά και το μυστήριο του σκηνικού εδώ η ατμόσφαιρα ήταν πιο ζεστή και γιορτινή όσο γινόταν. Άκουγα γέλια και ζωηρές συζητήσεις , μεθυσμένους και κουτσομπολίστικους ψίθυρους κι ύστερα από λίγο είδα ότι κανείς δεν κουνιόταν. Έμοιαζαν όλοι να συζητούν , να γιορτάζουν , κοιτούσαν δεξιά κι αρίστερά , γυρισμένοι εμπρός και πίσω , ο ένας πάνω στον άλλον αλλά δεν κινούνταν ούτε το σώμα τους ούτε τα χείλη τους. Οι ομιλίες που άκουγα φάνταζαν σαν ένα γραμμόφωνο που έπαιζε πίσω από την πόρτα αντί για μουσική. Τίποτα ωστόσο δεν φαινόταν να διαταράσσεται από την παρουσία μου , τόσο που όταν έκανα μερικά βήματα προς τα μπρος και κινήθηκα ανάμεσα στον κόσμο , τίποτε δεν άλλαξε σαν ήμουν αόρατη στα μάτια τους ή να ήταν αόρατοι αυτοί. Ημιδιαφανείς. Ξένοι. Κι όμως κάτι μου θύμιζαν... Μέσα στη ζάλη , σε μια τόσο δα παύση , ξεχώρισα ανάμεσα στους ήχους το γνωστό γέλιο του αγοριού. Έψαξα με το βλέμμα μου τριγύρω και τελικά ανίχνευσα το κόκκινο μπαλόνι να ξεγλιστρά από την τραπεζαρία πάλι πίσω στο διάδρομο. Το ακολούθησα αναπόσπαστη αυτή τη φορά και δεν πρόσεξα παρά αργότερα ότι η πόρτα πίσω μου έκλεισε αθόρυβα.
          Τρέχοντας έφτασα στο τέρμα όπου με περίμενε ένα ανανσέρ. Κατέβαινε από τον τρίτο. Μόλις άνοιξαν η πόρτες είδα έναν άντρα σαν κι αυτόν στη ρεσεψιόν. Τα ίδια ρούχα , ίδιο στήσιμο, ίδιο μακιγιάζ , ίδια φρίκη...Στάσου. Δε μπορεί να ήταν ο ίδιος ! Μπήκα μέσα και στάθηκα αμίλητη. Όπως το περίμενα δεν κινήθηκε ούτε μια στιγμή. Παγωμένος κοίταζε ευθεία. Οι πόρτες έκλεισαν αυτόματα και το κουμπί για τον τρίτο όροφο ενεργοποιήθηκε μόνο του. Το μακρύ μανίκι του φορέματος μου πιάστηκε και σκίστηκε ένα κομμάτι κι ο γυμνός μου καρπός μου αποκάλυψε ένα τατουάζ με καλλιγραφικά γράμματα "Μόνο οι ξένοι γνωρίζουν καλοσύνη". Το μόνο που ακουγόταν όσο ανεβαίναμε ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος του σκουριασμένου σύρματος και το τρίξιμο του δαπέδου. Μόλις φτάσαμε όρμησα έξω από το ασανσέρ και προχώρησα λίγα μέτρα στο σημείο διασταύρωσης δύο διαδρόμων. Ο ένας ήταν πιο φωτεινός από τον άλλον. Έριξα μια ματιά στις πόρτες , από τα δεξιά ανέβαινε από το 350 και από αριστερά κατέβαινε. Πήγα αριστερά .
          Κάτι με εμπόδιζε να τρέξω. Μια δύναμη ή μια κρυφή παρουσία που περπατούσε μαζί μου κι έκανε τα βήματα μου όσο πιο αργά γινόταν για να με αναγκάσει να παρατηρήσω το διάδρομο με όλες μου τις αισθήσεις . Τη βρωμιά , το σκοτάδι, το φτηνό γυναικείο άρωμα που είχε ποτίσει το χαλί...Και σαν η μυρωδιά του να είχε τη μαγική ιδιότητα να φέρνει στη μνήμη μου ένα ένα όσα είχα ξεχάσει . Κι όσο περνούσε η ώρα τόσο θυμόμουν κι ένιωθα πως ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Προχώρησα πια με σίγουρα και σταθερά βήματα στο 308.
          Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και στο πάτωμα μια σειρά από θρύψαλλα οδηγούσαν σε ένα σπασμένο ποτήρι κόκκινο κρασί. Ένα κουβάρι τα σεντόνια του κρεβατιού πιο πέρα και πάνω στο κρεβάτι ένας άντρας κοιμόταν . Στην άλλη άκρη του δωματίου η πελώρια τζαμαρία ήταν ανοιχτή και μια γυναίκα στεκόταν και κοιτούσε από κάτω. Ημουν εγώ. Εγώ κοιτούσα. Μόλις ξεστόμισα ψιθυριστά αυτές τις λέξεις η μορφή μου , ό,τι ήταν αυτό, αιωρήθηκε για λίγα λεπτά και με πήγε πιο κοντά της , ώσπου μπήκα μέσα στο ίδιο σώμα κι έβλεπα από τα ίδια μάτια. Ένας περίεργος μεταμεσονύχτιος αέρας μου φυσούσε τα μαλλιά. Ο άνδρας ξύπνησε και σηκώθηκε κοιτώντας με στα μάτια. Τον κοίταξα και του ανταπέδωσα το αποχαιρετιστήριο χαμόγελο . Γύρισα πάλι το βλέμμα προς τα κάτω και είδα ένα μικρό ξανθομάλλικο αγόρι να γελάει και να με χαιρετάει κρατώντας ένα κόκκινο μπαλόνι. Άνοιξα τα χέρια μου και το ακολούθησα.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Κίτρινη Νότα



Οδός Χατζηπελαιρέν 24 , ώρα 9 μ.μ 
Ένας άνδρας αφήνει ένα πακέτο κι ένα γράμμα στο 4Β και φεύγει τρέχοντας προς τη στάση του μετρό. 

    "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια... ήταν το παράπονο σου. Κι ότι δεν μας μαθαίνουν καλλιγραφικά. Γι αυτό λοιπόν κι εγώ σου γράφω με τα χέρια και την καρδιά μου γυμνή γιατί ντυμένο με οτιδήποτε άλλο πέρα από μολύβι και χαρτί σου φαίνεται "δεύτερο". Την τελευταία φορά που ήρθες να με δεις νόμιζα πως θα έμενες. Είχες αυτό το χαμόγελο στα χείλη σου που πάντα μου άρεσε σαν να κρύβει ένα μυστικό , ένα από αυτά τα πολύπλοκα που κρύβετε εσείς οι γυναίκες και που θα με φιλούσες για να το μοιραστείς μαζί μου. Θυμάμαι ακόμα αυτή τη μέτρια αυτοπεποίθηση που με προσγείωνε και που ώρες ώρες νόμιζα πως αισθανόσουν τόσο τυχερή που είμαι μαζί σου και ξεχνούσες ότι ήμουν κι εγώ. Έτσι πίστευα τουλάχιστον.
      Από την πρώτη φορά που μου συστήθηκες αισθάνθηκα ότι δεν θα καταλάβαινα ποτέ τι σκέφτεσαι και λίγες μέρες αργότερα το ίδιο μου είπες κι εσύ, να μην προσπαθήσω καν , γιατί όντως οι γυναίκες είναι περίεργα πλάσματα κι ότι μπορεί για γυναίκα να σκεφτόσουν πιο απλά , αλλά για άνθρωπο γενικότερα σκεφτόσουν περίπλοκα, αλλόκοτα πολλές φορές. Οι μήνες μαζί σου κύλησαν νερό , κι ούτε μου χε συμβεί αυτό ποτέ. Οι προηγούμενες σχέσεις μου , έμοιαζαν να πατούν πάνω σε κάποιο μοτίβο κι ακόμα αναρωτιέμαι πως κατάφερες να μη μοιάζεις με καμία από αυτές. Πώς κατάφερες "κι έγινες το ομορφότερο χάος του κόσμου". Και τι χαζός που ήμουν που δεν το πρόσεξα εξαρχής. Άλλά έτσι είσαι πάντα , δεν κρύβεσαι άλλα ούτε και φαίνεσαι. Περιμένεις από τον άλλον να καταλάβει αυτό που τον ενδιαφέρει κι αν απορρίψει την ιδέα ούτε που δίνεις σημασία. Ήσουν μαζί μου και δεν ήσουν. Ίσως εγώ να ήμουν περισσότερο. Σαν για κάποιο μυστήριο λόγο , ιερό ενδεχομένως, να είχες κλειδώσει τον εαυτό σου και να χες πετάξει το κλειδί κάπου πολύ μακριά . Ή μπορεί έτσι απλώς να διέδιδες και να το κρατούσες για τον εαυτό σου.
    Κι έτσι δε μου έκανε εντύπωση η απόφαση σου να φύγεις όταν οι αγκαλιές μου γίνονταν πιο σφιχτές. Έπιασα τον εαυτό μου να σου μιλάει για όνειρα που δεν έκανα ούτε στα δεκάξι κι εσύ ενθάρρυνες και γελούσες μόνο με τα κομμάτια που δεν περιείχαν κι εσένα μέσα. Κι όταν μιλούσα πιο σοβαρά , έπερνες ένα ύφος σαν να με μάλωνες και μετά έλεγες κάτι αστείο , γιατί πουθενά δεν ένιωθες τόσο άνετα όσο στην πλάκα. Μου 'χες πει μια φορά ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν με μάσκες κι ότι το τρομακτικό δεν είναι η ίδια η μάσκα αλλά το τι κρύβεται από κάτω. Όταν τελειώσαμε έψαξα να βρω μια μάσκα για μένα που να κρύβει την απορία μου και μια εξήγηση για το τι κρύβεται κάτω από τη δική σου γιατί από το δικό μου πουθενά άρχιζες να λες ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν ερωτεύονται πια στα αληθινά , πως δε μπορούν να αγαπήσουν και οι παλιές ταινίες και τα κλασικά βιβλία είναι τα πιο μαρτυρικά γιατί είναι οι αποδείξεις ότι το ωραίο κάποτε υπήρχε και μεγαλουργούσε και τώρα μας έχει καταπιεί η σκια του. 
       Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα όλα όσα έλεγες αλλά θυμάμαι εκείνη τη θλιμμένη λάμψη στα μάτια σου όταν ΄ξεστόμιζες πως ο αληθινός έρωτας κι η αγάπη έχει πεθάνει κι ότι εδώ στη Γη δεν υπάρχει πια τίποτα σα θύμηση του θεικού αλλά μόνο το ευτελές και το χυδαίο. Μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε , κι ενδιάμεσα προσπαθούμε να "κλειδώσουμε" με ανθρώπους μάταια. Η αίσθηση ότι αποτελούμε κομμάτια που ενώνονται μεταξύ τους υπάρχει ακόμα αλλά το παζλ έχει χαθεί. Και οι άντρες; δεν ερωτεύονται πια!  Τους αρέσει μια γυναίκα , την θέλουν την ποθούν , την επιθυμούν για τον εαυτό τους , κι ύστερα από μερικά χρόνια αφού έχουν επιθυμήσει τόσες και έχουν κουραστεί , παντρεύονται μία. Αυτό μου χες πει. Κι έτσι τώρα σου γράφω όλα αυτά για να δεις πίσω από την μάσκα μου , πίσω απο εκείνη τη παγωμένη νεκρή έκφραση εκείνο το βράδυ τη στιγμή που σε παρακαλούσα να το ξανασκεφτείς κι εσύ χαμογελούσες γιατί πίστευες πως δώσαμε ό,τι μπορούσαμε ο ένας στον άλλον αυτό που μπορούσαμε και που ήταν γραφτό και ότι το τέλος μας είναι το σωστό. Εξάλλου μια μέρα θα σε πλήγωνα έτσι κι αλλιώς , έτσι είμαι φτιαγμένος να κάνω , είπες , κι ας είμαι τόσο καλός , έτσι θα γίνει κι ας μην το θέλω . Δεν αξίζει τον κόπο. 
       "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια..." ήταν το παράπονο σου. Έγραψα ό,τι μπορούσα. Ίσως και παραπάνω. Ακόμα φοβάμαι να παραδεχτώ ότι σκέφτηκα όσα έγραψα . Σαν άντρας που είμαι θα έπρεπε να σκέφτομαι πιο απλά. Το λογικό θα ήταν να μην τολμούσα να πικραθώ , να προχωρούσα παρακάτω, να έβρισκα μια άλλη την επομένη κι όχι να κάθομαι να σκοτίζομαι με το πώς και το γιατί. Κι έτσι εσύ θα επιβεβαιωνόσουν Αλλά το ΄παμε, με προειδοποίησες ότι δε θα καταλάβω τι και πώς σκέφτεσαι.Κι αυτή σου η ικανότητα, η κατάρα όπως θες πες το με εγκλώβισε σε μια κατάσταση που με μπερδεύει και όσο γράφω περισσότερο τόσο πιο κουβάρι αισθάνομαι πως γίνομαι. Δεν επιβεβαιώθηκες όμως. Τόλμησα. Τόλμησα. Μήπως για μια φορά είχες άδικο; Μήπως βλέπεις κάπου τον έρωτα τελικά...;" 


Οδός Χτζηπελαιρέν 24, ώρα 9:20 μ.μ.
Ένας λαχανιασμένος άνδρας ανεβαίνει ως το 4Β , παίρνει το γράμμα και φεύγει.

Μισή ώρα αργότερα

Μια γυναίκα ανεβαίνει με το ασανσέρ στο 4Β και βρίσκει ένα ανώνυμο πακέτο έξω από την πόρτα.
Μπαίνοντας σπίτι ανοίγει το πακέτο και βρίσκει ένα cd. To έβαλε να παίξει και πήγε να αλλάξει.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο ακούγονταν οι στίχοι  Maybe I'm too young to keep good love from going wrong but tonight, you're on my mind so you never know...

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Black & White Sinatra



        Ιππεύαμε πολλές ώρες. Το άλογο μου είχε κουραστεί και μπορούσα να ακούσω τη γρήγορη ανάσα του δικού του. Όμως εμείς σαν να ξεχαστήκαμε , μας πήρε πάλι το βράδυ σαν να μη μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να καλπάσουμε, να τρέξουμε ως το πρωί. Να μιλάμε ατελείωτα κι άλλοτε χωρίς να μιλάμε. Κι οι βόλτες πάντοτε τόσο ωραίες! 
          Δεν μου έμαθε ποτέ πώς να ιππεύω . Αν δεν τον είχα δει την πρώτη φορά πάνω στο άλογο του να ζηλέψω, ούτε που θα μου μιλούσε ποτέ για αυτό. Με είχε αφήσει να πέσω μια φορά. Αλλά ποτέ δεν έλεγα όχι όταν παραβγαίναμε. Πάντοτε κέρδιζε εκείνος... κι εγώ, εγώ απλά χαιρόμουν αυτή την απροσδόκητη γεύση ελευθερίας μαζί του. 
"Παραβγαίνουμε μέχρι τον λόφο; Εκεί κάτω από την Ιτιά." είπε κι άρχισε να τρέχει. Ήξερα πόσο όσο κι αν ακουγόταν σαν ερώτηση άλλο τόσο δεν ήταν. Ζορίζοντας τα ζώα , ήμασταν ελεύθεροι πάλι , ζωντανοί κι έτσι όπως μας έβλεπα , αυτός με το μαύρο πουκάμισο και το καπέλο που τόσο αγαπούσε και μένα με το άσπρο μου φόρεμα , γύρισα πίσω σαν ήμασταν παιδιά. Παίζαμε σαν ξεκούρδιστα πάνω στα ξύλινα αλογάκια μας. Εγώ ήμουν πέντε και εκείνος έξι. Ό,τι και να παίζαμε πάντα γελούσε και κέρδιζε εκείνος. Στα μαύρα πάντοτε κι εγώ στα λευκά. Και τι σύμπτωση, φορούσα ίδιο φόρεμα σαν απόψε. Παράξενο.
          Χωρίς να το καταλάβω φτάσαμε απρόσμενα στην ιτιά κι ανεβήκαμε το λόφο. Κατέβηκε από το άλογο , με τρόπο τέτοιο ώστε ήταν σίγουρος πως θα τον μιμηθώ. Έτσι όπως τον ζωγράφιζε στα μάτια μου ο αέρας με ταξίδεψε στις εποχές που ήρθαν μετά , που άλλαξε ο καιρός και μπορούσα να του πω πως είναι δικός μου. Τον πλησίασα και του το πα ξανά, έκπληκτη από το πόσο σαγηνευτικά μπορούσα να προφέρω αυτές τις λέξεις. Χαμογέλασε μόνο με τα χείλη. Είχε ένα βλέμμα ατάραχο , μαγικό. Με πλησίασε και άρχισε να περπατά κυκλικά γύρω μου. Όταν έφτασε πίσω μου, σταμάτησε αθόρυβα. Τόσο κοντά ήταν που η ανάσα του μπορούσε να με αρπάξει.
"Θυμάσαι που παίζαμε μικροί;" Ρώτησε. Γύρισα προς το μέρος του με φόρα να του απαντήσω με το καλύτερο μου φιλί πως φυσικά και θυμάμαι. Bang Bang. ; Έπεσα στο έδαφος. Δεν ξέρω αν ήταν αυτος , η σκανδάλη ή το φεγγάρι αλλά είχα μια λάμψη στα μάτια μου και δε μπορούσα να δω.  Είχε κολλήσει όμως στα αυτιά μου αυτός ο φριχτός ήχος , λες κι έπαιζε επανειλημμένα. Ξανά και ξανά. Ο κρότος. 
         Με βλέπω. Είμαι ακόμα εκεί , τον παρακολουθώ αδιάκριτα καθώς ανεβαίνει στο άλογο του και απομακρύνεται. Δεν βιάζεται , πηγαίνει αργά. Έφυγε χωρίς να πει "Αντίο". Δεν έκανε καν τον κόπο να μου πει ψέματα. Του έφτασε μόνο να με σκοτώσει. Bang Bang Αχ αυτός ο φριχτός ήχος! Όχι στάσου... Τώρα σαν να ακούω κάτι μου μοιάζει με μουσική...ανθρώπους, ακούω ανθρώπους να τραγουδάνε ή και να ψάλλουν δεν είμαι σίγουρη. Και τώρα που κάπως καθάρισε η όραση μου και μπορώ να δω, είμαι ακίνητη κι ανήμπορη να σηκωθώ κι εκείνος έχει πια εξαφανιστεί. Και δεν ξέρω γιατί, δε μπορώ να το εξηγήσω , αλλά να, οι καμπάνες της εκκλησίας που άκουγα εχτές , τώρα θα ορκιζόμουν χίλιες φορές πως κάθε χτύπος φώναζε μέσα μου δυο λέξεις. Bang Bang.
        

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

To γυαλί (ανά)μεσα μας

            Ζούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει, που μεταβάλλεται συνεχώς, που κάνει στροφές , άλλοτε κύκλους , άλλοτε σταματά απότομα , κι άλλοτε ξεκινά απότομα ξανά και μας αφήνει ζαλισμένους στο πάτωμα. Κινητήριες δυνάμεις , το χρήμα , η δύναμη, η αγάπη, αυτή η άμοιρη αγάπη στο νούμερο τρία. Όχι με αυτή τη σειρά κι όχι πάντα με αυτή τη σειρά. 
             Επίσης, ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο γυάλινους σχεδόν τέλεια ηχομονωτικούς τοίχους. Κάθε γυαλί μας ξε-χωρίζει από τον διπλανό , δεξιά κι αριστερά. Κάτι σαν τις παρωπίδες του αλόγου μόνο που σαν ενας εξελιγμένος 21ος αιώνας που σέβεται τον εαυτό του, περιλαμβάνει εκτός από εικόνα, και ήχο! Γυαλί παντού: για κάθε γενιά, κάθε ηλικιακή φάση ξεχωριστά, κάθε φύλο, και κάθε ανθρώπινη οντότητα στην τελική. Αλλά ευτυχώς αυτό το γυαλί, μεταβάλλεται από το συναίσθημα. Γιατί μεγαλώνουμε έχοντας το κουμπί στο on και συνήθως κανείς άλλος εκτός από την ίδια την εμπειρία δεν μας μαθαίνει πώς να  το βάλουμε στο off. 
           Είναι περίεργο αν το σκεφτεί κανείς , περνάμε τις διαβάσεις και κοιτάζουμε κι από τις δυο πλευρές για να δουμε αν πλησιάζει αυτοκίνητο και όμως στο πεζοδρόμιο σχεδόν κανείς δεν κοιτάει το διπλανό του λες και ξαφνικά όλα είναι θολά. Ή άλλοτε το κάνουμε καβούκι και κλεινόμαστε μέσα σε αυτό για να προστατευτούμε από την κακία του κόσμου, ή το κάνουμε γυάλα για να βλέπουμε με ασφάλεια τον κόσμο απ'έξω , να νεύει και να ναι ζωντανός και να 'μαστε κι εμείς ζωντανοί, ή τουλάχιστο να επιβιώσουμε αν όχι να ζήσουμε. Έχει αυτή την ιδιότητα να λειτουργεί ως εμπόδιο , ως τοίχος και ταυτόχρονα να μπορεί με μια του άκρη να κόψει αστραπιαία, για πάντα. Πολλοί προσπάθησαν να το σπάσουν, και οι λίγοι που το έκαναν έμειναν να κλαίνε μπροστά του καθώς αυτό επιδιορθωνόταν μπροστά τους μαγικά. Υστερα πια καταλήγουν σαν πίνακα του Μαγκρίτ, κοιτούν μες το γυαλί και βλέπουν την πλάτη τους.
            Αν άφηνα ελεύθερη τη φαντασία μου να ξαναγράψει ιστορία, όπως έκανα παιδί, είμαι σίγουρη πως θα έβλεπα μπροστά μου τη Μεγαλειότητα της , τη Βασίλισσα του Χιονιού, που τόσο την έτρεμα μικρή,  να σκορπίζει τον καθρέφτη της σε θρύψαλα λίγο πριν χαθεί, να τα φυτεύει μέσα μας , δώρο και κατάρα μαζί. Αυτό θα μπορούσε να εναπομένει μέσα μας μέχρι και τώρα: ένα ή περισσότερα κομμάτια αυτού του μαγεμένου καθρέφτη. Δε λέω, μεγαλοπρεπής , μα έχει μεγάλο τίμημα συνάμα.
            Και αυτό νομίζω είναι η μεγαλύτερη πρόκληση , να βρούμε τη δύναμη να σπάσουμε το διαχωριστικό ανάμεσα σε μας και το διπλανό μας , ανάμεσα σε μας και τον πραγματικό εαυτό μας , να γρονθοκοπήσουμε με το καλύτερο χέρι μας ξανά και ξανά και ξανά ,ακόμη κι αν μας το πάρει ολότελα!Γιατί το σώμα τη δέχεται τη γυάλα, τον τοίχο, το καβούκι, σχεδόν
 αδιαμαρτύρητα.
Αλλά η ψυχή;  Δεν το δέχεται έτσι απλά η ψυχή...

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Σαν ένα μύθο του Αισώπου



            ΄Ηταν κάποτε μια ιστορία, λίγο μετά τη δημιουργία του κόσμου. Γεννήθηκε η Φύση, με τη στεριά , τη θάλασσα, ο ουρανός κι ο Χρόνος. Κι ήρθε η μέρα που η Φύση έπρεπε να ορίσει το ζωικό βασίλειο. Φώναξε ξεχωριστά όλα τα ζώα του δάσους , ύστερα της θάλασσας , κι ύστερα του ουρανού. Τους μίλησε για τη σημασία που έχουν το καθένα ξεχωριστά για τη διατήρηση της ζωής και πως ήταν ανάγκη να έχουν έναν βασιλιά για να τους προστατεύει και να τους διαφεντεύει γιατί αυτή θα κοιμόταν στο κέντρο της γης μέχρι το τέλος του κόσμου.
               Έτσι λοιπόν, για τον ουρανό, όρισε βασιλιά τον αετό και του είπε πως ό,τι ζει και κινείται σε αυτόν , είναι δικό του.  Ο αετός φώναξε ευχαριστημένος και πέταξε μακριά.  Για τη θάλασσα, ήθελε στην αρχή να βάλει τον καρχαρία , μόλις είδε όμως ότι τα άγρια ένστικτα του εύκολα τον παρασύρουν , αποφάσισε να τον αλλάξει με το ευγενικό και καλοκάγαθο δελφίνι. 
             Με το βασίλειο της στεριάς, η Φύση προβληματίστηκε περισσότερο από όλα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει ανάμεσα στην τίγρη, το λιοντάρι και τον γορίλα. Αρχικά, απέρριψε τον τελευταίο γιατί παρότι ήταν πολύ δυνατός , εύκολα μπορούσε να τον ξεγελάσει κανείς. Έπειτα δεν κατάφερνε να διαλέξει το λιοντάρι ή την τίγρη αφού για το πρώτο φοβόταν την αυταρέσκεια και την υπερηφάνεια του ενώ για την τίγρη την ανησυχούσε η επιθετική της τάση και η αγάπη για εξουσία. Τα ζύγισε καλά και αποφάσισε να κάνει το λιοντάρι βασιλιά , γιατί πίστευε ότι θα βασίλευε με δικαιοσύνη και πραότητα. Η τίγρης δυσαρεστήθηκε τρομερά με την απόφαση της Φύσης και τη θεώρησε άδικη , μα δεν είπε τίποτα και έφυγε. Τοτε το λιοντάρι , άρχισε να καυχιέται για τη δύναμη και τις ικανότητες του , τόσο πολύ η Φύση αναγκάστηκε να τον προειδοποιήσει πως πρέπει να σεβαστεί τις αποφάσεις της και να ακολουθήσει τους νόμους της , γιατί αν διαταρράξει την ισορροπία της και ξυπνήσει από τα έγκατα της γης θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες. 
          Το λιοντάρι συμφώνησε με τα λόγια της χωρίς να τα βάλει στην καρδιά του. Οι μήνες κυλούσαν ήρεμα στα τρία βασίλεια. Τα ζωντανά του ουρανού ένιωθαν δέος για τον γέρακα , τα θαλάσσια ζώα ένιωθαν σεβασμό και ευγνομωσύνη για το δελφίνι , και στη στεριά τα όντα του βασιλείου του λιονταριού έτρεμαν με έναν του βρυχηθμό. Όμως στο λιοντάρι , άρεσε πάρα πολύ να επιδεικνύει τη δύναμη του και δεν δίσταζε να εκμεταλλεύεται τους υπηκόους του για να ικανοποιήσει την αχόρταγη υπερηφάνεια του  . Η τίγρης που έβλεπε σε όλα αυτά την αδικία της Φύσης , πήρε το θάρρος να πάει να τη βρει και να την ξυπνήσει από τον ύπνο της. Η Φύση ανέβηκε στη γη και είδε πράγματι οτι τα λόγια της τίγρης επαληθεύτηκαν. Ωστόσο , ακόμα και την τελευταία στιγμή αποφάσισε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. 
            Μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο κατακόκκινο ελάφι με τα κέρατα του να γυαλίζουν σαν να ήταν φορτωμένα διαμάντια . Πήγε κοντά σε μια λίμνη με νερό , που ήταν και το λιοντάρι και έκανε τάχα μου πως διψούσε. Μόλις το λιοντάρι αντίκρυσε το ελάφι , ξεγελασμένο από τη χάρη και την ομορφιά του, το λιγουρεύτηκε και όχι μόνο δεν του έδωσε νερό , μα το κυνήγησε σε όλο του το βασίλειο. Έτσι λοιπόν η Φύση , για να τον δοκιμάσει, βγήκε από εκεί και έτρεξε ως τη θάλασσα. Το λιοντάρι για μια στιγμή σκέφτηκε την προειδοποίηση της, πως δεν έπρεπε να βγει απο το βασίλειο του ούτε να ταράξει με οποιονδήποτε τρόπο την ισορροπία της, τυφλωμένο όμως από τη λαχτάρα του να αρπάξει το ελάφι , παρασύρθηκε και το κυνήγησε κατα μήκος της ακτής. 
       Φτάνοντας σε έναν μικρό κολπίσκο περιτριγυρισμένο από βράχια, το ελάφι φαινόταν παγιδευμένο. Μόλις το λιοντάρι πλησίασε ευχαριστημένο, εκείνο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας απο μπροστά του κι ένα τεράστιο κύμα σκέπασε το λιοντάρι. Σε λίγες στιγμές , βρέθηκε να παλεύει με τα κύματα , να βρυχάται μα δεν ήξερε πώς να κολυμπά και η θάλασσα δεν υποκλινόταν στον βρυχηθμό του. Ηταν έτοιμο να παραδοθεί όταν μπροστά του εμφανίστηκε με την πραγματική της μορφή η Φύση. 
"Όσο και να βρυχάσαι, άλλος είναι εδώ ο βασιλιάς. Δεν είναι η θάλασσα υπήκοος σου." του είπε.      
           Τότε το λιοντάρι , άρχισε να απολογείται λέγοντας πως κατάλαβε την ανοησία του και δεν πρόκειται να ξαναφερθεί τόσο απερίσκεπτα. Παρακαλούσε τη Φύση να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνη τότε του είπε πως το δελφίνι ήταν υπεύθυνο να το αποφασίσει. Φώναξε λοιπόν το δελφίνι και εκείνο αποφάσισε να του τη χαρίσει. Εντυπωσιασμένο το λιοντάρι μπροστά στην ευγένεια του, το ευχαρίστησε και γύρισε πίσω στο βασίλειο του έχοντας καταπιεί την υπερηφάνεια του.

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Deja vu


         Έχω καιρό να γράψω, το ξέρω. Είναι γενικό φαινόμενο η αλήθεια είναι , καθώς φαίνεται μαζί με μένα , αποφάσισε η έμπνευση μου να πάει διακοπές. Ίσως πάλι επειδή είπα να καταπιαστώ με άλλες δημιουργικές και καλλιτεχνικές τάσεις που είχα αυτόν τον καιρό , και πόσα να χωρέσει ο άνθρωπος στην τελική μέσα σε μια νύχτα; (γιατί τις ημέρες εγώ κοιμάμαι.) Και πάνω που έλεγα ότι μέχρι τον Σεπτέμβρη δεν θα γυρίσει η λογοτεχνική μου σκέψη , να'σου που άρχισα να ζω το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά και ξανά και με έβαλε σε σκέψεις που ήθελα να μοιραστώ.
     Όχι , δεν έχει αυτοσχεδιασμό σήμερα. Παρεπιπτόντως, ετοιμάζεται νέο λογοτεχνικό μου ξέσπασμα οπότε όσοι πιστοί μείνετε συντονισμένοι. Δε μπορεί , μια βδομάδα στην Τουρκία , θα συνέλθομεν .
          Deja vu λοιπόν ή αλλιώς , για να τιμήσουμε την ωραιοτάτη ελληνικήν ορολογία, “προμνησία”. Ο όρος αυτός περιγράφει την αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μία κατάσταση. Στη γαλλική γλώσσα σημαίνει "ήδη ιδωμένο". Η εμπειρία της προμνησίας συνοδεύεται συνήθως από μία αίσθηση "παράξενου", και αποδίδεται από το υποκείμενο της εμπειρίας σε όνειρό του, παρόλο το ότι υπάρχει η αίσθηση ότι η εμπειρία έχει πραγματικά υπάρξει στο παρελθόν. Φυσικά δεν έχω εμβαθύνει τόσο επιστημονικά ώστε να μπορώ να προσθέσω οτιδήποτε πάνω στο θέμα , αλλά θα το χρησιμοποιήσω ως μια αφορμή , όπως κάνω πάντα, για να σχολιάσουμε μαζί ένα ερώτημα που βασανίζει ολόκληρη γενιά. Μα τι συμβαίνει επιτέλους με τα δυο φύλα και τις σχέσεις.
        Έτσι λοιπόν. Ωραιότατο ντεζα βου όταν για ακόμη μια φορά βρέθηκα με έναν ωραιότατο καφέ starbucks στο ένα χέρι και στο άλλο να κρατώ το χέρι μιας απαρηγόρητης φίλης , η οποία κλασικά όπως και οι προηγούμενες πέντε-έξι που είδα κατιδίαν αυτό το καλοκαίρι, μου διηγούνταν διαφορετικές ιστορίες αλλά τόσο ίδιες λες και είχαν συναντήσει όλες τον ίδιο άντρα!
          Και αφού λοιπόν έχω ακούσει πόσο αναποφάσιστο είναι το άλλο φύλο, πώς γίνεται τη μια μέρα να ξέρεις τι θες ή την άλλη όχι , τον έναν μήνα να φλερτάρεις και τον επόμενο να εξαφανίζεσαι, τη Δευτέρα να είσαι στρέιτ και την Παρασκευή να είσαι ερωτευμένος με τον κολλητό σου στο γυμναστήριο , πώς γίνεται να φλερτάρεις απο δω κι απο κει να θεωρείται αυτονόητο ότι δν θες κάτι σοβαρό απλά και μόνο επειδή το γράφει το μέτωπό σου και εν τελει πώς σε κανουν να έχεις ένα σωρό προσδοκίες απο μια κατάσταση που τροφοδοτούν ή παρατάνε μόλις βαρεθούν, αφού λοιπόν τα ακούω όλα αυτά έχοντας πια μάθει απέξω σκηνικά κι ατάκες, μου έρχονται δύο πράγματα στο μυαλό.      Πρώτον: πόσο γαλήνια είμαι αυτή την περίοδο που δε μου ζαλίζει κανείς τον έρωτα και δεύτερον: πώς γίναμε έτσι τα δυο φύλα; Η αλήθεια το δεύτερο ερώτημα , και απο πλευράς ζέστης να το πάρεις , με απασχόλησε ολίγον τι περισσότερο, ειδικά μετά από έξι κρούσματα μαζεμένα. Κάτι τέτοια όμως δε στα μαθαίνουν ούτε στις πρώτες βοήθειες ούτε στα προσκοπάκια!
       Κι όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν τόσο πιο πολύ άρχισα να καταλαβαίνω τη λογική του όλου πράγματος. (Ναι κορίτσια , υπάρχει εξήγηση .) Πάρτε για παράδειγμα ένα μικρό αγοράκι κι ένα μικρό κοριτσάκι. Το κοριτσάκι παίζει από μικρό με κούκλες , μωράκια , ζουζουνάκια όλους αυτούς τους εξωμειωτές σοβαρότητος και νοικοκυροσύνης τέλος πάντων , με δύο γονείς να της λένε ότι σαν γυναίκα δεν είναι ωραίο να κάνει επιπόλαιες σχέσεις , αλλά να είναι συνετή , να γνωρίσει κάποιο καλό παιδί , να κάνει έναν ωραίο γάμο και λοιπα και λοιπά (Θεε μου , πόσο τούλι;;)
Και από την άλλη ο λεβέντης μας ! Και όμως , παρότι η ανατροφή των κοριτσιων δεν έχει υποστεί τόσες αλλαγές αλλά κρατιέται (ειδικά στην Ελλάδα) σε ένα κλασικό μοτίβο, αντίθετα η ανατροφή των ανδρών έχει κάνει στροφή 180 μοιρών. Το αγόρι του παραδείγματος μας λοιπόν, θα μάθει από τον πατέρα του την ευκολία των ευφήμερων σχέσεων , τις πολλές εμπειρίες που είναι καλό να έχει ο άντρας , και το πόσο βολικό είναι να μην ερωτεύεσαι μια γυναίκα αλλά μονο να την ποθείς. Και φυσικά , έχει απο άνω του και μια μάνα η οποία θα του πει να προσέχει να μην τον τυλίξει καμία, να μην παντρευτεί νωρίς και να ζήσει ελεύθερο ξένοιαστο πουλί τη ζωή του.
         Ε λοιπόν , εσείς οι μανάδες εκεί έξω που κοιτάτε τις κόρες σας και λέτε , μα πώς γίνεται τόσο όμορφες έξυπνες και χαρισματικές κοπέλες και να είναι ελέυθερες , κοιτάτε πώς έχετε μεγαλώσει το γιο σας. Είναι δυο πρότυπα αταίριαστα που θέλετε να ταιριάξουν. Πώς είναι δυνατόν , λοιπόν, οι νεαρές κοπέλες σήμερα 18-25 , να σας κανουν το χατιρι και να σας πουν “ναι” στην πολυαναμενομενη ερωτηση “βρηκες κανα καλο παιδι” εάν οι αντίστοιχοι άνδρες έχουν στο μυαλό τους ότι πρέπει να χαρούν τη ζωή τους χωρίς να δεσμευθούν , χωρίς να ερωτευτούν και εν πάσει περιπτωσει να περάσουν καλά; Γιατί είναι τόσο φυσιολογικό οι άντρες να μην ξέρουν τι θέλουν , κι όταν συμβαίνει στις γυναίκες έρχεται η καταστροφή; 
       Και επειδή ξέρω τι ενστάσεις θα ακολουθήσουν, ναι φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Δεν χωράμε άλλωστε οι άνθρωποι στο ίδιο συρτάρι το έχω ξαναπεί. Εδώ μιλάμε θεωρητικά και το τι συμβαίνει σε γενικές γραμμές. Και μη μου πείτε ότι δεν βρίσκεται μια λογική σε αυτό το σκεπτικό γιατί το συναντάω παντού , ακόμα κ στην ίδια μου την οικογένεια. Το πείραμα έχει επιβεβαιωθεί πολλές φορές . Και ίσως επειδή είμαι αρκετά νηφάλια αυτή την περίοδο , να μου ήρθε να αυτή η επιφύτηση !


Υ.Γ. Αγαπημένοι μου αναγνώστες, ευχηθείτε μου καλή τύχη γιατί με δική σας παρότρυνση πήρα μέρος σε δυο λογοτεχνικούς διαγωνισμούς !
Α! και ευχηθείτε μου ο ανατολίτικος αέρας να μου δώσει πίσω την λογοτεχνική μου πένα
-Ευχαριστώ!

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Το πείραμα του Μιλγκραμ

 Περιπλανώμενη στον μαγικό και χαώδες κόσμο του ίντερνετ, ανάμεσα σε χιλιάδες άρθρα ψυχοκοινωνικά που πέρασαν απο τα μάτια μου , έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου ένα ωραίο άρθρο το οποίο περιγράφει ένα ψυχολογικό πείραμα , το οποίο αποφάσισα να μοιραστώ γιατί εκτός του ότι πάντα κάτι τέτοια μου κάνουν εντύπωση, το συγκεκριμένο μου θύμισε αρκετά την ταινία το Πείραμα (Das expirement) . Όσοι δεν το έχετε δει , επιβάλλεται (το γερμανικό όχι το αμερικάνικο ριμεικ παρακαλώ). Το άρθρο λοιπόν έχει ως εξής:


Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.
Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.
Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.
Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.
Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.
Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.
Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.

Δυστυχώς έκαναν λάθος.
Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!
Που έγκειται η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».  Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».  Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»
Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.
Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.  Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.
Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.  Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.
(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα 


Τα συμπεράσματα δικά σας. 

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Το Πείραμα

    Ήτανε σούρουπο στη χώρα των συναισθημάτων.  Η Θλίψη και η αδερφή της η Μελαγχολία είχαν βαρεθεί και προσπαθούσαν να πείσουν τα υπόλοιπα συναισθήματα να παίξουν ένα παιχνίδι.  Η Λύπη δεν είχε καμία όρεξη να παίξει και αποσύρθηκε γρήγορα , ο Εγωισμός αρνήθηκε γιατί τον έπεισε ο  Θυμός ότι δεν άξιζε τον κόπο αφού δεν είχε αυτός την ιδέα πρώτος . Η Θλίψη και η Μελαγχολία απογοητεύτηκαν από τους φίλους τους και άρχιζαν να τους σχολιάζουν αρνητικά μεταξύ τους. 
   Περνώντας δίπλα τους τυχαία η μεγαλύτερη από όλους, Αγάπη , κρυφάκουσε τις κακόβουλες σκέψεις τους και τις πλησίασε. "Γιατί δεν προτείνετε στη Χαρά να παίξει μαζί σας;"  Οι δυο αδερφές κοιτάχτηκαν και σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα : Δεν μπορούν να συνυπάρξουν ολες μαζί και δεν τα βρίσκουν ποτέ. Από την άλλη , σκέφτηκαν , τι είχαν να χάσουν; εξάλλου έψαχναν κάτι να σκοτώσουν την ώρα τους. 
      Η Χαρά μόλις άκουσε την πρόταση δέχτηκε αμέσως όμως είπε , για να είναι δίκαιο το παιχνίδι , θα φωνάζε και την αδερφή της την Αισιοδοξία. Οι άλλες δύο συμφώνησαν. Δεν πέρασε ώρα πολύ και παράτησαν το παιχνίδι αφου άρχισαν και οι τέσσερις να μαλώνουν. 
   "Το ξέρω ότι δεν είμαι καλύτερη απο σας " έλεγε η Μελαγχολία "αλλά τι να κάνουμε κερδίζω!" και η Αισιοδοξία της έλεγε " Πώς γίνεται κανείς να μη σ'αγαπά κι όμως όλοι να σε προτιμούν τόσο πολύ από μένα ; Την ίδια ώρα που με καλούν την ίδια με φοβούνται" . Η Χαρά έλεγε πως όλα αυτά ήταν ανοησίες και πως κανένα αρνητικό συναίσθημα δε μπορεί σε βάθος χρόνου να υπερτερήσει. 
"Έτσι νομίζεις; είπε η Θλίψη." "Ναι , αμέ φυσικά και το πιστεύω!" 
" Τότε γιατί δεν το εξακριβώνουμε;" "Φυσικά" της είπε η Χαρά "αλλά πώς;"  
 Η Θλίψη εξήγησε στα τέσσερα συναισθήματα την ιδέα της. Θα κατέβαιναν απόψε  στη γη και θα έπαιρναν έναν άνθρωπο , τον οποίο άφησε το ελεύθερο στη Χαρά να το επιλέξει . Εξηγώντας τις επόμενες λεπτομέρειες του πειράματος , η Χαρά ενθουσιάστηκε με την ιδέα , η Μελαγχολία κρατούσε μια επιφύλαξη γιατί πίστευε πως δεν θα πετύχει , ενώ η Αισιοδοξία ήταν σίγουρη πως όλα θα πήγαιναν καλά και θα αποδείκνυαν πολύ σύντομα πόσο λάθος έκανε η Θλίψη. Η τελευταία , πήγε και βρήκε τον πατέρα της , το Φόβο και του πρότεινε να έρθει μαζί της . Εκείνος δε δέχτηκε να πάρει μέρος στο πείραμα γιατί φοβόταν τι μπορούσε να συμβεί , ειδικά αν το μάθαινε η γυναίκα του η Οργή. Ωστόσο πήγε από φόβο για τη Θλίψη.
    Όταν βράδιασε εντελώς στη χώρα των συναισθημάτων ,  η Χαρά και οι άλλες πέταξαν στη Γη . Έμεινε ώρα πολύ στον ουρανό και δεν μπορούσε να διαλέξει κανέναν. Άντε, της είπαν οι άλλες , πάρε κάποιον στην τύχη. Έτσι λοιπόν , διάλεξε μια νεαρή κοπελίτσα που περνούσε απο κάτω. 
 Ωραία, ψιθύρισε η Μελαχγολία και τώρα; 
  Πήραν την μικρή κοπέλα και τη μετέφεραν για λίγο σε ένα παράξενο μέρος , που έμοιαζε λες και την  είχαν κάνει ταξίδι στο χρόνο. Βρίσκονταν τώρα σε μια μεγάλη έρημη κοιλάδα με πολύ άμμο , πολύ πέτρα κι ένα μεγάλο βαθύ πηγάδι στη μέση . Ένα πέτρινο μονοπάτι οδηγούσε συχνά περαστικούς από τη μια άκρη της κοιλάδας στην άλλη. Τοποθέτησαν το κορίτσι μέσα στο πέτρινο πηγάδι και έβαλαν δίπλα σε αυτό μια σκάλα αρκετά μεγάλη ώστε όταν τοποθετηθεί να δίνει διέξοδο, και περίμεναν κοιτώντας από ψηλά. 
   "Δεν καταλαβαίνω" είπε ο Φόβος. "Τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί." 
   "Είναι απλό , είπε η Αισιοδοξία. Το πηγάδι συμβολίζει τη θλίψη και τη στενοχώρια και η κοπέλα μέσα σε αυτό μόνο αυτά μπορεί να νιώσει. Οι απλοί άνθρωποι που παιρνούν κάθε τόσο απο εκείνο το σημείο συμβολίζουν τα θετικά και ουδέτερα συναισθήματα , όπως εμένα και την αδελφή μου. Περιμένουμε να καταλάβουμε τι έλκει περισσότερο απο τα δύο , για αυτό και η σκάλα." 
   "Δηλαδή;" ξαναρώτησε ο Φόβος. Θα δεις, του απάντησαν . 
   Πράγματι. Η κοπέλα μέσα στο πηγάδι κάθε τόσο φώναζε  , ή έκλαιγε , ή απλώς καθόταν εκεί αμίλητη και καταβεβλημένη . Όποιος άνθρωπος περνούσε δίπλα της , του έκανε σήμα να την προσέξει όπως μπορούσε! Κι όταν εκείνος το έκανε του έλεγε να τη βοηθήσει . 
   "Πώς να βοηθήσω" ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν . Εκείνη τους έδειχνε τη σκάλα δίπλα από το πηγάδι. Εκείνοι , την τοποθετούσαν μέσα και περίμεναν την κοπέλα να ανέβει . Όμως εκείνη δεν έκανε τίποτε, καμιά κίνηση , σαν να μην καταλάβαινε. Λοιπόν;  
"Δεν μπορώ να ανέβω ! τους έλεγε. Με τίποτα δεν μπορώ να ανέβω! Κατέβα σε παρακαλώ εσύ δεν μπορώ εδώ κάτω μόνη μου!" Ο πρώτος , κοντοστάθηκε λίγο το σκέφτηκε , την κοίταξε στα μάτια και της είπε "εντάξει αλλά μόνο για λίγο." Και πάντα έμενε πιο πολύ. Κάθε φορά που επαναλαμβανόταν αυτή η σκηνή με τα ίδια λόγια , κάπως η κοπέλα τους έπειθε , κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα , να κατεβαίνουν κάτω στο πηγάδι μαζί της . Και κάθε φορά που κάποιος κατέβαινε , εκείνη χαιρόταν για λίγο κι ύστερα εξαφανιζόταν στον δικό της κόσμο, και περίμενε την κάθοδο του επόμενου για να ξαναχαμογελάσει στιγμιαία. 
    Κάποια στιγμή , μαζεύτηκαν πολλοί. Κι όμως , ενώ βρίσκονταν στο ίδιο μέρος δεν αναγνωρίζονταν μεταξύ τους και ως δια μαγείας έβλεπαν τη σκάλα με την ανοδική της πορεία και έτρεμαν ολόκληροι. Όταν περνούσε κάποιος επόμενος φώναζαν όλοι με μια φωνή σαν μία , βοήθεια , κι ύστερα έπειθαν τον εκάστοτε περαστικό να τους συναντήσει στον πάτο. 
        Η Χαρά και η Αισιοδοξία δεν ήξεραν τι να πουν. 'Εχασαν αλλά έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να το σταματήσουν . Η σκηνή επαναλαμβανόταν και συνεχιζόταν και επεκτεινόταν αδιάκοπα. Ακόμα και η άλλες δύο παρότι ικανοποιημένες που επιβεβαιώθηκαν , άρχισαν να ανησυχούν για την τροπή του πράγματος. Τότε ο Φόβος τους είπε " Είχα δίκιο , είχα δίκιο , το φοβόμουν ότι είχα δίκιο! Ξέρετε τι να κάνετε , γρήγορα...."  
       Τα συναισθήματα επέστρεψαν πίσω στον τόπο τους και γύρευαν παντού την Αγάπη. Έψαχναν απο δώ , έψαχναν απο κεί , φώναζαν , ρωτούσαν , τίποτε.  Ξαφνικά , τη βρίσκουν μπροστά τους σχεδόν λιπόθυμη , χλωμή . "Έτσι χάλια που τα κάνατε , ούτε κι εγώ μονάχη μου δε μπορώ να το συμμαζέψω. " Είχε τυφλωθεί " Εσύ ξέρεις γιατί ε;"  είπε στην Θλίψη. Και μεμιάς ένιωθε να μεταμορφώνεται σε Ενοχή.  Και η Αγάπη με κόπο είπε : "Με ξεχάσατε. Δεν υπολογίσατε ότι είμαι και γω μέσα σε εκείνο το πηγάδι . Πολλαπλασιάζομαι χρόνο με το χρόνο και ταυτόχρονα εξασθενώ γιατί είναι στενόχωρα και πνίγομαι στον ίδιο χώρο με τη λύπη , τη μοναξιά ..."

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Μικρά εγκλήματα στο δρόμο


Ξημέρωσε πάλι. Ξημερώνει νωρίς τα καλοκαίρια , διαπίστωσε σαν να 'ταν η πρώτη φορά . Μόλις ο ουρανός άρχισε να αραιώνει το μπλε χρώμα του πήρε το καπέλο , άρπαξε τα κλειδιά της και βγήκε έξω. Το σπίτι δεν τη χωρούσε πια. Ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει τα συναισθήματα της σήμερα. 
   Περπάτησε ώρα πολλή , τόσο που έγδερνε τις πατούσες και τις φτέρνες της σε κάθε βήμα που περνούσε , αλλά αγνοούσε τον πόνο μέχρι να σταθεί να πάρει μιαν ανάσα. Κι αυτή ζεστή. Ο ήλιος της έκαιγε το πρόσωπο , τόσο που μετάνιωσε που δεν έπιασε τα μαλλιά της προτού να φύγει . Δεν πειράζει. "Δεν πειράζει". Ήταν η μόνη φράση που θυμόταν να έχει πει στον εαυτό της μέρες τώρα. Καθόταν σιωπηλή , άλλοτε δίπλα στο παράθυρο , άλλοτε στη βεράντα τη νύχτα.
Άλλοτε απλώς περπατούσε πάνω κάτω σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Κι αφού εξερευνούσε τους άδειους χώρους , κι έβλεπε πως κανείς δεν ήταν εκεί, το βλεπε πιο έρημο,σαν να μην υπήρχαν πια τα έπιπλα , μόνο το υγρό και παγωμένο πάτωμα , κι όλα τα υπόλοιπα να είχαν εξαφανιστεί.
     Γύρω της δεν έβλεπε τίποτε . Τα μάτια της ήταν απλώς λειτουργικά , ίσα για να μην πέφτει , άν και αυτό δεν το κατάφερναν πάντα. Και στα αυτιά της άκουγε ξεκάθαρα μια παύση κι ένα βουητό συνάμα , σημάδι πως το πνεύμα της περιπλανιόταν σε άλλους κόσμους τώρα.  Το σώμα της ωστόσο , την οδηγούσε παραπέρα.
Κανένας ήλιος δεν τη χωρούσε , πάσχιζε αυτόματα να βρει μια σκιά να ξαποστάσει. 
      Το σώμα της ήταν πια προφυλαγμένο κάτω από τη στάση. Κανείς δεν φαινόταν να την προσέχει . Τι ήταν εξάλλου, μια μελαγχολική παρουσία ανάμεσα στις άλλες. Γι'αυτό και δεν την απασχολούσε αν τραβούσε την προσοχή. Σήμερα μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η χαρά από τη θλίψη. Ήταν μόνη της , καθιστή , σαν το μοναδικό στοιχείο ακινησίαςσε ένα κινούμενο κοινό που πηγαινοερχόταν γύρω της. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξέθαψε ένα ξεχασμένο εισιτήριο. Χαμένη στη σκέψη της , μια κοπέλα που έδειχνε να περιμένει το λεωφορείο. Τι περίμενε όμως;  ;Eνιωθε σαν τον πίνακα του Ρενουάρ, το πάρτυ στο πλοίο , σαν εκείνη την κοπέλα που έπινε από το ποτήρι δίπλα στην κοπέλα της κουπαστής που τους χάζευε όλους χαμογελαστή. Ήταν εκεί , κι όμως δεν ήταν εκεί.
     Πιάστηκε από εκείνο το "δεν πειράζει"προηγουμένως . Της φαινόταν περίεργο που το άκουγε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Την ενοχλούσε.
Μεταμορφωνόταν και μεγάλωνε από κάτι απλό , σε μια ηχηρή απάντηση για ερωτήματα που ήθελε να πάψουν να την ταλανίζουν . "Και τι έγινε , ερωτεύτηκα τον λάθος άνθρωπο." Πονούσε. Οι σκέψεις ήταν τόσο δυνατές που αν προσπαθούσε να μιλήσει πιθανοτατα δεν θα άκουγε τις λέξεις. Και ακόμη, γιατί αυτές οι σκέψεις της έλεγαν πως μετά από μια μεγάλη απώλεια , μετά απο εξαντλητικό ξόδεμα συναισθημάτων , δεν πειράζει να μένεις για λίγο κενή, κάπως άδεια , γιατί αυτό σημαίνει πώς ένιωθες τόσα πολλά να διεκδικούν έναν χώρο ισομερές στο βάθος που 
επειδή δν ήθελες να αδικήσεις κανένα αποφάσισες να εκκενώσεις το χώρο για λίγο. 
    Ένας νεαρός άνδρας πλησίασε και κάθισε δίπλα της.Άκουγε μουσική απορροφημένα. Όμορφος ήταν , κι αυτός. Άραγε για κείνον πιο να ναι το πιο προβληματικό συναίσθημα στον κόσμο; Έχει νιώσει παρόμοια ποτέ; Μικρά εγκλήματα στο δρόμο.
    Γιατί; Άραγε από πόσους έχει πληγωθεί και πόσους έχει πληγώσει . Έψαχνε κάποιον απεγνωσμένα να της εξηγήσει αυτή την εξίσωση , πώς επέρχεται ισορροπία πληγώνοντας και με
το να πληγώνουμε και την υπευθυνότητα να νιώθεις υπέυθυνος για αυτό. Όταν ήρθε το λεωφορείο ο νεαρός έσπευσε να μπεί πρώτος. Βιαστικός, κι αυτός. Μα εκείνη δεν βιαζόταν.
Σηκώθηκε όρθια και πλησίασε την πόρτα. Είδε τον νεαρό να χτυπά το εισιτήριο και να κάθεται στις πρώτες θέσεις στο παράθυρο προς τη μεριά της, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα με το εισιτήριο στο χέρι, καθυστερώντας τον οδηγό ο οποίος φαινόταν να εκνευρίζεται. Θα ανεβειτε, έλεγε το βλέμμα του. Όσο καθυστερούσε , τόσο οι ελάχιστοι επιβάτες την κοιτούσαν με περιέργεια . "Λοιπόν;"  -Λοιπόν , ερωτεύτηκα το λάθος άνθρωπο.
    Ύστερα εκείνη , χτύπησε το εισιτήριο της και πίσω της έκλειναν οι πόρτες. Ανάμεσα στις θέσεις διάλεξε να καθίσει δίπλα στο νεαρό από τη στάση. Εκείνος την κοίταξε μια φορά , κι ύστερα γύρισε στη μουσική του χωρίς να δώσει άλλη σημασία. Για μια στιγμή ένιωσε σαν τη νεαρή της κουπαστής , κι ύστερα πάλι , σήκωσε το πορσελάνινο ποτήρι.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Η διπλή ταυτότητα του λύκου

          
       "Mεγάλωσα. Ένιωσα τεράστιος μπροστά στους  άλλους , πολλές φορές τους διπλανούς μου για όλα όσα είχα καταφέρει. Περηφανεύτηκα για αυτό που είχα γίνει , και ταυτόχρονα το μίσησα. Ένιωσα μικρός , πολύ μικρός, μικροσκοπικός μπροστά στον κόσμο, ή μάλλον μπροστά στο χάος του κόσμου  . Ένιωσα ενοχές για το πόσο διαφορετικός είμαι από τους άλλους στον τρόπο που μεγάλωσα , που μιλάω , που σκέφτομαι , που δεν  θέλω να αλλάξω τον τρόπο που μεγαλώνω και κάθε λεπτό της ζωής μου γερνάω. Ένιωσα ντροπή για ανθρώπους και φίλους που υπήρξαν κοντά μου και η ζωή αναγκάστηκε να μας χωρίσει γιατί ο χρόνος τους έκανε να με κοιτούν διαφορετικά. Έχω σκύψει το κεφάλι μπροστά σε δάχτυλα που έδειχναν και άλλα τα έχω σπάσει με το γάντι.  Έχω πάει βόλτα μοναχός μου σε μέρη που δε μου θυμίζουν τίποτα , για να μη θυμάμαι και έχω προσευχηθεί όλα γύρω να άλλαζαν ή να άλλαζα εγώ.  Έχω ευχηθεί κρυφά να μενα πάντα ένα μικρό παιδί , ο ζωηρός γιος του πατέρα μου , χωρίς να χρειαστεί ποτέ ο κόσμος να μου βάλει ταμπέλα για τη δουλειά μου , την οικογένεια μου, το εισόδημα μου, τις φιλοδοξίες , τις πεποιθήσεις , τα όνειρα μου. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ενοχλήσει με αυτά ένα παιδί. Για μένα φίλος ηταν το διαφορετικό παιδί που έβλεπα κάθε μέρα στο πάρκο και παίζαμε πρώτα κανένα δύωρο πριν ρωτήσουμε το όνομα του.
       Μεγάλωσα. Διάβασα για πολέμους στην ιστορία αλλά κανένα βιβλίο δε μου τα πε τόσο καλά όσο ο παππούς μου τις Κυριακές μετά το φαί που καθόμουν στα πόδια του δίπλα στο τζάκι. Δεν έχω ζήσει ακόμα όλα αυτά που διηγήθηκε ο παππούς μου , μα ζω άλλους πολέμους πιο μοντέρνους της γενιάς μου. Το πιο δύσκολο είναι να ξέρεις να διαλέγεις τις μάχες σου,  αυτό το μαθαίνω ακόμα. Και τ'αλλο, να ξέρεις να φέρνεις την ισορροπία μέσα σου όταν γύρω σου τα μισά είναι σε μεγέθυνση και τα άλλα μισά σε σμίκρυνση κι εσύ πρέπει να ξέρεις να προσαρμόζεσαι κάθε φορά. Έμαθα να δείχνω κουρδισμένος μπροστά στα θύματα του σύγχρονου ματριξ , και αυτούς που δε διάβασαν ποτέ το "1983"  και πίσω τους να γελάω με τα κλειδάκια πίσω από τις πλάτες τους. Έμαθα να μη σπαταλάω την ενέργεια της φωνής μου σε καρδιές χωρίς ηχώ και να τη φυλάω για ανθρώπους που κουβαλάνε μικρόφωνα μαζί τους στο δρόμο.  Δεν ξέρω πολλά ακόμα , ούτε οι γονείς μου ξέρουν . Δεν το 'χα καταλάβει στην αρχή αλλά καθώς περνούσε ο καιρός οι φράσεις "να περπατάς τυφλός είναι ευκολότερο" και "ουδείς αναντικατάστατος" και έμοιαζαν περισσότερο λογικές. Κατα βάθος σε κάθε τι πιο σημαντικό είμαστε βαθύτατα μόνοι. Πήρα πολλή αγάπη. Πήρα όση πρόλαβα.  Δεν υπάρχει πολλή απο αυτήν έξω , κρύβεται από την ασχήμια του κόσμου κι εμφανίζεται σποραδικά λίγο λίγο σε μικρές δόσεις και την παίρνει όποιος τη δει πρώτος.
       Μεγάλωσα. Και είμαι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους που δεν κατάφεραν να ξεχάσουν ό,τι έπρεπε να ξεχάσουν για να ζήσουν ψευτοευτυχισμένοι, απο αυτούς που πίστευαν ότι και οι διπλανοί έχουν τις ίδιες αρχές και την ίδια ελευθερία σκέψης και πνεύματος , την ίδια διάθεση για ζωή. Δεν είχαμε τους ίδιους γονείς , αλλά κανείς δεν το σκέφτηκε τότε πως είναι σπάνιοι κι αυτοί. 
       Μεγάλωσα και το μόνο που μου έμεινε ανόθευτό κι αυθεντικό είναι μια παραβολική ιστορία που μου 'πε μια απο αυτές τις Κυριακές ο παππούς μου . Με είχα καθίσει στα γόνατα του μπροστά στο τζάκι για να μπορώ να βλέπω τις σκιές που έκανε η φλόγα και τα 7 χρονών ματάκια μου να κάνουν παιχνίδι με τη φαντασία μου. << Παιδί μου -είπε- σε καθενός την ψυχή , μέσα εκεί , γίνεται πάντα μια μάχη μεταξύ δυο λύκων. Ο ένας είναι άγριος σκοτεινός με μαύρο σκληρό τρίχωμα και κόκκινα γυαλιστερά μάτια, είναι κακός , είναι ο θυμός , η ζήλεια, ο φθόνος, η δυσαρέσκεια, η κατωτερότητα , τα ψέματα και ο εγωισμός.  Ο άλλος είναι λευκός , ξαπλώνει πάντα ήρεμος ή στέκεται με χάρη και περηφάνια κοιτώντας με γαλανά μάτια σαν της θάλασσας . Αυτός είναι καλός , είναι η χαρά, η γαλήνη , η αγάπη, η ελπίδα , η ανθρωπιά , η ταπεινότητα , η ευγένεια και η αλήθεια.>> Τον ρώτησα με την παιδική μου αφέλεια αν τους έχει γνωρίσει και μου απάντησε << Φυσικά , και τους δύο!>> Μαγεμένος από την αφήγηση που πυροδότησε μια σειρά από μαγικές εικόνες στο μυαλό μου έσπευσα να τον ρωτήσω ποιος λύκος νικάει στο τέλος και μου απάντησε << Αυτός που ταΐζεις περισσότερο, παιδί μου>> .  Τον κοίταξα τότε , ίσα που ξεχώριζε μέσα από τα άσπρα γένια και τα μαλλιά. Ο μόνος λόγος που το θυμάμαι πάντα είναι γιατί κοιτώντας στα γαλανά ήρεμα μάτια του παραμυθά μου , είπα << Παππού ο άσπρος λύκος πρέπει να είναι πολύυυ όμορφος.>> ..."









~ Υ.Γ.  Για το κείμενο αυτό εμπνεύστηκα από αυτή την εικόνα , επομένως η αλληγορία με τους λύκους δεν είναι εντελώς δική μου , ωστόσο τη στόλισα και τη μετέτρεψα σε κάτι πιο ζωντανό ~ 

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Το πιο φαντασμαγορικό δηλητήριο

       
   Φαντασoυ ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εσύ μέσα ,  γυμνος σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανεσαι, όρθιοι , χαμογελαστός χορευτής. Δίπλα σου το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης...


     Ένα από τα χιλιάδες αξιοπερίεργα του όντος που αποκαλούμε ως σήμερα άνθρωπο , είναι η ιδιότητα του να συνδυάζει ανάγκες και χαρακτηριστικά από άλλα είδη και οργανισμούς και να τα κάνει δικά του. Κάτι σαν χαμαιλέοντας θα μπορούσε να πει κανείς με μια μικρή επιφύλαξη , αλλά σε μια πολύ πιο εξελιγμένη μορφή βέβαια. Όπως ένα κολάζ με ρεαλιστικές διαστάσεις. Σαν να λέμε ότι , όταν ο Bell ανακάλυψε το τηλέφωνο το 1903 (και όλοι πάνω κάτω έχουμε μια εικόνα πώς έμοιαζε αυτή η πρωτοποριακή τότε συσκευή) σίγουρα ο άνθρωπος δεν είχε φανταστεί ότι εκατό τόσα χρόνια μετά ο απόγονος του θα ήταν το iphone . Παρένθεση, δε θέλω να ξέρω πώς θα τηλεφωνεί ο κόσμος σε 100 χρόνια (αν τηλεφωνεί ή δεν διακτινίζεται δηλαδή.) Αλλά για την τεχνολογία ας αφιερώσουμε άλλη ανάρτηση.
           Τα ανθρώπινα όντα λοιπόν κατά ένα μαγικό τρόπο ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα γιατί μπορούν να είναι όλα τα υπόλοιπα μαζί.  O άνθρωπος είναι λουλούδι  , από το πιο συνηθισμένο, από χιλιάδες δεσμίδες μαργαρίτες , ως τις πιο σπάνιες ορχιδέες. Είναι όμως όπως κι αυτά , έχει χρώματα , έχει μυρωδιά, έχει ανάγκη από ήλιο. Γονείς να το κρατούν μακριά από τα ζιζάνια να μεγαλώσει, φίλους να του αλλάξουν το χώμα και να το κρατούν γερό, κάποιον ξεχωριστό να τον φροντίζει ποτίζοντας τον συναισθηματα . Κι έτσι ανθίζει.  Και τα πιο επιφυλακτικά ακόμα , τα κακτάκια, ανθίζουν κι αυτά. Στα άνθη φυσικά σταματάει η πιο ευγενική φύση του. 
         Εμείς οι άνθρωποι είμαστε τα πιο περίπλοκα ζώο πάνω στον πλανήτη και τα πιο απρόβλεπτα κι αυτό γιατί αφενός μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε οτιδήποτε ανάλογα με τις συνθήκες, αφετέρου γιατί ξεχωρίζουμε για την ταχύτητα με την οποία μεταπηδούμε από το ένα στο άλλο (!) . Είμαστε περήφανοι όπως τα λιοντάρια , αμυντικοί βγάζοντας τα νύχια μας σαν τις γάτες για να προστατέψουμε τους αγαπημένους μας,  ξεροκέφαλοι και πεισματάρηδες όπως τα γαιδούρια , επιθετικοί σαν φίδια όταν μας πιάνει το ένστικτο της επιβίωσης στη σύγχρονη ζούγκλα που ζούμε...Αυτά μας έκαναν πολεμιστές.  Καλά , είμαστε ακριβώς τα "θηρία" που περιέγραψε ο Αριστοτέλης , αλλά αν ήταν μονάχα αυτό θα φαινόμουν πολύ αχάριστη κι το λιγότερο, απληροφόρητη για αυτή την ανάρτηση. Εξάλλου , ας μην ξεχνάμε τη φιλοσοφική ματιά που τείνει να εμφανίζεται σαν αστερίσκος σε αυτή την κριτική ματιά.        
           Με τις ιδιότητες του θεριού καταφέραμε να κρατήσουμε αυτό τον κόσμο , μα σάμπως δεν ήταν άλλα πράματα που μας ώθησαν να τον εξελίξουμε και να αναδείξουμε την ομορφιά του; Γιατί το λογικό μας και η ανάγκη μας να στολίσουμε τη ψυχή και τα κρυφά λαγοκοιμισμένα κομμάτια του παρελθόντος δεν μας έσπρωξαν να γίνουμε μουσικοί ,να τραγουδάμε, να παίζουμε ανέμελα, να ζωγραφίζουμε , να γινόμαστε αθάνατοι μέσα από τις πράξεις μας; 
        Λένε πως οι άνθρωποι είναι ελεύθερα πνεύματα . Και το πιστεύω . Μα οι περισσότεροι πιστεύουν σε μια ελευθερία όπως αυτή των πουλιών ή των αλόγων  , μα κάνουν λάθος . Είμαστε φτιαγμένοι για να 'μαστε ελεύθεροι με το δικό μας τρόπο , έναν τρόπο που ίσως σήμερα να μην προσφέρεται ,  και την στιγμή που νιώθουμε τη μέγιστη ελευθερία είναι η στιγμή της απόλυτης ανελευθερίας. Φανταστείτε ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εμείς μέσα γυμνοί σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όρθιοι , χαμογελαστοί χορευτές. Δίπλα μας το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης. Μέσα του αντικατοπτρίζεται η λέξη "ευτυχία" και τριγυρνάνε ένα σωρό άλλα πρόσωπα που υπήρξαμε , είμαστε , θα θέλαμε να είμαστε και δεν υπήρξαμε ποτέ σαν φαντάσματα που έχουν στοιχειώσει το γυαλί.Και υπάρχει ένα κομμάτι της ιστορίας που πάντα μας μπερδεύει: η επιλογή. 
          Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε τότε στις παράξενες εποχές του "πόσο ελεύθεροι να επιλέγουμε είμαστε;" Βέβαια κρατώ επιφύλαξη γιατί μιλάμε για τον ίδιο που είπε πως η κόλαση είναι οι άλλοι. Κι αν δεχτούμε ότι είμαστε ,που είναι το πιθανότερο, εμένα με φοβίζει , γιατί και η ελευθερία και η αθανασία δυνατότητες είναι εξίσου . 
        Κι όπως λέει η σύγχρονη μας Βαμβουνάκη στο "Παλιάτσος και η Άνιμα",και θα θελα να μεταφέρω ακριβώς τα λόγια της " κι αν είναι η δυνατότητα ελευθερία, οι δικαιολογίες που μας νανουρίζουν τη συνείδηση, που μας καθησυχάζουν πως για τις δυστυχίες μας δε φταίμε, που μας επιτρέπουν να κατηγορούμε αδιαλείπτως τους άλλους , την κοινωνία , τη μοίρα μας, τους γονείς μας, το εκπαιδευτικό σύστημα, τους παπάδες ή την κυβέρνηση της χώρας, εξανεμίζονται, ρούχα χάρτινα, και μας αφήνουν γυμνούς σαν φταίχτες που τους τσάκωσαν στον ύπνο."
           Γιατί το πραγματικό μας πρόσωπο , η ταυτότητα μας , όλα παίζονται στο τι θα δεις μέσα σε κείνο τον καθρέφτη. H έλξη προς αυτόν είναι ο πραγματικός μας πειρασμός ,αλλά και το  εξαρτησιογόνο μας δηλητήριο. Και η πραγματική πρόκληση είναι να καταφέρουμε να διαβάσουμε καθαρά την ανεστραμμένη λέξη μέσα σε αυτόν. 

    Υ.Γ.  Ίσως για παλαιότερους αναγνώστες , η ανάρτηση να θυμιζει λίγο τις "αντιθέσεις" . Λιγάκι όμως αφού επικεντρώνεται αλλού. Μα δεν πειράζει να υπάρχουν επαναλήψεις. Μου αρέσουν οι επαναλήψεις γιατί δείχνουν ότι δημιουργούμε μαζί μια βάση που ενστερνιζόμαστε και κάνουμε κομμάτι μας κι αυτό λειτουργεί σαν βάση για να πηγαίνουμε παρακάτω.