I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γράμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γράμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Ο Χορός των Φλεγόμενων Γραμμάτων


        "Έχω τόσο καιρό που γράφω για τους άλλους , που η πένα μου ξέχασε πώς να γράφει για μένα .” σκέφτηκε ξεφυσώντας τον καπνό από το μισοσβησμένο της τσιγάρο. Τυλιγμένη με ένα σεντόνι και τα μαλλιά της πιασμένα με μολύβι , καθόταν άτσαλα επάνω στο πλυντήριο του διαδρόμου κάτω από το παράθυρο. Αστείο θέαμα θα έλεγε κανείς , ειδικά ο φίλος της που δεν καταλάβαινε και πολλά περί έπνευσης και σκοτεινιάς. Για κάποιους ανθρώπους τα πράγματα όλα γύρω είναι πιο απλά . Για κάποιους άλλους πάλι , δεν απλοποιούνται ποτέ. “Πίστεψε με, είναι πιο κουραστικό να προσπαθείς να τα απλοποιήσεις όταν ανήκεις στους δεύτερους παρά όταν αποδέχεσαι τη φύση σου. Τζάμπα χαμένη ενέργεια.” Γέλασε με αυτή τη σκέψη . Τη σημείωσε καλού κακού. Έριξε μια ματιά στις σκόρπιες σελίδες που είχε δίπλα της.
      Τελευταία έκανε διάφορες τέτοιες σκέψεις , συνήθως άσχετες μεταξύ τους και παιδευόταν , έσπαγε το κεφάλι της να βρει τρόπο να τα ενώσει. Αντί για αυτό , έβλεπε να ενώνεται μόνο ο σωρός από τσαλακωμένα χαρτιά στο πάτωμα . Από πότε είναι τόσο δύσκολο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί . "To ξέρω ότι τα γράμματα έχουν φωτιά , τα βλέπω, αλλά γιατί σταμάτησαν να χορεύουν;"
        Παράτησε ό,τι έκανε , για ακόμη μια φορά και πετάχτηκε πάνω. Έκανε μια δυο φορές τον κύκλο του σπιτιού κι αφού είδε ότι ήταν τόσο μικρό που δεν την έπαιρνε για τρίτο , κατέρρευσε στο πάτωμα. Αν ήταν ζωγράφος θα καταλάβαινε περισσότερο . Θα χε πινέλα σκορπισμένα παντού , λερωμένα ρούχα και βαμμένους τοίχους κι πολύχρωμες μπογιές στα χέρια. Της φαινόταν πιο ψαγμένο ακόμα και χωρίς έμπνευση. Ε Τώρα απλώς φαινόταν σαν χαζή αρχαία Ελληνίδα με μουντζουρωμένα μπλε δάχτυλα από χαραμισμένο μελάνι. Εντάξει , έλλειψη ερεθισμάτων επίσης το λένε αλλά τελευταία παραπήγαινε. Κάπνισε λίγο ακόμα και πήγε στο υπνοδωμάτιο να καθίσει στο έπιπλο της τουαλέτας μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε καλά το πρόσωπο της , άβαφο , απρόσεκτο . Λιγάκι θαμπό. Έτσι έμοιαζαν άραγε όλες οι κοπέλες που τους έλεγαν ότι είναι κούκλες από τη μέρα που γεννήθηκαν; Έβλεπε κιόλας τα σημάδια των “-άντα” να πλησιάζουν , αλλά ακόμη κι αυτό την άφησε αδιάφορη. Πάντα θα λείπει κάτι. 
       Ξεφυσώντας ωστόσο , το μάτι της έπεσε στα καλλυντικά της . Τα περιεργάστηκε λίγο σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά. Θυμήθηκε εποχές που ήταν πιτσιρίκι με μπούκλες που πήγαιναν πέρα δώθε και το μόνο που έκανε ήταν να εξερευνά και να παίζει, ειδικά τα καλοκαίρια που πήγαινε με τους παππούδες της στο εξοχικό της θείας της , γιατί είχε ένα εσιτατόριο κοντά στη θάλασσα. Δεν είχε ποτέ πολύ κόσμο , αλλά θυμόταν πόσο ασήμαντο της φαινόταν αυτό και ότι το μόνο που σκεφτόταν ήταν πόσο θαυμάσια ήταν η αίσθηση της συγκεκριμένης θάλασσας μετά τις 6 το απόγευμα και τα βράδια πια αποκαμωμένη και καθαρή πήγαινε κρυφά στο δωμάτιο της θείας της και άνοιγε τα συρτάρια δοκιμάζοντας ό,τι μπορούσε. Κι αυτό που της είχε μείνει περισσότερο ήταν ότι όλα τα σκουλαρίκια της είχανε κλιψάκια , γιατί ποτέ δεν είχε τρυπήσει τα αυτιά της . Από τότε δεν είχε να δει σκουλαρίκια με κλιπς;
     Τα δάχτυλα της τώρα ψηλάφιζαν το κόκκινο κραγιόν της. Το πρόσεχε πολύ , το χει φορέσει ελάχιστες φορές. Έτσι , γιατί απλά δεν το έχει συνηθίσει , ή δε θέλει να συνηθίσει αυτή την αίσθηση του διαφορετικού, του μοιραίου καμιά φορά. Τώρα όμως ήταν μια από αυτές τις φορές. Το άπλωσε απαλά σε χείλη της και τα έτριψε λίγο μεταξύ τους . Σούφρωσε ελαφρώς τα χείλη μπροστά στον καθρέφτη και πλησίασε πιο κοντά. Δεν ένιωσε όμως και καμία ιδιαίτερη διαφορά . Κι έτσι όπως πλησίαζε το σεντόνι από τη μια πλευρά γλίστρησε από των ώμο , και φάνηκε κοντά στο στήθος της ένα ξεχασμένο τατουάζ, μια μαύρη πεταλούδα. “Εγώ και τα σύμβολα της ''ελευθερίας'' μου. Ένα tattoo , ένα κόκκινο κραγιόν κι από μέσα τα ίδια. Πρωτοτύπησα πάλι.” Μα παρατηρώντας λίγο περισσότερο , και η ίδια κατάλαβε πως ασυναίσθητα δεν το πε με πικρία , μάλλον με αυτοσαρκασμό .       
     Κι άρχισε τότε να της έρχεται λίγο λίγο στο μυαλό ένα νέο ποίημα ή τραγούδι δεν ήταν σίγουρη . Όχι ήταν ποιήμα τελικά . Πήρε ένα χαρτί απο δίπλα της και κατέγραψε όσους στίχους έρχονταν , κάπως άτσαλα και πρόχειρα, ο ένας πίσω από τον άλλον. Έγραφε , έγραφε όχι πολύ αλλά έντονα , κοιτούσε σαν να έγραφαν τις λέξεις τα ίδια της τα μάτια κι όχι το χέρι σαν πιστός υπηρέτης της. Ύστερα από λίγο σταμάτησε απότομα , κοίταξε τον καθρέφτη και άφησε ένα σημάδι φιλιού με το κατακόκκινο κραγιόν της. Χαμογέλασε αινιγματικά , πέταξε το σεντόνι και βγήκε από το δωμάτιο.

Στο τέλος πίσω από το μελάνι αν κοίταζε κανείς προσεκτικά έλεγε κάτι σαν :

Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει , ποτέ δεν υπήρξε . Βγαίνοντας από ένα κλουβί , προσμένει πάντα άλλο μεγαλύτερο. Λες να μας χωρέσει καλύτερα τούτη τη φορά; Εμείς ,που οι πρόγονοι μας ξυπνούσαν στα είκοσι πέντε και ερωτεύονταν πρώτη φορά. Εμείς, εκπρόσωποι μιας γενιάς που χει φτάσει με το ζόρι τα είκοσι κι έχει κουραστεί. Καταλαβαίνεις τώρα; Τίποτα δεν μας ανήκει. Κι άσε το χειμώνα να επιμένει τις γιορτές : 'κι αν δε μπορείς ούτε κι εσύ απ'τη βροχή να κοιμηθείς , έλα δω , να βρείς, το άλλο σου μισό.''
Μα δεν είναι αλήθεια όλα αυτά.” 

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το παράδοξο του κατα φαντασίαν ασθενή

      Κάπως έτσι , που λες. Γίνομαι άλλη όταν ονειρεύομαι και άλλη αν ενεργώ. Ίσως δεν είσαι εσύ αυτός που χρειάζομαι,μα , τελικά , μόνο το φάντασμά σου. Δεν είναι πολύ κολακευτικό , μα φαντάσου τον εαυτό σου σαν ένα μηχάνημα υποστήριξης , όπως εκείνα που που κρατούν στοιχειωδώς τον ασθενή στη ζωή. Ο καθρέφτης είναι το νοσοκομείο μου και τα όνειρα μου το μαξιλάρι στο κρεβάτι μου. Όχι όχι μη νομίζεις , δεν είναι όλα άσπρα, έχω σχέδια στα σεντόνια μου και αυτοκόλλητα στους τοίχους αλλιώς θα αρρώσταινα . Και δίπλα μου , κάνεις θόρυβο. 
        Δίπλα στο κομοδίνο ο προηγούμενος ξέχασε να πάρει τα λουλούδια του. Δεν πειράζει όμως , γιατί σε μένα έχουν χρόνια να φέρουν , κι αυτά όλα , τα κοιτώ ακόμη κι αν δεν μπορώ να τα μυρίσω , μονάχα θυμάμαι πώς είναι. Για αυτό μάλλον είναι που χρειάζομαι κάποιον /κάτι σαν κι "εσένα" . Είσαι κι εσύ σαν ένα βάζο με λουλούδια -τα αγαπημένα μου ; θα ρωτήσεις, δε θυμάμαι- πάντως σίγουρα σε άφησα σε κάποιο άλλο δωμάτιο. 
       Ο θόρυβος από το κρύο μηχάνημα ακούγεται πιο έντονα όταν γέρνω το κεφάλι στο μαξιλάρι και προσπαθώ να κοιμηθώ. Κι όντως κάνεις πολύ καλή δουλειά γιατί μέχρι να ξυπνήσω νομίζω πως όντως κοιμάμαι. Μα σε βλέπω σαν σκιά κι εγώ πρέπει κάπως μέσα απο αυτή τη σκιά να διαβάσω πως κάπου , κάποτε , κάπως , κάτι είχα κι εγώ νιώσει. Συν , ότι έχω τη δυνατότητα να διατηρήσω υποθηκευμένη την ανάμνηση , αυτό το σκονισμένο κομμάτι , έστω φυλακισμένο, έστω παραλλαγμένο για να ταιριάζει με τα χρώματα του δωματίου μου. Να θυμάμαι πως κάπου, κάποτε, κάπως , κάτι είχα νιώσει.
       Μου'χουν πει πως καμιά φορά ματώνουμε μόνο και μόνο για να νιώσουμε πως είμαστε ζωντανοί. Είμαστε; Δεν υπολόγισα τότε σωστά την ποσότητα του αίματος μα είμαι; Γι αυτό σου λέω, είσαι εκεί σαν ιδιάζουσα παρουσία και ταυτόχρονα μια πιο ιδιάζουσα απουσία , ένα παράδοξο που μου λέει ότι κάποτε η ανάσα μου ήταν πιο ζεστή , σχεδόν διφυής, ότι υπήρξε χειμώνας που τα χέρια μου δεν ήταν ποτέ παγωμένα, ότι η άνοιξη δεν ήταν "απλά όμορφη" κι ότι η γη τη νύχτα ήταν σαν λούνα παρκ. 
       Κρατώ γερά , γιατί αλλιώς ο κόσμος μου είναι μικρός και γέρνει. Κι αν δεν γράψω σήμερα, ξέρω δε θα ξαναγράψω ποτέ ξανά.  Το "ποτέ πια" που είπε το Κοράκι * 

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Memoranda


Αφού δεν μπορείς να με προσέχεις , του είπα , να με θυμάσαι.
 Να με θυμάσαι.

      Και φαίνεται δεν το είπα πολύ δυνατά , ή το 'πα απο μέσα μου, ή θέλησα να πνίξω τον ήχο αυτό μέσα στο κεφάλι μου όχι γιατί φοβόμουν να το πω ούτε επειδή φοβόμουν να το ακούσω , αλλά επειδή  δε μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία. Μα δεν ξέρεις , δε μπορείς να ξέρεις πόσο βασανιστική μπορεί να είναι η ηχώ όλων όσων θα 'θελες να πεις και ποτέ δεν είπες . 

      Να 'ξερες πόσες φορές την είπα αυτή τη φράση. Ακόμη τη λέω κι ακόμη με βασανίζει, Όχι αν με ακούς , αλλά αν όντως με θυμάσαι με  τον τρόπο που θέλω εγώ. Ότι θυμάσαι έστω τα πιο σημαντικά από όλα αυτά που μου έχεις πει , ότι παρά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες  αναπτύχθηκε (οσο μπόρεσε και όσο την αφήσαμε) η επαφή μας , δεν ήταν κάτι ανεπαίσθητο και ανίκανο να αντέξει στο χρόνο. Ας μην είναι κάτι μεγάλο , μου αρκεί μια χαραγματιά πίσω από το λαιμό σου ή μια γρατζουνιά κάτω από το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού σου , έτσι , να με θυμάσαι.

     Μια φορά θυμάμαι , ανέβασες ένα τραγούδι , το "υπαρχουν χρυσόψαρα εδω" , ξαφνιάστηκα στην αρχή δεν με είχες συνηθίσει. Και μετά συνειδητοποίησα ότι σου ταίριαζε τόσο πολύ ! Εσύ δεν ήσουν που μιλούσες για ιπτάμενες στιγμές; Εσύ τις ζεις ακόμα κι εγώ...εγώ στις χάρισα γιατί ήταν αυτονόητο για μένα να κάνω την ευχή σου δική μου, κι όσο ήσουν μακριά και μου έλεγες έχω ανάγκη για μια αγάπη ερωτική εγώ κάθε φορά από μέσα μου στο ευχόμουν , χωρίς όρους , χωρίς την προϋπόθεση να είμαι εγώ. Και η ευχή μου εν τέλει πραγματοποιήθηκε κι όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο δεν έκλαψα , δε λυπήθηκα στο εκατοστό . Σου έδωσα αυτό που ζητούσες . Έμμεσα στο έδωσα. Κι ούτε εκείνη που έχεις τώρα δίπλα σου θα σου χαρίσει ποτέ τέτοιο δώρο όπως έκανα εγώ, την ξέρω.
    Σού δωσα και το "σ'αγαπώ" επίσης του Ξυδούς κι αυτό, δεν είμαι σίγουρη ότι το άκουσες κι ούτε μπορώ ποτέ να γίνω . Μπορώ όμως πάντα να στο  αφιερώνω μέσα στη σιωπή που αναγκάστικα να ζω για να είμαστε πιο ευτυχισμένοι και οι δύο. Και μή ρωτήσεις πάλι "τι ειναι η ευτυχία"  γιατί δε μπορώ να σε πείσω για τις απόψεις μου αλλά ούτε μπορώ πλέον να σου απαντήσω πια σε άλλες ερωτήσεις. Θυμήσου πως εσύ δεν απάντησες ποτέ σου σε καμία. Θα συνεχίσω λοιπόν να σου αφιερώνω μυστικά ό,τι νομίζω πως θα διαπεράσει κάποια στιγμή την απόσταση που μας χωρίζει , και όχι τη χιλιομετρική. Η ζωή προχωράει και  για τους δυο μας , είναι κάτι που αλλάζει , δε μένει ίδιο , και όλα όσα μας επηρεάζουν , τους δυο μαζί και τον καθένα ξεχωριστά  θα μας αλλάξουν . Μεγαλώνουμε. Ένα κομμάτι μου χωρίς να το θέλω θα μείνει εκεί , στην πρώτη φορά που ένιωσα ένα ΄χαδι από το χέρι σου στην πρώτη φορά θύμωσα με τον πιο περίπλοκο τρόπο σκέψης που έχω γνωρίσει , στην πρώτη φορά που γυρίσαμε μαζί από το σχολείο,  στην πρώτη φορα που έμαθα πως θα φύγεις μακριά κι ένιωσα τόσο μικρή , την πρώτη φυσιολογική συζήτηση και τη μοναδική που είχαμε ποτέ σε ένα διάλειμμα για δέκα ολόκληρα λεπτά , την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο για ώρες, την πρώτη φορά που σε είδα μετά απο  καιρό και σκέφτηκα ότι είσαι τόσο αδύνατος και μου φαίνεται τόσο εύθραυστος (!) ... την πρώτη φορά που τόλμησα να σε πιάσω από το χέρι  και ένιωσα να το σφίγγεις δυνατά, την πρώτη φορά που είπες ότι είμαι όμορφη, κι έξυπνη, την πρώτη φορά που είπες ότι έχω ταλέντο στο γράψιμο... 
      Κι από την άλλη, πάντα θα θυμάμαι την πρώτη φορά που εξαφανίστηκες χωρίς να πεις κουβέντα, 
την πρώτη φορά που μου είπες ψέματα , την πρώτη φορά που μου μίλησες για μια κοπέλα που σου άρεσε πολύ, την πρώτη φορά που έσπασε κάτι μέσα μου όταν είπες πως δε θυμάσαι τίποτε, τίποτε από όλα αυτά που θυμόμουν εγώ για μένα και για σένα, την πρώτη  φορά που η δυσκολία σου να ξεκαθαρίσεις τα πράγματα με έκανε να αισθανθώ ο πιο ηλίθιος και γελοίος άνθρωπος του κόσμου , την πρώτη φορά που έδειξες ότι με θέλεις στη ζωή σου αλλά μέχρι εκεί , κι ούτε μπορείς να διευκρινίσεις "γιατί" ή "ως τι" . Όλα αυτά κάπου αναγκαστικά θα κοιμηθούν , αφού δε μπορώ να τα εξαφανίσω . Δεν μπορώ να βρω ούτε ένα "ναι" για να τους δώσω ούτε ένα "οχι".   Αυτό που δε μπορώ όμως με τίποτε να θάψω , είναι αυτό που μου είπες οτι δε θα με πλήγωνες ποτέ, πως μ'αγαπάς και θα σαι πάντα εκεί για μένα σαν καλός φίλος. Δεν ήσουν, λυπάμαι. Άσε που, στο κάτω κάτω, δεν περνάει κάτι από το χέρι μου πλέον. Έπαιξα σχεδόν όλα τα χαρτιά μου σε μια παρτίδα που η τράπουλα ήτανε δική σου. 
      Ξέρω πως δε θα διαβάσεις ποτέ αυτό το γράμμα, ούτε και κανένα άλλο , ακόμη κι αν μία στις χίλιες πέσει το μάτι σου εδώ , πάλι δεν θα το καταλάβεις , μα θα προσποιηθώ πως είσαι εκεί και κοιτάς τώρα την οθόνη , περιμένοντας το τέλος της ανάρτησης προσπαθώντας να μαντέψεις πόσο δακρύβρεχτο θα είναι. Καθόλου. Μα καθόλου. Δεν ήμασταν ποτέ συνηθισμένοι γιατί να γίνουμε τώρα ξαφνικά; Κι αφού κάπου εδώ λέω να κλείσω το πρώτο από τα τόσα μέσα στο κεφάλι 
μου γράμματα για σένα που πήρε σάρκα και οστά , θα το κάνω με μια φράση του αλχημιστή που με ώθησε να σκεφτώ κάποια πράγματα.

"Δεν έχει να κάνει με τη μοίρα. Είν αι που μερικά πράγματα δεν είναι αρκετά ώριμα 
για να συμβούν στο παρελθόν , όμως η ζωή προχωρά
περιμένοντας και δίνει ευκαιρίες για να γίνουμε ευτυχισμένοι." 

Για αυτό είναι τόσο σημαντικό για μένα να με θυμάσαι. Ως ότιδήποτε, ως κάτι.
Απλά , να με θυμάσαι . Έτσι απλά. Ό,τι και να σημαίνει αυτό .