I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Το Μπλε έχει τη δική του γλώσσα


   

        Οι νύχτες έχουν δική τους γλώσσα.
     Η Σελήνη είναι περίεργη με τους θνητούς. Αν την κοιτούν δυο φίλοι , σιγοτραγουδά χαμένους στίχους. Στους ερωτευμένους χαρίζει τ'ωραιότερο της λεξιλόγιο -πού και πού βρίσκει ανάμεσα τους ιδανικούς ποιητές . Μα αν τολμήσεις και την κοιτάξεις μονάχος , δε μιλά. Στέκει εκεί και περιμένει καρτερικά ν'ακούσεις μόνος γιατί τ'Αληθινά μας δε χωρούν τη σιωπή.
 Κουβέντα δε σταυρώνεις . 
 Έτσι ήταν πάντα ο ουρανός - περήφανος για τη γλώσσα του.
 Πάντα χρειάζεται ένας δεύτερος , βλέπεις, να μεταφράζει. 

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Game Over


           Από μυθολογία πώς τα πας; Από Ησίοδο;
 Θεογονία; Ναι ούτε και γω τα πάω καλά με τον τελευταίο . Αλλά θέλω να σου πω μια ιστορία. Έναν μύθο για τον Θάνατο. 
          Ξέρεις δεν ήταν πάντα ο τύπος με τη μαύρη κουκούλα και το δρεπάνι στο χέρι. Όχι, ούτε καν πλησίαζε τον reaper. Ήταν γιος του Ερέβους και της Νύχτας, και ο αδερφός του Ύπνου , κι ενώ εκείνος μπορούσε να ταξιδεύει τη νύχτα και ξεκούραζε τους ανθρώπους , ο Θάνατος δεν πήγαινε πουθενά. Δεν είχε βωμό γιατί δεν ήθελε θυσίες , κανείς δεν τον λάτρευε έτσι κι αλλιώς , πέρα από τους αρρώστους που τον έβλεπαν σαν λυτρωτή. Κι έτσι ο Θάνατος λέγεται ότι ήταν ένας μαυροφορεμένος νέος , ψηλός και όμορφος , με ξανθά μαλλιά και αλαβάστρινο δέρμα.  
             Μια μέρα ο Θάνατος αντίκρυσε μια νέα . Δεν είχε τίποτε το ξεχωριστό μάλλον , τίποτε που δεν είχε ξαναδεί τουλάχιστον , όμως για κάποιο λόγο του έκανε μεγάλη εντύπωση . Ο Θάνατος την ερωτεύτηκε . Βρέθηκε σε μια κατάσταση που δεν μπορούσε πλήρως να αντιληφθεί , ήταν μπερδεμένος , φοβόταν για το τι έπρεπε και τι ήθελε να κάνει απέναντι της . Πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει μια νέα ο ίδιος ο Θάνατος; Έτσι δεν της είπε τίποτα , στράφηκε στον πατέρα του . Ο Έρεβος τον παρέπεμψε στον πατέρα όλων, το Χάος. Ο Θάνατος του τα είπε όλα και τότε το Χάος του είπε , ότι αν καταλάβαινε το Χάος , θα καταλάβαινε και όλα τα υπόλοιπα, και δε θα φοβόταν πια , και θα είχε την κοπέλα. 
    Και τι νομίζεις πως έκανε ο Θάνατος;  Τα παράτησε όλα και προσπάθησε να καταλάβει το Χάος. Μα στην προσπάθεια του , το Χάος τον απορρόφησε κι εκείνος δεν το κατάλαβε. Πέρασε καιρός , πέρασαν χρόνια και η κοπέλα πέθανε .  Ο Θάνατος έμεινε αιώνια αφοσιωμένος να προσπαθεί να καταλάβει το Χάος που την ξέχασε και τώρα μπορούσε μόνο να τη βλέπει στη λίμνη των νεκρών στον Κάτω Κόσμο.  Κι ούτε που αισθάνθηκε το χρόνο να περνά , γιατί είχε ξεχάσει να φοβάται , γιατί το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς να ξεδιαλύνει το Χάος. Και τότε όλα θα έφτιαχναν , πίστευε. 
Μα ποιος μπόρεσε ποτέ να καταλάβει το Χάος μόνος του;
           Ήθελα μόνο να σου πω, αυτή την τελευταία ιστορία . Δέξου την ως σφραγίδα. Αν βρισκόμασταν σε ένα παιχνίδι για δύο , δεν ξέρω τι κερδίζεις αλλά σίγουρα εγώ μόνο χάνω. Σφραγίζω λοιπόν την αποχώρηση μου από το παιχνίδι. Μπορείς να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξεδιαλύνεις το Χάος. Game Over.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Σαν ένα μύθο του Αισώπου



            ΄Ηταν κάποτε μια ιστορία, λίγο μετά τη δημιουργία του κόσμου. Γεννήθηκε η Φύση, με τη στεριά , τη θάλασσα, ο ουρανός κι ο Χρόνος. Κι ήρθε η μέρα που η Φύση έπρεπε να ορίσει το ζωικό βασίλειο. Φώναξε ξεχωριστά όλα τα ζώα του δάσους , ύστερα της θάλασσας , κι ύστερα του ουρανού. Τους μίλησε για τη σημασία που έχουν το καθένα ξεχωριστά για τη διατήρηση της ζωής και πως ήταν ανάγκη να έχουν έναν βασιλιά για να τους προστατεύει και να τους διαφεντεύει γιατί αυτή θα κοιμόταν στο κέντρο της γης μέχρι το τέλος του κόσμου.
               Έτσι λοιπόν, για τον ουρανό, όρισε βασιλιά τον αετό και του είπε πως ό,τι ζει και κινείται σε αυτόν , είναι δικό του.  Ο αετός φώναξε ευχαριστημένος και πέταξε μακριά.  Για τη θάλασσα, ήθελε στην αρχή να βάλει τον καρχαρία , μόλις είδε όμως ότι τα άγρια ένστικτα του εύκολα τον παρασύρουν , αποφάσισε να τον αλλάξει με το ευγενικό και καλοκάγαθο δελφίνι. 
             Με το βασίλειο της στεριάς, η Φύση προβληματίστηκε περισσότερο από όλα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει ανάμεσα στην τίγρη, το λιοντάρι και τον γορίλα. Αρχικά, απέρριψε τον τελευταίο γιατί παρότι ήταν πολύ δυνατός , εύκολα μπορούσε να τον ξεγελάσει κανείς. Έπειτα δεν κατάφερνε να διαλέξει το λιοντάρι ή την τίγρη αφού για το πρώτο φοβόταν την αυταρέσκεια και την υπερηφάνεια του ενώ για την τίγρη την ανησυχούσε η επιθετική της τάση και η αγάπη για εξουσία. Τα ζύγισε καλά και αποφάσισε να κάνει το λιοντάρι βασιλιά , γιατί πίστευε ότι θα βασίλευε με δικαιοσύνη και πραότητα. Η τίγρης δυσαρεστήθηκε τρομερά με την απόφαση της Φύσης και τη θεώρησε άδικη , μα δεν είπε τίποτα και έφυγε. Τοτε το λιοντάρι , άρχισε να καυχιέται για τη δύναμη και τις ικανότητες του , τόσο πολύ η Φύση αναγκάστηκε να τον προειδοποιήσει πως πρέπει να σεβαστεί τις αποφάσεις της και να ακολουθήσει τους νόμους της , γιατί αν διαταρράξει την ισορροπία της και ξυπνήσει από τα έγκατα της γης θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες. 
          Το λιοντάρι συμφώνησε με τα λόγια της χωρίς να τα βάλει στην καρδιά του. Οι μήνες κυλούσαν ήρεμα στα τρία βασίλεια. Τα ζωντανά του ουρανού ένιωθαν δέος για τον γέρακα , τα θαλάσσια ζώα ένιωθαν σεβασμό και ευγνομωσύνη για το δελφίνι , και στη στεριά τα όντα του βασιλείου του λιονταριού έτρεμαν με έναν του βρυχηθμό. Όμως στο λιοντάρι , άρεσε πάρα πολύ να επιδεικνύει τη δύναμη του και δεν δίσταζε να εκμεταλλεύεται τους υπηκόους του για να ικανοποιήσει την αχόρταγη υπερηφάνεια του  . Η τίγρης που έβλεπε σε όλα αυτά την αδικία της Φύσης , πήρε το θάρρος να πάει να τη βρει και να την ξυπνήσει από τον ύπνο της. Η Φύση ανέβηκε στη γη και είδε πράγματι οτι τα λόγια της τίγρης επαληθεύτηκαν. Ωστόσο , ακόμα και την τελευταία στιγμή αποφάσισε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. 
            Μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο κατακόκκινο ελάφι με τα κέρατα του να γυαλίζουν σαν να ήταν φορτωμένα διαμάντια . Πήγε κοντά σε μια λίμνη με νερό , που ήταν και το λιοντάρι και έκανε τάχα μου πως διψούσε. Μόλις το λιοντάρι αντίκρυσε το ελάφι , ξεγελασμένο από τη χάρη και την ομορφιά του, το λιγουρεύτηκε και όχι μόνο δεν του έδωσε νερό , μα το κυνήγησε σε όλο του το βασίλειο. Έτσι λοιπόν η Φύση , για να τον δοκιμάσει, βγήκε από εκεί και έτρεξε ως τη θάλασσα. Το λιοντάρι για μια στιγμή σκέφτηκε την προειδοποίηση της, πως δεν έπρεπε να βγει απο το βασίλειο του ούτε να ταράξει με οποιονδήποτε τρόπο την ισορροπία της, τυφλωμένο όμως από τη λαχτάρα του να αρπάξει το ελάφι , παρασύρθηκε και το κυνήγησε κατα μήκος της ακτής. 
       Φτάνοντας σε έναν μικρό κολπίσκο περιτριγυρισμένο από βράχια, το ελάφι φαινόταν παγιδευμένο. Μόλις το λιοντάρι πλησίασε ευχαριστημένο, εκείνο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας απο μπροστά του κι ένα τεράστιο κύμα σκέπασε το λιοντάρι. Σε λίγες στιγμές , βρέθηκε να παλεύει με τα κύματα , να βρυχάται μα δεν ήξερε πώς να κολυμπά και η θάλασσα δεν υποκλινόταν στον βρυχηθμό του. Ηταν έτοιμο να παραδοθεί όταν μπροστά του εμφανίστηκε με την πραγματική της μορφή η Φύση. 
"Όσο και να βρυχάσαι, άλλος είναι εδώ ο βασιλιάς. Δεν είναι η θάλασσα υπήκοος σου." του είπε.      
           Τότε το λιοντάρι , άρχισε να απολογείται λέγοντας πως κατάλαβε την ανοησία του και δεν πρόκειται να ξαναφερθεί τόσο απερίσκεπτα. Παρακαλούσε τη Φύση να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνη τότε του είπε πως το δελφίνι ήταν υπεύθυνο να το αποφασίσει. Φώναξε λοιπόν το δελφίνι και εκείνο αποφάσισε να του τη χαρίσει. Εντυπωσιασμένο το λιοντάρι μπροστά στην ευγένεια του, το ευχαρίστησε και γύρισε πίσω στο βασίλειο του έχοντας καταπιεί την υπερηφάνεια του.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Η διπλή ταυτότητα του λύκου

          
       "Mεγάλωσα. Ένιωσα τεράστιος μπροστά στους  άλλους , πολλές φορές τους διπλανούς μου για όλα όσα είχα καταφέρει. Περηφανεύτηκα για αυτό που είχα γίνει , και ταυτόχρονα το μίσησα. Ένιωσα μικρός , πολύ μικρός, μικροσκοπικός μπροστά στον κόσμο, ή μάλλον μπροστά στο χάος του κόσμου  . Ένιωσα ενοχές για το πόσο διαφορετικός είμαι από τους άλλους στον τρόπο που μεγάλωσα , που μιλάω , που σκέφτομαι , που δεν  θέλω να αλλάξω τον τρόπο που μεγαλώνω και κάθε λεπτό της ζωής μου γερνάω. Ένιωσα ντροπή για ανθρώπους και φίλους που υπήρξαν κοντά μου και η ζωή αναγκάστηκε να μας χωρίσει γιατί ο χρόνος τους έκανε να με κοιτούν διαφορετικά. Έχω σκύψει το κεφάλι μπροστά σε δάχτυλα που έδειχναν και άλλα τα έχω σπάσει με το γάντι.  Έχω πάει βόλτα μοναχός μου σε μέρη που δε μου θυμίζουν τίποτα , για να μη θυμάμαι και έχω προσευχηθεί όλα γύρω να άλλαζαν ή να άλλαζα εγώ.  Έχω ευχηθεί κρυφά να μενα πάντα ένα μικρό παιδί , ο ζωηρός γιος του πατέρα μου , χωρίς να χρειαστεί ποτέ ο κόσμος να μου βάλει ταμπέλα για τη δουλειά μου , την οικογένεια μου, το εισόδημα μου, τις φιλοδοξίες , τις πεποιθήσεις , τα όνειρα μου. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ενοχλήσει με αυτά ένα παιδί. Για μένα φίλος ηταν το διαφορετικό παιδί που έβλεπα κάθε μέρα στο πάρκο και παίζαμε πρώτα κανένα δύωρο πριν ρωτήσουμε το όνομα του.
       Μεγάλωσα. Διάβασα για πολέμους στην ιστορία αλλά κανένα βιβλίο δε μου τα πε τόσο καλά όσο ο παππούς μου τις Κυριακές μετά το φαί που καθόμουν στα πόδια του δίπλα στο τζάκι. Δεν έχω ζήσει ακόμα όλα αυτά που διηγήθηκε ο παππούς μου , μα ζω άλλους πολέμους πιο μοντέρνους της γενιάς μου. Το πιο δύσκολο είναι να ξέρεις να διαλέγεις τις μάχες σου,  αυτό το μαθαίνω ακόμα. Και τ'αλλο, να ξέρεις να φέρνεις την ισορροπία μέσα σου όταν γύρω σου τα μισά είναι σε μεγέθυνση και τα άλλα μισά σε σμίκρυνση κι εσύ πρέπει να ξέρεις να προσαρμόζεσαι κάθε φορά. Έμαθα να δείχνω κουρδισμένος μπροστά στα θύματα του σύγχρονου ματριξ , και αυτούς που δε διάβασαν ποτέ το "1983"  και πίσω τους να γελάω με τα κλειδάκια πίσω από τις πλάτες τους. Έμαθα να μη σπαταλάω την ενέργεια της φωνής μου σε καρδιές χωρίς ηχώ και να τη φυλάω για ανθρώπους που κουβαλάνε μικρόφωνα μαζί τους στο δρόμο.  Δεν ξέρω πολλά ακόμα , ούτε οι γονείς μου ξέρουν . Δεν το 'χα καταλάβει στην αρχή αλλά καθώς περνούσε ο καιρός οι φράσεις "να περπατάς τυφλός είναι ευκολότερο" και "ουδείς αναντικατάστατος" και έμοιαζαν περισσότερο λογικές. Κατα βάθος σε κάθε τι πιο σημαντικό είμαστε βαθύτατα μόνοι. Πήρα πολλή αγάπη. Πήρα όση πρόλαβα.  Δεν υπάρχει πολλή απο αυτήν έξω , κρύβεται από την ασχήμια του κόσμου κι εμφανίζεται σποραδικά λίγο λίγο σε μικρές δόσεις και την παίρνει όποιος τη δει πρώτος.
       Μεγάλωσα. Και είμαι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους που δεν κατάφεραν να ξεχάσουν ό,τι έπρεπε να ξεχάσουν για να ζήσουν ψευτοευτυχισμένοι, απο αυτούς που πίστευαν ότι και οι διπλανοί έχουν τις ίδιες αρχές και την ίδια ελευθερία σκέψης και πνεύματος , την ίδια διάθεση για ζωή. Δεν είχαμε τους ίδιους γονείς , αλλά κανείς δεν το σκέφτηκε τότε πως είναι σπάνιοι κι αυτοί. 
       Μεγάλωσα και το μόνο που μου έμεινε ανόθευτό κι αυθεντικό είναι μια παραβολική ιστορία που μου 'πε μια απο αυτές τις Κυριακές ο παππούς μου . Με είχα καθίσει στα γόνατα του μπροστά στο τζάκι για να μπορώ να βλέπω τις σκιές που έκανε η φλόγα και τα 7 χρονών ματάκια μου να κάνουν παιχνίδι με τη φαντασία μου. << Παιδί μου -είπε- σε καθενός την ψυχή , μέσα εκεί , γίνεται πάντα μια μάχη μεταξύ δυο λύκων. Ο ένας είναι άγριος σκοτεινός με μαύρο σκληρό τρίχωμα και κόκκινα γυαλιστερά μάτια, είναι κακός , είναι ο θυμός , η ζήλεια, ο φθόνος, η δυσαρέσκεια, η κατωτερότητα , τα ψέματα και ο εγωισμός.  Ο άλλος είναι λευκός , ξαπλώνει πάντα ήρεμος ή στέκεται με χάρη και περηφάνια κοιτώντας με γαλανά μάτια σαν της θάλασσας . Αυτός είναι καλός , είναι η χαρά, η γαλήνη , η αγάπη, η ελπίδα , η ανθρωπιά , η ταπεινότητα , η ευγένεια και η αλήθεια.>> Τον ρώτησα με την παιδική μου αφέλεια αν τους έχει γνωρίσει και μου απάντησε << Φυσικά , και τους δύο!>> Μαγεμένος από την αφήγηση που πυροδότησε μια σειρά από μαγικές εικόνες στο μυαλό μου έσπευσα να τον ρωτήσω ποιος λύκος νικάει στο τέλος και μου απάντησε << Αυτός που ταΐζεις περισσότερο, παιδί μου>> .  Τον κοίταξα τότε , ίσα που ξεχώριζε μέσα από τα άσπρα γένια και τα μαλλιά. Ο μόνος λόγος που το θυμάμαι πάντα είναι γιατί κοιτώντας στα γαλανά ήρεμα μάτια του παραμυθά μου , είπα << Παππού ο άσπρος λύκος πρέπει να είναι πολύυυ όμορφος.>> ..."









~ Υ.Γ.  Για το κείμενο αυτό εμπνεύστηκα από αυτή την εικόνα , επομένως η αλληγορία με τους λύκους δεν είναι εντελώς δική μου , ωστόσο τη στόλισα και τη μετέτρεψα σε κάτι πιο ζωντανό ~