I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Το Μπλε έχει τη δική του γλώσσα


   

        Οι νύχτες έχουν δική τους γλώσσα.
     Η Σελήνη είναι περίεργη με τους θνητούς. Αν την κοιτούν δυο φίλοι , σιγοτραγουδά χαμένους στίχους. Στους ερωτευμένους χαρίζει τ'ωραιότερο της λεξιλόγιο -πού και πού βρίσκει ανάμεσα τους ιδανικούς ποιητές . Μα αν τολμήσεις και την κοιτάξεις μονάχος , δε μιλά. Στέκει εκεί και περιμένει καρτερικά ν'ακούσεις μόνος γιατί τ'Αληθινά μας δε χωρούν τη σιωπή.
 Κουβέντα δε σταυρώνεις . 
 Έτσι ήταν πάντα ο ουρανός - περήφανος για τη γλώσσα του.
 Πάντα χρειάζεται ένας δεύτερος , βλέπεις, να μεταφράζει. 

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (μέρος β')


...μέρος δεύτερο
[Δείτε το α'μέρος εδώ : http://retro-hats.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html]


Το ενδιαφέρον του κόσμου έκανε πολύ γρήγορα χαρούμενο τον μάγο . Δεν του ήταν πάντα εύκολο να το κάνει , αφού όσο περνούσε ο καιρός κι αυτός μεγάλωνε ,  κάθε χρόνος που περνούσε από πάνω του ένιωθε να παίρνει και κάτι από μέσα του . Όμως είχε αποφασίσει να συνεχίσει ακούραστος . Μάζευε εμπειρίες και γνώριζε ανθρώπους καθημερινά , δεν αθετούσε όμως ποτέ την υπόσχεσή του να χαρίζει το τελευταίο του τραγούδι κάθε βράδυ στην αγαπημένη μητρική φιγούρα του σπιτιού του. Κι όπως συμβαίνει με όλες τις μαμάδες , ακόμα και τις μέρες που αρρώσταινε και οι νότες έβγαιναν σκουριασμένες και ταλαιπωρημένες , εκείνη τον έπαιρνε αγκαλιά και του έλεγε πως δεν πειράζει, πως θα τον ξεκουράσει εκείνη σήμερα, σιγομουρμουρίζοντας τραγουδιστά πλάι του.
 Όπως συμβαίνει όμως συχνά με τους αλλοφερμένους ανθρώπους , ο μάγος δεν γνώριζε ότι εκτός από αγάπη κι ευγνωμοσύνη , τα τραγούδια του προξενούσαν τον φθόνο κι αποτελούσαν πόλο έλξης για κείνους που δεν είχαν βρει ποτέ το χάρισμα τους και πάσχιζαν να γραπωθούν από των άλλων.
 Όταν μεγάλωσε αρκετά και ήρθε η ώρα να αφήσει το σπίτι, αποφάσισε πως ήθελε να δει τον κόσμο ή τουλάχιστον , όσο περισσότερα μέρη μπορούσε, να συλλέξει κι άλλους ήχους και μουσικές και να συνθέσει όμορφα τραγούδια . Αποχαιρέτησε την οικογένεια του και ξεκίνησε , πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη , χωριό και χωριό, ρουφώντας ήχους και καινούριες μελωδίες και τραγουδώντας όπου τον καλούσαν . Φυσικά η φήμη ενός τέτοιου μάγου δεν είναι δυνατόν να μείνει κρυφή για πολύ. Έτσι, οι τσαρλατάνοι κι οι απατεώνες έκαναν ουρές, τον πλησίαζαν και του πουλούσαν συναναστροφή , άλλοι τον δελέαζαν με σκοτεινές προσφορές και μυστικά για να τους δώσει τη φωνή του  και μερικοί το έκαναν τόσο καλά που τον εκμεταλλεύτηκαν πολλές φορές μέχρι να μάθει να την προστατεύει . Αποφάσισε, λοιπόν, να βάλει τη φωνή του σε ένα κουτί, το κλείδωσε και το έκρυψε καλά και δεν την χρησιμοποιούσε παρά μόνο όταν τη χρειαζόταν. Είχε κι αυτό όμως το τίμημά του . Όσο καιρό η φωνή προστατευόταν στο κουτί , τόσο η καρδιά του μάγου γινόταν ευάλωτη και βαριά . Μετά από ώρες περιπλάνησης , για παράδειγμα, έγερνε ελαφρώς μπροστά , καθώς ένιωθε τόσο αφόρητα μεγάλη την καρδιά του και δεν μπορούσε εύκολα να την κουβαλήσει. Όσο όμως τραγουδούσε , γινόταν πάλι ένα μικρό αγόρι , και φανταζόταν αντίκρυ τη μητέρα του να του ζητά να της το αφιερώσει προτού πέσει για ύπνο…»
«Η φωνή του ήταν και η Χαρμολύπη ;» με ρώτησε νυσταγμένος , και με το δίκιο του , γιατί η νύχτα προχωρούσε και δεν ήταν ώρα για προεκτάσεις.
«Όχι μικρό μου , η Χαρμολύπη έφτασε αργότερα στα χέρια του μάγου και με έναν πολύ παράξενο τρόπο…»
«Πώς δηλαδή;»

« Περίμενε να την καλέσουν.»
 «Θα σου εξηγήσω σύντομα τι εννοώ.  Όμως πρώτα θα μου υποσχεθείς πως ό,τι κι αν ακούσεις απόψε , δε θα ψάξεις ποτέ να βρεις τη Χαρμολύπη , Ναι;» Πόνταρα στο γεγονός ότι το νεαρό της ηλικίας σου και η αφηγηματική χροιά της φωνής μου θα σε νανούριζαν τόσο που δεν θα έφερνες μεγάλη αντίσταση.
«Υποσχέσου μου πως δε θα την αναζητήσεις ποτέ , μ’ακούς;»
« Το υπόσχομαι» . Κι εκεί που νόμιζα πως τη γλίτωσα , έκανε τη πιο συνηθισμένη και χιλιοειπωμένη ερώτηση των 5 ετών και κάτι : « Γιατί;»
«Γιατί η Χαρμολύπη τελικά , δεν είναι και πολύ ωραίο πράγμα…» Σούφρωσε λιγάκι τα χείλη και με σκούντησε ελαφρώς , αποδεχόμενος το αίνιγμα και απαιτώντας να συνεχίσω ακόμη κι αν δεν έμεινε πλήρως ικανοποιημένος με την απάντηση μου.
« Ο Μάγος είχε συνηθίσει σε αυτή τη ζωή , προχωρώντας πάντοτε προσεκτικά , κι ας συναντούσε τόσο κόσμο στο διάβα του, με ελάχιστους συντρόφους για παρέα , αφού άλλαζε συχνά συνοδούς και πολλές φορές κρατούσε κρυφό το χάρισμα του, σαν ένα πολύτιμο κι επικίνδυνο μυστικό. Του άρεσαν οι παρέες και απολάμβανε συνάξεις όπου του δινόταν η ευκαιρία να σφυρίζει – ποτέ όμως να τραγουδά. Κατά βάση όμως ταξίδευε μόνος το μεγαλύτερο διάστημα κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο , γιατί δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει να κουβαλήσει την καρδιά του . Τα τραγούδια που φύλαγε και δεν έλεγε πια , γίνονταν φορτίο και στοιβάζονταν εκεί το ένα πάνω στο άλλο.  Από την άλλη ήταν όμως και το πιο ασφαλές γιατί έτσι δεν ήταν διαρκώς σε επιφυλακή μήπως κάποιος ανακαλύψει το μυστικό του και το θελήσει για τον εαυτό του. Συνέχιζε όμως να ταξιδεύει και να αφουγκράζεται μουσικές και τραγούδια του κόσμου περπατώντας κάθε μέρα πιο κοντά στο όνειρό του.
»Μια μέρα λοιπόν ο Μάγος, μετά από κοπιαστικό σεργιάνι , έφτασε στην Πόλη της Βροχής . Μάλιστα, κατέφτασε πολύ ενθουσιασμένος , γιατί είχε ακούσει από πολλούς στο δρόμο του να επαινούν την ομορφιά της και τους γεμάτους με νέους ανθρώπους δρόμους της . Η πόλη αυτή είχε όλα τα καλά , είχε όμως μονάχα ένα κακό : δε σταματούσε ποτέ να βρέχει . Όλο το χρόνο έβρεχε , χειμώνα καλοκαίρι , άλλοτε δυνατά και φοβερά κι άλλοτε σιγανά και τρυφερά , σαν να χαιδεύει το έδαφος . Δεν σταματούσε όμως ποτέ .Οι μελαγχολικοί τότε γέμιζαν θλίψη , και η αισιόδοξοι απογοήτευση. Ο Μάγος όμως δεν ήταν ούτε το ένα , μα ούτε και το άλλο. Όταν το καλοσκεφτόταν , κατέληγε πως ίσως , να ίσως ,και να ήτανε λιγάκι μόνος όλο κι όλο.  Δεν ήταν λίγες οι φορές , που κάπου κάπου στα ταξίδια του , αναζητούσε υποσυνείδητα κι άλλους μάγους ή μάγισσες , κάποιον που θα μπορούσε να του τραγουδήσει δίχως να φοβάται , κι ίσως να έβλεπε κι εκείνος παρόμοια θαύματα. Είχε λοιπόν ακόμα την ελπίδα , πως κάπου στην Πόλη της Βροχής ,  κάτω ίσως από κάποια ομπρέλα , να ‘βρισκε πλάσμα να του μοιάζει.»
« Και το βρήκε;»
« Αν με διακόπτεις συνέχεια πώς θα μάθεις; όλα με τη σειρά τους !» Άσε που πρέπει να σε πάρει κι ο Μορφέας σιγά σιγά , σκέφτηκα.
« Μμμ, καλά εντάξει δε θα σε ξαναδιακόψω .  Να ρωτήσω , η Χ..-- »
« Το κάνεις επίτηδες για να μην κοιμηθείς έτσι; » Όχι που δεν θα το καταλάβαινα !
«Καλά ντε δεν είπα και τίποτα…Δεν θα ξαναπω τίποτα τώρα. Συνέχισε γιατί έχεις αφήσει τον μάγο στην Πόλη της Βροχής.»
«Θυμάμαι , και;»
«Ε τον έχεις αφήσει και βρέχεται τόση ώρα..!» 

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (α μέρος)

  [Μετράμε αντίστροφα για τα Χριστούγεννα ξανά...και έχει αρχίσει να βγαίνει από μέσα μου μια λίγο πιο χριστογεννιάτικη ιστορία (ή μη) , ίσως λίγο πιο μαγική από τις άλλες . Ιδού το πρώτο μέρος της, που βρέθηκε σε ένα "συρτάρι γεμάτο με ιστορίες" ]




                                                        ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ ΜΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ:

     Ο ΜΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ




    «Θα μου πεις μια ιστορία ;» Και μην μου πείτε ψέματα. Κάπως έτσι δεν ξεκινάνε όλα;
            Μια φορά και μια νύχτα , έβρεχε πολύ , καλή ώρα σαν και τώρα . Οι γονείς μας έλειπαν από νωρίς, ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν μόνοι στο σπίτι κι η ώρα ήταν περασμένη .  Ήταν ακόμη μικρός , στην ηλικία που μπορούσε να με βασανίζει αλλά και να με αγαπάει ταυτόχρονα με τον ίδιο τρόπο, έτσι που συνδυάζει δυο ταυτότητες : Το καλικατζαράκι των Χριστουγέννων και το αγγελάκι της κορυφής του δέντρου που είχαμε στολισμένο και φέτος στο σαλόνι μας.
 Συνήθιζε να υπνοβατεί , οπότε όταν τον αντίκρισα στο δωμάτιο μου στη μέση της νύχτας έτοιμο να ανοίξει τη ντουλάπα μου και να χωθεί μέσα, δεν με εξέπληξε καθόλου ! Τον πήρα από το χέρι σιγά σιγά και τον οδήγησα στο κρεβάτι ξαπλώνοντας δίπλα του όσο χωρούσα , προσπαθώντας να μην τον ενοχλώ. Πάνω που πήγαινε να με πάρει και μένα ο ύπνος τόσο ήσυχα, τον ένιωσα να τρέμει και τον άκουσα να παραμιλά για λίγο. Είχε μισοξυπνήσει και τίναζε τα πόδια του , κι έτσι όπως μου είχε γυρισμένη την πλάτη , οι μικροσκοπικές αλλά δυνατές κλοτσιές του έφταναν στην κοιλιά μου.
«Θα μου πεις μια ιστορία, Λύκη;» ήταν οι μόνες διάσπαρτες λέξεις που μπορούσε κανείς να ενώσει από το παραμιλητό του και να βγάλει κάποιο νόημα. Τι ιστορία να του πω , που να μην έχει ξανακούσει . Σαν να διάβασε τη σκέψη μου , γύρισε προς το μέρος και δίχως να ανοίξει τα μάτια του μου είπε καθαρότερα : «Όχι την ιστορία με τους μάγους και τα δώρα , μου την είπε η μαμά εχθές…»
«Σ’άρεσε;» τον ρώτησα για να κερδίσω λίγο χρόνο.
«Έτσι κι έτσι .» Τον ρώτησα γιατί. « Ε, μπερδεύτηκα λίγο . Νόμιζα ότι θα κάνανε μαγικά και τέτοια , αλλά τίποτα. Όλα τα άλλα ήτανε τα μαγικά εκτός από αυτούς . Τι μάγοι ήταν αυτοί;» Γέλασα μαζί του ! Ώρες ώρες με εντυπωσιάζει ο τρόπος που επεξεργάζεται τα πράγματα κι άλλες με τρομάζει. Αποφάσισα να τον περιπαίξω λίγο !
«Οι αληθινοί μάγοι δεν κάνουν μάγια , ξέρεις» του είπα . Άργησε να απαντήσει και νόμισα προς στιγμήν ότι τον πήρε πάλι ο ύπνος , όμως εκείνος επεξεργαζόταν όλα όσα του έλεγα. Αποφάσισα να τον βοηθήσω λίγο και έτσι πρόσθεσα : « Οι αληθινοί μάγοι δεν κάνουν μάγια γιατί είναι αυτοί που βοηθάνε τους άλλους να τα κάνουν. »
«Αυτό μου είπε και η μαμά. Μιλάτε περίεργα εσείς οι μεγάλοι!» είπε.
«Ναι το έχουμε αυτό.» Η απάντηση πήγαινε περισσότερο σε μένα . Έτσι αποφάσισα να αρχίσω να του χαϊδεύω τα ίσια μαλλάκια του , που είχαν αρχίσει να μακραίνουν, για να επανορθώσω. Έμεινε λίγο σιωπηλός κι ύστερα πάλι με αιφνιδίασε :
«Και δηλαδή οι μάγοι που έφεραν τα δώρα στον μικρό Χριστούλη τι είναι; Αληθινοί ή ψεύτικοι ;» Δεν ήξερα ποια ήταν η σωστή απάντηση στην ερώτηση του , μου έδωσε όμως πάσα να κάνω κάτι καλύτερο : να πραγματοποιήσω την επιθυμία του.
«Αυτό δεν το γνωρίζω με τη σιγουριά. Μπορώ όμως, αν θέλεις να σου πω μια ιστορία , για έναν αληθινό μάγο που γνώρισα κάποτε και ξέρω σίγουρα.» Σαν να πρόφερα τις μαγικές λέξεις , άνοιξε τα μάτια του μεμιάς και με κοίταξε χωρίς ίχνος νύστας γεμάτος ενθουσιασμό.
«Σοβαρά; Αληθινός αληθινός;»
«Πέρα για πέρα.»
 «πες μου , Λύκη , πες μου!»
«Κλείσε τα μάτια , λοιπόν , κι άκου...» Σιγουρεύτηκα ότι έκανε ό,τι του είπα κι ύστερα ξεκίνησα να του διηγούμαι όσο πιο αλληγορικά και παραμυθικά μπορούσα, πώς γνώρισα «τον μάγο». Ή μάλλον πιο σωστά , τον Μάγο και τη Χαρμολύπη του.
«Τριγυρνούσε κάποτε ανάμεσα μας ένας μάγος , διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Δεν είχε κανένα ψηλό καπέλο , ούτε μανδύα ούτε καμία άλλη περίεργη φορεσιά που να φανερώνει την ιδιότητα του κι έτσι κανείς δεν καταλάβαινε πόσο μαγικός ήταν . Φρόντιζε με επιμέλεια να περπατά σαν όλους τους άλλους , να ανακατεύεται με το πλήθος , να πίνει, να γελά , να ανασαίνει και να σφυρίζει όπως και οι γύρω άνθρωποι . Είχε πυκνά σαν τον έβενο μαλλιά , και άφηνε πολύ συχνά μια πυκνή  γενειάδα γύρω από το πρόσωπο του. Φήμες λένε ότι είναι μαγικά , αλλά κανείς δεν ξέρει να πει με σιγουριά τι κρύβουν. Όμως αν κοιτούσες προσεκτικά , έβλεπες πως είχε όλη τη γλυκάδα ενός μικρού σκαντζόχοιρου , κι αυτό γιατί τον μαρτυρούσαν τα μάτια του. Αυτά δεν μπορούσε να τα κρύψει!»
«Γιατί να θέλει να τα κρύψει όμως ; Ήταν άσχημα;» ρώτησε αθώα και νυσταγμένα.
« Το αντίθετο. Ήταν μαύρα . Θυμάσαι τι έχουμε πει για τα μαύρα μάτια;» Κάτι μουρμούρισε χαριτωμένα αλλά δεν θυμόταν κι έσπευσα να τον βοηθήσω : «Το μαύρο χρώμα είπαμε το βλέπουμε όταν λείπουν τα χρώματα. Λίγοι είναι όμως οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά ατόφια και γυαλιστερά μαύρα μάτια , τα αυθεντικά που λέμε , εκείνα που γεννιούνται με το παιχνίδι των αστεριών. Σε αυτούς τους λίγους τυχερούς , το μαύρο δεν δηλώνει την απουσία , αλλά τον χώρο . Όταν κοιτάξεις καλά μέσα σε αυτά βλέπεις όλο τον χώρο που έχουν μέσα τους για να δεχθούν την ωραιότητα , την ομορφιά και την αγάπη. Ο μάγος της ιστορίας μας είχε ένα ζευγάρι τέτοια .»
«Και δεν του άρεσαν του μάγου όλα αυτά; Μήπως ήταν κακός;»
« Χαχα, όχι μικρό μου. Νομίζω πως απλά δεν το’ξερε.  Πρέπει να έδινε συνεχώς , εδώ κι εκεί , και έκανε συχνά λάθος στην ποσότητα και την ποιότητα. Στο λίγο έδινε πολύ, κι όταν έφτανε το πολύ δεν περίσσευε άλλο. Θαρρείς κι είχε αντικρύσει μια φορά κατάματα το αστέρι του και το άφησε να πεθάνει. Αλλά είχε κάτι που πολλοί θα το ζήλευαν. Είχε τόσο χώρο μέσα του που δεν ήξερε τι να τον κάνει.»
 « Θα πρέπει να ήταν ένας πολύ λυπημένος μάγος…Έτσι μου φαίνεται. » παρατήρησε αμέσως. Δεν ήθελα να απαντήσω σε αυτό κι έτσι τον αποπροσανατόλισα .
« Αυτός ο μάγος πάντως είχε δυνάμεις να ξέρεις!
«Αλήθεια;» πήγε να ανοίξει τα μάτια του από ενθουσιασμό αλλά συγκρατήθηκε γιατί θυμήθηκε τη συμφωνία μας.
« Και βέβαια. Είχε ένα χάρισμα, που λες , αλλά και μια άλλου είδους δύναμη,  τη Χαρμολύπη, και αυτή να ξέρεις ήταν η σωτηρία του αλλά και πρόβλημα του . Αλλά για αυτή θα σου πω αργότερα. Προτού ακόμα αποκτήσει τις δυνάμεις του , ο μάγος της ιστορίας μας γεννήθηκε με ένα ξεχωριστό δώρο : τη φωνή του . Είχε τόσο όμορφη φωνή, και η μητέρα του , που τον υπεραγαπούσε , ήταν εκείνη που ανακάλυψε πρώτη ότι ήταν κάτι το ξεχωριστό. Του έδειξε τι μπορεί να κάνει με αυτήν και πως, αν εξασκηθεί σωστά και μάθει όμορφα τραγούδια , θα μπορεί αργότερα να μιλάει στα πουλιά . Έτσι κι έκανε , λοιπόν , άρχισε να αφουγκράζεται ό,τι μελωδίες άκουγε τριγύρω κι ύστερα μπορούσε να τις μιμηθεί με χάρη. Κάθε φορά που μάθαινε ένα καινούριο , νανούριζε με αυτό τη μητέρα του τα βράδια μέχρι να βαρεθεί ή να παλιώσει . Έτσι μεγάλωνε ο μάγος, κι όταν πια μεγάλωσε κι είχε μάθει όλα τα εκεί  γνωστά τραγούδια , άρχισε να τραγουδά δικά του , και λένε πως  κάθε φορά που περαστικοί βρίσκονταν στο δρόμο του , μαγεύονταν μεμιάς και στέκονταν να τον ακούσουν !»
«Και οι βιαστικοί ; Ξέρεις , αυτοί που σε σκουντάνε στα πεζοδρόμια με τις ομπρέλες τους.»
«Ω, ιδίως οι βιαστικοί ! και με το παραπάνω… Συνεχίζω λοιπόν;» Ο μικρός μου αδερφός ένευσε καταφατικά . Νυσταγμένος μεν , εξαιρετικά περίεργος δε. 

[Συνεχίζεται...]

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Γυάλινοι Παίκτες- μέρος Δ'


         

                                                         IV



            “Συγχώρεσε τους τρόπους μου , είναι η πρώτη φορά που με ακούς να σου μιλώ και τώρα που το σκέφτομαι είναι και η πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό που ακούω τα ίδια μου τα λόγια . Ξέρεις όταν περάσεις μεγάλο διάστημα ακούγοντας μονάχα τις σκέψεις σου , αρχίζεις να ξεχνάς τη φωνή σου , νομίζεις κι εξαφανίζεται , πως αν ανοίξεις το στόμα σου δε θα καταφέρει να βγει ούτε καν άναρθρη κραυγή , σαν να μην τη χρειάζεσαι. Συνήθισα τόσο πολύ να σκέφτομαι , που ξέχασα να μιλάω .
            Όταν σε βρήκα δεν είχες τις αισθήσεις σου. Ήσουν ξαπλωμένη πάνω στο παγωμένο γυαλί κι ενώ θα ορκιζόμουν ότι από κάπου πρέπει να έπεσες , δεν είδα καμιά ρωγμή στο ταβάνι , μόνο μικρά κομμάτια γυαλιού στο πάτωμα ενώ εσύ ήσουν βαλμένη σε μια κομψή θέση με το πρόσωπο σου καθαρό να κοιμάται γαλήνια , τα χέρια βαλμένα προσεκτικά μπροστά στο στήθος και με τους αστραγάλους σχεδόν τον έναν πάνω στον άλλον , σαν να περίμενες να στεγνώσεις. Τα’χασα. Άγγιξα το χέρι σου για να δω αν είσαι αληθινή και η ζεστασιά του με τρόμαξε. Νόμιζα πως ήταν ένας από τους γνωστούς μου εφιάλτες .  Πήρα ένα κομμάτι γυαλί και μάτωσα το δάχτυλο μου. Είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο μια φορά πως πραγματικός κόσμος είναι εκεί που όταν τρυπήσεις το δάχτυλο σου θα βγει κόκκινο αίμα.
            Μόλις σε σήκωσα στα χέρια μου το δωμάτιο που βρισκόμασταν άρχισε να σείεται και το ταβάνι έτρεμε έτοιμο να καταρρεύσει . Σε έφερα γρήγορα εδώ και σε άφησα να κοιμηθείς όσο ήθελες . Γύρισα πίσω αλλά το δωμάτιο που δε βρήκα δεν υπήρχε πια , είχε εξαφανιστεί και στη θέση του είχε έναν ακόμα γυάλινο τοίχο. Έμεινα μαζί σου ώρες , μπορεί και μέρες μέχρι να ξυπνήσεις. Ο χρόνος όμως είναι περίεργος εδώ , ούτε κι εγώ τον έχω καταλάβει πλήρως. Μπορεί να είναι κυκλικός , αντίστροφος , μπορεί να μην υπάρχει καν , αλλά σίγουρα δεν είναι ευθύγραμμος.
            Κάθε λεπτό που περνούσα δίπλα σου δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ . Ήθελα να σε αγγίξω ξανά αλλά έπειθα τον εαυτό μου να μην το κάνει με τη δικαιολογία ότι μπορεί  κι αυτό το δωμάτιο να καταρρεύσει. Έτσι μαζεύτηκα στη γωνιά μου , μάζεψα τα γόνατα στο στήθος και τα τύλιξα με τα χέρια μου για να προστατευτώ από την έλξη της παρουσίας σου. Δεν είχα ιδέα πώς βρέθηκες εδώ , ήξερα όμως δυο πράγματα στα σίγουρα: πρώτον, πως δεν ανήκεις εδώ και δεύτερον πως με τον ερχομό σου άλλαξες κάτι στη βαρύτητα , στην ατμόσφαιρα και την ισορροπία. Μέχρι να ανοίξεις τα μάτια σου , είχαν παρελάσει όλες οι στιγμές μας μέσα στο κεφάλι μου κι όταν επιτέλους ξύπνησες , είχες ένα χαμόγελο στο πρόσωπο σου και μια έκφραση οικειότητας , σαν να ήταν όλα τόσο φυσιολογικά , ο τόπος , ο χρόνος , ο τρόπος. Σαν να γνωριζόμασταν από παλιά και να είχαμε να μιλήσουμε από το προηγούμενο βράδυ…’’
            “Μα γνωριζόμαστε από παλιά.” μου είπες με την ήρεμη και βαθιά φωνή σου καθώς με κοίταζες στα μάτια . Απέφευγε να σε κοιτάξω , μη μπορώντας να ελέγξω το τρέμουλο στη φωνή μου , τώρα όμως δεν μπορούσα να το αποφύγω. Έτσι όπως ήμασταν ξαπλωμένοι αντικριστά, πήρες το χέρι μου και το ακούμπησες πάνω στο λαιμό σου . Τα δάχτυλα μου καθοδηγήθηκαν επάνω στο δέρμα σου σαν να ακολουθούσαν κάποιο χάρτη, θυμάμαι, και έφτασαν στο στέρνο σου , όπου έπιασαν και φανέρωσαν ένα παράξενο κόσμημα: μια μακριά ,ασημένια, λεπτή αλυσίδα  με ένα κομμάτι αδιάφανο λευκό γυαλί περασμένο στο κέντρο.
            “ Το βράδυ που έσπασες κατάλαβα πως δύσκολα θα ξαναζωγράφιζα την πόρτα στον τοίχο. Μαζί με σένα σαν να έπεσε όλος ο πύργος από τραπουλόχαρτα που είχα χτίσει στο δωμάτιο . Δεν είχε νόημα χωρίς εσένα . Κάτι είχε συμβεί , κάτι που με άφησε έπειτα απ’έξω. Αυτό το κομμάτι από σένα είναι το μοναδικό που δεν εξαφανίστηκε . Έμεινε εκεί στο πάτωμα και με περίμενε να το αρπάξω , να το φυλάξω και να το κάνω προέκταση του εαυτού μου , μια μνεία μέχρι να σε ξαναβρώ. Για να το θέσω πιο απλά , το γυαλί ήταν η απόδειξη πως θα σε συναντήσω.’’
            Nομίζω πως ξέρω τι συνέβη.” είπα απομακρύνοντας αργά το χέρι μου . Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και μαζεύτηκα σαν κάτι να με πονούσε. Ύστερα σηκώθηκα ελαφρά και σου έκανα σήμα να με ακολουθήσεις . Ήθελα να σε πάω στο σημείο που είχες ξυπνήσει και με είχες αντικρύσει , έμοιαζε με κρεβάτι χωρίς στρώμα. Μετακίνησα λίγο πιο δεξιά το μαξιλάρι και σου αποκάλυψα έναν ορθογώνιο , βίαια κατεστραμμένο καθρέφτη. Σάστισες . Γύρισες να με κοιτάξεις και με είδες να κρύβω το πρόσωπο μου με ένα πληγωμένο χέρι τυλιγμένο ένα άσπρο πανί . Δεν ήθελα να με δεις να δακρύζω. Άρπαξες το χέρι μου και εστίασες το τρυφερό σου βλέμμα στο σημείο που το ύφασμα είχε γίνει κατακόκκινο. Ήθελες τόσο πολύ να με χτυπήσει εκείνη τη στιγμή , είμαι σίγουρος,  να με χαστουκίσεις ή να τον κλοτσήσεις, μόνο κ μόνο για να μου δείξει πόσο σε πόνεσε αυτό που έκανα . Το έβλεπα όλο ζωγραφισμένο στο βλέμμα σου , το ζούσα. Αντί γι’αυτό όμως εσύ όρμησες στην αγκαλιά μου και τύλιξες τα χέρια σου γύρω μου σφιχτά. Τώρα που δεν έβλεπα το πρόσωπο σου , δάκρυζε μη μπορώντας να βγάλω λέξη.
“ Αυτό που κάνεις πονάει περισσότερο , ξέρεις από ότι ένα χαστούκι” σου είπα διαβάζοντας τη σκέψη σου .
“Πόσες φορές;” ρώτησες χωρίς να με αφήνεις.
Πολλές.”
            “ Γιατί;
            “ Για να σταματήσουν όλα και να μείνω μόνος . Για να εξαφανιστείς.” Με άφησες , ατάραχη πλέον, και ρώτησες:
 “Και μετά;” Δίσταζα να απαντήσω . Χαμήλωσα το βλέμμα κι ύστερα αποκρίθηκα με ξένο ,ακόμη και για μένα, σοβαρό κι αγνώριστο ύφος:
“ Το ίδιο .” Εσύ μου χαμογέλασες πλατιά .
Ψεύτη.
Δεν είπα τίποτα κι έτσι συνέχισες : “ Είναι πολύ αργά πια για ψέματα , μικρέ μου.”
Έσφιξα τις γροθιές μου και τέντωσε όλο του το σώμα , σαν να αισθανόμουν πως απέτυχα σε κάτι ακόμα ,καθώς επαναλάμβανες την ερώτηση .
“ Και μετά;” 
Ξόδεψα όλο μου το κουράγιο στα επόμενα λόγια μου. “Μετά δεν άντεχα να μένω μόνος. Ήθελα οπωσδήποτε να σε συναντήσω.’’
Πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά της και χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω του πήρε το τραυματισμένο του χέρι και φίλησε την πληγή .
“Πρέπει να φύγουμε από εδώ.” μου είπες . Ακουγόσουν αποφασισμένη .
“ Δεν υπάρχει τρόπος.”  Εσύ αγνόησες την απάντηση μου , σαν σχόλιο που δε χρειαζόταν να του δώσει κανείς σημασία . Με πήρες από το χέρι σαν μικρό παιδί και απομακρυνόμασταν χαλαρά χωρίς να βιαζόμαστε. Εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε πού πηγαίναμε. Ήξερα τώρα πως μπορούσαμε να φύγουμε. Μαζί.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος γ)

III



            “ Αργεί φέτος η άνοιξη. Δεν φημίζεται βέβαια το μέρος που περνώ τη ζωή μου για την καλοκαιρινή του διάθεση αλλά ειδικά φέτος σαν να βαριέται το ρολόι των εποχών να κυλήσει. Έχουν βγει όλα τα άλλα στα μπροστά και σπρώχνουν το χρόνο, τις μέρες , τους μήνες , τις ώρες , κι αυτό των εποχών λες κι είναι ράθυμο και νωθρό , κουρασμένο λέει πως μούδιασε από την ακινησία και δε μπορεί να σηκωθεί . Δεν πειράζει όμως , ακόμα κι αυτό συνηθίζεται .
          Κάπου κάπου όμως , έρχονται βράδια σαν και σήμερα. Σήμερα που τελειώνει ο Απρίλης και πρώτη φορά έβγαλα το αγαπημένο μου πουλόβερ, και ξέρεις , μου είναι δύσκολο να το αποχωριστώ γενικά. Αλλά ειδικά απόψε σαν να καλοκαίριασε απότομα μια νύχτα ανάμεσα σε παγωμένες άλλες , όπως όταν ένας τόσος δα μικροσκοπικός βλαστός φυτρώνει και φαίνεται μέσα από χιόνι και κορδώνεται με πείσμα να σηκωθεί και να ξυπνήσει κι άλλους. Βγήκε μάλιστα και το φεγγάρι ολόκληρο απόψε , τόσο μεγάλη γιορτή.
          Δεν με χώραγαν οι τοίχοι , ούτε το λαγούμι μου. Άρπαξα μια ζακέτα που γρήγορα την έβγαλα και κρατώντας την στο χέρι πήγαινα . Απλά και μόνο πήγαινα. Προτού το καταλάβω είχα περπατήσει για καμιά ώρα και στις ελάχιστες στάσεις που έκανα για να χαζέψω τις επιδράσεις της νύχτας στους διπλανούς μου καταλάβαινα ότι ίδρωνα. Το σώμα μου πήγαινε μόνο του και οι περιπετειώδεις μου πατούσες με έφεραν κοντά σε νερό. Πόσο καιρό είχα να περπατήσω εδώ ! Αποφάσισα να κάνω όλο το γύρο , να αφήσω την αύρα του νερού να με χρωματίσει και τα φώτα της πόλης και των μικρών χωριών απέναντι να προσπαθήσουν να γαλουχήσουν τη μοναξιά μου. Καθώς περπατούσα είδα κι άλλους , ζευγάρια περισσότερο. Οι μόνοι ήταν ελάχιστοι , κι αυτοί άνδρες ώριμοι με τα σκυλιά τους .Ένας σκύλος μάλιστα , ένα μαύρο πανέμορφο λαμπραντόρ φαίνεται ξέφυγε του ιδιοκτήτη του και με ακολουθούσε για ώρα. Προλάβαμε να κάνουμε παρέα τουλάχιστον τον μισό γύρο. Ύστερα από λίγη ώρα προπορεύτηκε και μου γάβγιζε ελαφρά , σαν να ήθελε να μου δείξει κάτι . Αφού πηγαίναμε από τον ίδιο δρόμο δεν είχα αντίρρηση . Ήταν αμοιβαία συμφωνία , εκείνος μου χάριζε συντροφιά κι εγώ τον άφηνα να με οδηγεί, κι αφού δεν μιλούσε μπορούσα να χαθώ άνετα στις σκέψεις μου...
            Ζευγάρια που λες , άλλα περπατούσαν κρατώντας ο ένας τον άλλον από το χέρι – λίγοι όμως τα χανε πλεκτά κι δυνατά , αν και δεν έχει σημασία, άλλοι έτρωγαν το πρώτο παγωτό της χρονιάς , κι άλλοι κάθονταν στα παγκάκια , τους τσιμεντένιους πάγκους και την αποβάθρα . Άλλα ξέρεις αυτούς που είναι αγκαλιασμένοι δεν τους προσέχω ιδιαίτερα , δε μου λένε κάτι καινούριο. Δε λέω , μετράει , όμως δεν μετράει τελικά. Εγώ πρόσεχα εκείνα τα ζευγάρια που κάθονταν αντικριστά ο ένας από τον άλλον , με τη γλώσσα του σώματος τους να μοιάζει με εκείνα τα άστρα-εραστές που ποθούν ο ένας τον άλλον αλλά δεν αγγίζονται κι έτσι ανατροφοδοτείται όλο τους το είναι , με τις κοπέλες να χαμογελάνε όσο πιο γοητευτικά μπορούν και τους άνδρες να τις κοιτάνε . Δεν χρειάζεται να πουν τίποτα , έχουν διάπλατα διαθέσιμο το θώρακα , γέρνουν ελαφρώς και τα καταλαβαίνεις όλα μόνο με το να κοιτάνε. Ή μάλλον εδώ να κάνω μια διόρθωση : ο τρίτος τα καταλαβαίνει όλα αν θέλει να δει , γιατί ο ερωτευμένος κοιτάει τον εαυτό του . Όσο αυταπόδεικτα κι αν είναι τα αισθήματα , η αμφιβολία του ερωτευμένου είναι μικρόβιο ανθεκτικό στην αντιβίωση. Είναι και οι δύο καταδικασμένοι να περιφέρονται στη δίνη του “η αγάπη είναι ελέφαντας” μέχρι να σταματήσουν οι στροφές , να λήξει το εισιτήριο και να τους πετάξουν έξω , τον έναν δεξιά και τον άλλον αριστερά.
             Κι όμως περπατώντας δίπλα τους , μόνη και χωρίς παγωτό , άρχισε να σβουρίζει στο μυαλό μου η σκέψη : Μήπως τελικά για αυτό δεν περιμένουμε την άνοιξη ; Για να καθίσουμε μια καλοκαιρινή νύχτα δίπλα στη λίμνη με έναν άνθρωπο και να κοιτιόμαστε αντικριστά , ενώ τα φώτα και το αεράκι θα αλλάζουν το χρώμα των ματιών μας; Ύστερα από αυτή τη σκέψη βρέθηκα εδώ .”
        “ Δεν γίνεται . Υπάρχει κι άλλο. Δεν μπορεί έτσι απλά να εξαφανίστηκες από το σημείο που βρισκόσουν και να βρέθηκες εδώ. Δεν στέκει.” μου είπες προβληματισμένος ενώ καθόμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλον.
         “ Σίγουρα.” Σιώπησα για λίγο κι ύστερα πρόσθεσα “Το ξέρεις ότι από τότε που ράγισε το άγαλμα σου δεν έχω καταφέρει να ανοίξω πάλι την πόρτα;”
Από την έκπληκτη έκφραση σου κατάλαβα ότι δεν είχες ιδέα αλλά και πως υπήρχε κάτι άλλο που σε  απασχολούσε πιο πολύ .
          “ Θέλω να καταλάβω.”, είπες απλά.
       “Φοβάμαι πως αν σου δώσω και το άλλο κομμάτι του παζλ δεν θα με πιστέψεις, θα τρελαθείς σαν κι εμένα. Είναι τρελό. Πασιφανές , αλλά τρελό.” , είπε και πλησίασε πιο κοντά χωρίς δισταγμό , δίχως να σταματήσει να τον κοιτάει στα μάτια. Έκανε μια απόπειρα να αγγίξει το χέρι του, ωστόσο εκείνος τραβήχτηκε λίγο.
          “ Κοίταξε γύρω σου .”
         Έκανα ό,τι μου είπες. Έριξα μια ματιά τριγύρω , ψηλάφισα ότι μπόρεσα με τις άκρες των δαχτύλων μου , εξέτασα κάθε κυβικό εκατοστό με τη δύναμη των ματιών μου, αλλά το παγωμένο διάφανο γυαλί δεν είχε αλλάξει στο εκατοστό. Βρισκόμασταν σε ένα γυάλινο λαβύρινθο. Είχες δίκιο . Τι πιο τρελό από αυτό;
Τότε ξάπλωσες στο πλάι και μου κι έκανες νόημα να σε ακολουθήσω. Όταν σιγουρεύτηκες πως τα πρόσωπα μας απείχαν μια ανάσα το ένα από το άλλο , μου είπες :
          “Δοκίμασε με.”






Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος β')

         
                                                                             II


             Δεν μου αρέσουν οι γιορτές . Μου μιλούσες συχνά για αυτές , παλιά πολύ περισσότερο . Παρ'ότι όμως δε σου το είπα , ίσως το κατάλαβες μόνη σου και σταμάτησες. Ίσως πάλι να κατάλαβες κι εσύ γιατί δεν μου αρέσουν οι γιορτές. Ερχόσουν όμως , ακόμα έρχεσαι δεν ξέρω γιατί . Μέσα σε όλη αυτή τη βαβούρα γύρω, στα σώματα μας μόνο βρίσκουμε την ησυχία κι εσύ αυτό το είχες καταλάβει πιο νωρίς από μένα. Εγώ δεν ξέρω πως να τη μοιραστώ , αυτή είναι η αδυναμία μου. 
            Πάλι δεν με ακούς , έτσι;  Ε, λοιπόν η φωνή σου διαχέεται στο δωμάτιο πεντακάθαρα. Ώρες ώρες με χτυπάει η ηχώ στην πλάτη. Μπορώ να ακούσω το τρέμουλο και την αλλαγή στη χροιά σου όταν έχεις κατέβει γρήγορα τις σκάλες , γιατί πολλά βράδια βιάζεσαι να έρθεις ή να φύγεις. Είναι πολύ πιθανόν να μην έχεις καταλάβει ακόμα ότι υπάρχω και δεν σε αδικώ , γιατί από την αρχή επεδίωξα να μην το μάθεις και να φύγεις , να μην ξανάρθεις. Μόνος μου κλείστηκα σε αυτό το λαβύρινθο και μόνος μου ήθελα να μείνω. Είμαι τόσο καιρό εδώ μέσα που έχω ξεχάσει πώς μπήκα . Ανόητο , θα ‘λεγες ίσως . Αντίθετα , το υποσυνείδητο μου είναι έξυπνο και διάλεξε τον καλύτερο τρόπο για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου- την αμνησία. Θυμάμαι ψάχτηκα λίγο στην αρχή και μπερδεύτηκα, γιατί ο λαβύρινθος ήταν μεγάλος και περίπλοκος και οι τοίχοι τριγύρω ήταν γυάλινοι και κοφτεροί. Περιπλανήθηκα αρκετά κι ύστερα βρήκα στο κέντρο ένα δωμάτιο , πολύ απλό , ίσα να απομονωθώ και να κοιμηθώ . Κι αυτό έκανα , κοιμόμουν βαθιά για μέρες πολλές , χωρίς να βλέπω όνειρα , χωρίς να σκέφτομαι τίποτα και χωρίς να πονάω πουθενά. 
            Πέρασε καιρός χωρίς να αλλάξω θέση , ώσπου κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο μου άκουγα χτυπήματα , συριγμούς , περίεργους ήχους που δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω και με τάραζαν. Παρ'όλα αυτά αρνιόμουν πεισματικά να ξυπνήσω , έλεγα πως είναι η φαντασία μου , πως θα περάσει , πως δεν είμαι τρελός αλλά αν αυτό κάνει πιο εύκολα τα πράγματα ας γίνω. Αλλά δε σταμάτησε τίποτα από όλα αυτά ,και κάθε φορά είχα την εντύπωση πως όλο αυτό γινόταν σε μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα που ενοχλούσε τα αυτιά μου. Όλα μου φαίνονταν μες το σκοτάδι να γυρνάνε κι εγώ ίδρωνα σαν το σκυλί
           Τη φορά που έγινε ανυπόφορο τινάχτηκα από το κρεβάτι. Τα σεντόνια ήταν από καιρό κουβάρι στο πάτωμα. Σηκώθηκα αμέσως κι άρχισα να παίρνω σβάρνα τους τοίχους , άγγιζα μήπως εντόπιζα ρωγμές ή οτιδήποτε μπορούσε να εξηγήσει την εμπειρία μου. Ξόδεψα όλη μου την ενέργεια γυρίζοντας δυο και τρεις φορές στο γυάλινο λαβύρινθο και αποκαμωμένος έπεσα πάλι με τα μούτρα στο πάτωμα. Κι έτσι όπως ήμουν με το κεφάλι στο πλάι έτοιμος να δακρύσω άκουσα ένα γέλιο γυναικείο . Έσπρωξα το λεπτό στρώμα παραπέρα και είδα ότι ακριβώς κάτω από το σημείο όπου είχα το μαξιλάρι μου δεν είχε γυαλί αλλά ένα μεγάλο κομμάτι από καθρέφτη. Σε είδα πρώτη φορά , στην απέναντι πλευρά . Θύμωσα τόσο πολύ μαζί σου , που τόλμησες έστω άθελα σου να ταράξεις το μικρόκοσμο μου. Σου φώναξα , σε έβρισα αλλά τίποτα. Εσύ μιλούσες κοιτώντας με , έσκαγες κανένα χαμόγελο πού και πού αλλά δεν με άκουγες όπως εγώ. Δοκίμασα να σπάσω τον καθρέφτη με τη γροθιά μου και τελικά πλήγωσα το χέρι μου . Το δωμάτιο γέμισε με αίματα αλλά δεν με ένοιαξε . Πήρα το μάθημα μου , αφού δεν μπορούσα να σε αγνοήσω η μόνη λύση ήταν να σε ακούσω.
              Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα πάντα για ποιο πράγμα μιλούσες αλλά μετά από λίγο άρχιζα να συμπαθώ τη φωνή σου κι αυτό γιατί τώρα που έδινα προσοχή μπορούσε να με νανουρίσει και να με ξυπνήσει ταυτόχρονα. Μη ρωτάς πώς. Ούτε για αυτό έχω ιδέα.  Αλλά δεν ήσουν κάθε φορά η ίδια , ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν , κι όταν από μέσα μου αναρωτιόμουνα γιατί , σαν να καταλάβαινες κι άρχιζες να μου λες όλους σου τους προβληματισμούς με τυχαία σειρά και χωρίς λογική σειρά πολλές φορές. Στην αρχή δεν με πείραζε όταν έφτανε η στιγμή να φύγεις , γιατί έβρισκα την ευκαιρία να πέσω πάλι για ύπνο . Σιγά σιγά όμως ένιωθα τον οργανισμό μου να αποκτά το δικό του υποσυνείδητο ξυπνητήρι που με ειδοποιούσε όποτε ήταν να έρθεις , λες και έπρεπε να σηκωθώ πιο νωρίς και να φτιαχτώ πριν με δεις , λες και θα γινόταν κάτι τέτοιο.  Κι ύστερα αυτό , το μονομερές , με χαλάει. Δεν θέλω να βγω από δω μέσα.
Θέλω να σε συναντήσω. 

            


[ Αυτό ήταν το δεύτερο μέρος της ιστορίας "γυάλινοι παίκτες". Το πρώτο είναι ήδη αναρτημένο στο blog με τον ίδιο τίτλο , στις 31 Δεκεμβρίου 2012.  Για όσους το διαβάσατε , καταρχήν ευχαριστώ για τα υπέροχα σχόλια σας , και δεύτερον θα ήθελα να μου γράψετε ποια είναι η γνώμη σας τώρα που γνωρίσατε τους δύο ήρωες και τι θα θέλατε ή θα περιμένατε να γίνει στο τρίτο μέρος! 
Περιμένω σχόλια σας! 
Με αγάπη , Madhatress ]

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Γυάλινοι Παίκτες ( α' μέρος)

                                                                               I



Τι γιορτή ήταν αυτή. Σαν να μη σήμαινε τίποτα ούτε η φασαρία , ούτε η μουσική, ούτε τα πρόσωπα , ούτε κι ο χρόνος που κυλούσε. Περνούσε επειδή έπρεπε να περάσει , αυτή ήταν η δουλειά του και την έκανε πάντα με μεράκι και υπομονή. Άμα μπορούσα δεν θα καθόμουν άλλο, έτσι έκανα αυτό που κάνω πάντα τώρα τελευταία. Ζω τη νύχτα . Ανοίγω μια πόρτα στον τοίχο με μια ξεχασμένη κιμωλία που έχω από το δημοτικό , ζωγραφίζω κι ένα πόμολο και σπρώχνω προς τα πίσω . 'Υστερα μπαίνω σε ένα λαγούμι σαν κι αυτό της Αλίκης , μόνο που είμαι μόνη , δεν κυνηγώ κανένα λαγό. Δεν με πιέζει ο χρόνος , έχω όλη τη νύχτα μπροστά μου. Ωστόσο σήμερα , αισθάνομαι ότι κάτι άλλο , μεγάλο θα μπορούσε να συμβεί. Να 'ναι που αλλάζει ο χρόνος τάχα; Ίσως . 
        Μπαίνω σε ένα δωμάτιο πρώτα , κάπως μικρό , φορτωμένο με πράγματα . Στριμώχνομαι κάθε φορά και πασχίζω λίγο να περάσω μέσα από τους σωρούς αλλά τελικά τα καταφέρνω. Στους τοίχους κρέμονται άτσαλα και στραβά φωτογραφίες. Δε μπορώ πάντα να τις δω καθαρά , δείχνουν πρόσωπα που τα ξέρω ωστόσο και μάλλον δεν αντέχω να τα αναγνωρίσω. Πάντα με πιάνει άγχος σε αυτό το δωμάτιο. Τα πράγματα θα φταίνε. Καμιά φορά με τραυματίζουν και ξυπνάω με πόνους. Έτσι το προσπερνάω γρήγορα , γιατί βιάζομαι να ζωγραφίσω τη δεύτερη πόρτα , μια πιο μεγάλη. Ανοίγω και κατεβαίνω μια σκάλα .
        Είναι στριφογυριστή αλλά δεν ζαλίζομαι. Καμιά φορά αν έχω όρεξη γλιστράω προς τα κάτω από την κουπαστή. Σήμερα όμως δε θα το κάνω , θα κατεβώ προσεκτικά. Είναι όλα από πέτρα τριγύρω , μου θυμίζει κάστρο κι έτσι αντί για φως , ανάβω ένα κερί που με περιμένει πάντα εκεί και μου γαργαλάει το χέρι καθώς κατεβαίνω κάτω κρατώντας το. Αυτή η σκάλα δεν ανεβαίνει . Πηγαίνει μόνο προς τα κάτω . Στο τέρμα της περιμένει ένας χώρος σαν μεγάλος καθεδρικός ναός. Ή τουλάχιστον έτσι διαγράφεται στην ατμόσφαιρα, γιατί στην πραγματικότητα είναι όλα σε τόνους μπλε ή σκούρο πράσινο. Κάτι σαν ζαφειρί χρώμα τέλος πάντων και πρέπει να προχωρήσω πολύ για να αρχίσει να φωτίζεται ο χώρος. Διασχίζοντας το δάπεδο , βλέπω πως έχει μορφή σκακιέρας χωρίς πιόνια. Καμιά φορά αν έχω χρόνο για χάσιμο , παίζω φανταστικές παρτίδες , χωρίς πάντα να κερδίζω αν και πολλές φορές τις αφήνω στη μέση. Μου αρέσει να παίζω στη θέση του ιππότη αλλά είναι δύσκολο ακόμα και για μένα να ανέβω σε φανταστικό άλογο κι έτσι καταλήγω να παίζω στη θέση του πύργου. Δεν θα τολμούσα να διανοηθώ να πλησιάσω μια βασίλισσα.
       Κάνει κρύο , γιατί εκτός από τους τοίχους ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας , δεν υπάρχει τίποτε άλλο . Είμαι μόνη. Ή σχεδόν μόνη . στο τέρμα της αίθουσας αισθάνομαι μια μυστηριώδη παρουσία . Στο βάθος στέκεσαι  εσύ, ένα γυάλινο άγαλμα .  Πλησιάζω και σε περιεργάζομαι όπως την πρώτη φορά. Ξέρεις τι; Έχω την εντύπωση ότι δεν ήσουν πάντα γυάλινος. Τις προάλλες θα ορκιζόμουν πως ήσουν φτιαγμένος από πάγο , ή μήπως ήτανε χαρτί; Ξεχνάω. Όμως μετά πηγαίνω κοντά και αγγίζω το πρόσωπο σου με τα χέρια μου θέλοντας να εξερευνήσω ένα ψεύτικο πρόσωπο που μοιάζει ώρες ώρες πιο αληθινό από το δικό μου. Είσαι ένας όμορφος νέος . Σε έκανα πολύ όμορφο, στο λέω συχνά. Είσαι λίγο πιο ψηλός από μένα , κι αν στέκεσαι λίγο άτσαλα , φαίνεσαι δυνατός . Είσαι πάντα καλά ντυμένος και έχεις μια στάση του σώματος σαν να μην ξέρεις που να βάλεις τα χέρια σου. Έχει ένα μικρό πεζούλι στη βάση σου. Ανεβαίνω επάνω και συνήθως φέρνω τα τακούνια μου για να σε φτάσω πιο εύκολα. Ακουμπώ επάνω σου , σε αγκαλιάζω. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω περάσει όλη τη νύχτα μιλώντας σου για ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Μόνο που’σαι άχρωμος, αυτό είναι το παράπονο μου. Τι χρώμα να είναι αυτά τα μάτια άραγε;
       Νιώθω τόσο ελεύθερη εκεί , κι ας έχω συνέχεια την ίδια εφιαλτική αίσθηση ότι όπου να ‘ναι θα με τυλίξουν μεταλλικές βαριές αλυσίδες και θα με σφίξουν πάνω του ώσπου να σκάσω. Παρ'ολα αυτά μένω εκεί και προσπαθώ να φανταστώ τι θα μου έλεγες αν ήταν ζωντανός. Κοιτώ στα μάτια σου και βλέπω μόνο το είδωλο μου. Ειδικά σήμερα σε αυτό το γυαλί, με βλέπω πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά. 
      Περίεργο , τινάζομαι ανά διαστήματα, σαν να με ταράζουν χτύποι . Μοιάζουν με μεγάλο ρολόι,
από αυτά που ξεχωρίζουν , με το εκκρεμές. Αισθάνομαι μια τεράστια μηχανή κάπου εκεί κοντά να δημιουργεί δονήσεις και κύματα και θόρυβο , πολύ θόρυβο. Δεν το βλέπω πουθενά κι όμως το ακούω σε όλο μου το κορμί να χτυπάει αργά και σταθερά. Μα ναι , σε λίγο αλλάζει ο χρόνος. Μοιράστηκα τη σκέψη μου μαζί σου, δεν μπορώ να κουνηθώ από τη θέση μου. Δεν το επιθυμώ. Ένιωσα κάτι να με σπρώχνει για μια στιγμή , λες και με απώθησες με τα χέρια σου , μα ήσουν ακόμη ακίνητος.
    "Θα πρέπει να είσαι σημαντικός , πιθανότατα πιο έξυπνος από μένα , μα ό,τι κι αν είναι δεν μπορώ να σε φανταστώ κάπου αλλού , εκτός από δω , μαζί μου."
       Μόλις άγγιξα τα χείλη σου,  είχες ήδη ραγίσει.



(συνεχίζεται...)
   

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Ο Χορός των Φλεγόμενων Γραμμάτων


        "Έχω τόσο καιρό που γράφω για τους άλλους , που η πένα μου ξέχασε πώς να γράφει για μένα .” σκέφτηκε ξεφυσώντας τον καπνό από το μισοσβησμένο της τσιγάρο. Τυλιγμένη με ένα σεντόνι και τα μαλλιά της πιασμένα με μολύβι , καθόταν άτσαλα επάνω στο πλυντήριο του διαδρόμου κάτω από το παράθυρο. Αστείο θέαμα θα έλεγε κανείς , ειδικά ο φίλος της που δεν καταλάβαινε και πολλά περί έπνευσης και σκοτεινιάς. Για κάποιους ανθρώπους τα πράγματα όλα γύρω είναι πιο απλά . Για κάποιους άλλους πάλι , δεν απλοποιούνται ποτέ. “Πίστεψε με, είναι πιο κουραστικό να προσπαθείς να τα απλοποιήσεις όταν ανήκεις στους δεύτερους παρά όταν αποδέχεσαι τη φύση σου. Τζάμπα χαμένη ενέργεια.” Γέλασε με αυτή τη σκέψη . Τη σημείωσε καλού κακού. Έριξε μια ματιά στις σκόρπιες σελίδες που είχε δίπλα της.
      Τελευταία έκανε διάφορες τέτοιες σκέψεις , συνήθως άσχετες μεταξύ τους και παιδευόταν , έσπαγε το κεφάλι της να βρει τρόπο να τα ενώσει. Αντί για αυτό , έβλεπε να ενώνεται μόνο ο σωρός από τσαλακωμένα χαρτιά στο πάτωμα . Από πότε είναι τόσο δύσκολο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί . "To ξέρω ότι τα γράμματα έχουν φωτιά , τα βλέπω, αλλά γιατί σταμάτησαν να χορεύουν;"
        Παράτησε ό,τι έκανε , για ακόμη μια φορά και πετάχτηκε πάνω. Έκανε μια δυο φορές τον κύκλο του σπιτιού κι αφού είδε ότι ήταν τόσο μικρό που δεν την έπαιρνε για τρίτο , κατέρρευσε στο πάτωμα. Αν ήταν ζωγράφος θα καταλάβαινε περισσότερο . Θα χε πινέλα σκορπισμένα παντού , λερωμένα ρούχα και βαμμένους τοίχους κι πολύχρωμες μπογιές στα χέρια. Της φαινόταν πιο ψαγμένο ακόμα και χωρίς έμπνευση. Ε Τώρα απλώς φαινόταν σαν χαζή αρχαία Ελληνίδα με μουντζουρωμένα μπλε δάχτυλα από χαραμισμένο μελάνι. Εντάξει , έλλειψη ερεθισμάτων επίσης το λένε αλλά τελευταία παραπήγαινε. Κάπνισε λίγο ακόμα και πήγε στο υπνοδωμάτιο να καθίσει στο έπιπλο της τουαλέτας μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε καλά το πρόσωπο της , άβαφο , απρόσεκτο . Λιγάκι θαμπό. Έτσι έμοιαζαν άραγε όλες οι κοπέλες που τους έλεγαν ότι είναι κούκλες από τη μέρα που γεννήθηκαν; Έβλεπε κιόλας τα σημάδια των “-άντα” να πλησιάζουν , αλλά ακόμη κι αυτό την άφησε αδιάφορη. Πάντα θα λείπει κάτι. 
       Ξεφυσώντας ωστόσο , το μάτι της έπεσε στα καλλυντικά της . Τα περιεργάστηκε λίγο σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά. Θυμήθηκε εποχές που ήταν πιτσιρίκι με μπούκλες που πήγαιναν πέρα δώθε και το μόνο που έκανε ήταν να εξερευνά και να παίζει, ειδικά τα καλοκαίρια που πήγαινε με τους παππούδες της στο εξοχικό της θείας της , γιατί είχε ένα εσιτατόριο κοντά στη θάλασσα. Δεν είχε ποτέ πολύ κόσμο , αλλά θυμόταν πόσο ασήμαντο της φαινόταν αυτό και ότι το μόνο που σκεφτόταν ήταν πόσο θαυμάσια ήταν η αίσθηση της συγκεκριμένης θάλασσας μετά τις 6 το απόγευμα και τα βράδια πια αποκαμωμένη και καθαρή πήγαινε κρυφά στο δωμάτιο της θείας της και άνοιγε τα συρτάρια δοκιμάζοντας ό,τι μπορούσε. Κι αυτό που της είχε μείνει περισσότερο ήταν ότι όλα τα σκουλαρίκια της είχανε κλιψάκια , γιατί ποτέ δεν είχε τρυπήσει τα αυτιά της . Από τότε δεν είχε να δει σκουλαρίκια με κλιπς;
     Τα δάχτυλα της τώρα ψηλάφιζαν το κόκκινο κραγιόν της. Το πρόσεχε πολύ , το χει φορέσει ελάχιστες φορές. Έτσι , γιατί απλά δεν το έχει συνηθίσει , ή δε θέλει να συνηθίσει αυτή την αίσθηση του διαφορετικού, του μοιραίου καμιά φορά. Τώρα όμως ήταν μια από αυτές τις φορές. Το άπλωσε απαλά σε χείλη της και τα έτριψε λίγο μεταξύ τους . Σούφρωσε ελαφρώς τα χείλη μπροστά στον καθρέφτη και πλησίασε πιο κοντά. Δεν ένιωσε όμως και καμία ιδιαίτερη διαφορά . Κι έτσι όπως πλησίαζε το σεντόνι από τη μια πλευρά γλίστρησε από των ώμο , και φάνηκε κοντά στο στήθος της ένα ξεχασμένο τατουάζ, μια μαύρη πεταλούδα. “Εγώ και τα σύμβολα της ''ελευθερίας'' μου. Ένα tattoo , ένα κόκκινο κραγιόν κι από μέσα τα ίδια. Πρωτοτύπησα πάλι.” Μα παρατηρώντας λίγο περισσότερο , και η ίδια κατάλαβε πως ασυναίσθητα δεν το πε με πικρία , μάλλον με αυτοσαρκασμό .       
     Κι άρχισε τότε να της έρχεται λίγο λίγο στο μυαλό ένα νέο ποίημα ή τραγούδι δεν ήταν σίγουρη . Όχι ήταν ποιήμα τελικά . Πήρε ένα χαρτί απο δίπλα της και κατέγραψε όσους στίχους έρχονταν , κάπως άτσαλα και πρόχειρα, ο ένας πίσω από τον άλλον. Έγραφε , έγραφε όχι πολύ αλλά έντονα , κοιτούσε σαν να έγραφαν τις λέξεις τα ίδια της τα μάτια κι όχι το χέρι σαν πιστός υπηρέτης της. Ύστερα από λίγο σταμάτησε απότομα , κοίταξε τον καθρέφτη και άφησε ένα σημάδι φιλιού με το κατακόκκινο κραγιόν της. Χαμογέλασε αινιγματικά , πέταξε το σεντόνι και βγήκε από το δωμάτιο.

Στο τέλος πίσω από το μελάνι αν κοίταζε κανείς προσεκτικά έλεγε κάτι σαν :

Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει , ποτέ δεν υπήρξε . Βγαίνοντας από ένα κλουβί , προσμένει πάντα άλλο μεγαλύτερο. Λες να μας χωρέσει καλύτερα τούτη τη φορά; Εμείς ,που οι πρόγονοι μας ξυπνούσαν στα είκοσι πέντε και ερωτεύονταν πρώτη φορά. Εμείς, εκπρόσωποι μιας γενιάς που χει φτάσει με το ζόρι τα είκοσι κι έχει κουραστεί. Καταλαβαίνεις τώρα; Τίποτα δεν μας ανήκει. Κι άσε το χειμώνα να επιμένει τις γιορτές : 'κι αν δε μπορείς ούτε κι εσύ απ'τη βροχή να κοιμηθείς , έλα δω , να βρείς, το άλλο σου μισό.''
Μα δεν είναι αλήθεια όλα αυτά.” 

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

To Φάντασμα της πόλης


           Το χώμα μυρίζει όπως εχθές . Όλα βρεγμένα , γυαλίζουν κάτω από το φως. Είναι πρωί , πολύ πρωί , πού να προλάβει ο ήλιος να μας στεγνώσει. Κι εδώ που σε έχω φέρει μάτια μου , μόνο να μας κάψει μπορεί. Αν ήσουν εδώ να περπατήσεις μαζί μου , θα σου δινα το μπράτσο μου να το κρατάς . Μα δεν πειράζει , θα συνεχίσω να ανηφορίζω τον πεζόδρομο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παλτού μου , και θα αφήσω επίτηδες το δεξί μου χέρι λίγο πιο έξω , σαν να παίζουμε πάλι με την Ιδέα σου το παιχνίδι της αρπαγής. Με προλαβαίνει πρώτη.
          Δες εδώ , να εδώ , αυτή την ευθεία που σήμερα για μένα είναι ανηφόρα κι αύριο θα πρέπει να την κατέβω από την αρχή. Πάνω στο πλακόστρωτο έχω ρημάξει τα καλύτερα μου παπούτσια κι έχω την αξίωση να περηφανεύομαι ότι δεν το κάναμε μαζί. Δεν έχεις περπατήσει ποτέ σε αυτό το δρόμο, δεν έχεις στρίψει ποτέ σε εκείνο το στενό, δεν έχεις μοιραστεί την πρωινή ομίχλη με τους τρελούς οδηγούς , δεν έχεις μυρίσει ποτέ τον αέρα αυτής της πόλης. Δεν έχεις έρθει ποτέ εδώ. Δεν είσαι από δω.
         Κοίτα εκεί . Εκεί ντε! Παραλίγο να δείξω με το χέρι. Σε βλέπω απέναντι μου, είσαι η κοπέλα που κάθεται στο παρκάκι , αυτή που με προσπερνάει όταν είμαι στο δρόμο, μια άλλη που σταματάει στο περίπτερο , ή εκείνη από το τμήμα του άλλου κτιρίου που τη βλέπω πού και πού και μιλά και γελά σαν εσένα Ή εκείνη τη φορά που σταμάτησα μια τύπισσα στο μετρό και δε θυμάμαι σε ποια γλώσσα της ζήτησα συγνώμη. Κι ενώ έχω πετάξει μια για πάντα το σεντούκι μας στη θάλασσα , είμαι ακόμα παντρεμένος με τη σκιά σου , αφού ό,τι ξένο βρω το κάνεις διφυές , κι ακόμη εγώ , που πάντα έλεγες πως μοιάζω με το φως, γίνομαι πιο κλειστός και σκοτεινός και ως το ξημέρωμα σου έχω μοιάσει .                       
          Να τώρα βρέχει. Σαν να σε βλέπω απο μια μεριά να ρίχνεις το νερό εσύ . Όπως εμφανίζεσαι κι εξαναφανίζεσαι , έτσι κι αυτή . Αρχίζει ελαφρά και μας παιδεύει με τα χάδια για ώρες , ύστερα σταματάει, μας κρατάει ακίνητους , αφυδατωμένους , κι ύστερα αρχίζει ξανά χωρίς ποτέ να δυναμώνει. Ίσα να μας κάνει για υποκατάστατο. Ήρθα εδώ γιατί μου έλειπε το νερό του ουρανού, το λαχταρούσα , το λάτρευα ούτε που ένιωθα ποτέ τη μελαγχολία του. Μα έτσι είμαστε εμείς. Ξεκινάμε γυμνοί και στο τέλος αλυσοδενόμαστε με την ομπρέλα παραμάσχαλα.
       Μείνε λίγο ακόμα μαζί μου, σχεδόν έφτασα. Σε λίγο μπορείς να φύγεις πάλι. Θα πάρεις το άρωμα σου που χει αποτυπωθεί στη μνήμη μου και θα το σκορπίσεις στον αέρα λίγα λεπτά πριν μέχρι να το συνηθίσω . Ίσως θυμηθώ και κάνα φιλί , μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο , από αυτά τα άτσαλα , τα βιαστικά. Αυτά θα τα βρεις πάνω πάνω . Φτάσαμε. Περίεργο, σχεδόν φαντάζομαι τώρα και διπλά ίχνη λάσπης στο πατάκι.  Τώρα όπου να σαι θα μετρήσω αντίστροφα. Πάντα σε τυχαία σειρά. Κι όπως θα στέκομαι μονάχος πίσω από την πόρτα και θα κλειδώνω δυο φορές , εσύ θα χεις ήδη στοιχειώσει τον επόμενο περαστικό. Λίγο ακόμα , κάθε φορά , άλλο λίγο. Φοβάμαι πως τελειώνει ο χρόνος μας. Δεν έχω πει ακόμα κουβέντα.
Μα θέλω τόσα να σου πω και τα αστέρια δε γελάνε. Αύριο πάλι.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

B.allon R.ouge

       Περπατούσα για ώρες μες τη νύχτα χωρίς σταματημό. Τα πέλματα μου είχαν ματώσει πάνω στα τακούνια μου που με άνεση αποτελούσαν το μοναδικό ήχο σε όλο το δρόμο. Ψυχή πουθενά. Μόνο εγώ και οι γόβες μου να βηματίζουν μια αδιάφορα και μια βιαστικά. Δε θυμάμαι από που ξεκίνησα , σαν να είχα ένα κενό μνήμης , σαν να με τοποθέτησε κάποιος ξαφνικά στη μέση της οδού ενώ ήδη περπατούσα υπνωτισμένη στον αέρα. 
        Είχε ένα κρύο πρωτόγνωρο και καθώς προχωρούσα η υγρασία διαπερνούσε το καλσόν αλλά και το γούνινο παλτό μου. Το έσφιξα δυνατά πάνω μου και η παγωμένη μου ανάσα κρυσταλλώθηκε τη στιγμή της γέννησης της. Και εκεί που απελπισμένη κοιτούσα γύρω γύρω ξάφνου το είδα. Το μικρό ξανθό αγοράκι με το κόκκινο μπαλόνι! Έτρεξε κοντά μου και προσπάθησε να χωθεί κάτω από τη γούνα μου. Το μπαλόνι όμως δε χωρούσε. Πάλεψε λιγάκι , τρίφτηκε , έκανε δυο σβούρες γέλασε λιγάκι και έπειτα το έσκασε πάντα με το μπαλόνι του στο χέρι. Το ακολούθησα αμέσως , έτρεχα πάνω στο πλακόστρωτο με τις γόβες μην τυχόν και το χάσω μόλις έστριβε στη γωνία. Κανείς άλλος τριγύρω , μάρτυρας μου μόνο το τακ τακ και το μισοσπασμένο μου τακούνι.
       Ύστερα από λίγο το είδα κάπου στο βάθος που σταμάτησε. Μας χώριζε μόνο μια ολιγόμετρη ευθεία. Έφτασα να τον συναντήσω έξω απο ένα κτίριο , γνώριμο , παλιό. Ένα ξενοδοχείο ήταν , κι έτσι μες τη μαύρη νύχτα όπως το κοιτούσα σαν να μου φάνηκε στοιχειωμένο. Μόλις έκανα να μιλήσω στο αγοράκι και να το πιάσω , αυτό τραβήχτηκε γέλασε παιδικά , μπήκε μέσα και χάθηκε ξανά. Φοβήθηκα λιγάκι κι ανατρίχιασα , μα δεν είχε επιλογή από το να ακολουθήσω.
         Μπαίνοντας μέσα κατάλαβα γιατί το μέρος μου φαινόταν τόσο γνώριμο. Είχα ξανάρθει . Δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά το αισθανόμουν ότι ήταν πιο πρόσφατα από όσο γνώριζα. Κι ενώ ο χώρος και τα έπιπλα μου φαίνονταν τα ίδια , κάτι στην ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Ο χώρος ήταν σκοτεινός , οι τοίχοι σκούρο μπλε , ίσως και βαθύ πράσινο που με το αμυδρό φως ήταν πιο τρομακτικοί και ένα μεγάλο κόκκινο χαλί στρωμένο κατά μήκος οδηγώντας στη ρεσεψιόν. Όσο προχωρούσα διστακτικά , άναβαν διάσπαρτα κεριά πάνω σε κηροπήγια από άλλη εποχή , δείχνοντας μου το δρόμο. Το τελευταίο κερί φώτισε το κουδουνάκι πάνω στο γραφείο. Δεν έβλεπα τίποτε άλλο κι έτσι δεν είχα επιλογή παρά να το πατήσω .Δίστασα λίγο και με χέρι που έτρεμε το πάτησα. Με το που ακούγεται το σκουριασμένο ντριν άξαφνα φώτισε το πίσω μέρος του γραφείου κι εμφανίστηκε ως ρεσεψιονίστ ένας τρομακτικός τύπος με κόκκινη στολή , χρυσά κουμπιά και έντονα βαμμένο πρόσωπο με άσπρη μπογιά ή πούδρα σαν φάντασμα. Φορούσε κι ένα μπλε-κόκκινο καπέλο. Τινάχτηκα απότομα κι έκλεισα τα μάτια μου.
        Όταν τα άνοιξα συνειδητοποίησα πως τα στρογγυλά μαύρα μάτια του δεν με κοιτούσαν καν . Ήταν ακίνητος σαν άγαλμα , λες και ήταν παγωμένος στο χρόνο , σφηνωμένος στο πάτωμα σαν μια κούκλα βιτρίνας. Αλλά σε πολύ πιο φρικαλέα εκδοχή. Η παγωμένη έκφραση του δεν υποδείκνυε τίποτε αλλά το δεξί του χέρι κρατούσε ένα λευκό χαρτί . Πήγα να το πάρω από το χέρι του και το έβγαλα με κόπο , αφού έμοιαζε να είναι κολλημένο ανάμεσα στα δάχτυλά του μα μόλις το κράτησα στα χέρια μου και έριξα μια ματιά άρπαξε φωτιά . Το πέταξα ενστικτωδώς από το χέρι μου και το άφησα να γίνει στάχτη μπροστά στα μάτια μου. Ευτυχώς είχα απομνημονεύσει το μήνυμα.
"308".
           Ο διάδρομος δίπλα μου φωτίστηκε και τα φώτα πίσω μου έσβησαν. Σαν να αιωρούνταν τώρα δυο τρια κεριά μπροστά μου και να οδηγούν τον δρόμο. Προχωρώντας βήμα βήμα έσπασε η σιωπή από κάτι γέλια. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν το παιδί μα όταν έστρεψα το κεφάλι είδα πως περνούσα έξω από την τραπεζαρία. Το φως σταμάτησε μαζί μου να προχωρά. H αίθουσα φώτισε από τα πλάγια και ο βαρύς μεγαλόπρεπος πολυέλαιος στο κέντρο της οροφής μισοφώτισε. Τα στρογγυλά μεγάλα τραπέζια ήταν γεμάτα σαν να χε κάποια γιορτή . Όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες εκτός από μία κάπου στο κέντρο. Παρόλη τη σκοτεινιά και το μυστήριο του σκηνικού εδώ η ατμόσφαιρα ήταν πιο ζεστή και γιορτινή όσο γινόταν. Άκουγα γέλια και ζωηρές συζητήσεις , μεθυσμένους και κουτσομπολίστικους ψίθυρους κι ύστερα από λίγο είδα ότι κανείς δεν κουνιόταν. Έμοιαζαν όλοι να συζητούν , να γιορτάζουν , κοιτούσαν δεξιά κι αρίστερά , γυρισμένοι εμπρός και πίσω , ο ένας πάνω στον άλλον αλλά δεν κινούνταν ούτε το σώμα τους ούτε τα χείλη τους. Οι ομιλίες που άκουγα φάνταζαν σαν ένα γραμμόφωνο που έπαιζε πίσω από την πόρτα αντί για μουσική. Τίποτα ωστόσο δεν φαινόταν να διαταράσσεται από την παρουσία μου , τόσο που όταν έκανα μερικά βήματα προς τα μπρος και κινήθηκα ανάμεσα στον κόσμο , τίποτε δεν άλλαξε σαν ήμουν αόρατη στα μάτια τους ή να ήταν αόρατοι αυτοί. Ημιδιαφανείς. Ξένοι. Κι όμως κάτι μου θύμιζαν... Μέσα στη ζάλη , σε μια τόσο δα παύση , ξεχώρισα ανάμεσα στους ήχους το γνωστό γέλιο του αγοριού. Έψαξα με το βλέμμα μου τριγύρω και τελικά ανίχνευσα το κόκκινο μπαλόνι να ξεγλιστρά από την τραπεζαρία πάλι πίσω στο διάδρομο. Το ακολούθησα αναπόσπαστη αυτή τη φορά και δεν πρόσεξα παρά αργότερα ότι η πόρτα πίσω μου έκλεισε αθόρυβα.
          Τρέχοντας έφτασα στο τέρμα όπου με περίμενε ένα ανανσέρ. Κατέβαινε από τον τρίτο. Μόλις άνοιξαν η πόρτες είδα έναν άντρα σαν κι αυτόν στη ρεσεψιόν. Τα ίδια ρούχα , ίδιο στήσιμο, ίδιο μακιγιάζ , ίδια φρίκη...Στάσου. Δε μπορεί να ήταν ο ίδιος ! Μπήκα μέσα και στάθηκα αμίλητη. Όπως το περίμενα δεν κινήθηκε ούτε μια στιγμή. Παγωμένος κοίταζε ευθεία. Οι πόρτες έκλεισαν αυτόματα και το κουμπί για τον τρίτο όροφο ενεργοποιήθηκε μόνο του. Το μακρύ μανίκι του φορέματος μου πιάστηκε και σκίστηκε ένα κομμάτι κι ο γυμνός μου καρπός μου αποκάλυψε ένα τατουάζ με καλλιγραφικά γράμματα "Μόνο οι ξένοι γνωρίζουν καλοσύνη". Το μόνο που ακουγόταν όσο ανεβαίναμε ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος του σκουριασμένου σύρματος και το τρίξιμο του δαπέδου. Μόλις φτάσαμε όρμησα έξω από το ασανσέρ και προχώρησα λίγα μέτρα στο σημείο διασταύρωσης δύο διαδρόμων. Ο ένας ήταν πιο φωτεινός από τον άλλον. Έριξα μια ματιά στις πόρτες , από τα δεξιά ανέβαινε από το 350 και από αριστερά κατέβαινε. Πήγα αριστερά .
          Κάτι με εμπόδιζε να τρέξω. Μια δύναμη ή μια κρυφή παρουσία που περπατούσε μαζί μου κι έκανε τα βήματα μου όσο πιο αργά γινόταν για να με αναγκάσει να παρατηρήσω το διάδρομο με όλες μου τις αισθήσεις . Τη βρωμιά , το σκοτάδι, το φτηνό γυναικείο άρωμα που είχε ποτίσει το χαλί...Και σαν η μυρωδιά του να είχε τη μαγική ιδιότητα να φέρνει στη μνήμη μου ένα ένα όσα είχα ξεχάσει . Κι όσο περνούσε η ώρα τόσο θυμόμουν κι ένιωθα πως ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Προχώρησα πια με σίγουρα και σταθερά βήματα στο 308.
          Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και στο πάτωμα μια σειρά από θρύψαλλα οδηγούσαν σε ένα σπασμένο ποτήρι κόκκινο κρασί. Ένα κουβάρι τα σεντόνια του κρεβατιού πιο πέρα και πάνω στο κρεβάτι ένας άντρας κοιμόταν . Στην άλλη άκρη του δωματίου η πελώρια τζαμαρία ήταν ανοιχτή και μια γυναίκα στεκόταν και κοιτούσε από κάτω. Ημουν εγώ. Εγώ κοιτούσα. Μόλις ξεστόμισα ψιθυριστά αυτές τις λέξεις η μορφή μου , ό,τι ήταν αυτό, αιωρήθηκε για λίγα λεπτά και με πήγε πιο κοντά της , ώσπου μπήκα μέσα στο ίδιο σώμα κι έβλεπα από τα ίδια μάτια. Ένας περίεργος μεταμεσονύχτιος αέρας μου φυσούσε τα μαλλιά. Ο άνδρας ξύπνησε και σηκώθηκε κοιτώντας με στα μάτια. Τον κοίταξα και του ανταπέδωσα το αποχαιρετιστήριο χαμόγελο . Γύρισα πάλι το βλέμμα προς τα κάτω και είδα ένα μικρό ξανθομάλλικο αγόρι να γελάει και να με χαιρετάει κρατώντας ένα κόκκινο μπαλόνι. Άνοιξα τα χέρια μου και το ακολούθησα.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Κίτρινη Νότα



Οδός Χατζηπελαιρέν 24 , ώρα 9 μ.μ 
Ένας άνδρας αφήνει ένα πακέτο κι ένα γράμμα στο 4Β και φεύγει τρέχοντας προς τη στάση του μετρό. 

    "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια... ήταν το παράπονο σου. Κι ότι δεν μας μαθαίνουν καλλιγραφικά. Γι αυτό λοιπόν κι εγώ σου γράφω με τα χέρια και την καρδιά μου γυμνή γιατί ντυμένο με οτιδήποτε άλλο πέρα από μολύβι και χαρτί σου φαίνεται "δεύτερο". Την τελευταία φορά που ήρθες να με δεις νόμιζα πως θα έμενες. Είχες αυτό το χαμόγελο στα χείλη σου που πάντα μου άρεσε σαν να κρύβει ένα μυστικό , ένα από αυτά τα πολύπλοκα που κρύβετε εσείς οι γυναίκες και που θα με φιλούσες για να το μοιραστείς μαζί μου. Θυμάμαι ακόμα αυτή τη μέτρια αυτοπεποίθηση που με προσγείωνε και που ώρες ώρες νόμιζα πως αισθανόσουν τόσο τυχερή που είμαι μαζί σου και ξεχνούσες ότι ήμουν κι εγώ. Έτσι πίστευα τουλάχιστον.
      Από την πρώτη φορά που μου συστήθηκες αισθάνθηκα ότι δεν θα καταλάβαινα ποτέ τι σκέφτεσαι και λίγες μέρες αργότερα το ίδιο μου είπες κι εσύ, να μην προσπαθήσω καν , γιατί όντως οι γυναίκες είναι περίεργα πλάσματα κι ότι μπορεί για γυναίκα να σκεφτόσουν πιο απλά , αλλά για άνθρωπο γενικότερα σκεφτόσουν περίπλοκα, αλλόκοτα πολλές φορές. Οι μήνες μαζί σου κύλησαν νερό , κι ούτε μου χε συμβεί αυτό ποτέ. Οι προηγούμενες σχέσεις μου , έμοιαζαν να πατούν πάνω σε κάποιο μοτίβο κι ακόμα αναρωτιέμαι πως κατάφερες να μη μοιάζεις με καμία από αυτές. Πώς κατάφερες "κι έγινες το ομορφότερο χάος του κόσμου". Και τι χαζός που ήμουν που δεν το πρόσεξα εξαρχής. Άλλά έτσι είσαι πάντα , δεν κρύβεσαι άλλα ούτε και φαίνεσαι. Περιμένεις από τον άλλον να καταλάβει αυτό που τον ενδιαφέρει κι αν απορρίψει την ιδέα ούτε που δίνεις σημασία. Ήσουν μαζί μου και δεν ήσουν. Ίσως εγώ να ήμουν περισσότερο. Σαν για κάποιο μυστήριο λόγο , ιερό ενδεχομένως, να είχες κλειδώσει τον εαυτό σου και να χες πετάξει το κλειδί κάπου πολύ μακριά . Ή μπορεί έτσι απλώς να διέδιδες και να το κρατούσες για τον εαυτό σου.
    Κι έτσι δε μου έκανε εντύπωση η απόφαση σου να φύγεις όταν οι αγκαλιές μου γίνονταν πιο σφιχτές. Έπιασα τον εαυτό μου να σου μιλάει για όνειρα που δεν έκανα ούτε στα δεκάξι κι εσύ ενθάρρυνες και γελούσες μόνο με τα κομμάτια που δεν περιείχαν κι εσένα μέσα. Κι όταν μιλούσα πιο σοβαρά , έπερνες ένα ύφος σαν να με μάλωνες και μετά έλεγες κάτι αστείο , γιατί πουθενά δεν ένιωθες τόσο άνετα όσο στην πλάκα. Μου 'χες πει μια φορά ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν με μάσκες κι ότι το τρομακτικό δεν είναι η ίδια η μάσκα αλλά το τι κρύβεται από κάτω. Όταν τελειώσαμε έψαξα να βρω μια μάσκα για μένα που να κρύβει την απορία μου και μια εξήγηση για το τι κρύβεται κάτω από τη δική σου γιατί από το δικό μου πουθενά άρχιζες να λες ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν ερωτεύονται πια στα αληθινά , πως δε μπορούν να αγαπήσουν και οι παλιές ταινίες και τα κλασικά βιβλία είναι τα πιο μαρτυρικά γιατί είναι οι αποδείξεις ότι το ωραίο κάποτε υπήρχε και μεγαλουργούσε και τώρα μας έχει καταπιεί η σκια του. 
       Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα όλα όσα έλεγες αλλά θυμάμαι εκείνη τη θλιμμένη λάμψη στα μάτια σου όταν ΄ξεστόμιζες πως ο αληθινός έρωτας κι η αγάπη έχει πεθάνει κι ότι εδώ στη Γη δεν υπάρχει πια τίποτα σα θύμηση του θεικού αλλά μόνο το ευτελές και το χυδαίο. Μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε , κι ενδιάμεσα προσπαθούμε να "κλειδώσουμε" με ανθρώπους μάταια. Η αίσθηση ότι αποτελούμε κομμάτια που ενώνονται μεταξύ τους υπάρχει ακόμα αλλά το παζλ έχει χαθεί. Και οι άντρες; δεν ερωτεύονται πια!  Τους αρέσει μια γυναίκα , την θέλουν την ποθούν , την επιθυμούν για τον εαυτό τους , κι ύστερα από μερικά χρόνια αφού έχουν επιθυμήσει τόσες και έχουν κουραστεί , παντρεύονται μία. Αυτό μου χες πει. Κι έτσι τώρα σου γράφω όλα αυτά για να δεις πίσω από την μάσκα μου , πίσω απο εκείνη τη παγωμένη νεκρή έκφραση εκείνο το βράδυ τη στιγμή που σε παρακαλούσα να το ξανασκεφτείς κι εσύ χαμογελούσες γιατί πίστευες πως δώσαμε ό,τι μπορούσαμε ο ένας στον άλλον αυτό που μπορούσαμε και που ήταν γραφτό και ότι το τέλος μας είναι το σωστό. Εξάλλου μια μέρα θα σε πλήγωνα έτσι κι αλλιώς , έτσι είμαι φτιαγμένος να κάνω , είπες , κι ας είμαι τόσο καλός , έτσι θα γίνει κι ας μην το θέλω . Δεν αξίζει τον κόπο. 
       "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια..." ήταν το παράπονο σου. Έγραψα ό,τι μπορούσα. Ίσως και παραπάνω. Ακόμα φοβάμαι να παραδεχτώ ότι σκέφτηκα όσα έγραψα . Σαν άντρας που είμαι θα έπρεπε να σκέφτομαι πιο απλά. Το λογικό θα ήταν να μην τολμούσα να πικραθώ , να προχωρούσα παρακάτω, να έβρισκα μια άλλη την επομένη κι όχι να κάθομαι να σκοτίζομαι με το πώς και το γιατί. Κι έτσι εσύ θα επιβεβαιωνόσουν Αλλά το ΄παμε, με προειδοποίησες ότι δε θα καταλάβω τι και πώς σκέφτεσαι.Κι αυτή σου η ικανότητα, η κατάρα όπως θες πες το με εγκλώβισε σε μια κατάσταση που με μπερδεύει και όσο γράφω περισσότερο τόσο πιο κουβάρι αισθάνομαι πως γίνομαι. Δεν επιβεβαιώθηκες όμως. Τόλμησα. Τόλμησα. Μήπως για μια φορά είχες άδικο; Μήπως βλέπεις κάπου τον έρωτα τελικά...;" 


Οδός Χτζηπελαιρέν 24, ώρα 9:20 μ.μ.
Ένας λαχανιασμένος άνδρας ανεβαίνει ως το 4Β , παίρνει το γράμμα και φεύγει.

Μισή ώρα αργότερα

Μια γυναίκα ανεβαίνει με το ασανσέρ στο 4Β και βρίσκει ένα ανώνυμο πακέτο έξω από την πόρτα.
Μπαίνοντας σπίτι ανοίγει το πακέτο και βρίσκει ένα cd. To έβαλε να παίξει και πήγε να αλλάξει.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο ακούγονταν οι στίχοι  Maybe I'm too young to keep good love from going wrong but tonight, you're on my mind so you never know...

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Σαν ένα μύθο του Αισώπου



            ΄Ηταν κάποτε μια ιστορία, λίγο μετά τη δημιουργία του κόσμου. Γεννήθηκε η Φύση, με τη στεριά , τη θάλασσα, ο ουρανός κι ο Χρόνος. Κι ήρθε η μέρα που η Φύση έπρεπε να ορίσει το ζωικό βασίλειο. Φώναξε ξεχωριστά όλα τα ζώα του δάσους , ύστερα της θάλασσας , κι ύστερα του ουρανού. Τους μίλησε για τη σημασία που έχουν το καθένα ξεχωριστά για τη διατήρηση της ζωής και πως ήταν ανάγκη να έχουν έναν βασιλιά για να τους προστατεύει και να τους διαφεντεύει γιατί αυτή θα κοιμόταν στο κέντρο της γης μέχρι το τέλος του κόσμου.
               Έτσι λοιπόν, για τον ουρανό, όρισε βασιλιά τον αετό και του είπε πως ό,τι ζει και κινείται σε αυτόν , είναι δικό του.  Ο αετός φώναξε ευχαριστημένος και πέταξε μακριά.  Για τη θάλασσα, ήθελε στην αρχή να βάλει τον καρχαρία , μόλις είδε όμως ότι τα άγρια ένστικτα του εύκολα τον παρασύρουν , αποφάσισε να τον αλλάξει με το ευγενικό και καλοκάγαθο δελφίνι. 
             Με το βασίλειο της στεριάς, η Φύση προβληματίστηκε περισσότερο από όλα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει ανάμεσα στην τίγρη, το λιοντάρι και τον γορίλα. Αρχικά, απέρριψε τον τελευταίο γιατί παρότι ήταν πολύ δυνατός , εύκολα μπορούσε να τον ξεγελάσει κανείς. Έπειτα δεν κατάφερνε να διαλέξει το λιοντάρι ή την τίγρη αφού για το πρώτο φοβόταν την αυταρέσκεια και την υπερηφάνεια του ενώ για την τίγρη την ανησυχούσε η επιθετική της τάση και η αγάπη για εξουσία. Τα ζύγισε καλά και αποφάσισε να κάνει το λιοντάρι βασιλιά , γιατί πίστευε ότι θα βασίλευε με δικαιοσύνη και πραότητα. Η τίγρης δυσαρεστήθηκε τρομερά με την απόφαση της Φύσης και τη θεώρησε άδικη , μα δεν είπε τίποτα και έφυγε. Τοτε το λιοντάρι , άρχισε να καυχιέται για τη δύναμη και τις ικανότητες του , τόσο πολύ η Φύση αναγκάστηκε να τον προειδοποιήσει πως πρέπει να σεβαστεί τις αποφάσεις της και να ακολουθήσει τους νόμους της , γιατί αν διαταρράξει την ισορροπία της και ξυπνήσει από τα έγκατα της γης θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες. 
          Το λιοντάρι συμφώνησε με τα λόγια της χωρίς να τα βάλει στην καρδιά του. Οι μήνες κυλούσαν ήρεμα στα τρία βασίλεια. Τα ζωντανά του ουρανού ένιωθαν δέος για τον γέρακα , τα θαλάσσια ζώα ένιωθαν σεβασμό και ευγνομωσύνη για το δελφίνι , και στη στεριά τα όντα του βασιλείου του λιονταριού έτρεμαν με έναν του βρυχηθμό. Όμως στο λιοντάρι , άρεσε πάρα πολύ να επιδεικνύει τη δύναμη του και δεν δίσταζε να εκμεταλλεύεται τους υπηκόους του για να ικανοποιήσει την αχόρταγη υπερηφάνεια του  . Η τίγρης που έβλεπε σε όλα αυτά την αδικία της Φύσης , πήρε το θάρρος να πάει να τη βρει και να την ξυπνήσει από τον ύπνο της. Η Φύση ανέβηκε στη γη και είδε πράγματι οτι τα λόγια της τίγρης επαληθεύτηκαν. Ωστόσο , ακόμα και την τελευταία στιγμή αποφάσισε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. 
            Μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο κατακόκκινο ελάφι με τα κέρατα του να γυαλίζουν σαν να ήταν φορτωμένα διαμάντια . Πήγε κοντά σε μια λίμνη με νερό , που ήταν και το λιοντάρι και έκανε τάχα μου πως διψούσε. Μόλις το λιοντάρι αντίκρυσε το ελάφι , ξεγελασμένο από τη χάρη και την ομορφιά του, το λιγουρεύτηκε και όχι μόνο δεν του έδωσε νερό , μα το κυνήγησε σε όλο του το βασίλειο. Έτσι λοιπόν η Φύση , για να τον δοκιμάσει, βγήκε από εκεί και έτρεξε ως τη θάλασσα. Το λιοντάρι για μια στιγμή σκέφτηκε την προειδοποίηση της, πως δεν έπρεπε να βγει απο το βασίλειο του ούτε να ταράξει με οποιονδήποτε τρόπο την ισορροπία της, τυφλωμένο όμως από τη λαχτάρα του να αρπάξει το ελάφι , παρασύρθηκε και το κυνήγησε κατα μήκος της ακτής. 
       Φτάνοντας σε έναν μικρό κολπίσκο περιτριγυρισμένο από βράχια, το ελάφι φαινόταν παγιδευμένο. Μόλις το λιοντάρι πλησίασε ευχαριστημένο, εκείνο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας απο μπροστά του κι ένα τεράστιο κύμα σκέπασε το λιοντάρι. Σε λίγες στιγμές , βρέθηκε να παλεύει με τα κύματα , να βρυχάται μα δεν ήξερε πώς να κολυμπά και η θάλασσα δεν υποκλινόταν στον βρυχηθμό του. Ηταν έτοιμο να παραδοθεί όταν μπροστά του εμφανίστηκε με την πραγματική της μορφή η Φύση. 
"Όσο και να βρυχάσαι, άλλος είναι εδώ ο βασιλιάς. Δεν είναι η θάλασσα υπήκοος σου." του είπε.      
           Τότε το λιοντάρι , άρχισε να απολογείται λέγοντας πως κατάλαβε την ανοησία του και δεν πρόκειται να ξαναφερθεί τόσο απερίσκεπτα. Παρακαλούσε τη Φύση να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνη τότε του είπε πως το δελφίνι ήταν υπεύθυνο να το αποφασίσει. Φώναξε λοιπόν το δελφίνι και εκείνο αποφάσισε να του τη χαρίσει. Εντυπωσιασμένο το λιοντάρι μπροστά στην ευγένεια του, το ευχαρίστησε και γύρισε πίσω στο βασίλειο του έχοντας καταπιεί την υπερηφάνεια του.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Το Πείραμα

    Ήτανε σούρουπο στη χώρα των συναισθημάτων.  Η Θλίψη και η αδερφή της η Μελαγχολία είχαν βαρεθεί και προσπαθούσαν να πείσουν τα υπόλοιπα συναισθήματα να παίξουν ένα παιχνίδι.  Η Λύπη δεν είχε καμία όρεξη να παίξει και αποσύρθηκε γρήγορα , ο Εγωισμός αρνήθηκε γιατί τον έπεισε ο  Θυμός ότι δεν άξιζε τον κόπο αφού δεν είχε αυτός την ιδέα πρώτος . Η Θλίψη και η Μελαγχολία απογοητεύτηκαν από τους φίλους τους και άρχιζαν να τους σχολιάζουν αρνητικά μεταξύ τους. 
   Περνώντας δίπλα τους τυχαία η μεγαλύτερη από όλους, Αγάπη , κρυφάκουσε τις κακόβουλες σκέψεις τους και τις πλησίασε. "Γιατί δεν προτείνετε στη Χαρά να παίξει μαζί σας;"  Οι δυο αδερφές κοιτάχτηκαν και σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα : Δεν μπορούν να συνυπάρξουν ολες μαζί και δεν τα βρίσκουν ποτέ. Από την άλλη , σκέφτηκαν , τι είχαν να χάσουν; εξάλλου έψαχναν κάτι να σκοτώσουν την ώρα τους. 
      Η Χαρά μόλις άκουσε την πρόταση δέχτηκε αμέσως όμως είπε , για να είναι δίκαιο το παιχνίδι , θα φωνάζε και την αδερφή της την Αισιοδοξία. Οι άλλες δύο συμφώνησαν. Δεν πέρασε ώρα πολύ και παράτησαν το παιχνίδι αφου άρχισαν και οι τέσσερις να μαλώνουν. 
   "Το ξέρω ότι δεν είμαι καλύτερη απο σας " έλεγε η Μελαγχολία "αλλά τι να κάνουμε κερδίζω!" και η Αισιοδοξία της έλεγε " Πώς γίνεται κανείς να μη σ'αγαπά κι όμως όλοι να σε προτιμούν τόσο πολύ από μένα ; Την ίδια ώρα που με καλούν την ίδια με φοβούνται" . Η Χαρά έλεγε πως όλα αυτά ήταν ανοησίες και πως κανένα αρνητικό συναίσθημα δε μπορεί σε βάθος χρόνου να υπερτερήσει. 
"Έτσι νομίζεις; είπε η Θλίψη." "Ναι , αμέ φυσικά και το πιστεύω!" 
" Τότε γιατί δεν το εξακριβώνουμε;" "Φυσικά" της είπε η Χαρά "αλλά πώς;"  
 Η Θλίψη εξήγησε στα τέσσερα συναισθήματα την ιδέα της. Θα κατέβαιναν απόψε  στη γη και θα έπαιρναν έναν άνθρωπο , τον οποίο άφησε το ελεύθερο στη Χαρά να το επιλέξει . Εξηγώντας τις επόμενες λεπτομέρειες του πειράματος , η Χαρά ενθουσιάστηκε με την ιδέα , η Μελαγχολία κρατούσε μια επιφύλαξη γιατί πίστευε πως δεν θα πετύχει , ενώ η Αισιοδοξία ήταν σίγουρη πως όλα θα πήγαιναν καλά και θα αποδείκνυαν πολύ σύντομα πόσο λάθος έκανε η Θλίψη. Η τελευταία , πήγε και βρήκε τον πατέρα της , το Φόβο και του πρότεινε να έρθει μαζί της . Εκείνος δε δέχτηκε να πάρει μέρος στο πείραμα γιατί φοβόταν τι μπορούσε να συμβεί , ειδικά αν το μάθαινε η γυναίκα του η Οργή. Ωστόσο πήγε από φόβο για τη Θλίψη.
    Όταν βράδιασε εντελώς στη χώρα των συναισθημάτων ,  η Χαρά και οι άλλες πέταξαν στη Γη . Έμεινε ώρα πολύ στον ουρανό και δεν μπορούσε να διαλέξει κανέναν. Άντε, της είπαν οι άλλες , πάρε κάποιον στην τύχη. Έτσι λοιπόν , διάλεξε μια νεαρή κοπελίτσα που περνούσε απο κάτω. 
 Ωραία, ψιθύρισε η Μελαχγολία και τώρα; 
  Πήραν την μικρή κοπέλα και τη μετέφεραν για λίγο σε ένα παράξενο μέρος , που έμοιαζε λες και την  είχαν κάνει ταξίδι στο χρόνο. Βρίσκονταν τώρα σε μια μεγάλη έρημη κοιλάδα με πολύ άμμο , πολύ πέτρα κι ένα μεγάλο βαθύ πηγάδι στη μέση . Ένα πέτρινο μονοπάτι οδηγούσε συχνά περαστικούς από τη μια άκρη της κοιλάδας στην άλλη. Τοποθέτησαν το κορίτσι μέσα στο πέτρινο πηγάδι και έβαλαν δίπλα σε αυτό μια σκάλα αρκετά μεγάλη ώστε όταν τοποθετηθεί να δίνει διέξοδο, και περίμεναν κοιτώντας από ψηλά. 
   "Δεν καταλαβαίνω" είπε ο Φόβος. "Τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί." 
   "Είναι απλό , είπε η Αισιοδοξία. Το πηγάδι συμβολίζει τη θλίψη και τη στενοχώρια και η κοπέλα μέσα σε αυτό μόνο αυτά μπορεί να νιώσει. Οι απλοί άνθρωποι που παιρνούν κάθε τόσο απο εκείνο το σημείο συμβολίζουν τα θετικά και ουδέτερα συναισθήματα , όπως εμένα και την αδελφή μου. Περιμένουμε να καταλάβουμε τι έλκει περισσότερο απο τα δύο , για αυτό και η σκάλα." 
   "Δηλαδή;" ξαναρώτησε ο Φόβος. Θα δεις, του απάντησαν . 
   Πράγματι. Η κοπέλα μέσα στο πηγάδι κάθε τόσο φώναζε  , ή έκλαιγε , ή απλώς καθόταν εκεί αμίλητη και καταβεβλημένη . Όποιος άνθρωπος περνούσε δίπλα της , του έκανε σήμα να την προσέξει όπως μπορούσε! Κι όταν εκείνος το έκανε του έλεγε να τη βοηθήσει . 
   "Πώς να βοηθήσω" ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν . Εκείνη τους έδειχνε τη σκάλα δίπλα από το πηγάδι. Εκείνοι , την τοποθετούσαν μέσα και περίμεναν την κοπέλα να ανέβει . Όμως εκείνη δεν έκανε τίποτε, καμιά κίνηση , σαν να μην καταλάβαινε. Λοιπόν;  
"Δεν μπορώ να ανέβω ! τους έλεγε. Με τίποτα δεν μπορώ να ανέβω! Κατέβα σε παρακαλώ εσύ δεν μπορώ εδώ κάτω μόνη μου!" Ο πρώτος , κοντοστάθηκε λίγο το σκέφτηκε , την κοίταξε στα μάτια και της είπε "εντάξει αλλά μόνο για λίγο." Και πάντα έμενε πιο πολύ. Κάθε φορά που επαναλαμβανόταν αυτή η σκηνή με τα ίδια λόγια , κάπως η κοπέλα τους έπειθε , κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα , να κατεβαίνουν κάτω στο πηγάδι μαζί της . Και κάθε φορά που κάποιος κατέβαινε , εκείνη χαιρόταν για λίγο κι ύστερα εξαφανιζόταν στον δικό της κόσμο, και περίμενε την κάθοδο του επόμενου για να ξαναχαμογελάσει στιγμιαία. 
    Κάποια στιγμή , μαζεύτηκαν πολλοί. Κι όμως , ενώ βρίσκονταν στο ίδιο μέρος δεν αναγνωρίζονταν μεταξύ τους και ως δια μαγείας έβλεπαν τη σκάλα με την ανοδική της πορεία και έτρεμαν ολόκληροι. Όταν περνούσε κάποιος επόμενος φώναζαν όλοι με μια φωνή σαν μία , βοήθεια , κι ύστερα έπειθαν τον εκάστοτε περαστικό να τους συναντήσει στον πάτο. 
        Η Χαρά και η Αισιοδοξία δεν ήξεραν τι να πουν. 'Εχασαν αλλά έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να το σταματήσουν . Η σκηνή επαναλαμβανόταν και συνεχιζόταν και επεκτεινόταν αδιάκοπα. Ακόμα και η άλλες δύο παρότι ικανοποιημένες που επιβεβαιώθηκαν , άρχισαν να ανησυχούν για την τροπή του πράγματος. Τότε ο Φόβος τους είπε " Είχα δίκιο , είχα δίκιο , το φοβόμουν ότι είχα δίκιο! Ξέρετε τι να κάνετε , γρήγορα...."  
       Τα συναισθήματα επέστρεψαν πίσω στον τόπο τους και γύρευαν παντού την Αγάπη. Έψαχναν απο δώ , έψαχναν απο κεί , φώναζαν , ρωτούσαν , τίποτε.  Ξαφνικά , τη βρίσκουν μπροστά τους σχεδόν λιπόθυμη , χλωμή . "Έτσι χάλια που τα κάνατε , ούτε κι εγώ μονάχη μου δε μπορώ να το συμμαζέψω. " Είχε τυφλωθεί " Εσύ ξέρεις γιατί ε;"  είπε στην Θλίψη. Και μεμιάς ένιωθε να μεταμορφώνεται σε Ενοχή.  Και η Αγάπη με κόπο είπε : "Με ξεχάσατε. Δεν υπολογίσατε ότι είμαι και γω μέσα σε εκείνο το πηγάδι . Πολλαπλασιάζομαι χρόνο με το χρόνο και ταυτόχρονα εξασθενώ γιατί είναι στενόχωρα και πνίγομαι στον ίδιο χώρο με τη λύπη , τη μοναξιά ..."

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Μικρά εγκλήματα στο δρόμο


Ξημέρωσε πάλι. Ξημερώνει νωρίς τα καλοκαίρια , διαπίστωσε σαν να 'ταν η πρώτη φορά . Μόλις ο ουρανός άρχισε να αραιώνει το μπλε χρώμα του πήρε το καπέλο , άρπαξε τα κλειδιά της και βγήκε έξω. Το σπίτι δεν τη χωρούσε πια. Ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει τα συναισθήματα της σήμερα. 
   Περπάτησε ώρα πολλή , τόσο που έγδερνε τις πατούσες και τις φτέρνες της σε κάθε βήμα που περνούσε , αλλά αγνοούσε τον πόνο μέχρι να σταθεί να πάρει μιαν ανάσα. Κι αυτή ζεστή. Ο ήλιος της έκαιγε το πρόσωπο , τόσο που μετάνιωσε που δεν έπιασε τα μαλλιά της προτού να φύγει . Δεν πειράζει. "Δεν πειράζει". Ήταν η μόνη φράση που θυμόταν να έχει πει στον εαυτό της μέρες τώρα. Καθόταν σιωπηλή , άλλοτε δίπλα στο παράθυρο , άλλοτε στη βεράντα τη νύχτα.
Άλλοτε απλώς περπατούσε πάνω κάτω σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Κι αφού εξερευνούσε τους άδειους χώρους , κι έβλεπε πως κανείς δεν ήταν εκεί, το βλεπε πιο έρημο,σαν να μην υπήρχαν πια τα έπιπλα , μόνο το υγρό και παγωμένο πάτωμα , κι όλα τα υπόλοιπα να είχαν εξαφανιστεί.
     Γύρω της δεν έβλεπε τίποτε . Τα μάτια της ήταν απλώς λειτουργικά , ίσα για να μην πέφτει , άν και αυτό δεν το κατάφερναν πάντα. Και στα αυτιά της άκουγε ξεκάθαρα μια παύση κι ένα βουητό συνάμα , σημάδι πως το πνεύμα της περιπλανιόταν σε άλλους κόσμους τώρα.  Το σώμα της ωστόσο , την οδηγούσε παραπέρα.
Κανένας ήλιος δεν τη χωρούσε , πάσχιζε αυτόματα να βρει μια σκιά να ξαποστάσει. 
      Το σώμα της ήταν πια προφυλαγμένο κάτω από τη στάση. Κανείς δεν φαινόταν να την προσέχει . Τι ήταν εξάλλου, μια μελαγχολική παρουσία ανάμεσα στις άλλες. Γι'αυτό και δεν την απασχολούσε αν τραβούσε την προσοχή. Σήμερα μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η χαρά από τη θλίψη. Ήταν μόνη της , καθιστή , σαν το μοναδικό στοιχείο ακινησίαςσε ένα κινούμενο κοινό που πηγαινοερχόταν γύρω της. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξέθαψε ένα ξεχασμένο εισιτήριο. Χαμένη στη σκέψη της , μια κοπέλα που έδειχνε να περιμένει το λεωφορείο. Τι περίμενε όμως;  ;Eνιωθε σαν τον πίνακα του Ρενουάρ, το πάρτυ στο πλοίο , σαν εκείνη την κοπέλα που έπινε από το ποτήρι δίπλα στην κοπέλα της κουπαστής που τους χάζευε όλους χαμογελαστή. Ήταν εκεί , κι όμως δεν ήταν εκεί.
     Πιάστηκε από εκείνο το "δεν πειράζει"προηγουμένως . Της φαινόταν περίεργο που το άκουγε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Την ενοχλούσε.
Μεταμορφωνόταν και μεγάλωνε από κάτι απλό , σε μια ηχηρή απάντηση για ερωτήματα που ήθελε να πάψουν να την ταλανίζουν . "Και τι έγινε , ερωτεύτηκα τον λάθος άνθρωπο." Πονούσε. Οι σκέψεις ήταν τόσο δυνατές που αν προσπαθούσε να μιλήσει πιθανοτατα δεν θα άκουγε τις λέξεις. Και ακόμη, γιατί αυτές οι σκέψεις της έλεγαν πως μετά από μια μεγάλη απώλεια , μετά απο εξαντλητικό ξόδεμα συναισθημάτων , δεν πειράζει να μένεις για λίγο κενή, κάπως άδεια , γιατί αυτό σημαίνει πώς ένιωθες τόσα πολλά να διεκδικούν έναν χώρο ισομερές στο βάθος που 
επειδή δν ήθελες να αδικήσεις κανένα αποφάσισες να εκκενώσεις το χώρο για λίγο. 
    Ένας νεαρός άνδρας πλησίασε και κάθισε δίπλα της.Άκουγε μουσική απορροφημένα. Όμορφος ήταν , κι αυτός. Άραγε για κείνον πιο να ναι το πιο προβληματικό συναίσθημα στον κόσμο; Έχει νιώσει παρόμοια ποτέ; Μικρά εγκλήματα στο δρόμο.
    Γιατί; Άραγε από πόσους έχει πληγωθεί και πόσους έχει πληγώσει . Έψαχνε κάποιον απεγνωσμένα να της εξηγήσει αυτή την εξίσωση , πώς επέρχεται ισορροπία πληγώνοντας και με
το να πληγώνουμε και την υπευθυνότητα να νιώθεις υπέυθυνος για αυτό. Όταν ήρθε το λεωφορείο ο νεαρός έσπευσε να μπεί πρώτος. Βιαστικός, κι αυτός. Μα εκείνη δεν βιαζόταν.
Σηκώθηκε όρθια και πλησίασε την πόρτα. Είδε τον νεαρό να χτυπά το εισιτήριο και να κάθεται στις πρώτες θέσεις στο παράθυρο προς τη μεριά της, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα με το εισιτήριο στο χέρι, καθυστερώντας τον οδηγό ο οποίος φαινόταν να εκνευρίζεται. Θα ανεβειτε, έλεγε το βλέμμα του. Όσο καθυστερούσε , τόσο οι ελάχιστοι επιβάτες την κοιτούσαν με περιέργεια . "Λοιπόν;"  -Λοιπόν , ερωτεύτηκα το λάθος άνθρωπο.
    Ύστερα εκείνη , χτύπησε το εισιτήριο της και πίσω της έκλειναν οι πόρτες. Ανάμεσα στις θέσεις διάλεξε να καθίσει δίπλα στο νεαρό από τη στάση. Εκείνος την κοίταξε μια φορά , κι ύστερα γύρισε στη μουσική του χωρίς να δώσει άλλη σημασία. Για μια στιγμή ένιωσε σαν τη νεαρή της κουπαστής , κι ύστερα πάλι , σήκωσε το πορσελάνινο ποτήρι.