I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοξο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοξο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος Ε΄)

V


            “Έχει πολύ ακόμα;” με ρώτησες με τέτοιο τρόπο , που δεν κατάλαβα αμέσως την κρυμμένη ειρωνία .
         “ Έχει όσο έχει” . Ήταν η πρώτη φορά που έπιασα τον εαυτό μου να μην έχει μια σαφή απάντηση . Σε τράβηξα με τόση σιγουριά από τη βολή σου , έχοντας την αυτοπεποίθηση ότι ο λαβύρινθος θα συγκινηθεί από την αποφασιστικότητα μας και ως δια μαγείας θα μεταμορφωθεί σε μονόδρομος με τέρμα την έξοδο κινδύνου. Όμως δεν ήταν έτσι , κι αυτό άρχισα να το συνειδητοποιώ αφότου συμπληρώσαμε δυο ώρες περιπλανώμενοι με γυμνά πόδια σε κρύο γυαλί. Καταλαβαίνεις την απογοήτευση στη φωνή μου όσο κι αν προσπαθώ να την κρύψω. Το έκανες αυτό κι από παλιά .
           “Δεν με καλύπτει ιδιαίτερα η απάντηση σου” . Δοκίμασες να σφίξεις το χέρι μου για να σταματήσουμε .
           “ Αν δεν κάνω λάθος δικά σου είναι αυτά τα λημέρια. Μήπως να οδηγούσες εσύ;” Σου χαμογέλασα για να το σκεφτείς λιγότερο .
             “Είναι μάταιο αυτό που κάνουμε , στο είπα.”
             “Δεν το δέχομαι. Δεν είναι λογικό . Από τη στιγμή που υπάρχει είσοδος , υπάρχει και έξοδος . Απλώς πρέπει να ψάξουμε λίγο ακόμα, αυτό είναι.”
            “ Λογικό; Τίποτα από όλα αυτά – και ειδικά εδώ μέσα δεν μου φαίνεται λογικό . Κοίτα γύρω σου , κοντεύει να μας καταπιεί το γυαλί! Άμφιβάλλω αν βρούμε κάποια έξοδο. Έχω την αίσθηση ότι ο λαβύρινθος παίζει μαζί μας.”
              “Τι εννοείς;”
             “Μοιάζει κάτι ζωντανό , με κάποια ενέργεια τουλάχιστον αν όχι βούληση. Ξέρει ότι θέλουμε να φύγουμε κι αντιδρά.  Όσο απομακρυνόμαστε και πλησιάζουμε κάπου , τόσο αλλάζει σχήμα και σημιουργεί νέους μαιάνδρους και αδιέξοδα . Μπορούμε να μείνουμε χαμένοι για πάντα!”
            “Αυτό είναι!”
           “Τι; Να μείνουμε χαμένοι εδώ μέσα; Καμία αντίρρηση προσωπικά αν και νομίζω ότι δεν σε σηκώνει το κλίμα” . Μου έδειξες τα ίχνη που αφήναμε πίσω μας . Τα δικά σου με χρώμα υπόλευκο και τα δικά μου άφηναν ρωγμές όπου πατούσα . Ύστερα από λίγο χάνονταν κι ακολουθούσαν βαθμιαίες δονήσεις που όλο και δυνάμωναν .
           “Όχι φυσικά. Έχω μια ιδέα. Ακολούθησε με.”  Έκανα αμέσως μεταβολή , σε τράβηξα από το χέρι κι αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που είχαμε πάρει ως τώρα .
            “ Εμ , πάμε λίγο ανάποδα ή μου φαίνεται;”
            “ Εντελώς ανάποδα .”
            “ Μα --”
            “Σςςς , θα δεις . Κάνε λίγο ησυχία!”  Τα βήματα μας ήταν γρήγορα και σχεδόν αμέσως φτάσαμε στο δωμάτιο από όπου ξεκινήσαμε. Ξαφνικά η ελαφριά προειδοποιητική δόνηση μετατράπηκε σε ήπιο σεισμό , ίσα που κρατηθήκαμε για να μην πέσουμε . Οι πιο λεπτοί γυάλινοι τοίχοι άρχισαν να ραγίζουν ελαφρώς .
            “Διάνα” σκέφτηκα αμέσως. Σου εξήγησα πώς ο συλλογισμός σου με την τακτική της αόριστης επέκτασης του λαβυρίνθου και το παράδοξο του να βρίσκομαι ακόμη εδώ , μας έδινε τη λύση : Αν δεχτούμε ότι ο λαβύρινθος επεκτείνεται περιμετρικά τότε όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο ψάχνοντας την έξοδο , τόσο αυξάνεται η εμβέλεια του και μέσα σε αυτόν δημιουργούνται νέα αδιέξοδα και μονοπάτια , κάτι που μπορεί να γίνεται για πάντα . Κι αυτό τι σημαίνει; Έχω την εντύπωση πως αν μπορούσαμε να δούμε τον λαβύρινθο απο ψηλά θα παρατηρούσαμε ότι σχηματικά θυμίζει κάτι σε κύκλο . Ακόμη κι αυτό όμως να μην συμβαίνει , σίγουρα υπάρχει κάτι σταθερό , σαν πυρήνας , σαν βάση από όπου διαχειρίζονται όλες οι επεκτάσεις και οι αλλαγές . Σαν να λέμε , η καρδιά του . Εκεί λοιπόν πρέπει να πάμε . 
            “ Αυτό είναι εντελώς τρελό!” είπες αμέσως μόλις άκουσες τον συλλογισμό μου , όμως έδειχνες να το καλοσκέφτεσαι σαν να έστεκε , παρόλο που με τράβηξες εναντιωματικά προς τα πίσω.  “ Σταμάτα” , είπες, “ ήδη άρχισαν σεισμοί. Δεν μου αρέσει αυτό.”
         “Είναι αλήθεια. Είμαι σχεδόν σίγουροι ότι όσο πλησιάζουμε θα ακολουθήσουν κι άλλα . Έχει καταλάβει τι πάμε να κάνουμε .”
          “ Είναι τελείως τρελό , στο ξαναλέω.”
          “ Είναι όμως το μόνο που έχουμε.” Σε κοίταξα βαθιά στα μάτια και πήρα την απάντηση που πήρα. Ήταν μαύρα . Κατάμαυρα και γυαλιστερά , πιο μαγικά από ότι τα είχα φανταστεί . Μου έδωσαν την άδεια και πήρα την πρωτοβουλία να σου δώσω ένα φιλί στο μέτωπο . Ήταν ο τρόπος μου να σου πω ότι είμαι έτοιμη να σε φροντίσω και νομίζω το κατάλαβες. Μου έδειξες ένα μονοπάτι πίσω από το δωμάτιο και συνεχίσαμε.
          Οι μικροσεισμοί γίνονταν βαθμιαία αλλά σταθερά πιο έντονοι , σημάδι πως πλησιάζαμε επικίνδυνα. Δεν μας ενοχλούσαν πολύ γιατί τρέχαμε ελαφρώς και τους συνηθίσαμε γρήγορα. Όταν φτάσαμε στην τελική ευθεία , μπροστά μας βρισκόταν ένας μακρύς διάδρομος με σκοτεινό τέρμα. Αυτό ήταν που ψάχναμε. Όμως κάποια στιγμή σταμάτησα απότομα , ένιωθα πως είχες σταματήσει , ή για να το θέσω πιο σωστά , είχες παραλύσει . Ακούμπησες την πλάτη σου στον τοίχο λαχανιασμένος και τοποθέτησες τα χέρια σου στα γόνατα . Κάρφωσες το βλέμμα σου στο πάτωμα.
             “Το ακούς αυτό;” ρώτησες .
              “ Όχι δεν ακούω τίποτα , τι--”
             “Άκου. Άκου. Σςς . Μουσική. Την ακούς αυτή τη μουσική;”
              Στάθηκα να ακούσω τι εννοούσες. Πράγματι μόλις συγκεντρώθηκα λίγο αντιλήφθηκα τον ήχο ενός πιάνου , έπαιζε μια συγκεκριμένη συνοδεία ξανά και ξανά . Ήταν πολύ απαλό όμως , πολύ διακριτικό, σχεδόν γλυκό  . Αλλά φαίνεται μόνο εγώ το άκουγα έτσι ,γιατί εσύ έπιανες το κεφάλι σου .
           “ Δεν μπορώ να το κάνω . Αυτή η μουσική. Δεν μπορώ να την ακούω , σε παρακαλώ. Το κεφάλι μου . Πρέπει να μείνω μακριά. Μακριά. ” Παραμιλούσες και δεν ήξερα τι να κάνω . Προσπάθησα να σε ενθαρρύνω να συνεχίσεις , πως δεν είναι τίποτα όμως δεν άκουγες λέξη από όσα έλεγα , μόνο έπιανες τα αυτιά σου και φώναζες γιατί η μουσική δυνάμωσε τόσο πολύ και πονούσες αφόρητα και δεν το άντεχες . Έπεσες κάτω.  Τότε άρχισα κάτι να καταλαβαίνω . Σου έβγαλα με το ζόρι τα χέρια από τα αυτιά και σου φώναξα.
           “ Άκουσε με. Πονάς , το ξέρω . Όμως υπάρχει λόγος που υποφέρεις . Δεν είναι τυχαία η μουσική , έχει μέσα της αναμνήσεις και σου θυμίζει κάποιον ή κάτι που σε πονάει πολύ . Όμως κάνεις λάθος , δεν είναι οι ίδιες οι αναμνήσεις που πονάνε , είναι η γνώση ότι δεν θα υπάρξουν άλλες σαν κι αυτές .” Είχες δακρύσει αλλά κάτι είχα καταφέρει . Με πρόσεχες .
            “ Σε παρακαλώ , κάντο να σταματήσει” μου έλεγες.
             “Άκουσε με , άκου τη μουσική .  Ξέρεις πιάνο , σωστά; Συγκεντρώσου στις νότες και νιώσε τις στην άκρη των δαχτύλων σου σαν να τις έγραψες εσύ . Ψάξε βαθιά και θυμίσου. Φέρε στο μυαλό σου την ανάμνηση που έχεις φυλακίσει μέσα στις νότες και ελευθέρωσε την.” Δίσταζες ακόμη αλλά κατάφερα να σε πείσω να προσπαθήσεις . Κι έτσι έκανες.  Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ αυτή την εικόνα . Έκλεισες τα μάτια σου , χαλάρωσες λίγο τα χέρια και τα δάχτυλα σου και τα τοποθέτησες σαν να υπήρχε μπροστά σου ένα πιάνο . Έμεινες για λίγο ακίνητος με τα μάτια σου φανερά σφιχτά και τα νέυρα σου τεντωμένα. Κι ύστερα απλά άρχισες να παίζεις . Ομολογώ δεν είχα ξαναδει ποτέ κανέναν με τόσο γρήγορα δάχτυλα . Ο ρυθμός ήταν γρήγορος χαοτικός , κι όμως έμοιαζες να το ξέρεις απέξω . Όσο έπαιζες τόσο χαλάρωνες , σαν να επέστρεφες σε ένα μέρος που είχες καιρό να πας και αγαπούσες πολύ . Ύστερα είδα τα βλέφαρα σου να χαλαρώνουν , τα δάχτυλα σου να κινούνται όλο και πιο αργά και η μουσική άλλαξε σε αργό ρυθμό κι ύστερα απλά σταμάτησε . Όταν ένιωσες έτοιμος άνοιξες τα μάτια σου . Έβαλες τα χέρια σου μέσα στα δικά μου και δε χρειαζόταν να κάνεις τίποτε άλλο πέρα από το να με κοιτάξεις .
           “Πάμε;” με ρωτούσαν .
              Και μέσα σε αυτά τα μάτια , είδα τόσο φως!

Δείτε τα υπόλοιπα μέρη εδώ :
Α΄μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/search?updated-min=2012-01-01T00:00:00-08:00&updated-max=2013-01-01T00:00:00-08:00&max-results=34
Β'μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html
Γ' μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html
Δ' μέρος  http://retro-hats.blogspot.gr/2013/05/blog-post.html

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Γυάλινοι Παίκτες- μέρος Δ'


         

                                                         IV



            “Συγχώρεσε τους τρόπους μου , είναι η πρώτη φορά που με ακούς να σου μιλώ και τώρα που το σκέφτομαι είναι και η πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό που ακούω τα ίδια μου τα λόγια . Ξέρεις όταν περάσεις μεγάλο διάστημα ακούγοντας μονάχα τις σκέψεις σου , αρχίζεις να ξεχνάς τη φωνή σου , νομίζεις κι εξαφανίζεται , πως αν ανοίξεις το στόμα σου δε θα καταφέρει να βγει ούτε καν άναρθρη κραυγή , σαν να μην τη χρειάζεσαι. Συνήθισα τόσο πολύ να σκέφτομαι , που ξέχασα να μιλάω .
            Όταν σε βρήκα δεν είχες τις αισθήσεις σου. Ήσουν ξαπλωμένη πάνω στο παγωμένο γυαλί κι ενώ θα ορκιζόμουν ότι από κάπου πρέπει να έπεσες , δεν είδα καμιά ρωγμή στο ταβάνι , μόνο μικρά κομμάτια γυαλιού στο πάτωμα ενώ εσύ ήσουν βαλμένη σε μια κομψή θέση με το πρόσωπο σου καθαρό να κοιμάται γαλήνια , τα χέρια βαλμένα προσεκτικά μπροστά στο στήθος και με τους αστραγάλους σχεδόν τον έναν πάνω στον άλλον , σαν να περίμενες να στεγνώσεις. Τα’χασα. Άγγιξα το χέρι σου για να δω αν είσαι αληθινή και η ζεστασιά του με τρόμαξε. Νόμιζα πως ήταν ένας από τους γνωστούς μου εφιάλτες .  Πήρα ένα κομμάτι γυαλί και μάτωσα το δάχτυλο μου. Είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο μια φορά πως πραγματικός κόσμος είναι εκεί που όταν τρυπήσεις το δάχτυλο σου θα βγει κόκκινο αίμα.
            Μόλις σε σήκωσα στα χέρια μου το δωμάτιο που βρισκόμασταν άρχισε να σείεται και το ταβάνι έτρεμε έτοιμο να καταρρεύσει . Σε έφερα γρήγορα εδώ και σε άφησα να κοιμηθείς όσο ήθελες . Γύρισα πίσω αλλά το δωμάτιο που δε βρήκα δεν υπήρχε πια , είχε εξαφανιστεί και στη θέση του είχε έναν ακόμα γυάλινο τοίχο. Έμεινα μαζί σου ώρες , μπορεί και μέρες μέχρι να ξυπνήσεις. Ο χρόνος όμως είναι περίεργος εδώ , ούτε κι εγώ τον έχω καταλάβει πλήρως. Μπορεί να είναι κυκλικός , αντίστροφος , μπορεί να μην υπάρχει καν , αλλά σίγουρα δεν είναι ευθύγραμμος.
            Κάθε λεπτό που περνούσα δίπλα σου δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ . Ήθελα να σε αγγίξω ξανά αλλά έπειθα τον εαυτό μου να μην το κάνει με τη δικαιολογία ότι μπορεί  κι αυτό το δωμάτιο να καταρρεύσει. Έτσι μαζεύτηκα στη γωνιά μου , μάζεψα τα γόνατα στο στήθος και τα τύλιξα με τα χέρια μου για να προστατευτώ από την έλξη της παρουσίας σου. Δεν είχα ιδέα πώς βρέθηκες εδώ , ήξερα όμως δυο πράγματα στα σίγουρα: πρώτον, πως δεν ανήκεις εδώ και δεύτερον πως με τον ερχομό σου άλλαξες κάτι στη βαρύτητα , στην ατμόσφαιρα και την ισορροπία. Μέχρι να ανοίξεις τα μάτια σου , είχαν παρελάσει όλες οι στιγμές μας μέσα στο κεφάλι μου κι όταν επιτέλους ξύπνησες , είχες ένα χαμόγελο στο πρόσωπο σου και μια έκφραση οικειότητας , σαν να ήταν όλα τόσο φυσιολογικά , ο τόπος , ο χρόνος , ο τρόπος. Σαν να γνωριζόμασταν από παλιά και να είχαμε να μιλήσουμε από το προηγούμενο βράδυ…’’
            “Μα γνωριζόμαστε από παλιά.” μου είπες με την ήρεμη και βαθιά φωνή σου καθώς με κοίταζες στα μάτια . Απέφευγε να σε κοιτάξω , μη μπορώντας να ελέγξω το τρέμουλο στη φωνή μου , τώρα όμως δεν μπορούσα να το αποφύγω. Έτσι όπως ήμασταν ξαπλωμένοι αντικριστά, πήρες το χέρι μου και το ακούμπησες πάνω στο λαιμό σου . Τα δάχτυλα μου καθοδηγήθηκαν επάνω στο δέρμα σου σαν να ακολουθούσαν κάποιο χάρτη, θυμάμαι, και έφτασαν στο στέρνο σου , όπου έπιασαν και φανέρωσαν ένα παράξενο κόσμημα: μια μακριά ,ασημένια, λεπτή αλυσίδα  με ένα κομμάτι αδιάφανο λευκό γυαλί περασμένο στο κέντρο.
            “ Το βράδυ που έσπασες κατάλαβα πως δύσκολα θα ξαναζωγράφιζα την πόρτα στον τοίχο. Μαζί με σένα σαν να έπεσε όλος ο πύργος από τραπουλόχαρτα που είχα χτίσει στο δωμάτιο . Δεν είχε νόημα χωρίς εσένα . Κάτι είχε συμβεί , κάτι που με άφησε έπειτα απ’έξω. Αυτό το κομμάτι από σένα είναι το μοναδικό που δεν εξαφανίστηκε . Έμεινε εκεί στο πάτωμα και με περίμενε να το αρπάξω , να το φυλάξω και να το κάνω προέκταση του εαυτού μου , μια μνεία μέχρι να σε ξαναβρώ. Για να το θέσω πιο απλά , το γυαλί ήταν η απόδειξη πως θα σε συναντήσω.’’
            Nομίζω πως ξέρω τι συνέβη.” είπα απομακρύνοντας αργά το χέρι μου . Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και μαζεύτηκα σαν κάτι να με πονούσε. Ύστερα σηκώθηκα ελαφρά και σου έκανα σήμα να με ακολουθήσεις . Ήθελα να σε πάω στο σημείο που είχες ξυπνήσει και με είχες αντικρύσει , έμοιαζε με κρεβάτι χωρίς στρώμα. Μετακίνησα λίγο πιο δεξιά το μαξιλάρι και σου αποκάλυψα έναν ορθογώνιο , βίαια κατεστραμμένο καθρέφτη. Σάστισες . Γύρισες να με κοιτάξεις και με είδες να κρύβω το πρόσωπο μου με ένα πληγωμένο χέρι τυλιγμένο ένα άσπρο πανί . Δεν ήθελα να με δεις να δακρύζω. Άρπαξες το χέρι μου και εστίασες το τρυφερό σου βλέμμα στο σημείο που το ύφασμα είχε γίνει κατακόκκινο. Ήθελες τόσο πολύ να με χτυπήσει εκείνη τη στιγμή , είμαι σίγουρος,  να με χαστουκίσεις ή να τον κλοτσήσεις, μόνο κ μόνο για να μου δείξει πόσο σε πόνεσε αυτό που έκανα . Το έβλεπα όλο ζωγραφισμένο στο βλέμμα σου , το ζούσα. Αντί γι’αυτό όμως εσύ όρμησες στην αγκαλιά μου και τύλιξες τα χέρια σου γύρω μου σφιχτά. Τώρα που δεν έβλεπα το πρόσωπο σου , δάκρυζε μη μπορώντας να βγάλω λέξη.
“ Αυτό που κάνεις πονάει περισσότερο , ξέρεις από ότι ένα χαστούκι” σου είπα διαβάζοντας τη σκέψη σου .
“Πόσες φορές;” ρώτησες χωρίς να με αφήνεις.
Πολλές.”
            “ Γιατί;
            “ Για να σταματήσουν όλα και να μείνω μόνος . Για να εξαφανιστείς.” Με άφησες , ατάραχη πλέον, και ρώτησες:
 “Και μετά;” Δίσταζα να απαντήσω . Χαμήλωσα το βλέμμα κι ύστερα αποκρίθηκα με ξένο ,ακόμη και για μένα, σοβαρό κι αγνώριστο ύφος:
“ Το ίδιο .” Εσύ μου χαμογέλασες πλατιά .
Ψεύτη.
Δεν είπα τίποτα κι έτσι συνέχισες : “ Είναι πολύ αργά πια για ψέματα , μικρέ μου.”
Έσφιξα τις γροθιές μου και τέντωσε όλο του το σώμα , σαν να αισθανόμουν πως απέτυχα σε κάτι ακόμα ,καθώς επαναλάμβανες την ερώτηση .
“ Και μετά;” 
Ξόδεψα όλο μου το κουράγιο στα επόμενα λόγια μου. “Μετά δεν άντεχα να μένω μόνος. Ήθελα οπωσδήποτε να σε συναντήσω.’’
Πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά της και χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω του πήρε το τραυματισμένο του χέρι και φίλησε την πληγή .
“Πρέπει να φύγουμε από εδώ.” μου είπες . Ακουγόσουν αποφασισμένη .
“ Δεν υπάρχει τρόπος.”  Εσύ αγνόησες την απάντηση μου , σαν σχόλιο που δε χρειαζόταν να του δώσει κανείς σημασία . Με πήρες από το χέρι σαν μικρό παιδί και απομακρυνόμασταν χαλαρά χωρίς να βιαζόμαστε. Εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε πού πηγαίναμε. Ήξερα τώρα πως μπορούσαμε να φύγουμε. Μαζί.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το παράδοξο του κατα φαντασίαν ασθενή

      Κάπως έτσι , που λες. Γίνομαι άλλη όταν ονειρεύομαι και άλλη αν ενεργώ. Ίσως δεν είσαι εσύ αυτός που χρειάζομαι,μα , τελικά , μόνο το φάντασμά σου. Δεν είναι πολύ κολακευτικό , μα φαντάσου τον εαυτό σου σαν ένα μηχάνημα υποστήριξης , όπως εκείνα που που κρατούν στοιχειωδώς τον ασθενή στη ζωή. Ο καθρέφτης είναι το νοσοκομείο μου και τα όνειρα μου το μαξιλάρι στο κρεβάτι μου. Όχι όχι μη νομίζεις , δεν είναι όλα άσπρα, έχω σχέδια στα σεντόνια μου και αυτοκόλλητα στους τοίχους αλλιώς θα αρρώσταινα . Και δίπλα μου , κάνεις θόρυβο. 
        Δίπλα στο κομοδίνο ο προηγούμενος ξέχασε να πάρει τα λουλούδια του. Δεν πειράζει όμως , γιατί σε μένα έχουν χρόνια να φέρουν , κι αυτά όλα , τα κοιτώ ακόμη κι αν δεν μπορώ να τα μυρίσω , μονάχα θυμάμαι πώς είναι. Για αυτό μάλλον είναι που χρειάζομαι κάποιον /κάτι σαν κι "εσένα" . Είσαι κι εσύ σαν ένα βάζο με λουλούδια -τα αγαπημένα μου ; θα ρωτήσεις, δε θυμάμαι- πάντως σίγουρα σε άφησα σε κάποιο άλλο δωμάτιο. 
       Ο θόρυβος από το κρύο μηχάνημα ακούγεται πιο έντονα όταν γέρνω το κεφάλι στο μαξιλάρι και προσπαθώ να κοιμηθώ. Κι όντως κάνεις πολύ καλή δουλειά γιατί μέχρι να ξυπνήσω νομίζω πως όντως κοιμάμαι. Μα σε βλέπω σαν σκιά κι εγώ πρέπει κάπως μέσα απο αυτή τη σκιά να διαβάσω πως κάπου , κάποτε , κάπως , κάτι είχα κι εγώ νιώσει. Συν , ότι έχω τη δυνατότητα να διατηρήσω υποθηκευμένη την ανάμνηση , αυτό το σκονισμένο κομμάτι , έστω φυλακισμένο, έστω παραλλαγμένο για να ταιριάζει με τα χρώματα του δωματίου μου. Να θυμάμαι πως κάπου, κάποτε, κάπως , κάτι είχα νιώσει.
       Μου'χουν πει πως καμιά φορά ματώνουμε μόνο και μόνο για να νιώσουμε πως είμαστε ζωντανοί. Είμαστε; Δεν υπολόγισα τότε σωστά την ποσότητα του αίματος μα είμαι; Γι αυτό σου λέω, είσαι εκεί σαν ιδιάζουσα παρουσία και ταυτόχρονα μια πιο ιδιάζουσα απουσία , ένα παράδοξο που μου λέει ότι κάποτε η ανάσα μου ήταν πιο ζεστή , σχεδόν διφυής, ότι υπήρξε χειμώνας που τα χέρια μου δεν ήταν ποτέ παγωμένα, ότι η άνοιξη δεν ήταν "απλά όμορφη" κι ότι η γη τη νύχτα ήταν σαν λούνα παρκ. 
       Κρατώ γερά , γιατί αλλιώς ο κόσμος μου είναι μικρός και γέρνει. Κι αν δεν γράψω σήμερα, ξέρω δε θα ξαναγράψω ποτέ ξανά.  Το "ποτέ πια" που είπε το Κοράκι *