I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφήγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος Ε΄)

V


            “Έχει πολύ ακόμα;” με ρώτησες με τέτοιο τρόπο , που δεν κατάλαβα αμέσως την κρυμμένη ειρωνία .
         “ Έχει όσο έχει” . Ήταν η πρώτη φορά που έπιασα τον εαυτό μου να μην έχει μια σαφή απάντηση . Σε τράβηξα με τόση σιγουριά από τη βολή σου , έχοντας την αυτοπεποίθηση ότι ο λαβύρινθος θα συγκινηθεί από την αποφασιστικότητα μας και ως δια μαγείας θα μεταμορφωθεί σε μονόδρομος με τέρμα την έξοδο κινδύνου. Όμως δεν ήταν έτσι , κι αυτό άρχισα να το συνειδητοποιώ αφότου συμπληρώσαμε δυο ώρες περιπλανώμενοι με γυμνά πόδια σε κρύο γυαλί. Καταλαβαίνεις την απογοήτευση στη φωνή μου όσο κι αν προσπαθώ να την κρύψω. Το έκανες αυτό κι από παλιά .
           “Δεν με καλύπτει ιδιαίτερα η απάντηση σου” . Δοκίμασες να σφίξεις το χέρι μου για να σταματήσουμε .
           “ Αν δεν κάνω λάθος δικά σου είναι αυτά τα λημέρια. Μήπως να οδηγούσες εσύ;” Σου χαμογέλασα για να το σκεφτείς λιγότερο .
             “Είναι μάταιο αυτό που κάνουμε , στο είπα.”
             “Δεν το δέχομαι. Δεν είναι λογικό . Από τη στιγμή που υπάρχει είσοδος , υπάρχει και έξοδος . Απλώς πρέπει να ψάξουμε λίγο ακόμα, αυτό είναι.”
            “ Λογικό; Τίποτα από όλα αυτά – και ειδικά εδώ μέσα δεν μου φαίνεται λογικό . Κοίτα γύρω σου , κοντεύει να μας καταπιεί το γυαλί! Άμφιβάλλω αν βρούμε κάποια έξοδο. Έχω την αίσθηση ότι ο λαβύρινθος παίζει μαζί μας.”
              “Τι εννοείς;”
             “Μοιάζει κάτι ζωντανό , με κάποια ενέργεια τουλάχιστον αν όχι βούληση. Ξέρει ότι θέλουμε να φύγουμε κι αντιδρά.  Όσο απομακρυνόμαστε και πλησιάζουμε κάπου , τόσο αλλάζει σχήμα και σημιουργεί νέους μαιάνδρους και αδιέξοδα . Μπορούμε να μείνουμε χαμένοι για πάντα!”
            “Αυτό είναι!”
           “Τι; Να μείνουμε χαμένοι εδώ μέσα; Καμία αντίρρηση προσωπικά αν και νομίζω ότι δεν σε σηκώνει το κλίμα” . Μου έδειξες τα ίχνη που αφήναμε πίσω μας . Τα δικά σου με χρώμα υπόλευκο και τα δικά μου άφηναν ρωγμές όπου πατούσα . Ύστερα από λίγο χάνονταν κι ακολουθούσαν βαθμιαίες δονήσεις που όλο και δυνάμωναν .
           “Όχι φυσικά. Έχω μια ιδέα. Ακολούθησε με.”  Έκανα αμέσως μεταβολή , σε τράβηξα από το χέρι κι αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που είχαμε πάρει ως τώρα .
            “ Εμ , πάμε λίγο ανάποδα ή μου φαίνεται;”
            “ Εντελώς ανάποδα .”
            “ Μα --”
            “Σςςς , θα δεις . Κάνε λίγο ησυχία!”  Τα βήματα μας ήταν γρήγορα και σχεδόν αμέσως φτάσαμε στο δωμάτιο από όπου ξεκινήσαμε. Ξαφνικά η ελαφριά προειδοποιητική δόνηση μετατράπηκε σε ήπιο σεισμό , ίσα που κρατηθήκαμε για να μην πέσουμε . Οι πιο λεπτοί γυάλινοι τοίχοι άρχισαν να ραγίζουν ελαφρώς .
            “Διάνα” σκέφτηκα αμέσως. Σου εξήγησα πώς ο συλλογισμός σου με την τακτική της αόριστης επέκτασης του λαβυρίνθου και το παράδοξο του να βρίσκομαι ακόμη εδώ , μας έδινε τη λύση : Αν δεχτούμε ότι ο λαβύρινθος επεκτείνεται περιμετρικά τότε όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο ψάχνοντας την έξοδο , τόσο αυξάνεται η εμβέλεια του και μέσα σε αυτόν δημιουργούνται νέα αδιέξοδα και μονοπάτια , κάτι που μπορεί να γίνεται για πάντα . Κι αυτό τι σημαίνει; Έχω την εντύπωση πως αν μπορούσαμε να δούμε τον λαβύρινθο απο ψηλά θα παρατηρούσαμε ότι σχηματικά θυμίζει κάτι σε κύκλο . Ακόμη κι αυτό όμως να μην συμβαίνει , σίγουρα υπάρχει κάτι σταθερό , σαν πυρήνας , σαν βάση από όπου διαχειρίζονται όλες οι επεκτάσεις και οι αλλαγές . Σαν να λέμε , η καρδιά του . Εκεί λοιπόν πρέπει να πάμε . 
            “ Αυτό είναι εντελώς τρελό!” είπες αμέσως μόλις άκουσες τον συλλογισμό μου , όμως έδειχνες να το καλοσκέφτεσαι σαν να έστεκε , παρόλο που με τράβηξες εναντιωματικά προς τα πίσω.  “ Σταμάτα” , είπες, “ ήδη άρχισαν σεισμοί. Δεν μου αρέσει αυτό.”
         “Είναι αλήθεια. Είμαι σχεδόν σίγουροι ότι όσο πλησιάζουμε θα ακολουθήσουν κι άλλα . Έχει καταλάβει τι πάμε να κάνουμε .”
          “ Είναι τελείως τρελό , στο ξαναλέω.”
          “ Είναι όμως το μόνο που έχουμε.” Σε κοίταξα βαθιά στα μάτια και πήρα την απάντηση που πήρα. Ήταν μαύρα . Κατάμαυρα και γυαλιστερά , πιο μαγικά από ότι τα είχα φανταστεί . Μου έδωσαν την άδεια και πήρα την πρωτοβουλία να σου δώσω ένα φιλί στο μέτωπο . Ήταν ο τρόπος μου να σου πω ότι είμαι έτοιμη να σε φροντίσω και νομίζω το κατάλαβες. Μου έδειξες ένα μονοπάτι πίσω από το δωμάτιο και συνεχίσαμε.
          Οι μικροσεισμοί γίνονταν βαθμιαία αλλά σταθερά πιο έντονοι , σημάδι πως πλησιάζαμε επικίνδυνα. Δεν μας ενοχλούσαν πολύ γιατί τρέχαμε ελαφρώς και τους συνηθίσαμε γρήγορα. Όταν φτάσαμε στην τελική ευθεία , μπροστά μας βρισκόταν ένας μακρύς διάδρομος με σκοτεινό τέρμα. Αυτό ήταν που ψάχναμε. Όμως κάποια στιγμή σταμάτησα απότομα , ένιωθα πως είχες σταματήσει , ή για να το θέσω πιο σωστά , είχες παραλύσει . Ακούμπησες την πλάτη σου στον τοίχο λαχανιασμένος και τοποθέτησες τα χέρια σου στα γόνατα . Κάρφωσες το βλέμμα σου στο πάτωμα.
             “Το ακούς αυτό;” ρώτησες .
              “ Όχι δεν ακούω τίποτα , τι--”
             “Άκου. Άκου. Σςς . Μουσική. Την ακούς αυτή τη μουσική;”
              Στάθηκα να ακούσω τι εννοούσες. Πράγματι μόλις συγκεντρώθηκα λίγο αντιλήφθηκα τον ήχο ενός πιάνου , έπαιζε μια συγκεκριμένη συνοδεία ξανά και ξανά . Ήταν πολύ απαλό όμως , πολύ διακριτικό, σχεδόν γλυκό  . Αλλά φαίνεται μόνο εγώ το άκουγα έτσι ,γιατί εσύ έπιανες το κεφάλι σου .
           “ Δεν μπορώ να το κάνω . Αυτή η μουσική. Δεν μπορώ να την ακούω , σε παρακαλώ. Το κεφάλι μου . Πρέπει να μείνω μακριά. Μακριά. ” Παραμιλούσες και δεν ήξερα τι να κάνω . Προσπάθησα να σε ενθαρρύνω να συνεχίσεις , πως δεν είναι τίποτα όμως δεν άκουγες λέξη από όσα έλεγα , μόνο έπιανες τα αυτιά σου και φώναζες γιατί η μουσική δυνάμωσε τόσο πολύ και πονούσες αφόρητα και δεν το άντεχες . Έπεσες κάτω.  Τότε άρχισα κάτι να καταλαβαίνω . Σου έβγαλα με το ζόρι τα χέρια από τα αυτιά και σου φώναξα.
           “ Άκουσε με. Πονάς , το ξέρω . Όμως υπάρχει λόγος που υποφέρεις . Δεν είναι τυχαία η μουσική , έχει μέσα της αναμνήσεις και σου θυμίζει κάποιον ή κάτι που σε πονάει πολύ . Όμως κάνεις λάθος , δεν είναι οι ίδιες οι αναμνήσεις που πονάνε , είναι η γνώση ότι δεν θα υπάρξουν άλλες σαν κι αυτές .” Είχες δακρύσει αλλά κάτι είχα καταφέρει . Με πρόσεχες .
            “ Σε παρακαλώ , κάντο να σταματήσει” μου έλεγες.
             “Άκουσε με , άκου τη μουσική .  Ξέρεις πιάνο , σωστά; Συγκεντρώσου στις νότες και νιώσε τις στην άκρη των δαχτύλων σου σαν να τις έγραψες εσύ . Ψάξε βαθιά και θυμίσου. Φέρε στο μυαλό σου την ανάμνηση που έχεις φυλακίσει μέσα στις νότες και ελευθέρωσε την.” Δίσταζες ακόμη αλλά κατάφερα να σε πείσω να προσπαθήσεις . Κι έτσι έκανες.  Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ αυτή την εικόνα . Έκλεισες τα μάτια σου , χαλάρωσες λίγο τα χέρια και τα δάχτυλα σου και τα τοποθέτησες σαν να υπήρχε μπροστά σου ένα πιάνο . Έμεινες για λίγο ακίνητος με τα μάτια σου φανερά σφιχτά και τα νέυρα σου τεντωμένα. Κι ύστερα απλά άρχισες να παίζεις . Ομολογώ δεν είχα ξαναδει ποτέ κανέναν με τόσο γρήγορα δάχτυλα . Ο ρυθμός ήταν γρήγορος χαοτικός , κι όμως έμοιαζες να το ξέρεις απέξω . Όσο έπαιζες τόσο χαλάρωνες , σαν να επέστρεφες σε ένα μέρος που είχες καιρό να πας και αγαπούσες πολύ . Ύστερα είδα τα βλέφαρα σου να χαλαρώνουν , τα δάχτυλα σου να κινούνται όλο και πιο αργά και η μουσική άλλαξε σε αργό ρυθμό κι ύστερα απλά σταμάτησε . Όταν ένιωσες έτοιμος άνοιξες τα μάτια σου . Έβαλες τα χέρια σου μέσα στα δικά μου και δε χρειαζόταν να κάνεις τίποτε άλλο πέρα από το να με κοιτάξεις .
           “Πάμε;” με ρωτούσαν .
              Και μέσα σε αυτά τα μάτια , είδα τόσο φως!

Δείτε τα υπόλοιπα μέρη εδώ :
Α΄μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/search?updated-min=2012-01-01T00:00:00-08:00&updated-max=2013-01-01T00:00:00-08:00&max-results=34
Β'μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html
Γ' μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html
Δ' μέρος  http://retro-hats.blogspot.gr/2013/05/blog-post.html

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Για τον καλό μυθιστοριογράφο



           "Θα το πάρω." είπε και έδωσε τα χέρια με τον μεσίτη. Όταν ο τελευταίος έφυγε στάθηκε στη μέση του άδειου εκείνου χώρου που μέσα σε λίγα λεπτά είχε γίνει δικό του. Δεν ήταν πολλά , ένα μικρό με το ζόρι το έλεγες διαμερισματάκι στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυώροφης πολυκατοικίας σε μια ακόμη πιο παλιά και κακόφημη γειτονιά. Αλλά δεν τον πείραζε, πρώτη φορά είχε κάτι δικό του, ολόδικο του. Ο αέρας της ανανέωσης τον έκανε να προσμονά την έμπνευση που θα ερχόταν όπου να 'ναι μαζί με τα καινούρια του κλειδιά.  
           Μέσα σε λίγες μόνο ώρες της επόμενης μέρας , το μετέτρεψε στο χώρο που θα περίμενε κανείς να ζει ένας συγγραφέας. Όχι πολλά πράγματα , ένα κρεβάτι , ένα γραφείο , ένα κομοδίνο να ακουμπάει το τασάκι με τα τσιγάρα του ίσως , και τα προσωπικά του αντικείμενα σκορπισμένα στο πάτωμα. Μόνο το γραφείο ήταν που πρόσεξε ιδιαίτερα , το έβαλε ακριβώς μπροστά στο μοναδικό παράθυρο του σπιτιού και μόνο αυτό ήταν που οργάνωσε , τοποθέτησε προσεκτικά τα χαρτιά , τις πένες , τα μολύβια του ακόμα και τσαλακωμένα τάχα δουλεμένα χαρτιά. Πράγματι όπως αποδείχτηκε , σε κανένα άλλο μέρος του σπιτιού δε μπορούσε να γράψει. Είχε τόση όρεξη και μανία που παθιαζόταν ακόμα και με τις ίδιες του τις μουτζούρες , αλλά δε μπορούσε να αποτυπώσει καμιά δημιουργική σκέψη ούτε πάνω στο κρεβάτι , ούτε στην κουζίνα ούτε στο πάτωμα , παρά μόνο μπροστά σε εκείνο το παράθυρο και μόνο όταν ήταν ανοιχτό. Κι αυτό ,γιατί το μπαλκονάκι του ήταν εσωτερικό , δεν είχε καμιά αξιοπρεπή θέα , ήταν όμως σταυροδρόμι αρμονικών φιλήσυχων ήχων και ευωδιών που έρχονταν από παντού και συναντιόντουσαν όλες εκεί έτοιμες να του ψιθυρίσουν καινούριες ιστορίες για να γράψει.
             Κι έτσι πέρασε μέρες πολλές , γράφοντας , γράφοντας, γράφοντας με μανία και ενθουσιασμό , με ένα πάθος και ευγνωμοσύνη για την αμέριστη ευχέρεια που είχε αποκτήσει η σκέψη και το χέρι του. Πόσο τον ενέπνεε αυτή η ατμόσφαιρα , όλα σαν να συνεργάζονταν γύρω του κι αυτός ένιωθε λες και έγραφε το έργο της ζωής του , εκείνο που έρχεται σε κάθε μεγάλο μυθιστοριογράφο και την αλλάζει για πάντα! Κι έγραφε, έγραφε.... Ώσπου κάποια στιγμή , κάτι σαν να άλλαξε στο σκηνικό .  Σταμάτησε , άφησε κάτω το στυλό , κι αφουγκράστηκε για λίγο. Κλαπ, κλαπ, κλαπ. Μα τι ήταν αυτός ο ενοχλητικός ήχος; κάτι έσταζε. Έριξε μια ματιά στο σπίτι , τίποτα. Βγαίνει στη βεράντα και βλέπει ακριβώς από πάνω τον ηλικιωμένο του διαμερίσματος του έκτου να ποτίζει τα λουλούδια του .
             Βγήκε, λοιπόν , από το διαμέρισμα και ανέβηκε στον επάνω όροφο. Χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξε πράγματι ένας ηλικιωμένος άνδρας που δεν άκουγε και πολύ καλά. Με τα πολλά ο άνδρας κατάφερε να του παραπονεθεί για τη χαλασμένη σκαλωσιά έξω στο μπαλκόνι , που έκανε το αδιάκοπο πότισμα του ηιλιωμένου να διακόπει τον οίστρο του. Ο γέρος φάνηκε να ακούει συγκαταβατικά , του εξήγησε όμως ότι το πότισμα των φυτών στο μπαλκόνι είναι κάτι που συνήθιζε να κάνει η γυναίκα του , και τώρα που έχει φύγει από τη ζωή είναι ο μόνος τρόπος να νιώθει ακόμα συνδεδεμένος μαζί της. Κοντά της. Εκείνος δεν είχε πλέον επιχειρήματα, τον αποχαιρέτησε λοιπόν και επέστρεψε αποθαρρημένος στο διαμερισματάκι κ το γραφείο του. Δεν είχε άλλη επιλογή , έπρεπε να συνεχίσει ακόμα και από αυτές τις συνθήκες , όφειλε να μην αποσπαστεί , να μείνει αφοσιωμένος για χάρη του έργου του, του καλύτερου έργου της ζωής του!
             Τα κατάφερε , πλατς πλατς, συνέχιζε να γράφει, να βρίζει , να σταματάει , να στενοχωριέται, να ξαναρχίζει, μα γρήγορα προσαρμόστηκε και ξαναβρήκε το ρυθμό του . Ήταν τόσο ενθουσιασμένος , δε σκεφτόταν τίποτε άλλο , παρά μόνο πως δημιουργούσε κάτι πολύ σπουδαίο! Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα είχε φτάσει κιόλας στο τελευταίο κεφάλαιο, στην τελευταία πράξη των ηρώων του . Πόσο εκστασιασμένος ήταν , τελείωνε το πιο καλό του μυθιστόρημα , σε πολύ λίγο θα...! Ωσπου ξαφνικά, σταμάτησε. Έτσι απλά, σταμάτησε. Το μυαλό του κόλλησε , σάστισε και άφησε κάτω το χαρτί και το μελάνι. Δεν είναι δυνατόν , είπε φωναχτά. Κάτι συνέβη , στάθηκε να καταλάβει. Όλα ήταν στη θέση τους όμως οι σταγόνες είχαν σταματήσει να τρέχουν . Δε μπορεί , όχι τώρα! Κι όμως εκείνη την ώρα ήταν όλα τόσο ήσυχα , που μπορούσε να ακούσει μόνο τον ήχο που έκανε το ασθενοφόρο έξω από την είσοδο του κτιρίου.
           Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε κάτω. Είδε δύο ανθρώπους να βάζουν τον ηλικιωμένο μέσα στο ασθενοφόρο πάνω σε ένα φορείο. Δεν φαινόταν καλά , σαν να κρυφάκουσε από κάποιον παραπέρα πως ήταν ήδη πολύ αργά. Τον έπιασε πανικός. Επέστρεψε στο γραφείο του. Τον έλουζε κρύος ιδρώτας , δε μπορούσε να καθίσει. Ούτε να σταθεί μπορούσε , ζαλιζόταν. Ξάπλωσε στο κρεβάτι μα έγινε χειρότερα. Στάθηκε δίπλα στο παράθυρο σε μια ύστατη προσπάθεια να ακούσει ή έστω να σχηματίσει την ψευδαίσθηση του ήχου του νερού που έσταζε πάνω στη χαλασμένη σκαλωσιά που τόσο τον ενοχλούσε και κατάφερε τελικά να εναρμονιστεί και να ταυτιστεί τελικά με τη βενζίνη που τον έκανε να γράψει. Τίποτε, ήταν μάταιο . Δεν άκουγε τίποτα. Κοίταξε το ασθενοφόρο κάτω στο δρόμο από ψηλά , κι ύστερα  το γραφείο του , τα σκορπισμένα χαρτιά , τα μελάνια , τα δάχτυλα του που είχαν γίνει μπλε από το μελάνι , το μισοσβησμένο του τσιγάρο, τα λιωμένα ρούχα του και την τελευταία σελίδα του καλύτερου του έργου. Την πήρε στα χέρια του , γέλασε νευρικά, την τσαλάκωσε και την έβαλε στο στόμα του . Ύστερα πήδηξε τα κάγκελα τρέχοντας και έπεσε στο κενό.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος β')

         
                                                                             II


             Δεν μου αρέσουν οι γιορτές . Μου μιλούσες συχνά για αυτές , παλιά πολύ περισσότερο . Παρ'ότι όμως δε σου το είπα , ίσως το κατάλαβες μόνη σου και σταμάτησες. Ίσως πάλι να κατάλαβες κι εσύ γιατί δεν μου αρέσουν οι γιορτές. Ερχόσουν όμως , ακόμα έρχεσαι δεν ξέρω γιατί . Μέσα σε όλη αυτή τη βαβούρα γύρω, στα σώματα μας μόνο βρίσκουμε την ησυχία κι εσύ αυτό το είχες καταλάβει πιο νωρίς από μένα. Εγώ δεν ξέρω πως να τη μοιραστώ , αυτή είναι η αδυναμία μου. 
            Πάλι δεν με ακούς , έτσι;  Ε, λοιπόν η φωνή σου διαχέεται στο δωμάτιο πεντακάθαρα. Ώρες ώρες με χτυπάει η ηχώ στην πλάτη. Μπορώ να ακούσω το τρέμουλο και την αλλαγή στη χροιά σου όταν έχεις κατέβει γρήγορα τις σκάλες , γιατί πολλά βράδια βιάζεσαι να έρθεις ή να φύγεις. Είναι πολύ πιθανόν να μην έχεις καταλάβει ακόμα ότι υπάρχω και δεν σε αδικώ , γιατί από την αρχή επεδίωξα να μην το μάθεις και να φύγεις , να μην ξανάρθεις. Μόνος μου κλείστηκα σε αυτό το λαβύρινθο και μόνος μου ήθελα να μείνω. Είμαι τόσο καιρό εδώ μέσα που έχω ξεχάσει πώς μπήκα . Ανόητο , θα ‘λεγες ίσως . Αντίθετα , το υποσυνείδητο μου είναι έξυπνο και διάλεξε τον καλύτερο τρόπο για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου- την αμνησία. Θυμάμαι ψάχτηκα λίγο στην αρχή και μπερδεύτηκα, γιατί ο λαβύρινθος ήταν μεγάλος και περίπλοκος και οι τοίχοι τριγύρω ήταν γυάλινοι και κοφτεροί. Περιπλανήθηκα αρκετά κι ύστερα βρήκα στο κέντρο ένα δωμάτιο , πολύ απλό , ίσα να απομονωθώ και να κοιμηθώ . Κι αυτό έκανα , κοιμόμουν βαθιά για μέρες πολλές , χωρίς να βλέπω όνειρα , χωρίς να σκέφτομαι τίποτα και χωρίς να πονάω πουθενά. 
            Πέρασε καιρός χωρίς να αλλάξω θέση , ώσπου κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο μου άκουγα χτυπήματα , συριγμούς , περίεργους ήχους που δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω και με τάραζαν. Παρ'όλα αυτά αρνιόμουν πεισματικά να ξυπνήσω , έλεγα πως είναι η φαντασία μου , πως θα περάσει , πως δεν είμαι τρελός αλλά αν αυτό κάνει πιο εύκολα τα πράγματα ας γίνω. Αλλά δε σταμάτησε τίποτα από όλα αυτά ,και κάθε φορά είχα την εντύπωση πως όλο αυτό γινόταν σε μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα που ενοχλούσε τα αυτιά μου. Όλα μου φαίνονταν μες το σκοτάδι να γυρνάνε κι εγώ ίδρωνα σαν το σκυλί
           Τη φορά που έγινε ανυπόφορο τινάχτηκα από το κρεβάτι. Τα σεντόνια ήταν από καιρό κουβάρι στο πάτωμα. Σηκώθηκα αμέσως κι άρχισα να παίρνω σβάρνα τους τοίχους , άγγιζα μήπως εντόπιζα ρωγμές ή οτιδήποτε μπορούσε να εξηγήσει την εμπειρία μου. Ξόδεψα όλη μου την ενέργεια γυρίζοντας δυο και τρεις φορές στο γυάλινο λαβύρινθο και αποκαμωμένος έπεσα πάλι με τα μούτρα στο πάτωμα. Κι έτσι όπως ήμουν με το κεφάλι στο πλάι έτοιμος να δακρύσω άκουσα ένα γέλιο γυναικείο . Έσπρωξα το λεπτό στρώμα παραπέρα και είδα ότι ακριβώς κάτω από το σημείο όπου είχα το μαξιλάρι μου δεν είχε γυαλί αλλά ένα μεγάλο κομμάτι από καθρέφτη. Σε είδα πρώτη φορά , στην απέναντι πλευρά . Θύμωσα τόσο πολύ μαζί σου , που τόλμησες έστω άθελα σου να ταράξεις το μικρόκοσμο μου. Σου φώναξα , σε έβρισα αλλά τίποτα. Εσύ μιλούσες κοιτώντας με , έσκαγες κανένα χαμόγελο πού και πού αλλά δεν με άκουγες όπως εγώ. Δοκίμασα να σπάσω τον καθρέφτη με τη γροθιά μου και τελικά πλήγωσα το χέρι μου . Το δωμάτιο γέμισε με αίματα αλλά δεν με ένοιαξε . Πήρα το μάθημα μου , αφού δεν μπορούσα να σε αγνοήσω η μόνη λύση ήταν να σε ακούσω.
              Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα πάντα για ποιο πράγμα μιλούσες αλλά μετά από λίγο άρχιζα να συμπαθώ τη φωνή σου κι αυτό γιατί τώρα που έδινα προσοχή μπορούσε να με νανουρίσει και να με ξυπνήσει ταυτόχρονα. Μη ρωτάς πώς. Ούτε για αυτό έχω ιδέα.  Αλλά δεν ήσουν κάθε φορά η ίδια , ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν , κι όταν από μέσα μου αναρωτιόμουνα γιατί , σαν να καταλάβαινες κι άρχιζες να μου λες όλους σου τους προβληματισμούς με τυχαία σειρά και χωρίς λογική σειρά πολλές φορές. Στην αρχή δεν με πείραζε όταν έφτανε η στιγμή να φύγεις , γιατί έβρισκα την ευκαιρία να πέσω πάλι για ύπνο . Σιγά σιγά όμως ένιωθα τον οργανισμό μου να αποκτά το δικό του υποσυνείδητο ξυπνητήρι που με ειδοποιούσε όποτε ήταν να έρθεις , λες και έπρεπε να σηκωθώ πιο νωρίς και να φτιαχτώ πριν με δεις , λες και θα γινόταν κάτι τέτοιο.  Κι ύστερα αυτό , το μονομερές , με χαλάει. Δεν θέλω να βγω από δω μέσα.
Θέλω να σε συναντήσω. 

            


[ Αυτό ήταν το δεύτερο μέρος της ιστορίας "γυάλινοι παίκτες". Το πρώτο είναι ήδη αναρτημένο στο blog με τον ίδιο τίτλο , στις 31 Δεκεμβρίου 2012.  Για όσους το διαβάσατε , καταρχήν ευχαριστώ για τα υπέροχα σχόλια σας , και δεύτερον θα ήθελα να μου γράψετε ποια είναι η γνώμη σας τώρα που γνωρίσατε τους δύο ήρωες και τι θα θέλατε ή θα περιμένατε να γίνει στο τρίτο μέρος! 
Περιμένω σχόλια σας! 
Με αγάπη , Madhatress ]

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

B.allon R.ouge

       Περπατούσα για ώρες μες τη νύχτα χωρίς σταματημό. Τα πέλματα μου είχαν ματώσει πάνω στα τακούνια μου που με άνεση αποτελούσαν το μοναδικό ήχο σε όλο το δρόμο. Ψυχή πουθενά. Μόνο εγώ και οι γόβες μου να βηματίζουν μια αδιάφορα και μια βιαστικά. Δε θυμάμαι από που ξεκίνησα , σαν να είχα ένα κενό μνήμης , σαν να με τοποθέτησε κάποιος ξαφνικά στη μέση της οδού ενώ ήδη περπατούσα υπνωτισμένη στον αέρα. 
        Είχε ένα κρύο πρωτόγνωρο και καθώς προχωρούσα η υγρασία διαπερνούσε το καλσόν αλλά και το γούνινο παλτό μου. Το έσφιξα δυνατά πάνω μου και η παγωμένη μου ανάσα κρυσταλλώθηκε τη στιγμή της γέννησης της. Και εκεί που απελπισμένη κοιτούσα γύρω γύρω ξάφνου το είδα. Το μικρό ξανθό αγοράκι με το κόκκινο μπαλόνι! Έτρεξε κοντά μου και προσπάθησε να χωθεί κάτω από τη γούνα μου. Το μπαλόνι όμως δε χωρούσε. Πάλεψε λιγάκι , τρίφτηκε , έκανε δυο σβούρες γέλασε λιγάκι και έπειτα το έσκασε πάντα με το μπαλόνι του στο χέρι. Το ακολούθησα αμέσως , έτρεχα πάνω στο πλακόστρωτο με τις γόβες μην τυχόν και το χάσω μόλις έστριβε στη γωνία. Κανείς άλλος τριγύρω , μάρτυρας μου μόνο το τακ τακ και το μισοσπασμένο μου τακούνι.
       Ύστερα από λίγο το είδα κάπου στο βάθος που σταμάτησε. Μας χώριζε μόνο μια ολιγόμετρη ευθεία. Έφτασα να τον συναντήσω έξω απο ένα κτίριο , γνώριμο , παλιό. Ένα ξενοδοχείο ήταν , κι έτσι μες τη μαύρη νύχτα όπως το κοιτούσα σαν να μου φάνηκε στοιχειωμένο. Μόλις έκανα να μιλήσω στο αγοράκι και να το πιάσω , αυτό τραβήχτηκε γέλασε παιδικά , μπήκε μέσα και χάθηκε ξανά. Φοβήθηκα λιγάκι κι ανατρίχιασα , μα δεν είχε επιλογή από το να ακολουθήσω.
         Μπαίνοντας μέσα κατάλαβα γιατί το μέρος μου φαινόταν τόσο γνώριμο. Είχα ξανάρθει . Δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά το αισθανόμουν ότι ήταν πιο πρόσφατα από όσο γνώριζα. Κι ενώ ο χώρος και τα έπιπλα μου φαίνονταν τα ίδια , κάτι στην ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Ο χώρος ήταν σκοτεινός , οι τοίχοι σκούρο μπλε , ίσως και βαθύ πράσινο που με το αμυδρό φως ήταν πιο τρομακτικοί και ένα μεγάλο κόκκινο χαλί στρωμένο κατά μήκος οδηγώντας στη ρεσεψιόν. Όσο προχωρούσα διστακτικά , άναβαν διάσπαρτα κεριά πάνω σε κηροπήγια από άλλη εποχή , δείχνοντας μου το δρόμο. Το τελευταίο κερί φώτισε το κουδουνάκι πάνω στο γραφείο. Δεν έβλεπα τίποτε άλλο κι έτσι δεν είχα επιλογή παρά να το πατήσω .Δίστασα λίγο και με χέρι που έτρεμε το πάτησα. Με το που ακούγεται το σκουριασμένο ντριν άξαφνα φώτισε το πίσω μέρος του γραφείου κι εμφανίστηκε ως ρεσεψιονίστ ένας τρομακτικός τύπος με κόκκινη στολή , χρυσά κουμπιά και έντονα βαμμένο πρόσωπο με άσπρη μπογιά ή πούδρα σαν φάντασμα. Φορούσε κι ένα μπλε-κόκκινο καπέλο. Τινάχτηκα απότομα κι έκλεισα τα μάτια μου.
        Όταν τα άνοιξα συνειδητοποίησα πως τα στρογγυλά μαύρα μάτια του δεν με κοιτούσαν καν . Ήταν ακίνητος σαν άγαλμα , λες και ήταν παγωμένος στο χρόνο , σφηνωμένος στο πάτωμα σαν μια κούκλα βιτρίνας. Αλλά σε πολύ πιο φρικαλέα εκδοχή. Η παγωμένη έκφραση του δεν υποδείκνυε τίποτε αλλά το δεξί του χέρι κρατούσε ένα λευκό χαρτί . Πήγα να το πάρω από το χέρι του και το έβγαλα με κόπο , αφού έμοιαζε να είναι κολλημένο ανάμεσα στα δάχτυλά του μα μόλις το κράτησα στα χέρια μου και έριξα μια ματιά άρπαξε φωτιά . Το πέταξα ενστικτωδώς από το χέρι μου και το άφησα να γίνει στάχτη μπροστά στα μάτια μου. Ευτυχώς είχα απομνημονεύσει το μήνυμα.
"308".
           Ο διάδρομος δίπλα μου φωτίστηκε και τα φώτα πίσω μου έσβησαν. Σαν να αιωρούνταν τώρα δυο τρια κεριά μπροστά μου και να οδηγούν τον δρόμο. Προχωρώντας βήμα βήμα έσπασε η σιωπή από κάτι γέλια. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν το παιδί μα όταν έστρεψα το κεφάλι είδα πως περνούσα έξω από την τραπεζαρία. Το φως σταμάτησε μαζί μου να προχωρά. H αίθουσα φώτισε από τα πλάγια και ο βαρύς μεγαλόπρεπος πολυέλαιος στο κέντρο της οροφής μισοφώτισε. Τα στρογγυλά μεγάλα τραπέζια ήταν γεμάτα σαν να χε κάποια γιορτή . Όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες εκτός από μία κάπου στο κέντρο. Παρόλη τη σκοτεινιά και το μυστήριο του σκηνικού εδώ η ατμόσφαιρα ήταν πιο ζεστή και γιορτινή όσο γινόταν. Άκουγα γέλια και ζωηρές συζητήσεις , μεθυσμένους και κουτσομπολίστικους ψίθυρους κι ύστερα από λίγο είδα ότι κανείς δεν κουνιόταν. Έμοιαζαν όλοι να συζητούν , να γιορτάζουν , κοιτούσαν δεξιά κι αρίστερά , γυρισμένοι εμπρός και πίσω , ο ένας πάνω στον άλλον αλλά δεν κινούνταν ούτε το σώμα τους ούτε τα χείλη τους. Οι ομιλίες που άκουγα φάνταζαν σαν ένα γραμμόφωνο που έπαιζε πίσω από την πόρτα αντί για μουσική. Τίποτα ωστόσο δεν φαινόταν να διαταράσσεται από την παρουσία μου , τόσο που όταν έκανα μερικά βήματα προς τα μπρος και κινήθηκα ανάμεσα στον κόσμο , τίποτε δεν άλλαξε σαν ήμουν αόρατη στα μάτια τους ή να ήταν αόρατοι αυτοί. Ημιδιαφανείς. Ξένοι. Κι όμως κάτι μου θύμιζαν... Μέσα στη ζάλη , σε μια τόσο δα παύση , ξεχώρισα ανάμεσα στους ήχους το γνωστό γέλιο του αγοριού. Έψαξα με το βλέμμα μου τριγύρω και τελικά ανίχνευσα το κόκκινο μπαλόνι να ξεγλιστρά από την τραπεζαρία πάλι πίσω στο διάδρομο. Το ακολούθησα αναπόσπαστη αυτή τη φορά και δεν πρόσεξα παρά αργότερα ότι η πόρτα πίσω μου έκλεισε αθόρυβα.
          Τρέχοντας έφτασα στο τέρμα όπου με περίμενε ένα ανανσέρ. Κατέβαινε από τον τρίτο. Μόλις άνοιξαν η πόρτες είδα έναν άντρα σαν κι αυτόν στη ρεσεψιόν. Τα ίδια ρούχα , ίδιο στήσιμο, ίδιο μακιγιάζ , ίδια φρίκη...Στάσου. Δε μπορεί να ήταν ο ίδιος ! Μπήκα μέσα και στάθηκα αμίλητη. Όπως το περίμενα δεν κινήθηκε ούτε μια στιγμή. Παγωμένος κοίταζε ευθεία. Οι πόρτες έκλεισαν αυτόματα και το κουμπί για τον τρίτο όροφο ενεργοποιήθηκε μόνο του. Το μακρύ μανίκι του φορέματος μου πιάστηκε και σκίστηκε ένα κομμάτι κι ο γυμνός μου καρπός μου αποκάλυψε ένα τατουάζ με καλλιγραφικά γράμματα "Μόνο οι ξένοι γνωρίζουν καλοσύνη". Το μόνο που ακουγόταν όσο ανεβαίναμε ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος του σκουριασμένου σύρματος και το τρίξιμο του δαπέδου. Μόλις φτάσαμε όρμησα έξω από το ασανσέρ και προχώρησα λίγα μέτρα στο σημείο διασταύρωσης δύο διαδρόμων. Ο ένας ήταν πιο φωτεινός από τον άλλον. Έριξα μια ματιά στις πόρτες , από τα δεξιά ανέβαινε από το 350 και από αριστερά κατέβαινε. Πήγα αριστερά .
          Κάτι με εμπόδιζε να τρέξω. Μια δύναμη ή μια κρυφή παρουσία που περπατούσε μαζί μου κι έκανε τα βήματα μου όσο πιο αργά γινόταν για να με αναγκάσει να παρατηρήσω το διάδρομο με όλες μου τις αισθήσεις . Τη βρωμιά , το σκοτάδι, το φτηνό γυναικείο άρωμα που είχε ποτίσει το χαλί...Και σαν η μυρωδιά του να είχε τη μαγική ιδιότητα να φέρνει στη μνήμη μου ένα ένα όσα είχα ξεχάσει . Κι όσο περνούσε η ώρα τόσο θυμόμουν κι ένιωθα πως ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Προχώρησα πια με σίγουρα και σταθερά βήματα στο 308.
          Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και στο πάτωμα μια σειρά από θρύψαλλα οδηγούσαν σε ένα σπασμένο ποτήρι κόκκινο κρασί. Ένα κουβάρι τα σεντόνια του κρεβατιού πιο πέρα και πάνω στο κρεβάτι ένας άντρας κοιμόταν . Στην άλλη άκρη του δωματίου η πελώρια τζαμαρία ήταν ανοιχτή και μια γυναίκα στεκόταν και κοιτούσε από κάτω. Ημουν εγώ. Εγώ κοιτούσα. Μόλις ξεστόμισα ψιθυριστά αυτές τις λέξεις η μορφή μου , ό,τι ήταν αυτό, αιωρήθηκε για λίγα λεπτά και με πήγε πιο κοντά της , ώσπου μπήκα μέσα στο ίδιο σώμα κι έβλεπα από τα ίδια μάτια. Ένας περίεργος μεταμεσονύχτιος αέρας μου φυσούσε τα μαλλιά. Ο άνδρας ξύπνησε και σηκώθηκε κοιτώντας με στα μάτια. Τον κοίταξα και του ανταπέδωσα το αποχαιρετιστήριο χαμόγελο . Γύρισα πάλι το βλέμμα προς τα κάτω και είδα ένα μικρό ξανθομάλλικο αγόρι να γελάει και να με χαιρετάει κρατώντας ένα κόκκινο μπαλόνι. Άνοιξα τα χέρια μου και το ακολούθησα.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Κίτρινη Νότα



Οδός Χατζηπελαιρέν 24 , ώρα 9 μ.μ 
Ένας άνδρας αφήνει ένα πακέτο κι ένα γράμμα στο 4Β και φεύγει τρέχοντας προς τη στάση του μετρό. 

    "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια... ήταν το παράπονο σου. Κι ότι δεν μας μαθαίνουν καλλιγραφικά. Γι αυτό λοιπόν κι εγώ σου γράφω με τα χέρια και την καρδιά μου γυμνή γιατί ντυμένο με οτιδήποτε άλλο πέρα από μολύβι και χαρτί σου φαίνεται "δεύτερο". Την τελευταία φορά που ήρθες να με δεις νόμιζα πως θα έμενες. Είχες αυτό το χαμόγελο στα χείλη σου που πάντα μου άρεσε σαν να κρύβει ένα μυστικό , ένα από αυτά τα πολύπλοκα που κρύβετε εσείς οι γυναίκες και που θα με φιλούσες για να το μοιραστείς μαζί μου. Θυμάμαι ακόμα αυτή τη μέτρια αυτοπεποίθηση που με προσγείωνε και που ώρες ώρες νόμιζα πως αισθανόσουν τόσο τυχερή που είμαι μαζί σου και ξεχνούσες ότι ήμουν κι εγώ. Έτσι πίστευα τουλάχιστον.
      Από την πρώτη φορά που μου συστήθηκες αισθάνθηκα ότι δεν θα καταλάβαινα ποτέ τι σκέφτεσαι και λίγες μέρες αργότερα το ίδιο μου είπες κι εσύ, να μην προσπαθήσω καν , γιατί όντως οι γυναίκες είναι περίεργα πλάσματα κι ότι μπορεί για γυναίκα να σκεφτόσουν πιο απλά , αλλά για άνθρωπο γενικότερα σκεφτόσουν περίπλοκα, αλλόκοτα πολλές φορές. Οι μήνες μαζί σου κύλησαν νερό , κι ούτε μου χε συμβεί αυτό ποτέ. Οι προηγούμενες σχέσεις μου , έμοιαζαν να πατούν πάνω σε κάποιο μοτίβο κι ακόμα αναρωτιέμαι πως κατάφερες να μη μοιάζεις με καμία από αυτές. Πώς κατάφερες "κι έγινες το ομορφότερο χάος του κόσμου". Και τι χαζός που ήμουν που δεν το πρόσεξα εξαρχής. Άλλά έτσι είσαι πάντα , δεν κρύβεσαι άλλα ούτε και φαίνεσαι. Περιμένεις από τον άλλον να καταλάβει αυτό που τον ενδιαφέρει κι αν απορρίψει την ιδέα ούτε που δίνεις σημασία. Ήσουν μαζί μου και δεν ήσουν. Ίσως εγώ να ήμουν περισσότερο. Σαν για κάποιο μυστήριο λόγο , ιερό ενδεχομένως, να είχες κλειδώσει τον εαυτό σου και να χες πετάξει το κλειδί κάπου πολύ μακριά . Ή μπορεί έτσι απλώς να διέδιδες και να το κρατούσες για τον εαυτό σου.
    Κι έτσι δε μου έκανε εντύπωση η απόφαση σου να φύγεις όταν οι αγκαλιές μου γίνονταν πιο σφιχτές. Έπιασα τον εαυτό μου να σου μιλάει για όνειρα που δεν έκανα ούτε στα δεκάξι κι εσύ ενθάρρυνες και γελούσες μόνο με τα κομμάτια που δεν περιείχαν κι εσένα μέσα. Κι όταν μιλούσα πιο σοβαρά , έπερνες ένα ύφος σαν να με μάλωνες και μετά έλεγες κάτι αστείο , γιατί πουθενά δεν ένιωθες τόσο άνετα όσο στην πλάκα. Μου 'χες πει μια φορά ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν με μάσκες κι ότι το τρομακτικό δεν είναι η ίδια η μάσκα αλλά το τι κρύβεται από κάτω. Όταν τελειώσαμε έψαξα να βρω μια μάσκα για μένα που να κρύβει την απορία μου και μια εξήγηση για το τι κρύβεται κάτω από τη δική σου γιατί από το δικό μου πουθενά άρχιζες να λες ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν ερωτεύονται πια στα αληθινά , πως δε μπορούν να αγαπήσουν και οι παλιές ταινίες και τα κλασικά βιβλία είναι τα πιο μαρτυρικά γιατί είναι οι αποδείξεις ότι το ωραίο κάποτε υπήρχε και μεγαλουργούσε και τώρα μας έχει καταπιεί η σκια του. 
       Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα όλα όσα έλεγες αλλά θυμάμαι εκείνη τη θλιμμένη λάμψη στα μάτια σου όταν ΄ξεστόμιζες πως ο αληθινός έρωτας κι η αγάπη έχει πεθάνει κι ότι εδώ στη Γη δεν υπάρχει πια τίποτα σα θύμηση του θεικού αλλά μόνο το ευτελές και το χυδαίο. Μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε , κι ενδιάμεσα προσπαθούμε να "κλειδώσουμε" με ανθρώπους μάταια. Η αίσθηση ότι αποτελούμε κομμάτια που ενώνονται μεταξύ τους υπάρχει ακόμα αλλά το παζλ έχει χαθεί. Και οι άντρες; δεν ερωτεύονται πια!  Τους αρέσει μια γυναίκα , την θέλουν την ποθούν , την επιθυμούν για τον εαυτό τους , κι ύστερα από μερικά χρόνια αφού έχουν επιθυμήσει τόσες και έχουν κουραστεί , παντρεύονται μία. Αυτό μου χες πει. Κι έτσι τώρα σου γράφω όλα αυτά για να δεις πίσω από την μάσκα μου , πίσω απο εκείνη τη παγωμένη νεκρή έκφραση εκείνο το βράδυ τη στιγμή που σε παρακαλούσα να το ξανασκεφτείς κι εσύ χαμογελούσες γιατί πίστευες πως δώσαμε ό,τι μπορούσαμε ο ένας στον άλλον αυτό που μπορούσαμε και που ήταν γραφτό και ότι το τέλος μας είναι το σωστό. Εξάλλου μια μέρα θα σε πλήγωνα έτσι κι αλλιώς , έτσι είμαι φτιαγμένος να κάνω , είπες , κι ας είμαι τόσο καλός , έτσι θα γίνει κι ας μην το θέλω . Δεν αξίζει τον κόπο. 
       "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια..." ήταν το παράπονο σου. Έγραψα ό,τι μπορούσα. Ίσως και παραπάνω. Ακόμα φοβάμαι να παραδεχτώ ότι σκέφτηκα όσα έγραψα . Σαν άντρας που είμαι θα έπρεπε να σκέφτομαι πιο απλά. Το λογικό θα ήταν να μην τολμούσα να πικραθώ , να προχωρούσα παρακάτω, να έβρισκα μια άλλη την επομένη κι όχι να κάθομαι να σκοτίζομαι με το πώς και το γιατί. Κι έτσι εσύ θα επιβεβαιωνόσουν Αλλά το ΄παμε, με προειδοποίησες ότι δε θα καταλάβω τι και πώς σκέφτεσαι.Κι αυτή σου η ικανότητα, η κατάρα όπως θες πες το με εγκλώβισε σε μια κατάσταση που με μπερδεύει και όσο γράφω περισσότερο τόσο πιο κουβάρι αισθάνομαι πως γίνομαι. Δεν επιβεβαιώθηκες όμως. Τόλμησα. Τόλμησα. Μήπως για μια φορά είχες άδικο; Μήπως βλέπεις κάπου τον έρωτα τελικά...;" 


Οδός Χτζηπελαιρέν 24, ώρα 9:20 μ.μ.
Ένας λαχανιασμένος άνδρας ανεβαίνει ως το 4Β , παίρνει το γράμμα και φεύγει.

Μισή ώρα αργότερα

Μια γυναίκα ανεβαίνει με το ασανσέρ στο 4Β και βρίσκει ένα ανώνυμο πακέτο έξω από την πόρτα.
Μπαίνοντας σπίτι ανοίγει το πακέτο και βρίσκει ένα cd. To έβαλε να παίξει και πήγε να αλλάξει.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο ακούγονταν οι στίχοι  Maybe I'm too young to keep good love from going wrong but tonight, you're on my mind so you never know...

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Black & White Sinatra



        Ιππεύαμε πολλές ώρες. Το άλογο μου είχε κουραστεί και μπορούσα να ακούσω τη γρήγορη ανάσα του δικού του. Όμως εμείς σαν να ξεχαστήκαμε , μας πήρε πάλι το βράδυ σαν να μη μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να καλπάσουμε, να τρέξουμε ως το πρωί. Να μιλάμε ατελείωτα κι άλλοτε χωρίς να μιλάμε. Κι οι βόλτες πάντοτε τόσο ωραίες! 
          Δεν μου έμαθε ποτέ πώς να ιππεύω . Αν δεν τον είχα δει την πρώτη φορά πάνω στο άλογο του να ζηλέψω, ούτε που θα μου μιλούσε ποτέ για αυτό. Με είχε αφήσει να πέσω μια φορά. Αλλά ποτέ δεν έλεγα όχι όταν παραβγαίναμε. Πάντοτε κέρδιζε εκείνος... κι εγώ, εγώ απλά χαιρόμουν αυτή την απροσδόκητη γεύση ελευθερίας μαζί του. 
"Παραβγαίνουμε μέχρι τον λόφο; Εκεί κάτω από την Ιτιά." είπε κι άρχισε να τρέχει. Ήξερα πόσο όσο κι αν ακουγόταν σαν ερώτηση άλλο τόσο δεν ήταν. Ζορίζοντας τα ζώα , ήμασταν ελεύθεροι πάλι , ζωντανοί κι έτσι όπως μας έβλεπα , αυτός με το μαύρο πουκάμισο και το καπέλο που τόσο αγαπούσε και μένα με το άσπρο μου φόρεμα , γύρισα πίσω σαν ήμασταν παιδιά. Παίζαμε σαν ξεκούρδιστα πάνω στα ξύλινα αλογάκια μας. Εγώ ήμουν πέντε και εκείνος έξι. Ό,τι και να παίζαμε πάντα γελούσε και κέρδιζε εκείνος. Στα μαύρα πάντοτε κι εγώ στα λευκά. Και τι σύμπτωση, φορούσα ίδιο φόρεμα σαν απόψε. Παράξενο.
          Χωρίς να το καταλάβω φτάσαμε απρόσμενα στην ιτιά κι ανεβήκαμε το λόφο. Κατέβηκε από το άλογο , με τρόπο τέτοιο ώστε ήταν σίγουρος πως θα τον μιμηθώ. Έτσι όπως τον ζωγράφιζε στα μάτια μου ο αέρας με ταξίδεψε στις εποχές που ήρθαν μετά , που άλλαξε ο καιρός και μπορούσα να του πω πως είναι δικός μου. Τον πλησίασα και του το πα ξανά, έκπληκτη από το πόσο σαγηνευτικά μπορούσα να προφέρω αυτές τις λέξεις. Χαμογέλασε μόνο με τα χείλη. Είχε ένα βλέμμα ατάραχο , μαγικό. Με πλησίασε και άρχισε να περπατά κυκλικά γύρω μου. Όταν έφτασε πίσω μου, σταμάτησε αθόρυβα. Τόσο κοντά ήταν που η ανάσα του μπορούσε να με αρπάξει.
"Θυμάσαι που παίζαμε μικροί;" Ρώτησε. Γύρισα προς το μέρος του με φόρα να του απαντήσω με το καλύτερο μου φιλί πως φυσικά και θυμάμαι. Bang Bang. ; Έπεσα στο έδαφος. Δεν ξέρω αν ήταν αυτος , η σκανδάλη ή το φεγγάρι αλλά είχα μια λάμψη στα μάτια μου και δε μπορούσα να δω.  Είχε κολλήσει όμως στα αυτιά μου αυτός ο φριχτός ήχος , λες κι έπαιζε επανειλημμένα. Ξανά και ξανά. Ο κρότος. 
         Με βλέπω. Είμαι ακόμα εκεί , τον παρακολουθώ αδιάκριτα καθώς ανεβαίνει στο άλογο του και απομακρύνεται. Δεν βιάζεται , πηγαίνει αργά. Έφυγε χωρίς να πει "Αντίο". Δεν έκανε καν τον κόπο να μου πει ψέματα. Του έφτασε μόνο να με σκοτώσει. Bang Bang Αχ αυτός ο φριχτός ήχος! Όχι στάσου... Τώρα σαν να ακούω κάτι μου μοιάζει με μουσική...ανθρώπους, ακούω ανθρώπους να τραγουδάνε ή και να ψάλλουν δεν είμαι σίγουρη. Και τώρα που κάπως καθάρισε η όραση μου και μπορώ να δω, είμαι ακίνητη κι ανήμπορη να σηκωθώ κι εκείνος έχει πια εξαφανιστεί. Και δεν ξέρω γιατί, δε μπορώ να το εξηγήσω , αλλά να, οι καμπάνες της εκκλησίας που άκουγα εχτές , τώρα θα ορκιζόμουν χίλιες φορές πως κάθε χτύπος φώναζε μέσα μου δυο λέξεις. Bang Bang.
        

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Μικρά εγκλήματα στο δρόμο


Ξημέρωσε πάλι. Ξημερώνει νωρίς τα καλοκαίρια , διαπίστωσε σαν να 'ταν η πρώτη φορά . Μόλις ο ουρανός άρχισε να αραιώνει το μπλε χρώμα του πήρε το καπέλο , άρπαξε τα κλειδιά της και βγήκε έξω. Το σπίτι δεν τη χωρούσε πια. Ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει τα συναισθήματα της σήμερα. 
   Περπάτησε ώρα πολλή , τόσο που έγδερνε τις πατούσες και τις φτέρνες της σε κάθε βήμα που περνούσε , αλλά αγνοούσε τον πόνο μέχρι να σταθεί να πάρει μιαν ανάσα. Κι αυτή ζεστή. Ο ήλιος της έκαιγε το πρόσωπο , τόσο που μετάνιωσε που δεν έπιασε τα μαλλιά της προτού να φύγει . Δεν πειράζει. "Δεν πειράζει". Ήταν η μόνη φράση που θυμόταν να έχει πει στον εαυτό της μέρες τώρα. Καθόταν σιωπηλή , άλλοτε δίπλα στο παράθυρο , άλλοτε στη βεράντα τη νύχτα.
Άλλοτε απλώς περπατούσε πάνω κάτω σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Κι αφού εξερευνούσε τους άδειους χώρους , κι έβλεπε πως κανείς δεν ήταν εκεί, το βλεπε πιο έρημο,σαν να μην υπήρχαν πια τα έπιπλα , μόνο το υγρό και παγωμένο πάτωμα , κι όλα τα υπόλοιπα να είχαν εξαφανιστεί.
     Γύρω της δεν έβλεπε τίποτε . Τα μάτια της ήταν απλώς λειτουργικά , ίσα για να μην πέφτει , άν και αυτό δεν το κατάφερναν πάντα. Και στα αυτιά της άκουγε ξεκάθαρα μια παύση κι ένα βουητό συνάμα , σημάδι πως το πνεύμα της περιπλανιόταν σε άλλους κόσμους τώρα.  Το σώμα της ωστόσο , την οδηγούσε παραπέρα.
Κανένας ήλιος δεν τη χωρούσε , πάσχιζε αυτόματα να βρει μια σκιά να ξαποστάσει. 
      Το σώμα της ήταν πια προφυλαγμένο κάτω από τη στάση. Κανείς δεν φαινόταν να την προσέχει . Τι ήταν εξάλλου, μια μελαγχολική παρουσία ανάμεσα στις άλλες. Γι'αυτό και δεν την απασχολούσε αν τραβούσε την προσοχή. Σήμερα μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η χαρά από τη θλίψη. Ήταν μόνη της , καθιστή , σαν το μοναδικό στοιχείο ακινησίαςσε ένα κινούμενο κοινό που πηγαινοερχόταν γύρω της. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξέθαψε ένα ξεχασμένο εισιτήριο. Χαμένη στη σκέψη της , μια κοπέλα που έδειχνε να περιμένει το λεωφορείο. Τι περίμενε όμως;  ;Eνιωθε σαν τον πίνακα του Ρενουάρ, το πάρτυ στο πλοίο , σαν εκείνη την κοπέλα που έπινε από το ποτήρι δίπλα στην κοπέλα της κουπαστής που τους χάζευε όλους χαμογελαστή. Ήταν εκεί , κι όμως δεν ήταν εκεί.
     Πιάστηκε από εκείνο το "δεν πειράζει"προηγουμένως . Της φαινόταν περίεργο που το άκουγε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Την ενοχλούσε.
Μεταμορφωνόταν και μεγάλωνε από κάτι απλό , σε μια ηχηρή απάντηση για ερωτήματα που ήθελε να πάψουν να την ταλανίζουν . "Και τι έγινε , ερωτεύτηκα τον λάθος άνθρωπο." Πονούσε. Οι σκέψεις ήταν τόσο δυνατές που αν προσπαθούσε να μιλήσει πιθανοτατα δεν θα άκουγε τις λέξεις. Και ακόμη, γιατί αυτές οι σκέψεις της έλεγαν πως μετά από μια μεγάλη απώλεια , μετά απο εξαντλητικό ξόδεμα συναισθημάτων , δεν πειράζει να μένεις για λίγο κενή, κάπως άδεια , γιατί αυτό σημαίνει πώς ένιωθες τόσα πολλά να διεκδικούν έναν χώρο ισομερές στο βάθος που 
επειδή δν ήθελες να αδικήσεις κανένα αποφάσισες να εκκενώσεις το χώρο για λίγο. 
    Ένας νεαρός άνδρας πλησίασε και κάθισε δίπλα της.Άκουγε μουσική απορροφημένα. Όμορφος ήταν , κι αυτός. Άραγε για κείνον πιο να ναι το πιο προβληματικό συναίσθημα στον κόσμο; Έχει νιώσει παρόμοια ποτέ; Μικρά εγκλήματα στο δρόμο.
    Γιατί; Άραγε από πόσους έχει πληγωθεί και πόσους έχει πληγώσει . Έψαχνε κάποιον απεγνωσμένα να της εξηγήσει αυτή την εξίσωση , πώς επέρχεται ισορροπία πληγώνοντας και με
το να πληγώνουμε και την υπευθυνότητα να νιώθεις υπέυθυνος για αυτό. Όταν ήρθε το λεωφορείο ο νεαρός έσπευσε να μπεί πρώτος. Βιαστικός, κι αυτός. Μα εκείνη δεν βιαζόταν.
Σηκώθηκε όρθια και πλησίασε την πόρτα. Είδε τον νεαρό να χτυπά το εισιτήριο και να κάθεται στις πρώτες θέσεις στο παράθυρο προς τη μεριά της, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα με το εισιτήριο στο χέρι, καθυστερώντας τον οδηγό ο οποίος φαινόταν να εκνευρίζεται. Θα ανεβειτε, έλεγε το βλέμμα του. Όσο καθυστερούσε , τόσο οι ελάχιστοι επιβάτες την κοιτούσαν με περιέργεια . "Λοιπόν;"  -Λοιπόν , ερωτεύτηκα το λάθος άνθρωπο.
    Ύστερα εκείνη , χτύπησε το εισιτήριο της και πίσω της έκλειναν οι πόρτες. Ανάμεσα στις θέσεις διάλεξε να καθίσει δίπλα στο νεαρό από τη στάση. Εκείνος την κοίταξε μια φορά , κι ύστερα γύρισε στη μουσική του χωρίς να δώσει άλλη σημασία. Για μια στιγμή ένιωσε σαν τη νεαρή της κουπαστής , κι ύστερα πάλι , σήκωσε το πορσελάνινο ποτήρι.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Ο παπουτσωμένος γάτος

  "Ο έξυπνος γάτος πήγε γρήγορα στο κάστρο και βρήκε το γίγαντα . 
-Είναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι μπορείς να μεταμορφωθείς σε οποιοδήποτε ζώο θέλεις;
-Φυσικά και μπορώ. Μπορώ να γίνω ό,τι ζώο θελήσω, απάντησε εκείνος.
-Μάλιστα, δηλαδή μπορείς να μεταμορφωθείς ακόμα και σε κάτι πολύ μικρό; Όπως για παράδειγμα ένα ποντίκι; 
Ο γίγαντας μέσα σε μια μόνο στιγμή μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό ποντικάκι. Γρήγορος όπως ήταν ο γάτος όρμησε , έπιασε το ποντίκι και το έφαγε. "


     Το παραμύθι έχει γραφτεί για να σχολιάσει την αδικία. Για αυτήν θέλω να μιλήσω σήμερα. Γιατί στο λίγο της ζωής μου , τα ελάχιστα μα αξιοσημείωτα βιώματα των τελευταίων 18 μου χρόνων με έχουν διδάξει να αντιμετωπίζω με μια δόση "αναισθησίας" ορισμένα κοινωνικά φαινόμενα αυτού του έρμου κόσμου . Αντίδραση; Μηχανισμός άμυνας; Ίσως. Ίσως κάτι από όλα , και λυπάμαι που το λέω , μα πόσο βοηθάει την ψυχολογία όταν δεν εκπλήσσεσαι πλέον με την ασχήμια του σήμερα, δεν απογοητεύεσαι σαν την πρώτη φορά από τα καμώματα των γύρω σου; Λιγότερες προσδοκίες , θα μου πεις. Μετρημένες θα πω κι εγώ. 
    Μόνο που , για να πω την αλήθεια, με το θέμα της αδικίας , είναι που πρέπει να κάνω λίγο ακόμα εξάσκηση . Δεν την έχω συνηθίσει ή για να το θέσω καλύτερα δεν την έχω αποδεκτεί στο βαθμό που πρέπει ώστε να της αντιστέκομαι χωρίς να χάνω την ψυχραιμία ή τον εαυτό μου . Εκτός τον άλλων βέβαια, θα ήταν πιο εύκολο για τον καθένα από μας να αποκτήσει αυτή τη μορφή ανοσίας στην αδικία που συμβαίνει στους άλλους , ωστόσο αν αυτή η αδικία συμβαίνει σε μας τους ίδιους , τότε είναι πολύ πιο περίπλοκο να το δουλέψει κανείς. Κάποιοι θαυμάζουν την εξυπνάδα του γάτου της ιστορίας μας. Κάποιοι άλλοι τους απαντούν πως είναι πονηριά. Μα έχει σήμερα στα αλήθεια σημασία; 
 Οι γίγαντες που βρίσκονται σήμερα στη ζωή μας, οτιδήποτε βλέπει ο καθένας ως τον προσωπικό του γίγαντα, παίρνουν ό,τι μορφή τραβά η ψυχή σου και κυβερνούν. Και πες πως βρίσκεις το θάρρος , πως έχεις τα κότσια και ορθώνεις το γατίσιο σου ανάστημα μπροστά του. Μπορείς πάντα να τον πείσεις να γίνει ποντίκι , ακόμα κι αν επιστρατεύσεις όλη σου την εξυπνάδα/πονηριά ;  
 Όχι. 
 Ο άνθρωπος δεν θα καταφέρει ποτέ να τους αποτινάξει από πάνω του. Η αδικία κάνει κύκλους , μεταλαμπαδεύεται , μπερδεύεται, διδάσκεται, αλλάζει πρόσωπα και χτυπά. Ο παπουτσωμένος γάτος είχε από πίσω του έναν εξαιρετικό συγγραφέα που τον έκανε τυχερό εκτός από έξυπνο , και του χάρισε έναν λιγότερο εύστροφο συμπρωταγωνιστή. 
 Πράγματι τώρα που το ξανασκέφτομαι , θέλει δουλειά . Θέλει κόπο να αναγνωρίσεις γύρω σου την αδικία , να αποδεκτείς το γεγονός ότι συμβαίνει κι ότι ναι, πολλές φορές θα συμβεί και σε σένα, γιατί σε κάποιον πρέπει να συμβεί. Κι αυτό που λένε , ότι τέτοιες καταστάσεις δίνονται σε ανθρώπους που είναι ικανοί να τις αντιμετωπίσουν κατά βάθος το πιστεύω.
  Κι αν στην τελική δεν ξεγελάσουμε τον γίγαντα μας , ή δεν αντέξουμε μπροστά τους , έχουμε πάντα εκεί τους φίλους μας να μας αγκαλιάζουν και να μας τραγουδάνε όταν δεν βγαίνει η φωνή μας. 
  Κι έτσι , καταλήγουμε κάτι σαν τους μουσικούς της Βρέμης .
  Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία...