I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγικός ρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγικός ρεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Το δίλημμα του Συλλέκτη

Photo by Alex Howitt 
Είχα κάποτε μια σπάνια συλλογή
γεμάτη μ'όμορφα συναισθήματα
για σένα.
Ήταν όλα τους διαλεγμένα κι εκλεκτά
με προσοχή και τρυφερότητα στημένα.
Είχαν κι ένα φως χαϊδεμένο νεογέννητου
- τι λαμπρό που ήταν!-
τις νύχτες για να τα σκεπάζει.
Καταλαβαίνεις,λοιπόν, γιατί τα πρόσεχα τόσο.
Είχα τόσα όμορφα συναισθήματα
και δεν ήθελα να τα σκοτώσω.
Δεν συνήθισε, βλέπεις, το χέρι μου ακόμη
την κρύα λαβή του μαχαιριού.
Άλλος,συνήθως, το κρατά
και το μαχαίρι, και το ψαλίδι, και το πιστόλι.
Εγώ βλέπω από μια μεριά μονάχα
κι αν δεν σηκώνουν τη μαρτυρία τα βλέφαρά μου
βγαίνω από το δωμάτιο μέχρι να τελειώσει.
Έτσι τώρα για πρώτη φορά
δεν είχα ιδέα τι να κάνω,
είχα μπροστά μου μια συλλογή από αισθήματα
για σένα
και δε μπορούσα να τα σκοτώσω.
Γι'αυτό τ'άφησα για λίγο στο κρεβάτι
ήσυχα να κοιμηθούν μέχρι το πρωινό
που θα ξυπνήσω έτοιμη και θαρραλέα.
(Δεν τα νανούρισα, να ξέρεις, ούτε μ'ένα τραγουδάκι
γιατί φοβάμαι η μελωδία - η παραμικρή - κακομαθαίνει)
Μπήκα μονάχα μια φορά στον πειρασμό
να σου δείξω πόσο ανυποψίαστα
κοιμόντουσαν το ένα πάνω στ'άλλο!
Τριγύρναγα τότε, που λες, στο σπίτι για μέρες
δίχως να μιλώ, να τρώω, ή να κοιμάμαι,
ανοίγοντας ντουλάπες, σοφίτες, συρτάρια
μήπως βρω κάπου να τα κρύψω,
μήπως τα γλιτώσω!

Είχα τόσο όμορφα συναισθήματα
και δε μου πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσω...

Ήρθες μια φορά και τα'δες
σαν ν'άκουσα πως σχολίασες κάτι,
μα σκέπασα τα λόγια σου από φόβο
μη μου τα ταράξεις και ξυπνήσουν
-κι αν εξεγερθούν;-
δυσκολεύτηκα τόσο να τα σιγήσω.
Άλλωστε, σ'έφερα μόνο για να δεις
πώς κοιμούνται το'να στ'άλλο.
Είπες τότε πως θα'φευγες κι έμεινες κρυφά
χωρίς ακόμη να γνωρίζω το σκοπό σου.
Κούρνιασα δίπλα τους εκείνο το βράδυ
κι εσύ σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι
πήρες αθόρυβα και μυστικά αγκαλιά το μαξιλάρι
και με τα δυο σου πολύτιμα, πορσελάνινα χέρια
όλη νύχτα τα έπνιγες
Ένα
προς
ένα.
Η απουσία της ανάσας τους με ξύπνησε,
όταν σε βρήκα να θαυμάζεις το έργο σου.
Ήταν όλα τους εκεί, τα μέτρησα:
Κουφάρια παρόντα, βουβά, ξεψυχισμένα.
Προτού το καταλάβω είχες εξαφανιστεί
κι έμεινα μόνη μου εγώ
-μάταια πια-
να μ΄αναζητώ στα πεθαμένα.


Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (μέρος β')


...μέρος δεύτερο
[Δείτε το α'μέρος εδώ : http://retro-hats.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html]


Το ενδιαφέρον του κόσμου έκανε πολύ γρήγορα χαρούμενο τον μάγο . Δεν του ήταν πάντα εύκολο να το κάνει , αφού όσο περνούσε ο καιρός κι αυτός μεγάλωνε ,  κάθε χρόνος που περνούσε από πάνω του ένιωθε να παίρνει και κάτι από μέσα του . Όμως είχε αποφασίσει να συνεχίσει ακούραστος . Μάζευε εμπειρίες και γνώριζε ανθρώπους καθημερινά , δεν αθετούσε όμως ποτέ την υπόσχεσή του να χαρίζει το τελευταίο του τραγούδι κάθε βράδυ στην αγαπημένη μητρική φιγούρα του σπιτιού του. Κι όπως συμβαίνει με όλες τις μαμάδες , ακόμα και τις μέρες που αρρώσταινε και οι νότες έβγαιναν σκουριασμένες και ταλαιπωρημένες , εκείνη τον έπαιρνε αγκαλιά και του έλεγε πως δεν πειράζει, πως θα τον ξεκουράσει εκείνη σήμερα, σιγομουρμουρίζοντας τραγουδιστά πλάι του.
 Όπως συμβαίνει όμως συχνά με τους αλλοφερμένους ανθρώπους , ο μάγος δεν γνώριζε ότι εκτός από αγάπη κι ευγνωμοσύνη , τα τραγούδια του προξενούσαν τον φθόνο κι αποτελούσαν πόλο έλξης για κείνους που δεν είχαν βρει ποτέ το χάρισμα τους και πάσχιζαν να γραπωθούν από των άλλων.
 Όταν μεγάλωσε αρκετά και ήρθε η ώρα να αφήσει το σπίτι, αποφάσισε πως ήθελε να δει τον κόσμο ή τουλάχιστον , όσο περισσότερα μέρη μπορούσε, να συλλέξει κι άλλους ήχους και μουσικές και να συνθέσει όμορφα τραγούδια . Αποχαιρέτησε την οικογένεια του και ξεκίνησε , πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη , χωριό και χωριό, ρουφώντας ήχους και καινούριες μελωδίες και τραγουδώντας όπου τον καλούσαν . Φυσικά η φήμη ενός τέτοιου μάγου δεν είναι δυνατόν να μείνει κρυφή για πολύ. Έτσι, οι τσαρλατάνοι κι οι απατεώνες έκαναν ουρές, τον πλησίαζαν και του πουλούσαν συναναστροφή , άλλοι τον δελέαζαν με σκοτεινές προσφορές και μυστικά για να τους δώσει τη φωνή του  και μερικοί το έκαναν τόσο καλά που τον εκμεταλλεύτηκαν πολλές φορές μέχρι να μάθει να την προστατεύει . Αποφάσισε, λοιπόν, να βάλει τη φωνή του σε ένα κουτί, το κλείδωσε και το έκρυψε καλά και δεν την χρησιμοποιούσε παρά μόνο όταν τη χρειαζόταν. Είχε κι αυτό όμως το τίμημά του . Όσο καιρό η φωνή προστατευόταν στο κουτί , τόσο η καρδιά του μάγου γινόταν ευάλωτη και βαριά . Μετά από ώρες περιπλάνησης , για παράδειγμα, έγερνε ελαφρώς μπροστά , καθώς ένιωθε τόσο αφόρητα μεγάλη την καρδιά του και δεν μπορούσε εύκολα να την κουβαλήσει. Όσο όμως τραγουδούσε , γινόταν πάλι ένα μικρό αγόρι , και φανταζόταν αντίκρυ τη μητέρα του να του ζητά να της το αφιερώσει προτού πέσει για ύπνο…»
«Η φωνή του ήταν και η Χαρμολύπη ;» με ρώτησε νυσταγμένος , και με το δίκιο του , γιατί η νύχτα προχωρούσε και δεν ήταν ώρα για προεκτάσεις.
«Όχι μικρό μου , η Χαρμολύπη έφτασε αργότερα στα χέρια του μάγου και με έναν πολύ παράξενο τρόπο…»
«Πώς δηλαδή;»

« Περίμενε να την καλέσουν.»
 «Θα σου εξηγήσω σύντομα τι εννοώ.  Όμως πρώτα θα μου υποσχεθείς πως ό,τι κι αν ακούσεις απόψε , δε θα ψάξεις ποτέ να βρεις τη Χαρμολύπη , Ναι;» Πόνταρα στο γεγονός ότι το νεαρό της ηλικίας σου και η αφηγηματική χροιά της φωνής μου θα σε νανούριζαν τόσο που δεν θα έφερνες μεγάλη αντίσταση.
«Υποσχέσου μου πως δε θα την αναζητήσεις ποτέ , μ’ακούς;»
« Το υπόσχομαι» . Κι εκεί που νόμιζα πως τη γλίτωσα , έκανε τη πιο συνηθισμένη και χιλιοειπωμένη ερώτηση των 5 ετών και κάτι : « Γιατί;»
«Γιατί η Χαρμολύπη τελικά , δεν είναι και πολύ ωραίο πράγμα…» Σούφρωσε λιγάκι τα χείλη και με σκούντησε ελαφρώς , αποδεχόμενος το αίνιγμα και απαιτώντας να συνεχίσω ακόμη κι αν δεν έμεινε πλήρως ικανοποιημένος με την απάντηση μου.
« Ο Μάγος είχε συνηθίσει σε αυτή τη ζωή , προχωρώντας πάντοτε προσεκτικά , κι ας συναντούσε τόσο κόσμο στο διάβα του, με ελάχιστους συντρόφους για παρέα , αφού άλλαζε συχνά συνοδούς και πολλές φορές κρατούσε κρυφό το χάρισμα του, σαν ένα πολύτιμο κι επικίνδυνο μυστικό. Του άρεσαν οι παρέες και απολάμβανε συνάξεις όπου του δινόταν η ευκαιρία να σφυρίζει – ποτέ όμως να τραγουδά. Κατά βάση όμως ταξίδευε μόνος το μεγαλύτερο διάστημα κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο , γιατί δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει να κουβαλήσει την καρδιά του . Τα τραγούδια που φύλαγε και δεν έλεγε πια , γίνονταν φορτίο και στοιβάζονταν εκεί το ένα πάνω στο άλλο.  Από την άλλη ήταν όμως και το πιο ασφαλές γιατί έτσι δεν ήταν διαρκώς σε επιφυλακή μήπως κάποιος ανακαλύψει το μυστικό του και το θελήσει για τον εαυτό του. Συνέχιζε όμως να ταξιδεύει και να αφουγκράζεται μουσικές και τραγούδια του κόσμου περπατώντας κάθε μέρα πιο κοντά στο όνειρό του.
»Μια μέρα λοιπόν ο Μάγος, μετά από κοπιαστικό σεργιάνι , έφτασε στην Πόλη της Βροχής . Μάλιστα, κατέφτασε πολύ ενθουσιασμένος , γιατί είχε ακούσει από πολλούς στο δρόμο του να επαινούν την ομορφιά της και τους γεμάτους με νέους ανθρώπους δρόμους της . Η πόλη αυτή είχε όλα τα καλά , είχε όμως μονάχα ένα κακό : δε σταματούσε ποτέ να βρέχει . Όλο το χρόνο έβρεχε , χειμώνα καλοκαίρι , άλλοτε δυνατά και φοβερά κι άλλοτε σιγανά και τρυφερά , σαν να χαιδεύει το έδαφος . Δεν σταματούσε όμως ποτέ .Οι μελαγχολικοί τότε γέμιζαν θλίψη , και η αισιόδοξοι απογοήτευση. Ο Μάγος όμως δεν ήταν ούτε το ένα , μα ούτε και το άλλο. Όταν το καλοσκεφτόταν , κατέληγε πως ίσως , να ίσως ,και να ήτανε λιγάκι μόνος όλο κι όλο.  Δεν ήταν λίγες οι φορές , που κάπου κάπου στα ταξίδια του , αναζητούσε υποσυνείδητα κι άλλους μάγους ή μάγισσες , κάποιον που θα μπορούσε να του τραγουδήσει δίχως να φοβάται , κι ίσως να έβλεπε κι εκείνος παρόμοια θαύματα. Είχε λοιπόν ακόμα την ελπίδα , πως κάπου στην Πόλη της Βροχής ,  κάτω ίσως από κάποια ομπρέλα , να ‘βρισκε πλάσμα να του μοιάζει.»
« Και το βρήκε;»
« Αν με διακόπτεις συνέχεια πώς θα μάθεις; όλα με τη σειρά τους !» Άσε που πρέπει να σε πάρει κι ο Μορφέας σιγά σιγά , σκέφτηκα.
« Μμμ, καλά εντάξει δε θα σε ξαναδιακόψω .  Να ρωτήσω , η Χ..-- »
« Το κάνεις επίτηδες για να μην κοιμηθείς έτσι; » Όχι που δεν θα το καταλάβαινα !
«Καλά ντε δεν είπα και τίποτα…Δεν θα ξαναπω τίποτα τώρα. Συνέχισε γιατί έχεις αφήσει τον μάγο στην Πόλη της Βροχής.»
«Θυμάμαι , και;»
«Ε τον έχεις αφήσει και βρέχεται τόση ώρα..!» 

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος Ε΄)

V


            “Έχει πολύ ακόμα;” με ρώτησες με τέτοιο τρόπο , που δεν κατάλαβα αμέσως την κρυμμένη ειρωνία .
         “ Έχει όσο έχει” . Ήταν η πρώτη φορά που έπιασα τον εαυτό μου να μην έχει μια σαφή απάντηση . Σε τράβηξα με τόση σιγουριά από τη βολή σου , έχοντας την αυτοπεποίθηση ότι ο λαβύρινθος θα συγκινηθεί από την αποφασιστικότητα μας και ως δια μαγείας θα μεταμορφωθεί σε μονόδρομος με τέρμα την έξοδο κινδύνου. Όμως δεν ήταν έτσι , κι αυτό άρχισα να το συνειδητοποιώ αφότου συμπληρώσαμε δυο ώρες περιπλανώμενοι με γυμνά πόδια σε κρύο γυαλί. Καταλαβαίνεις την απογοήτευση στη φωνή μου όσο κι αν προσπαθώ να την κρύψω. Το έκανες αυτό κι από παλιά .
           “Δεν με καλύπτει ιδιαίτερα η απάντηση σου” . Δοκίμασες να σφίξεις το χέρι μου για να σταματήσουμε .
           “ Αν δεν κάνω λάθος δικά σου είναι αυτά τα λημέρια. Μήπως να οδηγούσες εσύ;” Σου χαμογέλασα για να το σκεφτείς λιγότερο .
             “Είναι μάταιο αυτό που κάνουμε , στο είπα.”
             “Δεν το δέχομαι. Δεν είναι λογικό . Από τη στιγμή που υπάρχει είσοδος , υπάρχει και έξοδος . Απλώς πρέπει να ψάξουμε λίγο ακόμα, αυτό είναι.”
            “ Λογικό; Τίποτα από όλα αυτά – και ειδικά εδώ μέσα δεν μου φαίνεται λογικό . Κοίτα γύρω σου , κοντεύει να μας καταπιεί το γυαλί! Άμφιβάλλω αν βρούμε κάποια έξοδο. Έχω την αίσθηση ότι ο λαβύρινθος παίζει μαζί μας.”
              “Τι εννοείς;”
             “Μοιάζει κάτι ζωντανό , με κάποια ενέργεια τουλάχιστον αν όχι βούληση. Ξέρει ότι θέλουμε να φύγουμε κι αντιδρά.  Όσο απομακρυνόμαστε και πλησιάζουμε κάπου , τόσο αλλάζει σχήμα και σημιουργεί νέους μαιάνδρους και αδιέξοδα . Μπορούμε να μείνουμε χαμένοι για πάντα!”
            “Αυτό είναι!”
           “Τι; Να μείνουμε χαμένοι εδώ μέσα; Καμία αντίρρηση προσωπικά αν και νομίζω ότι δεν σε σηκώνει το κλίμα” . Μου έδειξες τα ίχνη που αφήναμε πίσω μας . Τα δικά σου με χρώμα υπόλευκο και τα δικά μου άφηναν ρωγμές όπου πατούσα . Ύστερα από λίγο χάνονταν κι ακολουθούσαν βαθμιαίες δονήσεις που όλο και δυνάμωναν .
           “Όχι φυσικά. Έχω μια ιδέα. Ακολούθησε με.”  Έκανα αμέσως μεταβολή , σε τράβηξα από το χέρι κι αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που είχαμε πάρει ως τώρα .
            “ Εμ , πάμε λίγο ανάποδα ή μου φαίνεται;”
            “ Εντελώς ανάποδα .”
            “ Μα --”
            “Σςςς , θα δεις . Κάνε λίγο ησυχία!”  Τα βήματα μας ήταν γρήγορα και σχεδόν αμέσως φτάσαμε στο δωμάτιο από όπου ξεκινήσαμε. Ξαφνικά η ελαφριά προειδοποιητική δόνηση μετατράπηκε σε ήπιο σεισμό , ίσα που κρατηθήκαμε για να μην πέσουμε . Οι πιο λεπτοί γυάλινοι τοίχοι άρχισαν να ραγίζουν ελαφρώς .
            “Διάνα” σκέφτηκα αμέσως. Σου εξήγησα πώς ο συλλογισμός σου με την τακτική της αόριστης επέκτασης του λαβυρίνθου και το παράδοξο του να βρίσκομαι ακόμη εδώ , μας έδινε τη λύση : Αν δεχτούμε ότι ο λαβύρινθος επεκτείνεται περιμετρικά τότε όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο ψάχνοντας την έξοδο , τόσο αυξάνεται η εμβέλεια του και μέσα σε αυτόν δημιουργούνται νέα αδιέξοδα και μονοπάτια , κάτι που μπορεί να γίνεται για πάντα . Κι αυτό τι σημαίνει; Έχω την εντύπωση πως αν μπορούσαμε να δούμε τον λαβύρινθο απο ψηλά θα παρατηρούσαμε ότι σχηματικά θυμίζει κάτι σε κύκλο . Ακόμη κι αυτό όμως να μην συμβαίνει , σίγουρα υπάρχει κάτι σταθερό , σαν πυρήνας , σαν βάση από όπου διαχειρίζονται όλες οι επεκτάσεις και οι αλλαγές . Σαν να λέμε , η καρδιά του . Εκεί λοιπόν πρέπει να πάμε . 
            “ Αυτό είναι εντελώς τρελό!” είπες αμέσως μόλις άκουσες τον συλλογισμό μου , όμως έδειχνες να το καλοσκέφτεσαι σαν να έστεκε , παρόλο που με τράβηξες εναντιωματικά προς τα πίσω.  “ Σταμάτα” , είπες, “ ήδη άρχισαν σεισμοί. Δεν μου αρέσει αυτό.”
         “Είναι αλήθεια. Είμαι σχεδόν σίγουροι ότι όσο πλησιάζουμε θα ακολουθήσουν κι άλλα . Έχει καταλάβει τι πάμε να κάνουμε .”
          “ Είναι τελείως τρελό , στο ξαναλέω.”
          “ Είναι όμως το μόνο που έχουμε.” Σε κοίταξα βαθιά στα μάτια και πήρα την απάντηση που πήρα. Ήταν μαύρα . Κατάμαυρα και γυαλιστερά , πιο μαγικά από ότι τα είχα φανταστεί . Μου έδωσαν την άδεια και πήρα την πρωτοβουλία να σου δώσω ένα φιλί στο μέτωπο . Ήταν ο τρόπος μου να σου πω ότι είμαι έτοιμη να σε φροντίσω και νομίζω το κατάλαβες. Μου έδειξες ένα μονοπάτι πίσω από το δωμάτιο και συνεχίσαμε.
          Οι μικροσεισμοί γίνονταν βαθμιαία αλλά σταθερά πιο έντονοι , σημάδι πως πλησιάζαμε επικίνδυνα. Δεν μας ενοχλούσαν πολύ γιατί τρέχαμε ελαφρώς και τους συνηθίσαμε γρήγορα. Όταν φτάσαμε στην τελική ευθεία , μπροστά μας βρισκόταν ένας μακρύς διάδρομος με σκοτεινό τέρμα. Αυτό ήταν που ψάχναμε. Όμως κάποια στιγμή σταμάτησα απότομα , ένιωθα πως είχες σταματήσει , ή για να το θέσω πιο σωστά , είχες παραλύσει . Ακούμπησες την πλάτη σου στον τοίχο λαχανιασμένος και τοποθέτησες τα χέρια σου στα γόνατα . Κάρφωσες το βλέμμα σου στο πάτωμα.
             “Το ακούς αυτό;” ρώτησες .
              “ Όχι δεν ακούω τίποτα , τι--”
             “Άκου. Άκου. Σςς . Μουσική. Την ακούς αυτή τη μουσική;”
              Στάθηκα να ακούσω τι εννοούσες. Πράγματι μόλις συγκεντρώθηκα λίγο αντιλήφθηκα τον ήχο ενός πιάνου , έπαιζε μια συγκεκριμένη συνοδεία ξανά και ξανά . Ήταν πολύ απαλό όμως , πολύ διακριτικό, σχεδόν γλυκό  . Αλλά φαίνεται μόνο εγώ το άκουγα έτσι ,γιατί εσύ έπιανες το κεφάλι σου .
           “ Δεν μπορώ να το κάνω . Αυτή η μουσική. Δεν μπορώ να την ακούω , σε παρακαλώ. Το κεφάλι μου . Πρέπει να μείνω μακριά. Μακριά. ” Παραμιλούσες και δεν ήξερα τι να κάνω . Προσπάθησα να σε ενθαρρύνω να συνεχίσεις , πως δεν είναι τίποτα όμως δεν άκουγες λέξη από όσα έλεγα , μόνο έπιανες τα αυτιά σου και φώναζες γιατί η μουσική δυνάμωσε τόσο πολύ και πονούσες αφόρητα και δεν το άντεχες . Έπεσες κάτω.  Τότε άρχισα κάτι να καταλαβαίνω . Σου έβγαλα με το ζόρι τα χέρια από τα αυτιά και σου φώναξα.
           “ Άκουσε με. Πονάς , το ξέρω . Όμως υπάρχει λόγος που υποφέρεις . Δεν είναι τυχαία η μουσική , έχει μέσα της αναμνήσεις και σου θυμίζει κάποιον ή κάτι που σε πονάει πολύ . Όμως κάνεις λάθος , δεν είναι οι ίδιες οι αναμνήσεις που πονάνε , είναι η γνώση ότι δεν θα υπάρξουν άλλες σαν κι αυτές .” Είχες δακρύσει αλλά κάτι είχα καταφέρει . Με πρόσεχες .
            “ Σε παρακαλώ , κάντο να σταματήσει” μου έλεγες.
             “Άκουσε με , άκου τη μουσική .  Ξέρεις πιάνο , σωστά; Συγκεντρώσου στις νότες και νιώσε τις στην άκρη των δαχτύλων σου σαν να τις έγραψες εσύ . Ψάξε βαθιά και θυμίσου. Φέρε στο μυαλό σου την ανάμνηση που έχεις φυλακίσει μέσα στις νότες και ελευθέρωσε την.” Δίσταζες ακόμη αλλά κατάφερα να σε πείσω να προσπαθήσεις . Κι έτσι έκανες.  Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ αυτή την εικόνα . Έκλεισες τα μάτια σου , χαλάρωσες λίγο τα χέρια και τα δάχτυλα σου και τα τοποθέτησες σαν να υπήρχε μπροστά σου ένα πιάνο . Έμεινες για λίγο ακίνητος με τα μάτια σου φανερά σφιχτά και τα νέυρα σου τεντωμένα. Κι ύστερα απλά άρχισες να παίζεις . Ομολογώ δεν είχα ξαναδει ποτέ κανέναν με τόσο γρήγορα δάχτυλα . Ο ρυθμός ήταν γρήγορος χαοτικός , κι όμως έμοιαζες να το ξέρεις απέξω . Όσο έπαιζες τόσο χαλάρωνες , σαν να επέστρεφες σε ένα μέρος που είχες καιρό να πας και αγαπούσες πολύ . Ύστερα είδα τα βλέφαρα σου να χαλαρώνουν , τα δάχτυλα σου να κινούνται όλο και πιο αργά και η μουσική άλλαξε σε αργό ρυθμό κι ύστερα απλά σταμάτησε . Όταν ένιωσες έτοιμος άνοιξες τα μάτια σου . Έβαλες τα χέρια σου μέσα στα δικά μου και δε χρειαζόταν να κάνεις τίποτε άλλο πέρα από το να με κοιτάξεις .
           “Πάμε;” με ρωτούσαν .
              Και μέσα σε αυτά τα μάτια , είδα τόσο φως!

Δείτε τα υπόλοιπα μέρη εδώ :
Α΄μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/search?updated-min=2012-01-01T00:00:00-08:00&updated-max=2013-01-01T00:00:00-08:00&max-results=34
Β'μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html
Γ' μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html
Δ' μέρος  http://retro-hats.blogspot.gr/2013/05/blog-post.html

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Γυάλινοι Παίκτες- μέρος Δ'


         

                                                         IV



            “Συγχώρεσε τους τρόπους μου , είναι η πρώτη φορά που με ακούς να σου μιλώ και τώρα που το σκέφτομαι είναι και η πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό που ακούω τα ίδια μου τα λόγια . Ξέρεις όταν περάσεις μεγάλο διάστημα ακούγοντας μονάχα τις σκέψεις σου , αρχίζεις να ξεχνάς τη φωνή σου , νομίζεις κι εξαφανίζεται , πως αν ανοίξεις το στόμα σου δε θα καταφέρει να βγει ούτε καν άναρθρη κραυγή , σαν να μην τη χρειάζεσαι. Συνήθισα τόσο πολύ να σκέφτομαι , που ξέχασα να μιλάω .
            Όταν σε βρήκα δεν είχες τις αισθήσεις σου. Ήσουν ξαπλωμένη πάνω στο παγωμένο γυαλί κι ενώ θα ορκιζόμουν ότι από κάπου πρέπει να έπεσες , δεν είδα καμιά ρωγμή στο ταβάνι , μόνο μικρά κομμάτια γυαλιού στο πάτωμα ενώ εσύ ήσουν βαλμένη σε μια κομψή θέση με το πρόσωπο σου καθαρό να κοιμάται γαλήνια , τα χέρια βαλμένα προσεκτικά μπροστά στο στήθος και με τους αστραγάλους σχεδόν τον έναν πάνω στον άλλον , σαν να περίμενες να στεγνώσεις. Τα’χασα. Άγγιξα το χέρι σου για να δω αν είσαι αληθινή και η ζεστασιά του με τρόμαξε. Νόμιζα πως ήταν ένας από τους γνωστούς μου εφιάλτες .  Πήρα ένα κομμάτι γυαλί και μάτωσα το δάχτυλο μου. Είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο μια φορά πως πραγματικός κόσμος είναι εκεί που όταν τρυπήσεις το δάχτυλο σου θα βγει κόκκινο αίμα.
            Μόλις σε σήκωσα στα χέρια μου το δωμάτιο που βρισκόμασταν άρχισε να σείεται και το ταβάνι έτρεμε έτοιμο να καταρρεύσει . Σε έφερα γρήγορα εδώ και σε άφησα να κοιμηθείς όσο ήθελες . Γύρισα πίσω αλλά το δωμάτιο που δε βρήκα δεν υπήρχε πια , είχε εξαφανιστεί και στη θέση του είχε έναν ακόμα γυάλινο τοίχο. Έμεινα μαζί σου ώρες , μπορεί και μέρες μέχρι να ξυπνήσεις. Ο χρόνος όμως είναι περίεργος εδώ , ούτε κι εγώ τον έχω καταλάβει πλήρως. Μπορεί να είναι κυκλικός , αντίστροφος , μπορεί να μην υπάρχει καν , αλλά σίγουρα δεν είναι ευθύγραμμος.
            Κάθε λεπτό που περνούσα δίπλα σου δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ . Ήθελα να σε αγγίξω ξανά αλλά έπειθα τον εαυτό μου να μην το κάνει με τη δικαιολογία ότι μπορεί  κι αυτό το δωμάτιο να καταρρεύσει. Έτσι μαζεύτηκα στη γωνιά μου , μάζεψα τα γόνατα στο στήθος και τα τύλιξα με τα χέρια μου για να προστατευτώ από την έλξη της παρουσίας σου. Δεν είχα ιδέα πώς βρέθηκες εδώ , ήξερα όμως δυο πράγματα στα σίγουρα: πρώτον, πως δεν ανήκεις εδώ και δεύτερον πως με τον ερχομό σου άλλαξες κάτι στη βαρύτητα , στην ατμόσφαιρα και την ισορροπία. Μέχρι να ανοίξεις τα μάτια σου , είχαν παρελάσει όλες οι στιγμές μας μέσα στο κεφάλι μου κι όταν επιτέλους ξύπνησες , είχες ένα χαμόγελο στο πρόσωπο σου και μια έκφραση οικειότητας , σαν να ήταν όλα τόσο φυσιολογικά , ο τόπος , ο χρόνος , ο τρόπος. Σαν να γνωριζόμασταν από παλιά και να είχαμε να μιλήσουμε από το προηγούμενο βράδυ…’’
            “Μα γνωριζόμαστε από παλιά.” μου είπες με την ήρεμη και βαθιά φωνή σου καθώς με κοίταζες στα μάτια . Απέφευγε να σε κοιτάξω , μη μπορώντας να ελέγξω το τρέμουλο στη φωνή μου , τώρα όμως δεν μπορούσα να το αποφύγω. Έτσι όπως ήμασταν ξαπλωμένοι αντικριστά, πήρες το χέρι μου και το ακούμπησες πάνω στο λαιμό σου . Τα δάχτυλα μου καθοδηγήθηκαν επάνω στο δέρμα σου σαν να ακολουθούσαν κάποιο χάρτη, θυμάμαι, και έφτασαν στο στέρνο σου , όπου έπιασαν και φανέρωσαν ένα παράξενο κόσμημα: μια μακριά ,ασημένια, λεπτή αλυσίδα  με ένα κομμάτι αδιάφανο λευκό γυαλί περασμένο στο κέντρο.
            “ Το βράδυ που έσπασες κατάλαβα πως δύσκολα θα ξαναζωγράφιζα την πόρτα στον τοίχο. Μαζί με σένα σαν να έπεσε όλος ο πύργος από τραπουλόχαρτα που είχα χτίσει στο δωμάτιο . Δεν είχε νόημα χωρίς εσένα . Κάτι είχε συμβεί , κάτι που με άφησε έπειτα απ’έξω. Αυτό το κομμάτι από σένα είναι το μοναδικό που δεν εξαφανίστηκε . Έμεινε εκεί στο πάτωμα και με περίμενε να το αρπάξω , να το φυλάξω και να το κάνω προέκταση του εαυτού μου , μια μνεία μέχρι να σε ξαναβρώ. Για να το θέσω πιο απλά , το γυαλί ήταν η απόδειξη πως θα σε συναντήσω.’’
            Nομίζω πως ξέρω τι συνέβη.” είπα απομακρύνοντας αργά το χέρι μου . Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και μαζεύτηκα σαν κάτι να με πονούσε. Ύστερα σηκώθηκα ελαφρά και σου έκανα σήμα να με ακολουθήσεις . Ήθελα να σε πάω στο σημείο που είχες ξυπνήσει και με είχες αντικρύσει , έμοιαζε με κρεβάτι χωρίς στρώμα. Μετακίνησα λίγο πιο δεξιά το μαξιλάρι και σου αποκάλυψα έναν ορθογώνιο , βίαια κατεστραμμένο καθρέφτη. Σάστισες . Γύρισες να με κοιτάξεις και με είδες να κρύβω το πρόσωπο μου με ένα πληγωμένο χέρι τυλιγμένο ένα άσπρο πανί . Δεν ήθελα να με δεις να δακρύζω. Άρπαξες το χέρι μου και εστίασες το τρυφερό σου βλέμμα στο σημείο που το ύφασμα είχε γίνει κατακόκκινο. Ήθελες τόσο πολύ να με χτυπήσει εκείνη τη στιγμή , είμαι σίγουρος,  να με χαστουκίσεις ή να τον κλοτσήσεις, μόνο κ μόνο για να μου δείξει πόσο σε πόνεσε αυτό που έκανα . Το έβλεπα όλο ζωγραφισμένο στο βλέμμα σου , το ζούσα. Αντί γι’αυτό όμως εσύ όρμησες στην αγκαλιά μου και τύλιξες τα χέρια σου γύρω μου σφιχτά. Τώρα που δεν έβλεπα το πρόσωπο σου , δάκρυζε μη μπορώντας να βγάλω λέξη.
“ Αυτό που κάνεις πονάει περισσότερο , ξέρεις από ότι ένα χαστούκι” σου είπα διαβάζοντας τη σκέψη σου .
“Πόσες φορές;” ρώτησες χωρίς να με αφήνεις.
Πολλές.”
            “ Γιατί;
            “ Για να σταματήσουν όλα και να μείνω μόνος . Για να εξαφανιστείς.” Με άφησες , ατάραχη πλέον, και ρώτησες:
 “Και μετά;” Δίσταζα να απαντήσω . Χαμήλωσα το βλέμμα κι ύστερα αποκρίθηκα με ξένο ,ακόμη και για μένα, σοβαρό κι αγνώριστο ύφος:
“ Το ίδιο .” Εσύ μου χαμογέλασες πλατιά .
Ψεύτη.
Δεν είπα τίποτα κι έτσι συνέχισες : “ Είναι πολύ αργά πια για ψέματα , μικρέ μου.”
Έσφιξα τις γροθιές μου και τέντωσε όλο του το σώμα , σαν να αισθανόμουν πως απέτυχα σε κάτι ακόμα ,καθώς επαναλάμβανες την ερώτηση .
“ Και μετά;” 
Ξόδεψα όλο μου το κουράγιο στα επόμενα λόγια μου. “Μετά δεν άντεχα να μένω μόνος. Ήθελα οπωσδήποτε να σε συναντήσω.’’
Πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά της και χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω του πήρε το τραυματισμένο του χέρι και φίλησε την πληγή .
“Πρέπει να φύγουμε από εδώ.” μου είπες . Ακουγόσουν αποφασισμένη .
“ Δεν υπάρχει τρόπος.”  Εσύ αγνόησες την απάντηση μου , σαν σχόλιο που δε χρειαζόταν να του δώσει κανείς σημασία . Με πήρες από το χέρι σαν μικρό παιδί και απομακρυνόμασταν χαλαρά χωρίς να βιαζόμαστε. Εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε πού πηγαίναμε. Ήξερα τώρα πως μπορούσαμε να φύγουμε. Μαζί.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Το πιο φαντασμαγορικό δηλητήριο

       
   Φαντασoυ ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εσύ μέσα ,  γυμνος σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανεσαι, όρθιοι , χαμογελαστός χορευτής. Δίπλα σου το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης...


     Ένα από τα χιλιάδες αξιοπερίεργα του όντος που αποκαλούμε ως σήμερα άνθρωπο , είναι η ιδιότητα του να συνδυάζει ανάγκες και χαρακτηριστικά από άλλα είδη και οργανισμούς και να τα κάνει δικά του. Κάτι σαν χαμαιλέοντας θα μπορούσε να πει κανείς με μια μικρή επιφύλαξη , αλλά σε μια πολύ πιο εξελιγμένη μορφή βέβαια. Όπως ένα κολάζ με ρεαλιστικές διαστάσεις. Σαν να λέμε ότι , όταν ο Bell ανακάλυψε το τηλέφωνο το 1903 (και όλοι πάνω κάτω έχουμε μια εικόνα πώς έμοιαζε αυτή η πρωτοποριακή τότε συσκευή) σίγουρα ο άνθρωπος δεν είχε φανταστεί ότι εκατό τόσα χρόνια μετά ο απόγονος του θα ήταν το iphone . Παρένθεση, δε θέλω να ξέρω πώς θα τηλεφωνεί ο κόσμος σε 100 χρόνια (αν τηλεφωνεί ή δεν διακτινίζεται δηλαδή.) Αλλά για την τεχνολογία ας αφιερώσουμε άλλη ανάρτηση.
           Τα ανθρώπινα όντα λοιπόν κατά ένα μαγικό τρόπο ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα γιατί μπορούν να είναι όλα τα υπόλοιπα μαζί.  O άνθρωπος είναι λουλούδι  , από το πιο συνηθισμένο, από χιλιάδες δεσμίδες μαργαρίτες , ως τις πιο σπάνιες ορχιδέες. Είναι όμως όπως κι αυτά , έχει χρώματα , έχει μυρωδιά, έχει ανάγκη από ήλιο. Γονείς να το κρατούν μακριά από τα ζιζάνια να μεγαλώσει, φίλους να του αλλάξουν το χώμα και να το κρατούν γερό, κάποιον ξεχωριστό να τον φροντίζει ποτίζοντας τον συναισθηματα . Κι έτσι ανθίζει.  Και τα πιο επιφυλακτικά ακόμα , τα κακτάκια, ανθίζουν κι αυτά. Στα άνθη φυσικά σταματάει η πιο ευγενική φύση του. 
         Εμείς οι άνθρωποι είμαστε τα πιο περίπλοκα ζώο πάνω στον πλανήτη και τα πιο απρόβλεπτα κι αυτό γιατί αφενός μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε οτιδήποτε ανάλογα με τις συνθήκες, αφετέρου γιατί ξεχωρίζουμε για την ταχύτητα με την οποία μεταπηδούμε από το ένα στο άλλο (!) . Είμαστε περήφανοι όπως τα λιοντάρια , αμυντικοί βγάζοντας τα νύχια μας σαν τις γάτες για να προστατέψουμε τους αγαπημένους μας,  ξεροκέφαλοι και πεισματάρηδες όπως τα γαιδούρια , επιθετικοί σαν φίδια όταν μας πιάνει το ένστικτο της επιβίωσης στη σύγχρονη ζούγκλα που ζούμε...Αυτά μας έκαναν πολεμιστές.  Καλά , είμαστε ακριβώς τα "θηρία" που περιέγραψε ο Αριστοτέλης , αλλά αν ήταν μονάχα αυτό θα φαινόμουν πολύ αχάριστη κι το λιγότερο, απληροφόρητη για αυτή την ανάρτηση. Εξάλλου , ας μην ξεχνάμε τη φιλοσοφική ματιά που τείνει να εμφανίζεται σαν αστερίσκος σε αυτή την κριτική ματιά.        
           Με τις ιδιότητες του θεριού καταφέραμε να κρατήσουμε αυτό τον κόσμο , μα σάμπως δεν ήταν άλλα πράματα που μας ώθησαν να τον εξελίξουμε και να αναδείξουμε την ομορφιά του; Γιατί το λογικό μας και η ανάγκη μας να στολίσουμε τη ψυχή και τα κρυφά λαγοκοιμισμένα κομμάτια του παρελθόντος δεν μας έσπρωξαν να γίνουμε μουσικοί ,να τραγουδάμε, να παίζουμε ανέμελα, να ζωγραφίζουμε , να γινόμαστε αθάνατοι μέσα από τις πράξεις μας; 
        Λένε πως οι άνθρωποι είναι ελεύθερα πνεύματα . Και το πιστεύω . Μα οι περισσότεροι πιστεύουν σε μια ελευθερία όπως αυτή των πουλιών ή των αλόγων  , μα κάνουν λάθος . Είμαστε φτιαγμένοι για να 'μαστε ελεύθεροι με το δικό μας τρόπο , έναν τρόπο που ίσως σήμερα να μην προσφέρεται ,  και την στιγμή που νιώθουμε τη μέγιστη ελευθερία είναι η στιγμή της απόλυτης ανελευθερίας. Φανταστείτε ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εμείς μέσα γυμνοί σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όρθιοι , χαμογελαστοί χορευτές. Δίπλα μας το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης. Μέσα του αντικατοπτρίζεται η λέξη "ευτυχία" και τριγυρνάνε ένα σωρό άλλα πρόσωπα που υπήρξαμε , είμαστε , θα θέλαμε να είμαστε και δεν υπήρξαμε ποτέ σαν φαντάσματα που έχουν στοιχειώσει το γυαλί.Και υπάρχει ένα κομμάτι της ιστορίας που πάντα μας μπερδεύει: η επιλογή. 
          Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε τότε στις παράξενες εποχές του "πόσο ελεύθεροι να επιλέγουμε είμαστε;" Βέβαια κρατώ επιφύλαξη γιατί μιλάμε για τον ίδιο που είπε πως η κόλαση είναι οι άλλοι. Κι αν δεχτούμε ότι είμαστε ,που είναι το πιθανότερο, εμένα με φοβίζει , γιατί και η ελευθερία και η αθανασία δυνατότητες είναι εξίσου . 
        Κι όπως λέει η σύγχρονη μας Βαμβουνάκη στο "Παλιάτσος και η Άνιμα",και θα θελα να μεταφέρω ακριβώς τα λόγια της " κι αν είναι η δυνατότητα ελευθερία, οι δικαιολογίες που μας νανουρίζουν τη συνείδηση, που μας καθησυχάζουν πως για τις δυστυχίες μας δε φταίμε, που μας επιτρέπουν να κατηγορούμε αδιαλείπτως τους άλλους , την κοινωνία , τη μοίρα μας, τους γονείς μας, το εκπαιδευτικό σύστημα, τους παπάδες ή την κυβέρνηση της χώρας, εξανεμίζονται, ρούχα χάρτινα, και μας αφήνουν γυμνούς σαν φταίχτες που τους τσάκωσαν στον ύπνο."
           Γιατί το πραγματικό μας πρόσωπο , η ταυτότητα μας , όλα παίζονται στο τι θα δεις μέσα σε κείνο τον καθρέφτη. H έλξη προς αυτόν είναι ο πραγματικός μας πειρασμός ,αλλά και το  εξαρτησιογόνο μας δηλητήριο. Και η πραγματική πρόκληση είναι να καταφέρουμε να διαβάσουμε καθαρά την ανεστραμμένη λέξη μέσα σε αυτόν. 

    Υ.Γ.  Ίσως για παλαιότερους αναγνώστες , η ανάρτηση να θυμιζει λίγο τις "αντιθέσεις" . Λιγάκι όμως αφού επικεντρώνεται αλλού. Μα δεν πειράζει να υπάρχουν επαναλήψεις. Μου αρέσουν οι επαναλήψεις γιατί δείχνουν ότι δημιουργούμε μαζί μια βάση που ενστερνιζόμαστε και κάνουμε κομμάτι μας κι αυτό λειτουργεί σαν βάση για να πηγαίνουμε παρακάτω.







      

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το παράδοξο του κατα φαντασίαν ασθενή

      Κάπως έτσι , που λες. Γίνομαι άλλη όταν ονειρεύομαι και άλλη αν ενεργώ. Ίσως δεν είσαι εσύ αυτός που χρειάζομαι,μα , τελικά , μόνο το φάντασμά σου. Δεν είναι πολύ κολακευτικό , μα φαντάσου τον εαυτό σου σαν ένα μηχάνημα υποστήριξης , όπως εκείνα που που κρατούν στοιχειωδώς τον ασθενή στη ζωή. Ο καθρέφτης είναι το νοσοκομείο μου και τα όνειρα μου το μαξιλάρι στο κρεβάτι μου. Όχι όχι μη νομίζεις , δεν είναι όλα άσπρα, έχω σχέδια στα σεντόνια μου και αυτοκόλλητα στους τοίχους αλλιώς θα αρρώσταινα . Και δίπλα μου , κάνεις θόρυβο. 
        Δίπλα στο κομοδίνο ο προηγούμενος ξέχασε να πάρει τα λουλούδια του. Δεν πειράζει όμως , γιατί σε μένα έχουν χρόνια να φέρουν , κι αυτά όλα , τα κοιτώ ακόμη κι αν δεν μπορώ να τα μυρίσω , μονάχα θυμάμαι πώς είναι. Για αυτό μάλλον είναι που χρειάζομαι κάποιον /κάτι σαν κι "εσένα" . Είσαι κι εσύ σαν ένα βάζο με λουλούδια -τα αγαπημένα μου ; θα ρωτήσεις, δε θυμάμαι- πάντως σίγουρα σε άφησα σε κάποιο άλλο δωμάτιο. 
       Ο θόρυβος από το κρύο μηχάνημα ακούγεται πιο έντονα όταν γέρνω το κεφάλι στο μαξιλάρι και προσπαθώ να κοιμηθώ. Κι όντως κάνεις πολύ καλή δουλειά γιατί μέχρι να ξυπνήσω νομίζω πως όντως κοιμάμαι. Μα σε βλέπω σαν σκιά κι εγώ πρέπει κάπως μέσα απο αυτή τη σκιά να διαβάσω πως κάπου , κάποτε , κάπως , κάτι είχα κι εγώ νιώσει. Συν , ότι έχω τη δυνατότητα να διατηρήσω υποθηκευμένη την ανάμνηση , αυτό το σκονισμένο κομμάτι , έστω φυλακισμένο, έστω παραλλαγμένο για να ταιριάζει με τα χρώματα του δωματίου μου. Να θυμάμαι πως κάπου, κάποτε, κάπως , κάτι είχα νιώσει.
       Μου'χουν πει πως καμιά φορά ματώνουμε μόνο και μόνο για να νιώσουμε πως είμαστε ζωντανοί. Είμαστε; Δεν υπολόγισα τότε σωστά την ποσότητα του αίματος μα είμαι; Γι αυτό σου λέω, είσαι εκεί σαν ιδιάζουσα παρουσία και ταυτόχρονα μια πιο ιδιάζουσα απουσία , ένα παράδοξο που μου λέει ότι κάποτε η ανάσα μου ήταν πιο ζεστή , σχεδόν διφυής, ότι υπήρξε χειμώνας που τα χέρια μου δεν ήταν ποτέ παγωμένα, ότι η άνοιξη δεν ήταν "απλά όμορφη" κι ότι η γη τη νύχτα ήταν σαν λούνα παρκ. 
       Κρατώ γερά , γιατί αλλιώς ο κόσμος μου είναι μικρός και γέρνει. Κι αν δεν γράψω σήμερα, ξέρω δε θα ξαναγράψω ποτέ ξανά.  Το "ποτέ πια" που είπε το Κοράκι * 

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Memoranda


Αφού δεν μπορείς να με προσέχεις , του είπα , να με θυμάσαι.
 Να με θυμάσαι.

      Και φαίνεται δεν το είπα πολύ δυνατά , ή το 'πα απο μέσα μου, ή θέλησα να πνίξω τον ήχο αυτό μέσα στο κεφάλι μου όχι γιατί φοβόμουν να το πω ούτε επειδή φοβόμουν να το ακούσω , αλλά επειδή  δε μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία. Μα δεν ξέρεις , δε μπορείς να ξέρεις πόσο βασανιστική μπορεί να είναι η ηχώ όλων όσων θα 'θελες να πεις και ποτέ δεν είπες . 

      Να 'ξερες πόσες φορές την είπα αυτή τη φράση. Ακόμη τη λέω κι ακόμη με βασανίζει, Όχι αν με ακούς , αλλά αν όντως με θυμάσαι με  τον τρόπο που θέλω εγώ. Ότι θυμάσαι έστω τα πιο σημαντικά από όλα αυτά που μου έχεις πει , ότι παρά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες  αναπτύχθηκε (οσο μπόρεσε και όσο την αφήσαμε) η επαφή μας , δεν ήταν κάτι ανεπαίσθητο και ανίκανο να αντέξει στο χρόνο. Ας μην είναι κάτι μεγάλο , μου αρκεί μια χαραγματιά πίσω από το λαιμό σου ή μια γρατζουνιά κάτω από το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού σου , έτσι , να με θυμάσαι.

     Μια φορά θυμάμαι , ανέβασες ένα τραγούδι , το "υπαρχουν χρυσόψαρα εδω" , ξαφνιάστηκα στην αρχή δεν με είχες συνηθίσει. Και μετά συνειδητοποίησα ότι σου ταίριαζε τόσο πολύ ! Εσύ δεν ήσουν που μιλούσες για ιπτάμενες στιγμές; Εσύ τις ζεις ακόμα κι εγώ...εγώ στις χάρισα γιατί ήταν αυτονόητο για μένα να κάνω την ευχή σου δική μου, κι όσο ήσουν μακριά και μου έλεγες έχω ανάγκη για μια αγάπη ερωτική εγώ κάθε φορά από μέσα μου στο ευχόμουν , χωρίς όρους , χωρίς την προϋπόθεση να είμαι εγώ. Και η ευχή μου εν τέλει πραγματοποιήθηκε κι όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο δεν έκλαψα , δε λυπήθηκα στο εκατοστό . Σου έδωσα αυτό που ζητούσες . Έμμεσα στο έδωσα. Κι ούτε εκείνη που έχεις τώρα δίπλα σου θα σου χαρίσει ποτέ τέτοιο δώρο όπως έκανα εγώ, την ξέρω.
    Σού δωσα και το "σ'αγαπώ" επίσης του Ξυδούς κι αυτό, δεν είμαι σίγουρη ότι το άκουσες κι ούτε μπορώ ποτέ να γίνω . Μπορώ όμως πάντα να στο  αφιερώνω μέσα στη σιωπή που αναγκάστικα να ζω για να είμαστε πιο ευτυχισμένοι και οι δύο. Και μή ρωτήσεις πάλι "τι ειναι η ευτυχία"  γιατί δε μπορώ να σε πείσω για τις απόψεις μου αλλά ούτε μπορώ πλέον να σου απαντήσω πια σε άλλες ερωτήσεις. Θυμήσου πως εσύ δεν απάντησες ποτέ σου σε καμία. Θα συνεχίσω λοιπόν να σου αφιερώνω μυστικά ό,τι νομίζω πως θα διαπεράσει κάποια στιγμή την απόσταση που μας χωρίζει , και όχι τη χιλιομετρική. Η ζωή προχωράει και  για τους δυο μας , είναι κάτι που αλλάζει , δε μένει ίδιο , και όλα όσα μας επηρεάζουν , τους δυο μαζί και τον καθένα ξεχωριστά  θα μας αλλάξουν . Μεγαλώνουμε. Ένα κομμάτι μου χωρίς να το θέλω θα μείνει εκεί , στην πρώτη φορά που ένιωσα ένα ΄χαδι από το χέρι σου στην πρώτη φορά θύμωσα με τον πιο περίπλοκο τρόπο σκέψης που έχω γνωρίσει , στην πρώτη φορά που γυρίσαμε μαζί από το σχολείο,  στην πρώτη φορα που έμαθα πως θα φύγεις μακριά κι ένιωσα τόσο μικρή , την πρώτη φυσιολογική συζήτηση και τη μοναδική που είχαμε ποτέ σε ένα διάλειμμα για δέκα ολόκληρα λεπτά , την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο για ώρες, την πρώτη φορά που σε είδα μετά απο  καιρό και σκέφτηκα ότι είσαι τόσο αδύνατος και μου φαίνεται τόσο εύθραυστος (!) ... την πρώτη φορά που τόλμησα να σε πιάσω από το χέρι  και ένιωσα να το σφίγγεις δυνατά, την πρώτη φορά που είπες ότι είμαι όμορφη, κι έξυπνη, την πρώτη φορά που είπες ότι έχω ταλέντο στο γράψιμο... 
      Κι από την άλλη, πάντα θα θυμάμαι την πρώτη φορά που εξαφανίστηκες χωρίς να πεις κουβέντα, 
την πρώτη φορά που μου είπες ψέματα , την πρώτη φορά που μου μίλησες για μια κοπέλα που σου άρεσε πολύ, την πρώτη φορά που έσπασε κάτι μέσα μου όταν είπες πως δε θυμάσαι τίποτε, τίποτε από όλα αυτά που θυμόμουν εγώ για μένα και για σένα, την πρώτη  φορά που η δυσκολία σου να ξεκαθαρίσεις τα πράγματα με έκανε να αισθανθώ ο πιο ηλίθιος και γελοίος άνθρωπος του κόσμου , την πρώτη φορά που έδειξες ότι με θέλεις στη ζωή σου αλλά μέχρι εκεί , κι ούτε μπορείς να διευκρινίσεις "γιατί" ή "ως τι" . Όλα αυτά κάπου αναγκαστικά θα κοιμηθούν , αφού δε μπορώ να τα εξαφανίσω . Δεν μπορώ να βρω ούτε ένα "ναι" για να τους δώσω ούτε ένα "οχι".   Αυτό που δε μπορώ όμως με τίποτε να θάψω , είναι αυτό που μου είπες οτι δε θα με πλήγωνες ποτέ, πως μ'αγαπάς και θα σαι πάντα εκεί για μένα σαν καλός φίλος. Δεν ήσουν, λυπάμαι. Άσε που, στο κάτω κάτω, δεν περνάει κάτι από το χέρι μου πλέον. Έπαιξα σχεδόν όλα τα χαρτιά μου σε μια παρτίδα που η τράπουλα ήτανε δική σου. 
      Ξέρω πως δε θα διαβάσεις ποτέ αυτό το γράμμα, ούτε και κανένα άλλο , ακόμη κι αν μία στις χίλιες πέσει το μάτι σου εδώ , πάλι δεν θα το καταλάβεις , μα θα προσποιηθώ πως είσαι εκεί και κοιτάς τώρα την οθόνη , περιμένοντας το τέλος της ανάρτησης προσπαθώντας να μαντέψεις πόσο δακρύβρεχτο θα είναι. Καθόλου. Μα καθόλου. Δεν ήμασταν ποτέ συνηθισμένοι γιατί να γίνουμε τώρα ξαφνικά; Κι αφού κάπου εδώ λέω να κλείσω το πρώτο από τα τόσα μέσα στο κεφάλι 
μου γράμματα για σένα που πήρε σάρκα και οστά , θα το κάνω με μια φράση του αλχημιστή που με ώθησε να σκεφτώ κάποια πράγματα.

"Δεν έχει να κάνει με τη μοίρα. Είν αι που μερικά πράγματα δεν είναι αρκετά ώριμα 
για να συμβούν στο παρελθόν , όμως η ζωή προχωρά
περιμένοντας και δίνει ευκαιρίες για να γίνουμε ευτυχισμένοι." 

Για αυτό είναι τόσο σημαντικό για μένα να με θυμάσαι. Ως ότιδήποτε, ως κάτι.
Απλά , να με θυμάσαι . Έτσι απλά. Ό,τι και να σημαίνει αυτό . 



Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Συνήθως Μπλε

           Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση , αποτελούν δυο μέρες (δυο μέρες μόνο που είπε και η Γαλάνη και ο Παπακαλιάτης βέβαια , αλλά ας μην ξεφύγω ακόμα δεν άρχισα). 
           Γιατί όπως έγραφα και χθες σε fb και twitter είναι μερικές φορές, μερικές μέρες που θέλεις απλά να πατήσεις το "save". Φυσικά υπάρχει και η αντίστοιχη μέρα που θες να πατήσεις το "delete" αλλά σήμερα θα εστιάσω στην πρώτη περίπτωση. Η ξαδέρφη μου λέει ότι δεν θυμόμαστε μέρες , αλλά στγμές και έχει δίκιο. Γιατί ούτε εγώ , ούτε κι εσύ , θα θυμόμαστε ότι χθες ηταν 3 Απριλίου, αλλά τουλάχιστον εγώ θα θυμάμαι μια σειρά από στιγμές έστω χρονικά προσδιορισμένες μέσα στο Απρίλιο, που με έκαναν να νιώσω τόσο όμορφα όσο εχθές. Δεν χρειάζονται πολλά και μεγάλα πράγματα για να έχει κανείς μια όμορφη μέρα για να θυμάται.
         Κι αυτή είναι η μαγική παρατήρηση που έκανα σήμερα: Όσο συχνά κι αν μας τυχαίνει μια κακή μέρα , μια bad day του Daniel Powder, στο τέλος δεν θυμόμαστε καμιά απο αυτές. Ο χαρακτηριστικός στίχος "you kick up the leaves and the magic is lost" συμβαίνει κάθε φορά, ωστόσο λησμονιέται κάθε φορά. Αντιθέτως , οι όμορφες μας μέρες , αυτές που μας κάνουν να γυρίζουμε με χαμόγελο στο σπίτι μας , με μια βόλτα κάτω από τον ήλιο χέρι χέρι με ένα φίλο, αυτές λοιπόν οι μέρες που δεν σημαδεύτηκαν απο κανένα μεγαλεπήβολο ή φανταχτερό γεγονός , αφήνουν τα ίχνη τους μέσα μας σαν ενέργεια σαν αποθήκη μνήμης. Στο κάτω κάτω , ενδεχομένως να είναι κι αυτές που μας βοηθούν να φέρουμε πίσω τη μαγεία που χάθηκε από τις κακές ή έστω τις μικρές χαμένες μέρες.  Η χθεσινή μέρα ήταν ό,τι πιο αισιόδοξο έχω νιώσει το τελευταίο διάστημα ! 
    Η θεωρία που ανέπτυξα μόλις, μου επιβεβαιώθηκε σήμερα . Υπό άλλες συνθήκες , η καταρρακτώδης βροχή που με ξύπνησε πριν το ξυπνητήρι μου θα με κάρφωνε στο κρεβάτι κι ακόμη θα ήταν καθαρός οιωνός μιας ακόμα μικρής χαμένης μέρας μέσα στο κλίμα μελαχγολίας που διακατέχει μια τέλεια-μελαγχολική προσωπικότητα όπως την αφεντιά μου. Κι όμως, για κάποιο λόγο , ίσως όντως τελικά όλα να πηγάζουν από μέσα, δεν ξέρω αν έφταιγε η διάθεση μου , όμως σηκώθηκα χωρίς να γκρινιάξω για τη βροχή , περίμενα το αστικό μέσα στο μπουφάν μου κάτω από την ομπρέλα με τα παπούτσια μου μέσα στο νερό κι ούτε που με πείραξε. Σαν να θυμόμουν από την αρχή γιατί αγαπώ τη βροχή , σαν να ξέχασα ότι μήνες τώρα μου χαλούσε τη διάθεση και τις μέρες . Μπορεί και να την πήρα σαν δώρο σήμερα , γιατί μου θύμισε ένα πρόσωπο που καταβάλω μεγάλες προσπάθειες να μη θυμάμαι , αλλά η νοσταλγία που δημιουργησε μια τετοια "θλιμμένη μέρα" δεν με έκανε να στενοχωρηθώ με τις αναμνήσεις και τις υπό άλλες συνθήκες ανεπιθύμητες σκέψεις μου, αντίθετα μπήκα στο λεωφορείο και κάθισα σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο με ένα μεγάλο μελαγχολικό χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Σαν να μη ντρέπεσαι πια επειδή αισθάνεσαι , κι επειδή αισθάνεσαι , μπορείς κάτι να ζήσεις.
        Δυο εκ διαμέτρου αντίθετες μέρες μεταξύ τους κατάφεραν να με φέρουν σε μια ισορροπία που είχα χάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ίσως υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο : να μην μπορούν να αποδώσουν όταν μπλοκάρουν συναισθηματικά σε μια ακατάπαυστη νωθρή παύση η οποία κάθε άλλο παρά δημιουργική είναι. Και ίσως το μόνο που χρειάζεται είναι ένα μικρό σπρώξιμο κάθε φορά είτε προς τα πάνω , είτε προς τα κάτω. Γιατί το απόλυτο κενό είναι τρις χειρότερο από δυο ακραίες τιμές , είπαμε καθόλου δημιουργικό. Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο θα κρατήσει αυτό αλλά ήδη ενεργεί , ωθώντας με να γράψω , έστω κι αν ξεκινάει από μια απλή ανάρτηση. Γιατί αληθινά αληθινά, βαθιά και ποιητικά , έχω πολύ, πολύ καιρό να γράψω. Μα πρέπει πρώτα κάτι να νιώσω.

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

Πετρανάσα

   Aυτή η αίσθηση που σε θέλει ακίνητο , αγαλμάτινο σε πρινη θέση ναι κοιτάς γύρω γύρω με το ένα μάτι γεμάτο απορία , φόβο , αμφιβολία, όνειρο, νοσταλγία, πόνο  και το άλλο φωτιά , τόλμη, παρόρμηση , θυμό , ενέργεια , σπιρτάδα, αποφασιστικότητα , αίμα και θάρρος. Τα χέρια σιδηρογροθιές , έτοιμα να χτυπήσουν το σκοτεινό , το άδικο , το λάθος . Τα πόδια μαρμαρωμένα καθηλωμένα στη θέση τους . Μόνο τα γόνατα να μπορείς να λυγίσεις , οι πατούσες να μην κινούνται. Κι εσύ να μη θες να λυγίσεις, να μαστιγώνεις και να τρυπάς με μαχαίρι τα πόδια σου για να ξυπνήσεις τους υπνωτισμένους σου νευρώνες , να κουνηθείς , να φύγεις .

  Μέσα κι έξω , φωνάζεις χωρίς να ακουγονται οι κραυγές, ματώνεις χωρίς να κυλάει πουθενά το αίμα , έχεις τα χέρια καθαρά και συνείδηση αδειανή ή πλήρης . Και πού να πας, πώς να πας , με ποιον να πας....Πώς να πολεμήσεις , τι να πολεμήσεις , ποιον να πρωτοπολεμήσεις...Πού πήγαν τα φτερά σου , τα έχασες , τα βρήκες , είναι σπασμένα , δεν κολλούν , δεν ξαναμπαίνουν στην πλάτη. Βρες άλλο τρόπο να πετάξεις. Βρες αλλιώτικα φτερά , οι άγγελοι δε ζουν εδώ πια. Όποιος γεννιέται τον σκοτώνουμε ή αυτοκτονεί.  Και δεν ξέρεις να σταματήσεις αυτήν την εσωτερική πάλι , δεν ξέρεις πώς ξεκίνησε και πού θα σταματήσει , τι μπορεί να ξυπνήσει αύριο , κι αν όλα κοιμούνται πάλι ...Πώς να φύγεις από δω και πού να πας... Τα μάτια σου είναι οι χειρότεροι τιμωρία . Μόνο να κοιτούν μπορούν. Οι γροθιές είναι η χειρότερη τιμωρία σου. Χτυπάς άσκοπα χωρίς να πετυχαίνεις . Τα πόδια είναι η χειρότερη τιμωρία σου , όσο κι αν θες κάποιος κάτι τα σφήνωσε στη θέση τους και ο κόσμος μέσα και έξω σου λέει με χαρακτηριστική χροιά " Ας παίξουμε ένα παιχνίδι."
 Και μου θυμίζει ένα παραμύθι που άκουγα παλιά , από τους Γκριμ πρέπει να ήταν πάλι, για κείνο τον υπηρέτη που όσο έλεγε την αλήθεια , τόσο πέτρωνε , γινόταν άγαλμα. Έτσι πρέπει να πηγαίνει κι εδώ, από τα πόδια και προχωρά προς το κεφάλι.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Φαντάσματα

Ό,τι εξορίζουμε
δε μπορεί να πεθάνει.

Άλλοτε , άλλοτε επιστρέφει
σαν φάντασμα
περιπλανιέται πού και πού
στα δώματα εντός μας
όχι πάντοτε σαν στοιχειό
αλλά σαν ανάμνηση
του κενού που άφησε πίσω
                                       -φεύγοντας

Του γυαλιού που έσπασε
κάπου εκεί
σε κάποια γωνιά
και μας έκαψε
μας έκοψε,
όχι πάντα σαν σουγιάς
αλλά σαν μνεία
ότι πάντα κάτι λείπει...

Γιατί έφυγε.
Το διώξαμε.

Μα ό,τι εξορίζουμε
δεν μπορεί στα αλήθεια να πεθάνει.

Μονάχα εμείς ταυτίζουμε
την εξορία με το θάνατο.
Ετσι, για να αντέξουμε την απουσία.
Για να αντέξουμε τη φιλοξενία των φαντασμάτων.

Γιατί η ψυχή
-δυστυχώς ή ευτυχώς-
δεν είναι φτιαγμένη να σκοτώνει.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Πορσελάνη

ένας από τους πρώτους αυτοσχεδιασμούς μου στο γράψιμο. Δύο χρόνια πριν περίπου. Αυτό θέλω να μοιραστώ σήμερα. Ας μιλήσουμε για πορσελάνες.



Κοιτούσε κάθε μέρα τον καθρέφτη. Στο δωμάτιο είχε πάντα σκοτάδι.Δεν καταλάβαινε τίποτε. Προσπαθούσε να αντικρίσει ξανά το χαμένο είδωλο στο γυαλί κι όμως, η αντανάκλαση είχε χαθεί. Γυρνούσε δεξιά κι αριστερά, έκανε σβούρες , ζαλιζόταν από τις στροφές, έκανε γκριμάτσες, έκανε φασαρία, πηδούσε πάνω κάτω , φώναζε, ούρλιαζε...Τίποτα. Το είδωλο δε φαινόταν πουθενά.Στο τέλος τσατιζόταν σκέπαζε τον καθρέφτη και έβγαινε από το δωμάτιο κι άφηνε να την ταλανίζει η απορία και η απόγνωση που δε μπορούσε ούτε να ξεφορτωθεί ούτε να εξηγήσει.

   Κάποιο βράδυ, αφού επανέλαβει ξανά τη διαδικάσια, πλησίασε το γυαλί με δακρυσμένα μάτια και ακούμπησε την παλάμη και ψηλάφισε το υλικό. Τόσο αδιάφανο και ταυτόχρονα τόσο διαυγές. "Γιατί χάθηκες; μου λες;"  είπε με απόγνωση. Δεν πήρε καμια απάντηση. Ο καθρέφτης παρέμενε το ίδιο σκοτεινός, αόριστος...σιωπηλός. Τότε , το παράπονο μετατρέπηκε σε οργή , οδηγώντας το χέρι με φόρα και δύναμη επάνω στον καθρέφτη. Τα κομμάτια σκορπίστηκαν στο πατωμα. Με το πρόσωπο πνιγμένο από τα δάκρυα άρχισε να μαζεύει τα κομμάτια . Τελικά βρέθηκε μπροστά ,ένας σωρός από θολό κομματιασμένο γυαλί. Όταν ηρεμησε ,κάθισε δίπλα του με την πλάτη στο κρεβάτι κοιτώντας απέναντι στο σκελετό που απέμεινε από το ραγισμένο καθρέφτη.  Έστρεφε το κεφάλι πότε σε αυτόν και πότε στο σωρό με τα κομμάτια.
  Μετά από λίγη ώρα , άρχιζε να νιώθει περίεργα. Όσο περισσότερο κοιτούσε τόσο περισσότερο νόμιζε πως άκουγε φωνές από τον καθρέφτη. Στην αρχή νόμισε πως ήταν ψευδαισθησεις και προσπαθούσε να συνέλθει. Κι όμως αυτός καλούσε να πλησίασει προς το μέρος του. Διστακτικά σηκώθηκε και πήγε πιο κοντά. Τα κομμάτια δίπλα άρχιζαν να αναδεύονται και να κάνουν περίεργους ήχους. Ο καθρέφτης έτρεμε. Ξαφνικά , πρόσεξε ένα σημείωμα κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας. Φοβήθηκε όμως και το αγνοήσε. Σκέφτηκε όμως τι έπρεπε να κάνει.
 Άπλωσε στο πάτωμα όλα τα κομμάτια και τα περιεργάστηκε ένα ένα. Κάθε κομμάτι που κοιτούσε έφερνε δάκρυα κι όποιο αναγνώριζε το τοποθετούσε προσεκτικά πίσω στον καθρέφτη. Προσπαθούσε να τον συναρμολογήσει ξανά.
  Πέρασε καιρός. Δεν έβγαινε από το δωμάτιο. Όσο πιο δύσκολο φαινόταν , τόσο πιο πολύ πείσμωνε για να τον τελειώσει. Κι όμως κάθε κομμάτι που τοποθετούσε σωστά, έδινε μεγαλύτερη σιγουριά για το επόμενο.Κάποτε έφτασε η στιγμή να τόποθετήσει το τελευταίο. Υπήρχαν όμως δύο κενά. Στο χέρι κρατούσε μόνο ένα. Μόλις το ακούμπησε προσεκτικά στη θέση, το γυαλί φώτισε , και έκανε κ τον υπόλοιπο καθρέφτη μονομιάς να λάμψει. Σαν να άλλαξε κατι, σκεφτηκε. "Δεν έλαμπε έτσι στην αρχή." Πράγματι κάτι είχε αλλάξει όμως δεν καταλάβαινε τι. Έπειτα θυμήθηκε το σημείωμα κάτω από την πόρτα και σκέφτηκε ότι τώρα είχε αρκετή δύναμη να το δει. Το άνοιξε και διαβασε:
"Το τελευταίο κομμάτι έξω από την πόρτα."
Άνοιξε την πόρτα και τον βρήκε να κοιμάται στο κατώφλι. Μόλις άκουσε το θόρυβο της πόρτας , άνοιξε αμέσως τα ματια του και σηκώθηκε ." Νόμιζα πως δε θα έβγαινες ποτέ."
"Περίμενες όλον αυτόν τον καιρό ;"
Απάντησε καταφατικά.
Πέρασε μέσα και στάθηκαν και οι δύο μπροστά από τον καθρέφτη.
"Τα κατάφερες !" είπε εκείνος.
"Όχι ακριβώς. Λείπει ένα."
Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια, έβγαλε από την τσέπη του ενα τρίγωνο μικρό κομμάτι γυαλί.
"Βλέπεις; Αυτό ηταν πάντα εδώ. Νομίζω πως αυτα που είχαν χαθεί στην πραγματικότητα ήταν τα υπόλοιπα."
Δεν ήξερε τι να πει. Τον είδε απλά καθώς έβαζε και το τελευταίο κομμάτι στη θέση του.Το δωμάτιο φώτισε.
"Κοίτα τώρα ξανά." της είπε.
Υπάκουσε και αντίκρυσε για ακόμη μια φορά τον καθρέφτη, και προς μεγάλη της έκπληξη αντίκρυσε το είδωλό της! ήταν εκεί, γύρισε ! Δάκρυα χαράς πλημμύρισαν τα μάτια της και τον ρώτησε πώς συνέβη
"Το είδωλο σου ποτέ δε χάθηκε. Ήταν πάντα εδώ όμως μεσα στο σκοτάδι δεν έβλεπες πως ο καθρέφτης σου ήταν ραγίσμένος. Ή μάλλον ήθελες να το αγνοείς. Ήταν ήδη σπασμένος πρίν τον σκορπίσεις. Έπρεπε όμως να το κάνεις , για να τον φτιάξεις ξανά από την αρχή. Κοίτα τωρα, βλέπεις ρωγμές;"
εκείνη απάντησε αρνητικά. " Και το τελευταίο;"
"Ο καθρέφτης είναι προσωπικός, δικός σου. Εσύ έπρεπε να τον φτιάξεις. Θα μπορούσες να τον τελειώσεις μόνη σου και θα ήταν εξίσου δυνατός όπως και ο προηγούμενος πριν σπάσει. Δες τώρα, άγγιξε αυτον εδώ. Δε σου φαίνεται διαφορετικος;"
"Ναι" απαντησε εκείνη καθώς διαπίστωσε ότι κάτι είχε αλλάξει στο γυαλί.
"Επειδή με άφησες να μπω. Με άψησες να τον τελειώσουμε μαζί. Και τώρα είναι δεν είναι από απλό γυαλί, αλλά από πορσελάνη."

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Ο παπουτσωμένος γάτος

  "Ο έξυπνος γάτος πήγε γρήγορα στο κάστρο και βρήκε το γίγαντα . 
-Είναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι μπορείς να μεταμορφωθείς σε οποιοδήποτε ζώο θέλεις;
-Φυσικά και μπορώ. Μπορώ να γίνω ό,τι ζώο θελήσω, απάντησε εκείνος.
-Μάλιστα, δηλαδή μπορείς να μεταμορφωθείς ακόμα και σε κάτι πολύ μικρό; Όπως για παράδειγμα ένα ποντίκι; 
Ο γίγαντας μέσα σε μια μόνο στιγμή μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό ποντικάκι. Γρήγορος όπως ήταν ο γάτος όρμησε , έπιασε το ποντίκι και το έφαγε. "


     Το παραμύθι έχει γραφτεί για να σχολιάσει την αδικία. Για αυτήν θέλω να μιλήσω σήμερα. Γιατί στο λίγο της ζωής μου , τα ελάχιστα μα αξιοσημείωτα βιώματα των τελευταίων 18 μου χρόνων με έχουν διδάξει να αντιμετωπίζω με μια δόση "αναισθησίας" ορισμένα κοινωνικά φαινόμενα αυτού του έρμου κόσμου . Αντίδραση; Μηχανισμός άμυνας; Ίσως. Ίσως κάτι από όλα , και λυπάμαι που το λέω , μα πόσο βοηθάει την ψυχολογία όταν δεν εκπλήσσεσαι πλέον με την ασχήμια του σήμερα, δεν απογοητεύεσαι σαν την πρώτη φορά από τα καμώματα των γύρω σου; Λιγότερες προσδοκίες , θα μου πεις. Μετρημένες θα πω κι εγώ. 
    Μόνο που , για να πω την αλήθεια, με το θέμα της αδικίας , είναι που πρέπει να κάνω λίγο ακόμα εξάσκηση . Δεν την έχω συνηθίσει ή για να το θέσω καλύτερα δεν την έχω αποδεκτεί στο βαθμό που πρέπει ώστε να της αντιστέκομαι χωρίς να χάνω την ψυχραιμία ή τον εαυτό μου . Εκτός τον άλλων βέβαια, θα ήταν πιο εύκολο για τον καθένα από μας να αποκτήσει αυτή τη μορφή ανοσίας στην αδικία που συμβαίνει στους άλλους , ωστόσο αν αυτή η αδικία συμβαίνει σε μας τους ίδιους , τότε είναι πολύ πιο περίπλοκο να το δουλέψει κανείς. Κάποιοι θαυμάζουν την εξυπνάδα του γάτου της ιστορίας μας. Κάποιοι άλλοι τους απαντούν πως είναι πονηριά. Μα έχει σήμερα στα αλήθεια σημασία; 
 Οι γίγαντες που βρίσκονται σήμερα στη ζωή μας, οτιδήποτε βλέπει ο καθένας ως τον προσωπικό του γίγαντα, παίρνουν ό,τι μορφή τραβά η ψυχή σου και κυβερνούν. Και πες πως βρίσκεις το θάρρος , πως έχεις τα κότσια και ορθώνεις το γατίσιο σου ανάστημα μπροστά του. Μπορείς πάντα να τον πείσεις να γίνει ποντίκι , ακόμα κι αν επιστρατεύσεις όλη σου την εξυπνάδα/πονηριά ;  
 Όχι. 
 Ο άνθρωπος δεν θα καταφέρει ποτέ να τους αποτινάξει από πάνω του. Η αδικία κάνει κύκλους , μεταλαμπαδεύεται , μπερδεύεται, διδάσκεται, αλλάζει πρόσωπα και χτυπά. Ο παπουτσωμένος γάτος είχε από πίσω του έναν εξαιρετικό συγγραφέα που τον έκανε τυχερό εκτός από έξυπνο , και του χάρισε έναν λιγότερο εύστροφο συμπρωταγωνιστή. 
 Πράγματι τώρα που το ξανασκέφτομαι , θέλει δουλειά . Θέλει κόπο να αναγνωρίσεις γύρω σου την αδικία , να αποδεκτείς το γεγονός ότι συμβαίνει κι ότι ναι, πολλές φορές θα συμβεί και σε σένα, γιατί σε κάποιον πρέπει να συμβεί. Κι αυτό που λένε , ότι τέτοιες καταστάσεις δίνονται σε ανθρώπους που είναι ικανοί να τις αντιμετωπίσουν κατά βάθος το πιστεύω.
  Κι αν στην τελική δεν ξεγελάσουμε τον γίγαντα μας , ή δεν αντέξουμε μπροστά τους , έχουμε πάντα εκεί τους φίλους μας να μας αγκαλιάζουν και να μας τραγουδάνε όταν δεν βγαίνει η φωνή μας. 
  Κι έτσι , καταλήγουμε κάτι σαν τους μουσικούς της Βρέμης .
  Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία...