I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ημερολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ημερολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Starry Night Over Lovers

       
           Να μαι πάλι , στο ίδιο μέρος , την ίδια ώρα . Πάντα συνεπής , δεν μαθαίνω ποτέ.
 Έχει πάει εφτά και ήδη έχει σουρουπώσει αρκετά. Σε λίγο θα μείνω μόνη, με το νερό και τα φώτα. Κάθομαι όσο πιο άκρη μπορώ για να έχω την ψευδαίσθηση πως μπορώ να αιωρηθώ ανά πάσα στιγμή , ακόμη και να πέσω αν δεν μ'αντέχει απόψε η γη, και γυρίζω την πλάτη μου στον υπόλοιπο κόσμο γιατί σήμερα - τώρα- δεν με αφορά . Βρίσκομαι εδώ κι έχω φύγει - σχεδόν έχω βγάλει τις μπότες μου για να περπατήσω πάνω στα νερά. Με τη φαντασία μου πάντα. Είναι βλέπεις που μου λείπει η θάλασσα και συμβιβάζομαι με υποκατάστατα, κι ας είναι στην ακμή τους. Μόνο στην ακμή τους...
         Τα βράδια που απευθύνονται σε σένα τα'χεις ζήσει; Έφτασε ποτέ στα πόδια σου κανένα που να μην ήθελες να τελειώσει ποτέ, που το φεγγάρι φαινόταν πιο μεγάλο από την τελευταία φορά , πιο κοντά και πιο δικό σου , έτσι τοποθετημένο προσεκτικά για να το βλέπεις εσύ καλύτερα από όλους τους άλλους και σε εκλιπαρεί να το προσέξεις ; Κι έτσι εσύ να κάνεις το παραθύρι σου βιτρίνα και να θες να τρέξεις μέσα από το τζάμι , μα φοβάσαι πως αν κουνηθείς έστω και λίγα εκατοστά για να το φτάσεις , λίγο να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω του, εκείνο θα βρει ευκαιρία και θα φύγει από τη θέση του και θα ταξιδέψει σ'άλλο παραθύρι , να αφιερωθεί αλλου...Δε θα το'κανες αυτό . Δε θα το ρίσκαρες. Το θες μόνο δικό σου ., μόνο για σένα. Τόσο πολύ μοιάζουμε εμείς οι δύο και τόσο διαφέρουμε που το διεκδικώ κι εγώ όσο κι εσύ, το θέλω ολόδικο μου ,μα για να γράψω επάνω ό,τι δεν έχω κουράγιο να σου πω και ύστερα να το δέσω με μια κορδέλα στον καρπό μου μη μου φύγει και σε χάσω και το κρατώ αγκαλιά μέχρι να'ρθεις να το ζητήσεις και με όλη μου την καρδιά να σου το δώσω.
           Δεν αντιστέκομαι. 
          Άναψαν τα πρώτα φώτα.
         Σήμερα άφησα κάποιον άλλον να καθίσει στο αγαπημένο μου σημείο. Πήγα λίγο παραπέρα γιατί φυσούσε πολύ. Είναι πιο ανοιχτά εδώ , και η ανοιξιάτικη ψύχρα με κάνει να κρυώνω , και απο τη μία μετανιώνω που κάπου παράτησα πάλι το κασκόλ μου κι από την άλλη όλοι οι πόροι του λαιμού και των χεριών μου ευχαριστούν για την ανάσα που παίρνουν κάθε φορα που ο αέρας μπλέκει όλο και περισσότερο τα μαλλιά μου και φέρνει δάκρυα στα μάτια μου. Σιγοτραγουδώ την ίδια νοσταλγική μελωδία με χθες και σε μνημονεύω, καθώς τα δάχτυλα μου προσπαθούν πάνω στην κρύα πέτρα -μάταια- να μιμηθούν τα έμπειρα τα δικά σου, κι εσύ ακόμα να μου μάθεις να σφυρίζω...
         Να κι άλλο ένα φως , πιο ψηλά τώρα. 
         Μα να μην μαθαίνω ποτέ. 
         Δε μπορώ παρά να τρέφω το μυαλό μου με τη σκέψη πως ένα απο αυτά τα δωροδειλινά που φέρνει η άνοιξη , προτού ολότελα μας φύγουν, θα αφήσεις στη μέση το αγαπημένο σου κομμάτι γιατί θα ξέρεις πως είμαι εδώ, πως σε περιμένω και πως έχεις ήδη αργήσει .Δε θα χρειαστεί ούτε να γυρίσω το κεφάλι μου. Απλώς θα έρθεις και θα πλησιάσεις όσο πιο αργά και σταθερά μπορείς και θα'ναι τόσο ήσυχα που θα σε καταλάβω μόνο από την βαθιά ανάσα σου δίπλα στο πρόσωπο μου. Μπορεί και να τρομάξω στην αρχή , μα θα κάνω χώρο να καθίσεις δίπλα μου και θα κοιτάμε μαζί στο βάθος πότε τα αστέρια και πότε τα φώτα. 
"Κι εκείνος;" μαντεύω τη σκέψη σου.
- Ό,τι χωρά σε μέτρα και σταθμά δεν μπορεί να είναι έρωτας.
- Και τώρα;
- Κοίτα , ό,τι πιο κοντά σε "έναστρη νύχτα".
    Μέχρι να ανάψουν όλα και να σβήσουν ένα ένα δε θα χρειάζεται να μιλάμε. Όταν πια θα'χει χαθεί και το τελευταίο και θα με κρύβει κάπως το σκοτάδι , τότε μόνο θα σε κοιτάξω στα μάτια. Αν με ρωτήσεις πάλι αν έχουν ματώσει τα χείλη σου , υπόσχομαι πως αυτή τη φορά δε θα διστάσω και θα τα ενώσω με τα δικά μου. "Εξημερώθηκα" , θα σου πουν.  
 - Νιώθω σαν να με μαγέψανε...
    

                               
   
                                 πίνακας : "Εναστρη Νύχτα πάνω από τον Ροδανό" (Starry Night Over the Rhone) του V.Van Gogh      

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Game Over


           Από μυθολογία πώς τα πας; Από Ησίοδο;
 Θεογονία; Ναι ούτε και γω τα πάω καλά με τον τελευταίο . Αλλά θέλω να σου πω μια ιστορία. Έναν μύθο για τον Θάνατο. 
          Ξέρεις δεν ήταν πάντα ο τύπος με τη μαύρη κουκούλα και το δρεπάνι στο χέρι. Όχι, ούτε καν πλησίαζε τον reaper. Ήταν γιος του Ερέβους και της Νύχτας, και ο αδερφός του Ύπνου , κι ενώ εκείνος μπορούσε να ταξιδεύει τη νύχτα και ξεκούραζε τους ανθρώπους , ο Θάνατος δεν πήγαινε πουθενά. Δεν είχε βωμό γιατί δεν ήθελε θυσίες , κανείς δεν τον λάτρευε έτσι κι αλλιώς , πέρα από τους αρρώστους που τον έβλεπαν σαν λυτρωτή. Κι έτσι ο Θάνατος λέγεται ότι ήταν ένας μαυροφορεμένος νέος , ψηλός και όμορφος , με ξανθά μαλλιά και αλαβάστρινο δέρμα.  
             Μια μέρα ο Θάνατος αντίκρυσε μια νέα . Δεν είχε τίποτε το ξεχωριστό μάλλον , τίποτε που δεν είχε ξαναδεί τουλάχιστον , όμως για κάποιο λόγο του έκανε μεγάλη εντύπωση . Ο Θάνατος την ερωτεύτηκε . Βρέθηκε σε μια κατάσταση που δεν μπορούσε πλήρως να αντιληφθεί , ήταν μπερδεμένος , φοβόταν για το τι έπρεπε και τι ήθελε να κάνει απέναντι της . Πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει μια νέα ο ίδιος ο Θάνατος; Έτσι δεν της είπε τίποτα , στράφηκε στον πατέρα του . Ο Έρεβος τον παρέπεμψε στον πατέρα όλων, το Χάος. Ο Θάνατος του τα είπε όλα και τότε το Χάος του είπε , ότι αν καταλάβαινε το Χάος , θα καταλάβαινε και όλα τα υπόλοιπα, και δε θα φοβόταν πια , και θα είχε την κοπέλα. 
    Και τι νομίζεις πως έκανε ο Θάνατος;  Τα παράτησε όλα και προσπάθησε να καταλάβει το Χάος. Μα στην προσπάθεια του , το Χάος τον απορρόφησε κι εκείνος δεν το κατάλαβε. Πέρασε καιρός , πέρασαν χρόνια και η κοπέλα πέθανε .  Ο Θάνατος έμεινε αιώνια αφοσιωμένος να προσπαθεί να καταλάβει το Χάος που την ξέχασε και τώρα μπορούσε μόνο να τη βλέπει στη λίμνη των νεκρών στον Κάτω Κόσμο.  Κι ούτε που αισθάνθηκε το χρόνο να περνά , γιατί είχε ξεχάσει να φοβάται , γιατί το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς να ξεδιαλύνει το Χάος. Και τότε όλα θα έφτιαχναν , πίστευε. 
Μα ποιος μπόρεσε ποτέ να καταλάβει το Χάος μόνος του;
           Ήθελα μόνο να σου πω, αυτή την τελευταία ιστορία . Δέξου την ως σφραγίδα. Αν βρισκόμασταν σε ένα παιχνίδι για δύο , δεν ξέρω τι κερδίζεις αλλά σίγουρα εγώ μόνο χάνω. Σφραγίζω λοιπόν την αποχώρηση μου από το παιχνίδι. Μπορείς να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξεδιαλύνεις το Χάος. Game Over.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος β')

         
                                                                             II


             Δεν μου αρέσουν οι γιορτές . Μου μιλούσες συχνά για αυτές , παλιά πολύ περισσότερο . Παρ'ότι όμως δε σου το είπα , ίσως το κατάλαβες μόνη σου και σταμάτησες. Ίσως πάλι να κατάλαβες κι εσύ γιατί δεν μου αρέσουν οι γιορτές. Ερχόσουν όμως , ακόμα έρχεσαι δεν ξέρω γιατί . Μέσα σε όλη αυτή τη βαβούρα γύρω, στα σώματα μας μόνο βρίσκουμε την ησυχία κι εσύ αυτό το είχες καταλάβει πιο νωρίς από μένα. Εγώ δεν ξέρω πως να τη μοιραστώ , αυτή είναι η αδυναμία μου. 
            Πάλι δεν με ακούς , έτσι;  Ε, λοιπόν η φωνή σου διαχέεται στο δωμάτιο πεντακάθαρα. Ώρες ώρες με χτυπάει η ηχώ στην πλάτη. Μπορώ να ακούσω το τρέμουλο και την αλλαγή στη χροιά σου όταν έχεις κατέβει γρήγορα τις σκάλες , γιατί πολλά βράδια βιάζεσαι να έρθεις ή να φύγεις. Είναι πολύ πιθανόν να μην έχεις καταλάβει ακόμα ότι υπάρχω και δεν σε αδικώ , γιατί από την αρχή επεδίωξα να μην το μάθεις και να φύγεις , να μην ξανάρθεις. Μόνος μου κλείστηκα σε αυτό το λαβύρινθο και μόνος μου ήθελα να μείνω. Είμαι τόσο καιρό εδώ μέσα που έχω ξεχάσει πώς μπήκα . Ανόητο , θα ‘λεγες ίσως . Αντίθετα , το υποσυνείδητο μου είναι έξυπνο και διάλεξε τον καλύτερο τρόπο για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου- την αμνησία. Θυμάμαι ψάχτηκα λίγο στην αρχή και μπερδεύτηκα, γιατί ο λαβύρινθος ήταν μεγάλος και περίπλοκος και οι τοίχοι τριγύρω ήταν γυάλινοι και κοφτεροί. Περιπλανήθηκα αρκετά κι ύστερα βρήκα στο κέντρο ένα δωμάτιο , πολύ απλό , ίσα να απομονωθώ και να κοιμηθώ . Κι αυτό έκανα , κοιμόμουν βαθιά για μέρες πολλές , χωρίς να βλέπω όνειρα , χωρίς να σκέφτομαι τίποτα και χωρίς να πονάω πουθενά. 
            Πέρασε καιρός χωρίς να αλλάξω θέση , ώσπου κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο μου άκουγα χτυπήματα , συριγμούς , περίεργους ήχους που δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω και με τάραζαν. Παρ'όλα αυτά αρνιόμουν πεισματικά να ξυπνήσω , έλεγα πως είναι η φαντασία μου , πως θα περάσει , πως δεν είμαι τρελός αλλά αν αυτό κάνει πιο εύκολα τα πράγματα ας γίνω. Αλλά δε σταμάτησε τίποτα από όλα αυτά ,και κάθε φορά είχα την εντύπωση πως όλο αυτό γινόταν σε μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα που ενοχλούσε τα αυτιά μου. Όλα μου φαίνονταν μες το σκοτάδι να γυρνάνε κι εγώ ίδρωνα σαν το σκυλί
           Τη φορά που έγινε ανυπόφορο τινάχτηκα από το κρεβάτι. Τα σεντόνια ήταν από καιρό κουβάρι στο πάτωμα. Σηκώθηκα αμέσως κι άρχισα να παίρνω σβάρνα τους τοίχους , άγγιζα μήπως εντόπιζα ρωγμές ή οτιδήποτε μπορούσε να εξηγήσει την εμπειρία μου. Ξόδεψα όλη μου την ενέργεια γυρίζοντας δυο και τρεις φορές στο γυάλινο λαβύρινθο και αποκαμωμένος έπεσα πάλι με τα μούτρα στο πάτωμα. Κι έτσι όπως ήμουν με το κεφάλι στο πλάι έτοιμος να δακρύσω άκουσα ένα γέλιο γυναικείο . Έσπρωξα το λεπτό στρώμα παραπέρα και είδα ότι ακριβώς κάτω από το σημείο όπου είχα το μαξιλάρι μου δεν είχε γυαλί αλλά ένα μεγάλο κομμάτι από καθρέφτη. Σε είδα πρώτη φορά , στην απέναντι πλευρά . Θύμωσα τόσο πολύ μαζί σου , που τόλμησες έστω άθελα σου να ταράξεις το μικρόκοσμο μου. Σου φώναξα , σε έβρισα αλλά τίποτα. Εσύ μιλούσες κοιτώντας με , έσκαγες κανένα χαμόγελο πού και πού αλλά δεν με άκουγες όπως εγώ. Δοκίμασα να σπάσω τον καθρέφτη με τη γροθιά μου και τελικά πλήγωσα το χέρι μου . Το δωμάτιο γέμισε με αίματα αλλά δεν με ένοιαξε . Πήρα το μάθημα μου , αφού δεν μπορούσα να σε αγνοήσω η μόνη λύση ήταν να σε ακούσω.
              Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα πάντα για ποιο πράγμα μιλούσες αλλά μετά από λίγο άρχιζα να συμπαθώ τη φωνή σου κι αυτό γιατί τώρα που έδινα προσοχή μπορούσε να με νανουρίσει και να με ξυπνήσει ταυτόχρονα. Μη ρωτάς πώς. Ούτε για αυτό έχω ιδέα.  Αλλά δεν ήσουν κάθε φορά η ίδια , ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν , κι όταν από μέσα μου αναρωτιόμουνα γιατί , σαν να καταλάβαινες κι άρχιζες να μου λες όλους σου τους προβληματισμούς με τυχαία σειρά και χωρίς λογική σειρά πολλές φορές. Στην αρχή δεν με πείραζε όταν έφτανε η στιγμή να φύγεις , γιατί έβρισκα την ευκαιρία να πέσω πάλι για ύπνο . Σιγά σιγά όμως ένιωθα τον οργανισμό μου να αποκτά το δικό του υποσυνείδητο ξυπνητήρι που με ειδοποιούσε όποτε ήταν να έρθεις , λες και έπρεπε να σηκωθώ πιο νωρίς και να φτιαχτώ πριν με δεις , λες και θα γινόταν κάτι τέτοιο.  Κι ύστερα αυτό , το μονομερές , με χαλάει. Δεν θέλω να βγω από δω μέσα.
Θέλω να σε συναντήσω. 

            


[ Αυτό ήταν το δεύτερο μέρος της ιστορίας "γυάλινοι παίκτες". Το πρώτο είναι ήδη αναρτημένο στο blog με τον ίδιο τίτλο , στις 31 Δεκεμβρίου 2012.  Για όσους το διαβάσατε , καταρχήν ευχαριστώ για τα υπέροχα σχόλια σας , και δεύτερον θα ήθελα να μου γράψετε ποια είναι η γνώμη σας τώρα που γνωρίσατε τους δύο ήρωες και τι θα θέλατε ή θα περιμένατε να γίνει στο τρίτο μέρος! 
Περιμένω σχόλια σας! 
Με αγάπη , Madhatress ]

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Γυάλινοι Παίκτες ( α' μέρος)

                                                                               I



Τι γιορτή ήταν αυτή. Σαν να μη σήμαινε τίποτα ούτε η φασαρία , ούτε η μουσική, ούτε τα πρόσωπα , ούτε κι ο χρόνος που κυλούσε. Περνούσε επειδή έπρεπε να περάσει , αυτή ήταν η δουλειά του και την έκανε πάντα με μεράκι και υπομονή. Άμα μπορούσα δεν θα καθόμουν άλλο, έτσι έκανα αυτό που κάνω πάντα τώρα τελευταία. Ζω τη νύχτα . Ανοίγω μια πόρτα στον τοίχο με μια ξεχασμένη κιμωλία που έχω από το δημοτικό , ζωγραφίζω κι ένα πόμολο και σπρώχνω προς τα πίσω . 'Υστερα μπαίνω σε ένα λαγούμι σαν κι αυτό της Αλίκης , μόνο που είμαι μόνη , δεν κυνηγώ κανένα λαγό. Δεν με πιέζει ο χρόνος , έχω όλη τη νύχτα μπροστά μου. Ωστόσο σήμερα , αισθάνομαι ότι κάτι άλλο , μεγάλο θα μπορούσε να συμβεί. Να 'ναι που αλλάζει ο χρόνος τάχα; Ίσως . 
        Μπαίνω σε ένα δωμάτιο πρώτα , κάπως μικρό , φορτωμένο με πράγματα . Στριμώχνομαι κάθε φορά και πασχίζω λίγο να περάσω μέσα από τους σωρούς αλλά τελικά τα καταφέρνω. Στους τοίχους κρέμονται άτσαλα και στραβά φωτογραφίες. Δε μπορώ πάντα να τις δω καθαρά , δείχνουν πρόσωπα που τα ξέρω ωστόσο και μάλλον δεν αντέχω να τα αναγνωρίσω. Πάντα με πιάνει άγχος σε αυτό το δωμάτιο. Τα πράγματα θα φταίνε. Καμιά φορά με τραυματίζουν και ξυπνάω με πόνους. Έτσι το προσπερνάω γρήγορα , γιατί βιάζομαι να ζωγραφίσω τη δεύτερη πόρτα , μια πιο μεγάλη. Ανοίγω και κατεβαίνω μια σκάλα .
        Είναι στριφογυριστή αλλά δεν ζαλίζομαι. Καμιά φορά αν έχω όρεξη γλιστράω προς τα κάτω από την κουπαστή. Σήμερα όμως δε θα το κάνω , θα κατεβώ προσεκτικά. Είναι όλα από πέτρα τριγύρω , μου θυμίζει κάστρο κι έτσι αντί για φως , ανάβω ένα κερί που με περιμένει πάντα εκεί και μου γαργαλάει το χέρι καθώς κατεβαίνω κάτω κρατώντας το. Αυτή η σκάλα δεν ανεβαίνει . Πηγαίνει μόνο προς τα κάτω . Στο τέρμα της περιμένει ένας χώρος σαν μεγάλος καθεδρικός ναός. Ή τουλάχιστον έτσι διαγράφεται στην ατμόσφαιρα, γιατί στην πραγματικότητα είναι όλα σε τόνους μπλε ή σκούρο πράσινο. Κάτι σαν ζαφειρί χρώμα τέλος πάντων και πρέπει να προχωρήσω πολύ για να αρχίσει να φωτίζεται ο χώρος. Διασχίζοντας το δάπεδο , βλέπω πως έχει μορφή σκακιέρας χωρίς πιόνια. Καμιά φορά αν έχω χρόνο για χάσιμο , παίζω φανταστικές παρτίδες , χωρίς πάντα να κερδίζω αν και πολλές φορές τις αφήνω στη μέση. Μου αρέσει να παίζω στη θέση του ιππότη αλλά είναι δύσκολο ακόμα και για μένα να ανέβω σε φανταστικό άλογο κι έτσι καταλήγω να παίζω στη θέση του πύργου. Δεν θα τολμούσα να διανοηθώ να πλησιάσω μια βασίλισσα.
       Κάνει κρύο , γιατί εκτός από τους τοίχους ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας , δεν υπάρχει τίποτε άλλο . Είμαι μόνη. Ή σχεδόν μόνη . στο τέρμα της αίθουσας αισθάνομαι μια μυστηριώδη παρουσία . Στο βάθος στέκεσαι  εσύ, ένα γυάλινο άγαλμα .  Πλησιάζω και σε περιεργάζομαι όπως την πρώτη φορά. Ξέρεις τι; Έχω την εντύπωση ότι δεν ήσουν πάντα γυάλινος. Τις προάλλες θα ορκιζόμουν πως ήσουν φτιαγμένος από πάγο , ή μήπως ήτανε χαρτί; Ξεχνάω. Όμως μετά πηγαίνω κοντά και αγγίζω το πρόσωπο σου με τα χέρια μου θέλοντας να εξερευνήσω ένα ψεύτικο πρόσωπο που μοιάζει ώρες ώρες πιο αληθινό από το δικό μου. Είσαι ένας όμορφος νέος . Σε έκανα πολύ όμορφο, στο λέω συχνά. Είσαι λίγο πιο ψηλός από μένα , κι αν στέκεσαι λίγο άτσαλα , φαίνεσαι δυνατός . Είσαι πάντα καλά ντυμένος και έχεις μια στάση του σώματος σαν να μην ξέρεις που να βάλεις τα χέρια σου. Έχει ένα μικρό πεζούλι στη βάση σου. Ανεβαίνω επάνω και συνήθως φέρνω τα τακούνια μου για να σε φτάσω πιο εύκολα. Ακουμπώ επάνω σου , σε αγκαλιάζω. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω περάσει όλη τη νύχτα μιλώντας σου για ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Μόνο που’σαι άχρωμος, αυτό είναι το παράπονο μου. Τι χρώμα να είναι αυτά τα μάτια άραγε;
       Νιώθω τόσο ελεύθερη εκεί , κι ας έχω συνέχεια την ίδια εφιαλτική αίσθηση ότι όπου να ‘ναι θα με τυλίξουν μεταλλικές βαριές αλυσίδες και θα με σφίξουν πάνω του ώσπου να σκάσω. Παρ'ολα αυτά μένω εκεί και προσπαθώ να φανταστώ τι θα μου έλεγες αν ήταν ζωντανός. Κοιτώ στα μάτια σου και βλέπω μόνο το είδωλο μου. Ειδικά σήμερα σε αυτό το γυαλί, με βλέπω πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά. 
      Περίεργο , τινάζομαι ανά διαστήματα, σαν να με ταράζουν χτύποι . Μοιάζουν με μεγάλο ρολόι,
από αυτά που ξεχωρίζουν , με το εκκρεμές. Αισθάνομαι μια τεράστια μηχανή κάπου εκεί κοντά να δημιουργεί δονήσεις και κύματα και θόρυβο , πολύ θόρυβο. Δεν το βλέπω πουθενά κι όμως το ακούω σε όλο μου το κορμί να χτυπάει αργά και σταθερά. Μα ναι , σε λίγο αλλάζει ο χρόνος. Μοιράστηκα τη σκέψη μου μαζί σου, δεν μπορώ να κουνηθώ από τη θέση μου. Δεν το επιθυμώ. Ένιωσα κάτι να με σπρώχνει για μια στιγμή , λες και με απώθησες με τα χέρια σου , μα ήσουν ακόμη ακίνητος.
    "Θα πρέπει να είσαι σημαντικός , πιθανότατα πιο έξυπνος από μένα , μα ό,τι κι αν είναι δεν μπορώ να σε φανταστώ κάπου αλλού , εκτός από δω , μαζί μου."
       Μόλις άγγιξα τα χείλη σου,  είχες ήδη ραγίσει.



(συνεχίζεται...)
   

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Ο Χορός των Φλεγόμενων Γραμμάτων


        "Έχω τόσο καιρό που γράφω για τους άλλους , που η πένα μου ξέχασε πώς να γράφει για μένα .” σκέφτηκε ξεφυσώντας τον καπνό από το μισοσβησμένο της τσιγάρο. Τυλιγμένη με ένα σεντόνι και τα μαλλιά της πιασμένα με μολύβι , καθόταν άτσαλα επάνω στο πλυντήριο του διαδρόμου κάτω από το παράθυρο. Αστείο θέαμα θα έλεγε κανείς , ειδικά ο φίλος της που δεν καταλάβαινε και πολλά περί έπνευσης και σκοτεινιάς. Για κάποιους ανθρώπους τα πράγματα όλα γύρω είναι πιο απλά . Για κάποιους άλλους πάλι , δεν απλοποιούνται ποτέ. “Πίστεψε με, είναι πιο κουραστικό να προσπαθείς να τα απλοποιήσεις όταν ανήκεις στους δεύτερους παρά όταν αποδέχεσαι τη φύση σου. Τζάμπα χαμένη ενέργεια.” Γέλασε με αυτή τη σκέψη . Τη σημείωσε καλού κακού. Έριξε μια ματιά στις σκόρπιες σελίδες που είχε δίπλα της.
      Τελευταία έκανε διάφορες τέτοιες σκέψεις , συνήθως άσχετες μεταξύ τους και παιδευόταν , έσπαγε το κεφάλι της να βρει τρόπο να τα ενώσει. Αντί για αυτό , έβλεπε να ενώνεται μόνο ο σωρός από τσαλακωμένα χαρτιά στο πάτωμα . Από πότε είναι τόσο δύσκολο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί . "To ξέρω ότι τα γράμματα έχουν φωτιά , τα βλέπω, αλλά γιατί σταμάτησαν να χορεύουν;"
        Παράτησε ό,τι έκανε , για ακόμη μια φορά και πετάχτηκε πάνω. Έκανε μια δυο φορές τον κύκλο του σπιτιού κι αφού είδε ότι ήταν τόσο μικρό που δεν την έπαιρνε για τρίτο , κατέρρευσε στο πάτωμα. Αν ήταν ζωγράφος θα καταλάβαινε περισσότερο . Θα χε πινέλα σκορπισμένα παντού , λερωμένα ρούχα και βαμμένους τοίχους κι πολύχρωμες μπογιές στα χέρια. Της φαινόταν πιο ψαγμένο ακόμα και χωρίς έμπνευση. Ε Τώρα απλώς φαινόταν σαν χαζή αρχαία Ελληνίδα με μουντζουρωμένα μπλε δάχτυλα από χαραμισμένο μελάνι. Εντάξει , έλλειψη ερεθισμάτων επίσης το λένε αλλά τελευταία παραπήγαινε. Κάπνισε λίγο ακόμα και πήγε στο υπνοδωμάτιο να καθίσει στο έπιπλο της τουαλέτας μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε καλά το πρόσωπο της , άβαφο , απρόσεκτο . Λιγάκι θαμπό. Έτσι έμοιαζαν άραγε όλες οι κοπέλες που τους έλεγαν ότι είναι κούκλες από τη μέρα που γεννήθηκαν; Έβλεπε κιόλας τα σημάδια των “-άντα” να πλησιάζουν , αλλά ακόμη κι αυτό την άφησε αδιάφορη. Πάντα θα λείπει κάτι. 
       Ξεφυσώντας ωστόσο , το μάτι της έπεσε στα καλλυντικά της . Τα περιεργάστηκε λίγο σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά. Θυμήθηκε εποχές που ήταν πιτσιρίκι με μπούκλες που πήγαιναν πέρα δώθε και το μόνο που έκανε ήταν να εξερευνά και να παίζει, ειδικά τα καλοκαίρια που πήγαινε με τους παππούδες της στο εξοχικό της θείας της , γιατί είχε ένα εσιτατόριο κοντά στη θάλασσα. Δεν είχε ποτέ πολύ κόσμο , αλλά θυμόταν πόσο ασήμαντο της φαινόταν αυτό και ότι το μόνο που σκεφτόταν ήταν πόσο θαυμάσια ήταν η αίσθηση της συγκεκριμένης θάλασσας μετά τις 6 το απόγευμα και τα βράδια πια αποκαμωμένη και καθαρή πήγαινε κρυφά στο δωμάτιο της θείας της και άνοιγε τα συρτάρια δοκιμάζοντας ό,τι μπορούσε. Κι αυτό που της είχε μείνει περισσότερο ήταν ότι όλα τα σκουλαρίκια της είχανε κλιψάκια , γιατί ποτέ δεν είχε τρυπήσει τα αυτιά της . Από τότε δεν είχε να δει σκουλαρίκια με κλιπς;
     Τα δάχτυλα της τώρα ψηλάφιζαν το κόκκινο κραγιόν της. Το πρόσεχε πολύ , το χει φορέσει ελάχιστες φορές. Έτσι , γιατί απλά δεν το έχει συνηθίσει , ή δε θέλει να συνηθίσει αυτή την αίσθηση του διαφορετικού, του μοιραίου καμιά φορά. Τώρα όμως ήταν μια από αυτές τις φορές. Το άπλωσε απαλά σε χείλη της και τα έτριψε λίγο μεταξύ τους . Σούφρωσε ελαφρώς τα χείλη μπροστά στον καθρέφτη και πλησίασε πιο κοντά. Δεν ένιωσε όμως και καμία ιδιαίτερη διαφορά . Κι έτσι όπως πλησίαζε το σεντόνι από τη μια πλευρά γλίστρησε από των ώμο , και φάνηκε κοντά στο στήθος της ένα ξεχασμένο τατουάζ, μια μαύρη πεταλούδα. “Εγώ και τα σύμβολα της ''ελευθερίας'' μου. Ένα tattoo , ένα κόκκινο κραγιόν κι από μέσα τα ίδια. Πρωτοτύπησα πάλι.” Μα παρατηρώντας λίγο περισσότερο , και η ίδια κατάλαβε πως ασυναίσθητα δεν το πε με πικρία , μάλλον με αυτοσαρκασμό .       
     Κι άρχισε τότε να της έρχεται λίγο λίγο στο μυαλό ένα νέο ποίημα ή τραγούδι δεν ήταν σίγουρη . Όχι ήταν ποιήμα τελικά . Πήρε ένα χαρτί απο δίπλα της και κατέγραψε όσους στίχους έρχονταν , κάπως άτσαλα και πρόχειρα, ο ένας πίσω από τον άλλον. Έγραφε , έγραφε όχι πολύ αλλά έντονα , κοιτούσε σαν να έγραφαν τις λέξεις τα ίδια της τα μάτια κι όχι το χέρι σαν πιστός υπηρέτης της. Ύστερα από λίγο σταμάτησε απότομα , κοίταξε τον καθρέφτη και άφησε ένα σημάδι φιλιού με το κατακόκκινο κραγιόν της. Χαμογέλασε αινιγματικά , πέταξε το σεντόνι και βγήκε από το δωμάτιο.

Στο τέλος πίσω από το μελάνι αν κοίταζε κανείς προσεκτικά έλεγε κάτι σαν :

Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει , ποτέ δεν υπήρξε . Βγαίνοντας από ένα κλουβί , προσμένει πάντα άλλο μεγαλύτερο. Λες να μας χωρέσει καλύτερα τούτη τη φορά; Εμείς ,που οι πρόγονοι μας ξυπνούσαν στα είκοσι πέντε και ερωτεύονταν πρώτη φορά. Εμείς, εκπρόσωποι μιας γενιάς που χει φτάσει με το ζόρι τα είκοσι κι έχει κουραστεί. Καταλαβαίνεις τώρα; Τίποτα δεν μας ανήκει. Κι άσε το χειμώνα να επιμένει τις γιορτές : 'κι αν δε μπορείς ούτε κι εσύ απ'τη βροχή να κοιμηθείς , έλα δω , να βρείς, το άλλο σου μισό.''
Μα δεν είναι αλήθεια όλα αυτά.” 

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

To Φάντασμα της πόλης


           Το χώμα μυρίζει όπως εχθές . Όλα βρεγμένα , γυαλίζουν κάτω από το φως. Είναι πρωί , πολύ πρωί , πού να προλάβει ο ήλιος να μας στεγνώσει. Κι εδώ που σε έχω φέρει μάτια μου , μόνο να μας κάψει μπορεί. Αν ήσουν εδώ να περπατήσεις μαζί μου , θα σου δινα το μπράτσο μου να το κρατάς . Μα δεν πειράζει , θα συνεχίσω να ανηφορίζω τον πεζόδρομο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παλτού μου , και θα αφήσω επίτηδες το δεξί μου χέρι λίγο πιο έξω , σαν να παίζουμε πάλι με την Ιδέα σου το παιχνίδι της αρπαγής. Με προλαβαίνει πρώτη.
          Δες εδώ , να εδώ , αυτή την ευθεία που σήμερα για μένα είναι ανηφόρα κι αύριο θα πρέπει να την κατέβω από την αρχή. Πάνω στο πλακόστρωτο έχω ρημάξει τα καλύτερα μου παπούτσια κι έχω την αξίωση να περηφανεύομαι ότι δεν το κάναμε μαζί. Δεν έχεις περπατήσει ποτέ σε αυτό το δρόμο, δεν έχεις στρίψει ποτέ σε εκείνο το στενό, δεν έχεις μοιραστεί την πρωινή ομίχλη με τους τρελούς οδηγούς , δεν έχεις μυρίσει ποτέ τον αέρα αυτής της πόλης. Δεν έχεις έρθει ποτέ εδώ. Δεν είσαι από δω.
         Κοίτα εκεί . Εκεί ντε! Παραλίγο να δείξω με το χέρι. Σε βλέπω απέναντι μου, είσαι η κοπέλα που κάθεται στο παρκάκι , αυτή που με προσπερνάει όταν είμαι στο δρόμο, μια άλλη που σταματάει στο περίπτερο , ή εκείνη από το τμήμα του άλλου κτιρίου που τη βλέπω πού και πού και μιλά και γελά σαν εσένα Ή εκείνη τη φορά που σταμάτησα μια τύπισσα στο μετρό και δε θυμάμαι σε ποια γλώσσα της ζήτησα συγνώμη. Κι ενώ έχω πετάξει μια για πάντα το σεντούκι μας στη θάλασσα , είμαι ακόμα παντρεμένος με τη σκιά σου , αφού ό,τι ξένο βρω το κάνεις διφυές , κι ακόμη εγώ , που πάντα έλεγες πως μοιάζω με το φως, γίνομαι πιο κλειστός και σκοτεινός και ως το ξημέρωμα σου έχω μοιάσει .                       
          Να τώρα βρέχει. Σαν να σε βλέπω απο μια μεριά να ρίχνεις το νερό εσύ . Όπως εμφανίζεσαι κι εξαναφανίζεσαι , έτσι κι αυτή . Αρχίζει ελαφρά και μας παιδεύει με τα χάδια για ώρες , ύστερα σταματάει, μας κρατάει ακίνητους , αφυδατωμένους , κι ύστερα αρχίζει ξανά χωρίς ποτέ να δυναμώνει. Ίσα να μας κάνει για υποκατάστατο. Ήρθα εδώ γιατί μου έλειπε το νερό του ουρανού, το λαχταρούσα , το λάτρευα ούτε που ένιωθα ποτέ τη μελαγχολία του. Μα έτσι είμαστε εμείς. Ξεκινάμε γυμνοί και στο τέλος αλυσοδενόμαστε με την ομπρέλα παραμάσχαλα.
       Μείνε λίγο ακόμα μαζί μου, σχεδόν έφτασα. Σε λίγο μπορείς να φύγεις πάλι. Θα πάρεις το άρωμα σου που χει αποτυπωθεί στη μνήμη μου και θα το σκορπίσεις στον αέρα λίγα λεπτά πριν μέχρι να το συνηθίσω . Ίσως θυμηθώ και κάνα φιλί , μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο , από αυτά τα άτσαλα , τα βιαστικά. Αυτά θα τα βρεις πάνω πάνω . Φτάσαμε. Περίεργο, σχεδόν φαντάζομαι τώρα και διπλά ίχνη λάσπης στο πατάκι.  Τώρα όπου να σαι θα μετρήσω αντίστροφα. Πάντα σε τυχαία σειρά. Κι όπως θα στέκομαι μονάχος πίσω από την πόρτα και θα κλειδώνω δυο φορές , εσύ θα χεις ήδη στοιχειώσει τον επόμενο περαστικό. Λίγο ακόμα , κάθε φορά , άλλο λίγο. Φοβάμαι πως τελειώνει ο χρόνος μας. Δεν έχω πει ακόμα κουβέντα.
Μα θέλω τόσα να σου πω και τα αστέρια δε γελάνε. Αύριο πάλι.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

B.allon R.ouge

       Περπατούσα για ώρες μες τη νύχτα χωρίς σταματημό. Τα πέλματα μου είχαν ματώσει πάνω στα τακούνια μου που με άνεση αποτελούσαν το μοναδικό ήχο σε όλο το δρόμο. Ψυχή πουθενά. Μόνο εγώ και οι γόβες μου να βηματίζουν μια αδιάφορα και μια βιαστικά. Δε θυμάμαι από που ξεκίνησα , σαν να είχα ένα κενό μνήμης , σαν να με τοποθέτησε κάποιος ξαφνικά στη μέση της οδού ενώ ήδη περπατούσα υπνωτισμένη στον αέρα. 
        Είχε ένα κρύο πρωτόγνωρο και καθώς προχωρούσα η υγρασία διαπερνούσε το καλσόν αλλά και το γούνινο παλτό μου. Το έσφιξα δυνατά πάνω μου και η παγωμένη μου ανάσα κρυσταλλώθηκε τη στιγμή της γέννησης της. Και εκεί που απελπισμένη κοιτούσα γύρω γύρω ξάφνου το είδα. Το μικρό ξανθό αγοράκι με το κόκκινο μπαλόνι! Έτρεξε κοντά μου και προσπάθησε να χωθεί κάτω από τη γούνα μου. Το μπαλόνι όμως δε χωρούσε. Πάλεψε λιγάκι , τρίφτηκε , έκανε δυο σβούρες γέλασε λιγάκι και έπειτα το έσκασε πάντα με το μπαλόνι του στο χέρι. Το ακολούθησα αμέσως , έτρεχα πάνω στο πλακόστρωτο με τις γόβες μην τυχόν και το χάσω μόλις έστριβε στη γωνία. Κανείς άλλος τριγύρω , μάρτυρας μου μόνο το τακ τακ και το μισοσπασμένο μου τακούνι.
       Ύστερα από λίγο το είδα κάπου στο βάθος που σταμάτησε. Μας χώριζε μόνο μια ολιγόμετρη ευθεία. Έφτασα να τον συναντήσω έξω απο ένα κτίριο , γνώριμο , παλιό. Ένα ξενοδοχείο ήταν , κι έτσι μες τη μαύρη νύχτα όπως το κοιτούσα σαν να μου φάνηκε στοιχειωμένο. Μόλις έκανα να μιλήσω στο αγοράκι και να το πιάσω , αυτό τραβήχτηκε γέλασε παιδικά , μπήκε μέσα και χάθηκε ξανά. Φοβήθηκα λιγάκι κι ανατρίχιασα , μα δεν είχε επιλογή από το να ακολουθήσω.
         Μπαίνοντας μέσα κατάλαβα γιατί το μέρος μου φαινόταν τόσο γνώριμο. Είχα ξανάρθει . Δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά το αισθανόμουν ότι ήταν πιο πρόσφατα από όσο γνώριζα. Κι ενώ ο χώρος και τα έπιπλα μου φαίνονταν τα ίδια , κάτι στην ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Ο χώρος ήταν σκοτεινός , οι τοίχοι σκούρο μπλε , ίσως και βαθύ πράσινο που με το αμυδρό φως ήταν πιο τρομακτικοί και ένα μεγάλο κόκκινο χαλί στρωμένο κατά μήκος οδηγώντας στη ρεσεψιόν. Όσο προχωρούσα διστακτικά , άναβαν διάσπαρτα κεριά πάνω σε κηροπήγια από άλλη εποχή , δείχνοντας μου το δρόμο. Το τελευταίο κερί φώτισε το κουδουνάκι πάνω στο γραφείο. Δεν έβλεπα τίποτε άλλο κι έτσι δεν είχα επιλογή παρά να το πατήσω .Δίστασα λίγο και με χέρι που έτρεμε το πάτησα. Με το που ακούγεται το σκουριασμένο ντριν άξαφνα φώτισε το πίσω μέρος του γραφείου κι εμφανίστηκε ως ρεσεψιονίστ ένας τρομακτικός τύπος με κόκκινη στολή , χρυσά κουμπιά και έντονα βαμμένο πρόσωπο με άσπρη μπογιά ή πούδρα σαν φάντασμα. Φορούσε κι ένα μπλε-κόκκινο καπέλο. Τινάχτηκα απότομα κι έκλεισα τα μάτια μου.
        Όταν τα άνοιξα συνειδητοποίησα πως τα στρογγυλά μαύρα μάτια του δεν με κοιτούσαν καν . Ήταν ακίνητος σαν άγαλμα , λες και ήταν παγωμένος στο χρόνο , σφηνωμένος στο πάτωμα σαν μια κούκλα βιτρίνας. Αλλά σε πολύ πιο φρικαλέα εκδοχή. Η παγωμένη έκφραση του δεν υποδείκνυε τίποτε αλλά το δεξί του χέρι κρατούσε ένα λευκό χαρτί . Πήγα να το πάρω από το χέρι του και το έβγαλα με κόπο , αφού έμοιαζε να είναι κολλημένο ανάμεσα στα δάχτυλά του μα μόλις το κράτησα στα χέρια μου και έριξα μια ματιά άρπαξε φωτιά . Το πέταξα ενστικτωδώς από το χέρι μου και το άφησα να γίνει στάχτη μπροστά στα μάτια μου. Ευτυχώς είχα απομνημονεύσει το μήνυμα.
"308".
           Ο διάδρομος δίπλα μου φωτίστηκε και τα φώτα πίσω μου έσβησαν. Σαν να αιωρούνταν τώρα δυο τρια κεριά μπροστά μου και να οδηγούν τον δρόμο. Προχωρώντας βήμα βήμα έσπασε η σιωπή από κάτι γέλια. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν το παιδί μα όταν έστρεψα το κεφάλι είδα πως περνούσα έξω από την τραπεζαρία. Το φως σταμάτησε μαζί μου να προχωρά. H αίθουσα φώτισε από τα πλάγια και ο βαρύς μεγαλόπρεπος πολυέλαιος στο κέντρο της οροφής μισοφώτισε. Τα στρογγυλά μεγάλα τραπέζια ήταν γεμάτα σαν να χε κάποια γιορτή . Όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες εκτός από μία κάπου στο κέντρο. Παρόλη τη σκοτεινιά και το μυστήριο του σκηνικού εδώ η ατμόσφαιρα ήταν πιο ζεστή και γιορτινή όσο γινόταν. Άκουγα γέλια και ζωηρές συζητήσεις , μεθυσμένους και κουτσομπολίστικους ψίθυρους κι ύστερα από λίγο είδα ότι κανείς δεν κουνιόταν. Έμοιαζαν όλοι να συζητούν , να γιορτάζουν , κοιτούσαν δεξιά κι αρίστερά , γυρισμένοι εμπρός και πίσω , ο ένας πάνω στον άλλον αλλά δεν κινούνταν ούτε το σώμα τους ούτε τα χείλη τους. Οι ομιλίες που άκουγα φάνταζαν σαν ένα γραμμόφωνο που έπαιζε πίσω από την πόρτα αντί για μουσική. Τίποτα ωστόσο δεν φαινόταν να διαταράσσεται από την παρουσία μου , τόσο που όταν έκανα μερικά βήματα προς τα μπρος και κινήθηκα ανάμεσα στον κόσμο , τίποτε δεν άλλαξε σαν ήμουν αόρατη στα μάτια τους ή να ήταν αόρατοι αυτοί. Ημιδιαφανείς. Ξένοι. Κι όμως κάτι μου θύμιζαν... Μέσα στη ζάλη , σε μια τόσο δα παύση , ξεχώρισα ανάμεσα στους ήχους το γνωστό γέλιο του αγοριού. Έψαξα με το βλέμμα μου τριγύρω και τελικά ανίχνευσα το κόκκινο μπαλόνι να ξεγλιστρά από την τραπεζαρία πάλι πίσω στο διάδρομο. Το ακολούθησα αναπόσπαστη αυτή τη φορά και δεν πρόσεξα παρά αργότερα ότι η πόρτα πίσω μου έκλεισε αθόρυβα.
          Τρέχοντας έφτασα στο τέρμα όπου με περίμενε ένα ανανσέρ. Κατέβαινε από τον τρίτο. Μόλις άνοιξαν η πόρτες είδα έναν άντρα σαν κι αυτόν στη ρεσεψιόν. Τα ίδια ρούχα , ίδιο στήσιμο, ίδιο μακιγιάζ , ίδια φρίκη...Στάσου. Δε μπορεί να ήταν ο ίδιος ! Μπήκα μέσα και στάθηκα αμίλητη. Όπως το περίμενα δεν κινήθηκε ούτε μια στιγμή. Παγωμένος κοίταζε ευθεία. Οι πόρτες έκλεισαν αυτόματα και το κουμπί για τον τρίτο όροφο ενεργοποιήθηκε μόνο του. Το μακρύ μανίκι του φορέματος μου πιάστηκε και σκίστηκε ένα κομμάτι κι ο γυμνός μου καρπός μου αποκάλυψε ένα τατουάζ με καλλιγραφικά γράμματα "Μόνο οι ξένοι γνωρίζουν καλοσύνη". Το μόνο που ακουγόταν όσο ανεβαίναμε ήταν ο ανατριχιαστικός ήχος του σκουριασμένου σύρματος και το τρίξιμο του δαπέδου. Μόλις φτάσαμε όρμησα έξω από το ασανσέρ και προχώρησα λίγα μέτρα στο σημείο διασταύρωσης δύο διαδρόμων. Ο ένας ήταν πιο φωτεινός από τον άλλον. Έριξα μια ματιά στις πόρτες , από τα δεξιά ανέβαινε από το 350 και από αριστερά κατέβαινε. Πήγα αριστερά .
          Κάτι με εμπόδιζε να τρέξω. Μια δύναμη ή μια κρυφή παρουσία που περπατούσε μαζί μου κι έκανε τα βήματα μου όσο πιο αργά γινόταν για να με αναγκάσει να παρατηρήσω το διάδρομο με όλες μου τις αισθήσεις . Τη βρωμιά , το σκοτάδι, το φτηνό γυναικείο άρωμα που είχε ποτίσει το χαλί...Και σαν η μυρωδιά του να είχε τη μαγική ιδιότητα να φέρνει στη μνήμη μου ένα ένα όσα είχα ξεχάσει . Κι όσο περνούσε η ώρα τόσο θυμόμουν κι ένιωθα πως ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Προχώρησα πια με σίγουρα και σταθερά βήματα στο 308.
          Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και στο πάτωμα μια σειρά από θρύψαλλα οδηγούσαν σε ένα σπασμένο ποτήρι κόκκινο κρασί. Ένα κουβάρι τα σεντόνια του κρεβατιού πιο πέρα και πάνω στο κρεβάτι ένας άντρας κοιμόταν . Στην άλλη άκρη του δωματίου η πελώρια τζαμαρία ήταν ανοιχτή και μια γυναίκα στεκόταν και κοιτούσε από κάτω. Ημουν εγώ. Εγώ κοιτούσα. Μόλις ξεστόμισα ψιθυριστά αυτές τις λέξεις η μορφή μου , ό,τι ήταν αυτό, αιωρήθηκε για λίγα λεπτά και με πήγε πιο κοντά της , ώσπου μπήκα μέσα στο ίδιο σώμα κι έβλεπα από τα ίδια μάτια. Ένας περίεργος μεταμεσονύχτιος αέρας μου φυσούσε τα μαλλιά. Ο άνδρας ξύπνησε και σηκώθηκε κοιτώντας με στα μάτια. Τον κοίταξα και του ανταπέδωσα το αποχαιρετιστήριο χαμόγελο . Γύρισα πάλι το βλέμμα προς τα κάτω και είδα ένα μικρό ξανθομάλλικο αγόρι να γελάει και να με χαιρετάει κρατώντας ένα κόκκινο μπαλόνι. Άνοιξα τα χέρια μου και το ακολούθησα.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Κίτρινη Νότα



Οδός Χατζηπελαιρέν 24 , ώρα 9 μ.μ 
Ένας άνδρας αφήνει ένα πακέτο κι ένα γράμμα στο 4Β και φεύγει τρέχοντας προς τη στάση του μετρό. 

    "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια... ήταν το παράπονο σου. Κι ότι δεν μας μαθαίνουν καλλιγραφικά. Γι αυτό λοιπόν κι εγώ σου γράφω με τα χέρια και την καρδιά μου γυμνή γιατί ντυμένο με οτιδήποτε άλλο πέρα από μολύβι και χαρτί σου φαίνεται "δεύτερο". Την τελευταία φορά που ήρθες να με δεις νόμιζα πως θα έμενες. Είχες αυτό το χαμόγελο στα χείλη σου που πάντα μου άρεσε σαν να κρύβει ένα μυστικό , ένα από αυτά τα πολύπλοκα που κρύβετε εσείς οι γυναίκες και που θα με φιλούσες για να το μοιραστείς μαζί μου. Θυμάμαι ακόμα αυτή τη μέτρια αυτοπεποίθηση που με προσγείωνε και που ώρες ώρες νόμιζα πως αισθανόσουν τόσο τυχερή που είμαι μαζί σου και ξεχνούσες ότι ήμουν κι εγώ. Έτσι πίστευα τουλάχιστον.
      Από την πρώτη φορά που μου συστήθηκες αισθάνθηκα ότι δεν θα καταλάβαινα ποτέ τι σκέφτεσαι και λίγες μέρες αργότερα το ίδιο μου είπες κι εσύ, να μην προσπαθήσω καν , γιατί όντως οι γυναίκες είναι περίεργα πλάσματα κι ότι μπορεί για γυναίκα να σκεφτόσουν πιο απλά , αλλά για άνθρωπο γενικότερα σκεφτόσουν περίπλοκα, αλλόκοτα πολλές φορές. Οι μήνες μαζί σου κύλησαν νερό , κι ούτε μου χε συμβεί αυτό ποτέ. Οι προηγούμενες σχέσεις μου , έμοιαζαν να πατούν πάνω σε κάποιο μοτίβο κι ακόμα αναρωτιέμαι πως κατάφερες να μη μοιάζεις με καμία από αυτές. Πώς κατάφερες "κι έγινες το ομορφότερο χάος του κόσμου". Και τι χαζός που ήμουν που δεν το πρόσεξα εξαρχής. Άλλά έτσι είσαι πάντα , δεν κρύβεσαι άλλα ούτε και φαίνεσαι. Περιμένεις από τον άλλον να καταλάβει αυτό που τον ενδιαφέρει κι αν απορρίψει την ιδέα ούτε που δίνεις σημασία. Ήσουν μαζί μου και δεν ήσουν. Ίσως εγώ να ήμουν περισσότερο. Σαν για κάποιο μυστήριο λόγο , ιερό ενδεχομένως, να είχες κλειδώσει τον εαυτό σου και να χες πετάξει το κλειδί κάπου πολύ μακριά . Ή μπορεί έτσι απλώς να διέδιδες και να το κρατούσες για τον εαυτό σου.
    Κι έτσι δε μου έκανε εντύπωση η απόφαση σου να φύγεις όταν οι αγκαλιές μου γίνονταν πιο σφιχτές. Έπιασα τον εαυτό μου να σου μιλάει για όνειρα που δεν έκανα ούτε στα δεκάξι κι εσύ ενθάρρυνες και γελούσες μόνο με τα κομμάτια που δεν περιείχαν κι εσένα μέσα. Κι όταν μιλούσα πιο σοβαρά , έπερνες ένα ύφος σαν να με μάλωνες και μετά έλεγες κάτι αστείο , γιατί πουθενά δεν ένιωθες τόσο άνετα όσο στην πλάκα. Μου 'χες πει μια φορά ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν με μάσκες κι ότι το τρομακτικό δεν είναι η ίδια η μάσκα αλλά το τι κρύβεται από κάτω. Όταν τελειώσαμε έψαξα να βρω μια μάσκα για μένα που να κρύβει την απορία μου και μια εξήγηση για το τι κρύβεται κάτω από τη δική σου γιατί από το δικό μου πουθενά άρχιζες να λες ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν ερωτεύονται πια στα αληθινά , πως δε μπορούν να αγαπήσουν και οι παλιές ταινίες και τα κλασικά βιβλία είναι τα πιο μαρτυρικά γιατί είναι οι αποδείξεις ότι το ωραίο κάποτε υπήρχε και μεγαλουργούσε και τώρα μας έχει καταπιεί η σκια του. 
       Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα όλα όσα έλεγες αλλά θυμάμαι εκείνη τη θλιμμένη λάμψη στα μάτια σου όταν ΄ξεστόμιζες πως ο αληθινός έρωτας κι η αγάπη έχει πεθάνει κι ότι εδώ στη Γη δεν υπάρχει πια τίποτα σα θύμηση του θεικού αλλά μόνο το ευτελές και το χυδαίο. Μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε , κι ενδιάμεσα προσπαθούμε να "κλειδώσουμε" με ανθρώπους μάταια. Η αίσθηση ότι αποτελούμε κομμάτια που ενώνονται μεταξύ τους υπάρχει ακόμα αλλά το παζλ έχει χαθεί. Και οι άντρες; δεν ερωτεύονται πια!  Τους αρέσει μια γυναίκα , την θέλουν την ποθούν , την επιθυμούν για τον εαυτό τους , κι ύστερα από μερικά χρόνια αφού έχουν επιθυμήσει τόσες και έχουν κουραστεί , παντρεύονται μία. Αυτό μου χες πει. Κι έτσι τώρα σου γράφω όλα αυτά για να δεις πίσω από την μάσκα μου , πίσω απο εκείνη τη παγωμένη νεκρή έκφραση εκείνο το βράδυ τη στιγμή που σε παρακαλούσα να το ξανασκεφτείς κι εσύ χαμογελούσες γιατί πίστευες πως δώσαμε ό,τι μπορούσαμε ο ένας στον άλλον αυτό που μπορούσαμε και που ήταν γραφτό και ότι το τέλος μας είναι το σωστό. Εξάλλου μια μέρα θα σε πλήγωνα έτσι κι αλλιώς , έτσι είμαι φτιαγμένος να κάνω , είπες , κι ας είμαι τόσο καλός , έτσι θα γίνει κι ας μην το θέλω . Δεν αξίζει τον κόπο. 
       "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια..." ήταν το παράπονο σου. Έγραψα ό,τι μπορούσα. Ίσως και παραπάνω. Ακόμα φοβάμαι να παραδεχτώ ότι σκέφτηκα όσα έγραψα . Σαν άντρας που είμαι θα έπρεπε να σκέφτομαι πιο απλά. Το λογικό θα ήταν να μην τολμούσα να πικραθώ , να προχωρούσα παρακάτω, να έβρισκα μια άλλη την επομένη κι όχι να κάθομαι να σκοτίζομαι με το πώς και το γιατί. Κι έτσι εσύ θα επιβεβαιωνόσουν Αλλά το ΄παμε, με προειδοποίησες ότι δε θα καταλάβω τι και πώς σκέφτεσαι.Κι αυτή σου η ικανότητα, η κατάρα όπως θες πες το με εγκλώβισε σε μια κατάσταση που με μπερδεύει και όσο γράφω περισσότερο τόσο πιο κουβάρι αισθάνομαι πως γίνομαι. Δεν επιβεβαιώθηκες όμως. Τόλμησα. Τόλμησα. Μήπως για μια φορά είχες άδικο; Μήπως βλέπεις κάπου τον έρωτα τελικά...;" 


Οδός Χτζηπελαιρέν 24, ώρα 9:20 μ.μ.
Ένας λαχανιασμένος άνδρας ανεβαίνει ως το 4Β , παίρνει το γράμμα και φεύγει.

Μισή ώρα αργότερα

Μια γυναίκα ανεβαίνει με το ασανσέρ στο 4Β και βρίσκει ένα ανώνυμο πακέτο έξω από την πόρτα.
Μπαίνοντας σπίτι ανοίγει το πακέτο και βρίσκει ένα cd. To έβαλε να παίξει και πήγε να αλλάξει.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο ακούγονταν οι στίχοι  Maybe I'm too young to keep good love from going wrong but tonight, you're on my mind so you never know...

Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

To γυαλί (ανά)μεσα μας

            Ζούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει, που μεταβάλλεται συνεχώς, που κάνει στροφές , άλλοτε κύκλους , άλλοτε σταματά απότομα , κι άλλοτε ξεκινά απότομα ξανά και μας αφήνει ζαλισμένους στο πάτωμα. Κινητήριες δυνάμεις , το χρήμα , η δύναμη, η αγάπη, αυτή η άμοιρη αγάπη στο νούμερο τρία. Όχι με αυτή τη σειρά κι όχι πάντα με αυτή τη σειρά. 
             Επίσης, ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο γυάλινους σχεδόν τέλεια ηχομονωτικούς τοίχους. Κάθε γυαλί μας ξε-χωρίζει από τον διπλανό , δεξιά κι αριστερά. Κάτι σαν τις παρωπίδες του αλόγου μόνο που σαν ενας εξελιγμένος 21ος αιώνας που σέβεται τον εαυτό του, περιλαμβάνει εκτός από εικόνα, και ήχο! Γυαλί παντού: για κάθε γενιά, κάθε ηλικιακή φάση ξεχωριστά, κάθε φύλο, και κάθε ανθρώπινη οντότητα στην τελική. Αλλά ευτυχώς αυτό το γυαλί, μεταβάλλεται από το συναίσθημα. Γιατί μεγαλώνουμε έχοντας το κουμπί στο on και συνήθως κανείς άλλος εκτός από την ίδια την εμπειρία δεν μας μαθαίνει πώς να  το βάλουμε στο off. 
           Είναι περίεργο αν το σκεφτεί κανείς , περνάμε τις διαβάσεις και κοιτάζουμε κι από τις δυο πλευρές για να δουμε αν πλησιάζει αυτοκίνητο και όμως στο πεζοδρόμιο σχεδόν κανείς δεν κοιτάει το διπλανό του λες και ξαφνικά όλα είναι θολά. Ή άλλοτε το κάνουμε καβούκι και κλεινόμαστε μέσα σε αυτό για να προστατευτούμε από την κακία του κόσμου, ή το κάνουμε γυάλα για να βλέπουμε με ασφάλεια τον κόσμο απ'έξω , να νεύει και να ναι ζωντανός και να 'μαστε κι εμείς ζωντανοί, ή τουλάχιστο να επιβιώσουμε αν όχι να ζήσουμε. Έχει αυτή την ιδιότητα να λειτουργεί ως εμπόδιο , ως τοίχος και ταυτόχρονα να μπορεί με μια του άκρη να κόψει αστραπιαία, για πάντα. Πολλοί προσπάθησαν να το σπάσουν, και οι λίγοι που το έκαναν έμειναν να κλαίνε μπροστά του καθώς αυτό επιδιορθωνόταν μπροστά τους μαγικά. Υστερα πια καταλήγουν σαν πίνακα του Μαγκρίτ, κοιτούν μες το γυαλί και βλέπουν την πλάτη τους.
            Αν άφηνα ελεύθερη τη φαντασία μου να ξαναγράψει ιστορία, όπως έκανα παιδί, είμαι σίγουρη πως θα έβλεπα μπροστά μου τη Μεγαλειότητα της , τη Βασίλισσα του Χιονιού, που τόσο την έτρεμα μικρή,  να σκορπίζει τον καθρέφτη της σε θρύψαλα λίγο πριν χαθεί, να τα φυτεύει μέσα μας , δώρο και κατάρα μαζί. Αυτό θα μπορούσε να εναπομένει μέσα μας μέχρι και τώρα: ένα ή περισσότερα κομμάτια αυτού του μαγεμένου καθρέφτη. Δε λέω, μεγαλοπρεπής , μα έχει μεγάλο τίμημα συνάμα.
            Και αυτό νομίζω είναι η μεγαλύτερη πρόκληση , να βρούμε τη δύναμη να σπάσουμε το διαχωριστικό ανάμεσα σε μας και το διπλανό μας , ανάμεσα σε μας και τον πραγματικό εαυτό μας , να γρονθοκοπήσουμε με το καλύτερο χέρι μας ξανά και ξανά και ξανά ,ακόμη κι αν μας το πάρει ολότελα!Γιατί το σώμα τη δέχεται τη γυάλα, τον τοίχο, το καβούκι, σχεδόν
 αδιαμαρτύρητα.
Αλλά η ψυχή;  Δεν το δέχεται έτσι απλά η ψυχή...

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Deja vu


         Έχω καιρό να γράψω, το ξέρω. Είναι γενικό φαινόμενο η αλήθεια είναι , καθώς φαίνεται μαζί με μένα , αποφάσισε η έμπνευση μου να πάει διακοπές. Ίσως πάλι επειδή είπα να καταπιαστώ με άλλες δημιουργικές και καλλιτεχνικές τάσεις που είχα αυτόν τον καιρό , και πόσα να χωρέσει ο άνθρωπος στην τελική μέσα σε μια νύχτα; (γιατί τις ημέρες εγώ κοιμάμαι.) Και πάνω που έλεγα ότι μέχρι τον Σεπτέμβρη δεν θα γυρίσει η λογοτεχνική μου σκέψη , να'σου που άρχισα να ζω το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά και ξανά και με έβαλε σε σκέψεις που ήθελα να μοιραστώ.
     Όχι , δεν έχει αυτοσχεδιασμό σήμερα. Παρεπιπτόντως, ετοιμάζεται νέο λογοτεχνικό μου ξέσπασμα οπότε όσοι πιστοί μείνετε συντονισμένοι. Δε μπορεί , μια βδομάδα στην Τουρκία , θα συνέλθομεν .
          Deja vu λοιπόν ή αλλιώς , για να τιμήσουμε την ωραιοτάτη ελληνικήν ορολογία, “προμνησία”. Ο όρος αυτός περιγράφει την αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μία κατάσταση. Στη γαλλική γλώσσα σημαίνει "ήδη ιδωμένο". Η εμπειρία της προμνησίας συνοδεύεται συνήθως από μία αίσθηση "παράξενου", και αποδίδεται από το υποκείμενο της εμπειρίας σε όνειρό του, παρόλο το ότι υπάρχει η αίσθηση ότι η εμπειρία έχει πραγματικά υπάρξει στο παρελθόν. Φυσικά δεν έχω εμβαθύνει τόσο επιστημονικά ώστε να μπορώ να προσθέσω οτιδήποτε πάνω στο θέμα , αλλά θα το χρησιμοποιήσω ως μια αφορμή , όπως κάνω πάντα, για να σχολιάσουμε μαζί ένα ερώτημα που βασανίζει ολόκληρη γενιά. Μα τι συμβαίνει επιτέλους με τα δυο φύλα και τις σχέσεις.
        Έτσι λοιπόν. Ωραιότατο ντεζα βου όταν για ακόμη μια φορά βρέθηκα με έναν ωραιότατο καφέ starbucks στο ένα χέρι και στο άλλο να κρατώ το χέρι μιας απαρηγόρητης φίλης , η οποία κλασικά όπως και οι προηγούμενες πέντε-έξι που είδα κατιδίαν αυτό το καλοκαίρι, μου διηγούνταν διαφορετικές ιστορίες αλλά τόσο ίδιες λες και είχαν συναντήσει όλες τον ίδιο άντρα!
          Και αφού λοιπόν έχω ακούσει πόσο αναποφάσιστο είναι το άλλο φύλο, πώς γίνεται τη μια μέρα να ξέρεις τι θες ή την άλλη όχι , τον έναν μήνα να φλερτάρεις και τον επόμενο να εξαφανίζεσαι, τη Δευτέρα να είσαι στρέιτ και την Παρασκευή να είσαι ερωτευμένος με τον κολλητό σου στο γυμναστήριο , πώς γίνεται να φλερτάρεις απο δω κι απο κει να θεωρείται αυτονόητο ότι δν θες κάτι σοβαρό απλά και μόνο επειδή το γράφει το μέτωπό σου και εν τελει πώς σε κανουν να έχεις ένα σωρό προσδοκίες απο μια κατάσταση που τροφοδοτούν ή παρατάνε μόλις βαρεθούν, αφού λοιπόν τα ακούω όλα αυτά έχοντας πια μάθει απέξω σκηνικά κι ατάκες, μου έρχονται δύο πράγματα στο μυαλό.      Πρώτον: πόσο γαλήνια είμαι αυτή την περίοδο που δε μου ζαλίζει κανείς τον έρωτα και δεύτερον: πώς γίναμε έτσι τα δυο φύλα; Η αλήθεια το δεύτερο ερώτημα , και απο πλευράς ζέστης να το πάρεις , με απασχόλησε ολίγον τι περισσότερο, ειδικά μετά από έξι κρούσματα μαζεμένα. Κάτι τέτοια όμως δε στα μαθαίνουν ούτε στις πρώτες βοήθειες ούτε στα προσκοπάκια!
       Κι όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν τόσο πιο πολύ άρχισα να καταλαβαίνω τη λογική του όλου πράγματος. (Ναι κορίτσια , υπάρχει εξήγηση .) Πάρτε για παράδειγμα ένα μικρό αγοράκι κι ένα μικρό κοριτσάκι. Το κοριτσάκι παίζει από μικρό με κούκλες , μωράκια , ζουζουνάκια όλους αυτούς τους εξωμειωτές σοβαρότητος και νοικοκυροσύνης τέλος πάντων , με δύο γονείς να της λένε ότι σαν γυναίκα δεν είναι ωραίο να κάνει επιπόλαιες σχέσεις , αλλά να είναι συνετή , να γνωρίσει κάποιο καλό παιδί , να κάνει έναν ωραίο γάμο και λοιπα και λοιπά (Θεε μου , πόσο τούλι;;)
Και από την άλλη ο λεβέντης μας ! Και όμως , παρότι η ανατροφή των κοριτσιων δεν έχει υποστεί τόσες αλλαγές αλλά κρατιέται (ειδικά στην Ελλάδα) σε ένα κλασικό μοτίβο, αντίθετα η ανατροφή των ανδρών έχει κάνει στροφή 180 μοιρών. Το αγόρι του παραδείγματος μας λοιπόν, θα μάθει από τον πατέρα του την ευκολία των ευφήμερων σχέσεων , τις πολλές εμπειρίες που είναι καλό να έχει ο άντρας , και το πόσο βολικό είναι να μην ερωτεύεσαι μια γυναίκα αλλά μονο να την ποθείς. Και φυσικά , έχει απο άνω του και μια μάνα η οποία θα του πει να προσέχει να μην τον τυλίξει καμία, να μην παντρευτεί νωρίς και να ζήσει ελεύθερο ξένοιαστο πουλί τη ζωή του.
         Ε λοιπόν , εσείς οι μανάδες εκεί έξω που κοιτάτε τις κόρες σας και λέτε , μα πώς γίνεται τόσο όμορφες έξυπνες και χαρισματικές κοπέλες και να είναι ελέυθερες , κοιτάτε πώς έχετε μεγαλώσει το γιο σας. Είναι δυο πρότυπα αταίριαστα που θέλετε να ταιριάξουν. Πώς είναι δυνατόν , λοιπόν, οι νεαρές κοπέλες σήμερα 18-25 , να σας κανουν το χατιρι και να σας πουν “ναι” στην πολυαναμενομενη ερωτηση “βρηκες κανα καλο παιδι” εάν οι αντίστοιχοι άνδρες έχουν στο μυαλό τους ότι πρέπει να χαρούν τη ζωή τους χωρίς να δεσμευθούν , χωρίς να ερωτευτούν και εν πάσει περιπτωσει να περάσουν καλά; Γιατί είναι τόσο φυσιολογικό οι άντρες να μην ξέρουν τι θέλουν , κι όταν συμβαίνει στις γυναίκες έρχεται η καταστροφή; 
       Και επειδή ξέρω τι ενστάσεις θα ακολουθήσουν, ναι φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Δεν χωράμε άλλωστε οι άνθρωποι στο ίδιο συρτάρι το έχω ξαναπεί. Εδώ μιλάμε θεωρητικά και το τι συμβαίνει σε γενικές γραμμές. Και μη μου πείτε ότι δεν βρίσκεται μια λογική σε αυτό το σκεπτικό γιατί το συναντάω παντού , ακόμα κ στην ίδια μου την οικογένεια. Το πείραμα έχει επιβεβαιωθεί πολλές φορές . Και ίσως επειδή είμαι αρκετά νηφάλια αυτή την περίοδο , να μου ήρθε να αυτή η επιφύτηση !


Υ.Γ. Αγαπημένοι μου αναγνώστες, ευχηθείτε μου καλή τύχη γιατί με δική σας παρότρυνση πήρα μέρος σε δυο λογοτεχνικούς διαγωνισμούς !
Α! και ευχηθείτε μου ο ανατολίτικος αέρας να μου δώσει πίσω την λογοτεχνική μου πένα
-Ευχαριστώ!

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Μικρά εγκλήματα στο δρόμο


Ξημέρωσε πάλι. Ξημερώνει νωρίς τα καλοκαίρια , διαπίστωσε σαν να 'ταν η πρώτη φορά . Μόλις ο ουρανός άρχισε να αραιώνει το μπλε χρώμα του πήρε το καπέλο , άρπαξε τα κλειδιά της και βγήκε έξω. Το σπίτι δεν τη χωρούσε πια. Ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει τα συναισθήματα της σήμερα. 
   Περπάτησε ώρα πολλή , τόσο που έγδερνε τις πατούσες και τις φτέρνες της σε κάθε βήμα που περνούσε , αλλά αγνοούσε τον πόνο μέχρι να σταθεί να πάρει μιαν ανάσα. Κι αυτή ζεστή. Ο ήλιος της έκαιγε το πρόσωπο , τόσο που μετάνιωσε που δεν έπιασε τα μαλλιά της προτού να φύγει . Δεν πειράζει. "Δεν πειράζει". Ήταν η μόνη φράση που θυμόταν να έχει πει στον εαυτό της μέρες τώρα. Καθόταν σιωπηλή , άλλοτε δίπλα στο παράθυρο , άλλοτε στη βεράντα τη νύχτα.
Άλλοτε απλώς περπατούσε πάνω κάτω σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Κι αφού εξερευνούσε τους άδειους χώρους , κι έβλεπε πως κανείς δεν ήταν εκεί, το βλεπε πιο έρημο,σαν να μην υπήρχαν πια τα έπιπλα , μόνο το υγρό και παγωμένο πάτωμα , κι όλα τα υπόλοιπα να είχαν εξαφανιστεί.
     Γύρω της δεν έβλεπε τίποτε . Τα μάτια της ήταν απλώς λειτουργικά , ίσα για να μην πέφτει , άν και αυτό δεν το κατάφερναν πάντα. Και στα αυτιά της άκουγε ξεκάθαρα μια παύση κι ένα βουητό συνάμα , σημάδι πως το πνεύμα της περιπλανιόταν σε άλλους κόσμους τώρα.  Το σώμα της ωστόσο , την οδηγούσε παραπέρα.
Κανένας ήλιος δεν τη χωρούσε , πάσχιζε αυτόματα να βρει μια σκιά να ξαποστάσει. 
      Το σώμα της ήταν πια προφυλαγμένο κάτω από τη στάση. Κανείς δεν φαινόταν να την προσέχει . Τι ήταν εξάλλου, μια μελαγχολική παρουσία ανάμεσα στις άλλες. Γι'αυτό και δεν την απασχολούσε αν τραβούσε την προσοχή. Σήμερα μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η χαρά από τη θλίψη. Ήταν μόνη της , καθιστή , σαν το μοναδικό στοιχείο ακινησίαςσε ένα κινούμενο κοινό που πηγαινοερχόταν γύρω της. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξέθαψε ένα ξεχασμένο εισιτήριο. Χαμένη στη σκέψη της , μια κοπέλα που έδειχνε να περιμένει το λεωφορείο. Τι περίμενε όμως;  ;Eνιωθε σαν τον πίνακα του Ρενουάρ, το πάρτυ στο πλοίο , σαν εκείνη την κοπέλα που έπινε από το ποτήρι δίπλα στην κοπέλα της κουπαστής που τους χάζευε όλους χαμογελαστή. Ήταν εκεί , κι όμως δεν ήταν εκεί.
     Πιάστηκε από εκείνο το "δεν πειράζει"προηγουμένως . Της φαινόταν περίεργο που το άκουγε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Την ενοχλούσε.
Μεταμορφωνόταν και μεγάλωνε από κάτι απλό , σε μια ηχηρή απάντηση για ερωτήματα που ήθελε να πάψουν να την ταλανίζουν . "Και τι έγινε , ερωτεύτηκα τον λάθος άνθρωπο." Πονούσε. Οι σκέψεις ήταν τόσο δυνατές που αν προσπαθούσε να μιλήσει πιθανοτατα δεν θα άκουγε τις λέξεις. Και ακόμη, γιατί αυτές οι σκέψεις της έλεγαν πως μετά από μια μεγάλη απώλεια , μετά απο εξαντλητικό ξόδεμα συναισθημάτων , δεν πειράζει να μένεις για λίγο κενή, κάπως άδεια , γιατί αυτό σημαίνει πώς ένιωθες τόσα πολλά να διεκδικούν έναν χώρο ισομερές στο βάθος που 
επειδή δν ήθελες να αδικήσεις κανένα αποφάσισες να εκκενώσεις το χώρο για λίγο. 
    Ένας νεαρός άνδρας πλησίασε και κάθισε δίπλα της.Άκουγε μουσική απορροφημένα. Όμορφος ήταν , κι αυτός. Άραγε για κείνον πιο να ναι το πιο προβληματικό συναίσθημα στον κόσμο; Έχει νιώσει παρόμοια ποτέ; Μικρά εγκλήματα στο δρόμο.
    Γιατί; Άραγε από πόσους έχει πληγωθεί και πόσους έχει πληγώσει . Έψαχνε κάποιον απεγνωσμένα να της εξηγήσει αυτή την εξίσωση , πώς επέρχεται ισορροπία πληγώνοντας και με
το να πληγώνουμε και την υπευθυνότητα να νιώθεις υπέυθυνος για αυτό. Όταν ήρθε το λεωφορείο ο νεαρός έσπευσε να μπεί πρώτος. Βιαστικός, κι αυτός. Μα εκείνη δεν βιαζόταν.
Σηκώθηκε όρθια και πλησίασε την πόρτα. Είδε τον νεαρό να χτυπά το εισιτήριο και να κάθεται στις πρώτες θέσεις στο παράθυρο προς τη μεριά της, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα με το εισιτήριο στο χέρι, καθυστερώντας τον οδηγό ο οποίος φαινόταν να εκνευρίζεται. Θα ανεβειτε, έλεγε το βλέμμα του. Όσο καθυστερούσε , τόσο οι ελάχιστοι επιβάτες την κοιτούσαν με περιέργεια . "Λοιπόν;"  -Λοιπόν , ερωτεύτηκα το λάθος άνθρωπο.
    Ύστερα εκείνη , χτύπησε το εισιτήριο της και πίσω της έκλειναν οι πόρτες. Ανάμεσα στις θέσεις διάλεξε να καθίσει δίπλα στο νεαρό από τη στάση. Εκείνος την κοίταξε μια φορά , κι ύστερα γύρισε στη μουσική του χωρίς να δώσει άλλη σημασία. Για μια στιγμή ένιωσε σαν τη νεαρή της κουπαστής , κι ύστερα πάλι , σήκωσε το πορσελάνινο ποτήρι.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Το πιο φαντασμαγορικό δηλητήριο

       
   Φαντασoυ ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εσύ μέσα ,  γυμνος σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανεσαι, όρθιοι , χαμογελαστός χορευτής. Δίπλα σου το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης...


     Ένα από τα χιλιάδες αξιοπερίεργα του όντος που αποκαλούμε ως σήμερα άνθρωπο , είναι η ιδιότητα του να συνδυάζει ανάγκες και χαρακτηριστικά από άλλα είδη και οργανισμούς και να τα κάνει δικά του. Κάτι σαν χαμαιλέοντας θα μπορούσε να πει κανείς με μια μικρή επιφύλαξη , αλλά σε μια πολύ πιο εξελιγμένη μορφή βέβαια. Όπως ένα κολάζ με ρεαλιστικές διαστάσεις. Σαν να λέμε ότι , όταν ο Bell ανακάλυψε το τηλέφωνο το 1903 (και όλοι πάνω κάτω έχουμε μια εικόνα πώς έμοιαζε αυτή η πρωτοποριακή τότε συσκευή) σίγουρα ο άνθρωπος δεν είχε φανταστεί ότι εκατό τόσα χρόνια μετά ο απόγονος του θα ήταν το iphone . Παρένθεση, δε θέλω να ξέρω πώς θα τηλεφωνεί ο κόσμος σε 100 χρόνια (αν τηλεφωνεί ή δεν διακτινίζεται δηλαδή.) Αλλά για την τεχνολογία ας αφιερώσουμε άλλη ανάρτηση.
           Τα ανθρώπινα όντα λοιπόν κατά ένα μαγικό τρόπο ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα γιατί μπορούν να είναι όλα τα υπόλοιπα μαζί.  O άνθρωπος είναι λουλούδι  , από το πιο συνηθισμένο, από χιλιάδες δεσμίδες μαργαρίτες , ως τις πιο σπάνιες ορχιδέες. Είναι όμως όπως κι αυτά , έχει χρώματα , έχει μυρωδιά, έχει ανάγκη από ήλιο. Γονείς να το κρατούν μακριά από τα ζιζάνια να μεγαλώσει, φίλους να του αλλάξουν το χώμα και να το κρατούν γερό, κάποιον ξεχωριστό να τον φροντίζει ποτίζοντας τον συναισθηματα . Κι έτσι ανθίζει.  Και τα πιο επιφυλακτικά ακόμα , τα κακτάκια, ανθίζουν κι αυτά. Στα άνθη φυσικά σταματάει η πιο ευγενική φύση του. 
         Εμείς οι άνθρωποι είμαστε τα πιο περίπλοκα ζώο πάνω στον πλανήτη και τα πιο απρόβλεπτα κι αυτό γιατί αφενός μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε οτιδήποτε ανάλογα με τις συνθήκες, αφετέρου γιατί ξεχωρίζουμε για την ταχύτητα με την οποία μεταπηδούμε από το ένα στο άλλο (!) . Είμαστε περήφανοι όπως τα λιοντάρια , αμυντικοί βγάζοντας τα νύχια μας σαν τις γάτες για να προστατέψουμε τους αγαπημένους μας,  ξεροκέφαλοι και πεισματάρηδες όπως τα γαιδούρια , επιθετικοί σαν φίδια όταν μας πιάνει το ένστικτο της επιβίωσης στη σύγχρονη ζούγκλα που ζούμε...Αυτά μας έκαναν πολεμιστές.  Καλά , είμαστε ακριβώς τα "θηρία" που περιέγραψε ο Αριστοτέλης , αλλά αν ήταν μονάχα αυτό θα φαινόμουν πολύ αχάριστη κι το λιγότερο, απληροφόρητη για αυτή την ανάρτηση. Εξάλλου , ας μην ξεχνάμε τη φιλοσοφική ματιά που τείνει να εμφανίζεται σαν αστερίσκος σε αυτή την κριτική ματιά.        
           Με τις ιδιότητες του θεριού καταφέραμε να κρατήσουμε αυτό τον κόσμο , μα σάμπως δεν ήταν άλλα πράματα που μας ώθησαν να τον εξελίξουμε και να αναδείξουμε την ομορφιά του; Γιατί το λογικό μας και η ανάγκη μας να στολίσουμε τη ψυχή και τα κρυφά λαγοκοιμισμένα κομμάτια του παρελθόντος δεν μας έσπρωξαν να γίνουμε μουσικοί ,να τραγουδάμε, να παίζουμε ανέμελα, να ζωγραφίζουμε , να γινόμαστε αθάνατοι μέσα από τις πράξεις μας; 
        Λένε πως οι άνθρωποι είναι ελεύθερα πνεύματα . Και το πιστεύω . Μα οι περισσότεροι πιστεύουν σε μια ελευθερία όπως αυτή των πουλιών ή των αλόγων  , μα κάνουν λάθος . Είμαστε φτιαγμένοι για να 'μαστε ελεύθεροι με το δικό μας τρόπο , έναν τρόπο που ίσως σήμερα να μην προσφέρεται ,  και την στιγμή που νιώθουμε τη μέγιστη ελευθερία είναι η στιγμή της απόλυτης ανελευθερίας. Φανταστείτε ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εμείς μέσα γυμνοί σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όρθιοι , χαμογελαστοί χορευτές. Δίπλα μας το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης. Μέσα του αντικατοπτρίζεται η λέξη "ευτυχία" και τριγυρνάνε ένα σωρό άλλα πρόσωπα που υπήρξαμε , είμαστε , θα θέλαμε να είμαστε και δεν υπήρξαμε ποτέ σαν φαντάσματα που έχουν στοιχειώσει το γυαλί.Και υπάρχει ένα κομμάτι της ιστορίας που πάντα μας μπερδεύει: η επιλογή. 
          Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε τότε στις παράξενες εποχές του "πόσο ελεύθεροι να επιλέγουμε είμαστε;" Βέβαια κρατώ επιφύλαξη γιατί μιλάμε για τον ίδιο που είπε πως η κόλαση είναι οι άλλοι. Κι αν δεχτούμε ότι είμαστε ,που είναι το πιθανότερο, εμένα με φοβίζει , γιατί και η ελευθερία και η αθανασία δυνατότητες είναι εξίσου . 
        Κι όπως λέει η σύγχρονη μας Βαμβουνάκη στο "Παλιάτσος και η Άνιμα",και θα θελα να μεταφέρω ακριβώς τα λόγια της " κι αν είναι η δυνατότητα ελευθερία, οι δικαιολογίες που μας νανουρίζουν τη συνείδηση, που μας καθησυχάζουν πως για τις δυστυχίες μας δε φταίμε, που μας επιτρέπουν να κατηγορούμε αδιαλείπτως τους άλλους , την κοινωνία , τη μοίρα μας, τους γονείς μας, το εκπαιδευτικό σύστημα, τους παπάδες ή την κυβέρνηση της χώρας, εξανεμίζονται, ρούχα χάρτινα, και μας αφήνουν γυμνούς σαν φταίχτες που τους τσάκωσαν στον ύπνο."
           Γιατί το πραγματικό μας πρόσωπο , η ταυτότητα μας , όλα παίζονται στο τι θα δεις μέσα σε κείνο τον καθρέφτη. H έλξη προς αυτόν είναι ο πραγματικός μας πειρασμός ,αλλά και το  εξαρτησιογόνο μας δηλητήριο. Και η πραγματική πρόκληση είναι να καταφέρουμε να διαβάσουμε καθαρά την ανεστραμμένη λέξη μέσα σε αυτόν. 

    Υ.Γ.  Ίσως για παλαιότερους αναγνώστες , η ανάρτηση να θυμιζει λίγο τις "αντιθέσεις" . Λιγάκι όμως αφού επικεντρώνεται αλλού. Μα δεν πειράζει να υπάρχουν επαναλήψεις. Μου αρέσουν οι επαναλήψεις γιατί δείχνουν ότι δημιουργούμε μαζί μια βάση που ενστερνιζόμαστε και κάνουμε κομμάτι μας κι αυτό λειτουργεί σαν βάση για να πηγαίνουμε παρακάτω.







      

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Συνήθως Μπλε

           Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση , αποτελούν δυο μέρες (δυο μέρες μόνο που είπε και η Γαλάνη και ο Παπακαλιάτης βέβαια , αλλά ας μην ξεφύγω ακόμα δεν άρχισα). 
           Γιατί όπως έγραφα και χθες σε fb και twitter είναι μερικές φορές, μερικές μέρες που θέλεις απλά να πατήσεις το "save". Φυσικά υπάρχει και η αντίστοιχη μέρα που θες να πατήσεις το "delete" αλλά σήμερα θα εστιάσω στην πρώτη περίπτωση. Η ξαδέρφη μου λέει ότι δεν θυμόμαστε μέρες , αλλά στγμές και έχει δίκιο. Γιατί ούτε εγώ , ούτε κι εσύ , θα θυμόμαστε ότι χθες ηταν 3 Απριλίου, αλλά τουλάχιστον εγώ θα θυμάμαι μια σειρά από στιγμές έστω χρονικά προσδιορισμένες μέσα στο Απρίλιο, που με έκαναν να νιώσω τόσο όμορφα όσο εχθές. Δεν χρειάζονται πολλά και μεγάλα πράγματα για να έχει κανείς μια όμορφη μέρα για να θυμάται.
         Κι αυτή είναι η μαγική παρατήρηση που έκανα σήμερα: Όσο συχνά κι αν μας τυχαίνει μια κακή μέρα , μια bad day του Daniel Powder, στο τέλος δεν θυμόμαστε καμιά απο αυτές. Ο χαρακτηριστικός στίχος "you kick up the leaves and the magic is lost" συμβαίνει κάθε φορά, ωστόσο λησμονιέται κάθε φορά. Αντιθέτως , οι όμορφες μας μέρες , αυτές που μας κάνουν να γυρίζουμε με χαμόγελο στο σπίτι μας , με μια βόλτα κάτω από τον ήλιο χέρι χέρι με ένα φίλο, αυτές λοιπόν οι μέρες που δεν σημαδεύτηκαν απο κανένα μεγαλεπήβολο ή φανταχτερό γεγονός , αφήνουν τα ίχνη τους μέσα μας σαν ενέργεια σαν αποθήκη μνήμης. Στο κάτω κάτω , ενδεχομένως να είναι κι αυτές που μας βοηθούν να φέρουμε πίσω τη μαγεία που χάθηκε από τις κακές ή έστω τις μικρές χαμένες μέρες.  Η χθεσινή μέρα ήταν ό,τι πιο αισιόδοξο έχω νιώσει το τελευταίο διάστημα ! 
    Η θεωρία που ανέπτυξα μόλις, μου επιβεβαιώθηκε σήμερα . Υπό άλλες συνθήκες , η καταρρακτώδης βροχή που με ξύπνησε πριν το ξυπνητήρι μου θα με κάρφωνε στο κρεβάτι κι ακόμη θα ήταν καθαρός οιωνός μιας ακόμα μικρής χαμένης μέρας μέσα στο κλίμα μελαχγολίας που διακατέχει μια τέλεια-μελαγχολική προσωπικότητα όπως την αφεντιά μου. Κι όμως, για κάποιο λόγο , ίσως όντως τελικά όλα να πηγάζουν από μέσα, δεν ξέρω αν έφταιγε η διάθεση μου , όμως σηκώθηκα χωρίς να γκρινιάξω για τη βροχή , περίμενα το αστικό μέσα στο μπουφάν μου κάτω από την ομπρέλα με τα παπούτσια μου μέσα στο νερό κι ούτε που με πείραξε. Σαν να θυμόμουν από την αρχή γιατί αγαπώ τη βροχή , σαν να ξέχασα ότι μήνες τώρα μου χαλούσε τη διάθεση και τις μέρες . Μπορεί και να την πήρα σαν δώρο σήμερα , γιατί μου θύμισε ένα πρόσωπο που καταβάλω μεγάλες προσπάθειες να μη θυμάμαι , αλλά η νοσταλγία που δημιουργησε μια τετοια "θλιμμένη μέρα" δεν με έκανε να στενοχωρηθώ με τις αναμνήσεις και τις υπό άλλες συνθήκες ανεπιθύμητες σκέψεις μου, αντίθετα μπήκα στο λεωφορείο και κάθισα σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο με ένα μεγάλο μελαγχολικό χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Σαν να μη ντρέπεσαι πια επειδή αισθάνεσαι , κι επειδή αισθάνεσαι , μπορείς κάτι να ζήσεις.
        Δυο εκ διαμέτρου αντίθετες μέρες μεταξύ τους κατάφεραν να με φέρουν σε μια ισορροπία που είχα χάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ίσως υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο : να μην μπορούν να αποδώσουν όταν μπλοκάρουν συναισθηματικά σε μια ακατάπαυστη νωθρή παύση η οποία κάθε άλλο παρά δημιουργική είναι. Και ίσως το μόνο που χρειάζεται είναι ένα μικρό σπρώξιμο κάθε φορά είτε προς τα πάνω , είτε προς τα κάτω. Γιατί το απόλυτο κενό είναι τρις χειρότερο από δυο ακραίες τιμές , είπαμε καθόλου δημιουργικό. Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο θα κρατήσει αυτό αλλά ήδη ενεργεί , ωθώντας με να γράψω , έστω κι αν ξεκινάει από μια απλή ανάρτηση. Γιατί αληθινά αληθινά, βαθιά και ποιητικά , έχω πολύ, πολύ καιρό να γράψω. Μα πρέπει πρώτα κάτι να νιώσω.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

"Φίλοι που φεύγουν , που χάνονται μια μέρα"

       Ας με συγχωρέσει ο εξαιρετικός Αναγνωστάκης που καταχράζομαι αιματοβαμμένους στίχους για να ξεκινήσω την ανάρτηση μου. Ήταν όμως το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα γύρω από το θέμα του "χαμού" των φίλων . Γιατί κατά την ταπεινή μου γνώμη, το να πατάς το stop με ένα φίλο, είναι σαν ένας μικρός θάνατος. Ένας συναισθηματικός δεσμός που σπάει. Και ναι, πιστεύω κι εγώ πως αν ραγίσει το γυαλί δεν ξανακολλάει. Φυσικά ο βαθμός του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες , αλλά σε αυτό το θέμα μάλλον μπορώ να πω πως ήμουν τυχερή. 
       Σήμερα έχασα μια φίλη, αν και για να είμαι ακριβής , μάλλον εκείνη έχασε εμένα. Κι άλλη μια χάθηκε πριν δυο μήνες.  Κι όμως τελικά μελετώντας τα γεγονότα από τη σκοπιά ενός τρίτου , δεν είναι απαραίτητο κάτι να στραβώσει στην πορεία , δεν είναι απαραίτητο να κάνει κάποιος κάτι. Πολλές φορές ακούω ανθρώπους να παραπονιούνται ότι δεν στεριώνουν σε παρέες ή απογοητεύονται σε φιλίες. Αρχικά βιαζόμουν να συμφωνήσω μαζί τους , ωστόσο στην πορεία άλλαξα γνώμη. Πώς απαιτείς από τον άλλον να αφοσιωθεί και να είναι πιστός σε μια φιλία , όταν εσύ ο ίδιος δεν μπορείς να κάνεις το ίδιο; Αυτόματα , χάνεις το δικαίωμα να παραπονιέσαι . Και όσες φορές χάλασαν φιλίες μου , ήταν επειδή εγώ υπήρξα φίλη παραπάνω από όσο άξιζε και καταλήγω να είμαι φίλη για πολλούς και για μένα κανείς. 
       Το έχω ξαναπεί , οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι συμβόλαιο . Ωστόσο πρέπει να είμαι από τους ελάχιστες εναπομείναντες ανθρώπους πάνω σε αυτόν τον πλανήτη που εκτός από λεκτικά, υποστηρίζω τις αρχές μου και πρακτικά. Και εκεί είναι που την πατάω: νομίζω πως επειδή είμαι σωστή απέναντι στους άλλους , θα είναι κι εκείνοι μαζί μου, κι όταν δεν είναι , ξαφνιάζομαι σαν να είναι η πρώτη φορά. Και η κατηγοριοποίηση "μικρός θάνατος" έρχεται ακριβώς από το μικρό ενδεικτικό  "θρήνο" όλης της πίστης που επένδυσα και όλων όσων έδωσα για να πάρω πίσω τι; Είναι εμπειρία , θα πει κάποιος. Βαρέθηκα τις ίδιες εμπειρίες. Από τη στιγμή που δεν επαναλαμβάνω τα ίδια λάθη , απαιτώ από τη ζωή, το Θεό , το κάρμα , το σύμπαν ή οτιδήποτε άλλο , να σταματήσει να μου στέλνει ίδιες καταστάσεις γιατί δεν είναι αυτοκόλλητα , σαν κι αυτά που μαζεύαμε μικροί να τα κάνω συλλογή και να τα ανταλλάξω με άλλους. Η φιλία δεν είναι χόμπυ, αλλά πλήρης απασχόληση. Συμβουλη: μην το παίρνετε δεδομένο δεν το ξέρουν όλοι.
    Φυσικά , όπως ανέφερα και πριν, υπήρξα τυχερή που κάτι τέτοιο έγινε νωρίς χωρίς πολλές απώλειες . Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις πληγώνεσαι αλλά δεν τσακίζεσαι . Θυμώνεις αλλά για λίγο , κι όχι τόσο με τον άλλον , αφού βλέπεις πως δεν άξιζε τον κόπο , αλλά με σένα που επαναλαμβάνεις σαν προσευχή το "στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα". For what it's worth , the show must go on . Κατέγραψα αυτή την ιστορία μόνο και μόνο γιατί πυροδότησε μια σειρά απο σκέψεις που οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι Δεν είναι τόσο οι ίδιοι άνθρωποι που μας απογοητεύουν, αλλά περισσότερο η αποτυχία των προσδοκιών που είχαμε απο αυτούς.


                                                                                                                 Λαλένα

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Let's go fly a Kite

        Πάντα θα λείπει κάτι . Ξεκινάω απόλυτα και σχεδόν δογματικά , μα τι να κάνω που'ναι έτσι ακριβώς; Είμαι από τους πρώτους που υπενθυμίζω στον εαυτό μου το σοφό ρητό "ποτέ μη λες ποτέ" , όμως σε τέτοιες περιπτώσεις και η διαλλακτικότητα κάνει υποχωρήσεις μπροστά στην γενική αλήθεια. 
         Ο άνθρωπος από τη φύση του έτσι είναι πλασμένος, κάθεται και μετράει μέρα παρά μέρα τι είναι αυτό που του λείπει γιατί δεν του έμαθε κανείς ότι πληρότητα δεν είναι να τα έχεις όλα αλλά να σε γεμίζουν αυτά που έχεις. Κι αντί  για αυτό , μετράμε τα απόντα και δεν χαρίζουμε ούτε μια μικρή παρένθεση για να χωρέσουμε όλα αυτά που έχουμε, γιατί δεν τα λαμβάνουμε υπόψη μας. Ίσως φταίει που μερικά πράγματα τα παίρνουμε ως δεδομένα , κάποια άλλα γιατί δεν τα χάσαμε ποτέ και δεν φανταζόμαστε πώς θα 'μασταν χωρίς αυτά . Όπως ο ανθρωπάκος στο μικρό πρίγκιπα , που καθόταν και έχανε την ώρα του λογαριάζοντας τα άστρα , ενώ τα είχε στα πόδια του κι ούτε που του πέρασε από το μυαλό να καθίσει να τα θαυμάσει.
      Δεν λέω ως ο άνθρωπος είναι αχάριστος . Λέω μονάχα πως η φύση του τον έχει κάνει ανικανοποίητο και πλεονέκτη. Τώρα θα μου πεις, είναι όλα τόσο κολακευτικά και δεν ξέρεις ποιο να πρωτοδιαλέξεις , έλα όμως που καταβάθος ξέρεις ότι κάπου εκεί κρύβεται η αλήθεια . Κι αυτό , γιατί λίγοι άνθρωποι έχουν φιλοσοφήσει πραγματικά τι σημαίνουν οι λέξεις "έχω"  "χρειάζομαι" και "θέλω" και τις εντυπώνουν σε διαφορετικά συρταράκια του εγκεφάλου χωρίς να τα συγχέουν μεταξύ τους. 
Άλλωστε είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο , ο άνθρωπος κυνηγάει μια ευτυχία που ενδέχεται να υπάρχει μπροστά στα μάτια τους κι αυτός από τη συνήθεια να κυνηγάει το τέλειο και το "πολύ" πνίγεται μέσα στη ματαιότητα και χάνει τη μαγεία. Γιατί αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά , σε κάθε τι τριγύρω υπάρχει μαγεία. 
Κι εσύ που διαβάζεις και ανυπομονείς να τελειώσω για να σχολιάσεις και να διαφωνήσεις  μαζί μου , σε προκαλώ να διαψεύσεις αυτό : 
 Έχεις τη δυνατότητα, την ευκαιρία, το δικαίωμα και το δώρο να συλλέξεις στιγμές με ό,τι έχεις. Να βγεις στο μπαλκόνι ξυπόλητος και να νιώσεις το κρύο να διαπερνά το σώμα σου και να αισθανθείς μέσα σου τον χειμώνα , να κοιτάξεις ψηλά και να δεις πόσα χιλιάδες αστέρια γελάνε,  να χωθείς μέσα στην αγκαλιά του γονιού, του φίλου , του αγαπημένου σου και να νιώσεις τη θαλπωρή και τη ζεστασιά , να κρατήσεις στο χέρι σου μια χούφτα χιόνι, να δεις τον ήλιο το επόμενο πρωί να σου υπόσχεται πως σήμερα είναι μια καινούρια μέρα , να κυλιστείς μέσα σε ένα χωράφι και να λερωθείς όσο δεν μπόρεσες ποτέ, να κάνεις μια βουτιά στη θάλασσα , να πεις ότι βλακεία σου κατέβει στο κεφάλι με την παρέα σου και να κρατάς την κοιλιά σου από τα γέλια,να δείξεις στο μικρό σου αδερφό/ή φέτος πώς να πετάει χαρταετό ... Είσαι υγιής να αναπνεύσεις, να ζήσεις , να αφήσεις το σημάδι σου μέσα στο λίγο διάστημα που θα συζείς μαζί μας , ήρθαν πολλοί πριν από μας και θα ακολουθήσουν ακόμα τόσοι ! Γιατί να μη φτιάξουμε κι εμείς για μας , αυτό που λέει και το τραγούδι " ένα μέρος που δε μοιάζει με κανένα" και να βάλουμε μέσα αυτούς που θέλουμε; Γιατί να λοιπόν να μην πάρουμε την απόφαση από δω και μπρος να μετράμε όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που σίγουρα έχουμε λίγο πολύ και να προσπαθήσουμε να νιώσουμε τυχεροί και ευτυχισμενοι, γιατί ευλογημένοι είμαστε σίγουρα ! 
        Στο κάτω κάτω, αν ισχύουν κι όλα αυτά που μας αραδιάζει το ίνδαλμα μου ο Coehlo τότε το σύμπαν δεν θα έχει κανένα λόγο να μη σας επιβραβεύσει για την ικανότητα σας να ζείτε !
Και μιας και μιλησα και για χαρταετό , έχω τρανταχτότατο παράδειγμα την τελευταία σκηνή στη Mary Poppins  όταν ο pater familia (ναι αυτός με τη σπιταρώνα και τα κανόνια πάνω από το σπίτι του) μέσα στους καπνούς σκάει τη φόδρα από το καπέλο , παραιτείται ,παίρνει την οικογένεια του στην πλατεία και πετάνε όλοι μαζί χαρταετό τραγουδώντας . Η πιο μεγάλη ευχαρίστηση πηγάζει από τα πιο απλά γύρω μας , αρκεί να έχουμε την αξιότητα να το δούμε.

http://www.youtube.com/watch?v=Qj8AuMTI-7Y