I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πείραμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πείραμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Το πείραμα του Μιλγκραμ

 Περιπλανώμενη στον μαγικό και χαώδες κόσμο του ίντερνετ, ανάμεσα σε χιλιάδες άρθρα ψυχοκοινωνικά που πέρασαν απο τα μάτια μου , έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου ένα ωραίο άρθρο το οποίο περιγράφει ένα ψυχολογικό πείραμα , το οποίο αποφάσισα να μοιραστώ γιατί εκτός του ότι πάντα κάτι τέτοια μου κάνουν εντύπωση, το συγκεκριμένο μου θύμισε αρκετά την ταινία το Πείραμα (Das expirement) . Όσοι δεν το έχετε δει , επιβάλλεται (το γερμανικό όχι το αμερικάνικο ριμεικ παρακαλώ). Το άρθρο λοιπόν έχει ως εξής:


Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.
Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.
Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.
Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.
Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.
Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.
Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.

Δυστυχώς έκαναν λάθος.
Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!
Που έγκειται η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».  Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».  Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»
Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.
Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.  Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.
Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.  Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.
(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα 


Τα συμπεράσματα δικά σας. 

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Το Πείραμα

    Ήτανε σούρουπο στη χώρα των συναισθημάτων.  Η Θλίψη και η αδερφή της η Μελαγχολία είχαν βαρεθεί και προσπαθούσαν να πείσουν τα υπόλοιπα συναισθήματα να παίξουν ένα παιχνίδι.  Η Λύπη δεν είχε καμία όρεξη να παίξει και αποσύρθηκε γρήγορα , ο Εγωισμός αρνήθηκε γιατί τον έπεισε ο  Θυμός ότι δεν άξιζε τον κόπο αφού δεν είχε αυτός την ιδέα πρώτος . Η Θλίψη και η Μελαγχολία απογοητεύτηκαν από τους φίλους τους και άρχιζαν να τους σχολιάζουν αρνητικά μεταξύ τους. 
   Περνώντας δίπλα τους τυχαία η μεγαλύτερη από όλους, Αγάπη , κρυφάκουσε τις κακόβουλες σκέψεις τους και τις πλησίασε. "Γιατί δεν προτείνετε στη Χαρά να παίξει μαζί σας;"  Οι δυο αδερφές κοιτάχτηκαν και σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα : Δεν μπορούν να συνυπάρξουν ολες μαζί και δεν τα βρίσκουν ποτέ. Από την άλλη , σκέφτηκαν , τι είχαν να χάσουν; εξάλλου έψαχναν κάτι να σκοτώσουν την ώρα τους. 
      Η Χαρά μόλις άκουσε την πρόταση δέχτηκε αμέσως όμως είπε , για να είναι δίκαιο το παιχνίδι , θα φωνάζε και την αδερφή της την Αισιοδοξία. Οι άλλες δύο συμφώνησαν. Δεν πέρασε ώρα πολύ και παράτησαν το παιχνίδι αφου άρχισαν και οι τέσσερις να μαλώνουν. 
   "Το ξέρω ότι δεν είμαι καλύτερη απο σας " έλεγε η Μελαγχολία "αλλά τι να κάνουμε κερδίζω!" και η Αισιοδοξία της έλεγε " Πώς γίνεται κανείς να μη σ'αγαπά κι όμως όλοι να σε προτιμούν τόσο πολύ από μένα ; Την ίδια ώρα που με καλούν την ίδια με φοβούνται" . Η Χαρά έλεγε πως όλα αυτά ήταν ανοησίες και πως κανένα αρνητικό συναίσθημα δε μπορεί σε βάθος χρόνου να υπερτερήσει. 
"Έτσι νομίζεις; είπε η Θλίψη." "Ναι , αμέ φυσικά και το πιστεύω!" 
" Τότε γιατί δεν το εξακριβώνουμε;" "Φυσικά" της είπε η Χαρά "αλλά πώς;"  
 Η Θλίψη εξήγησε στα τέσσερα συναισθήματα την ιδέα της. Θα κατέβαιναν απόψε  στη γη και θα έπαιρναν έναν άνθρωπο , τον οποίο άφησε το ελεύθερο στη Χαρά να το επιλέξει . Εξηγώντας τις επόμενες λεπτομέρειες του πειράματος , η Χαρά ενθουσιάστηκε με την ιδέα , η Μελαγχολία κρατούσε μια επιφύλαξη γιατί πίστευε πως δεν θα πετύχει , ενώ η Αισιοδοξία ήταν σίγουρη πως όλα θα πήγαιναν καλά και θα αποδείκνυαν πολύ σύντομα πόσο λάθος έκανε η Θλίψη. Η τελευταία , πήγε και βρήκε τον πατέρα της , το Φόβο και του πρότεινε να έρθει μαζί της . Εκείνος δε δέχτηκε να πάρει μέρος στο πείραμα γιατί φοβόταν τι μπορούσε να συμβεί , ειδικά αν το μάθαινε η γυναίκα του η Οργή. Ωστόσο πήγε από φόβο για τη Θλίψη.
    Όταν βράδιασε εντελώς στη χώρα των συναισθημάτων ,  η Χαρά και οι άλλες πέταξαν στη Γη . Έμεινε ώρα πολύ στον ουρανό και δεν μπορούσε να διαλέξει κανέναν. Άντε, της είπαν οι άλλες , πάρε κάποιον στην τύχη. Έτσι λοιπόν , διάλεξε μια νεαρή κοπελίτσα που περνούσε απο κάτω. 
 Ωραία, ψιθύρισε η Μελαχγολία και τώρα; 
  Πήραν την μικρή κοπέλα και τη μετέφεραν για λίγο σε ένα παράξενο μέρος , που έμοιαζε λες και την  είχαν κάνει ταξίδι στο χρόνο. Βρίσκονταν τώρα σε μια μεγάλη έρημη κοιλάδα με πολύ άμμο , πολύ πέτρα κι ένα μεγάλο βαθύ πηγάδι στη μέση . Ένα πέτρινο μονοπάτι οδηγούσε συχνά περαστικούς από τη μια άκρη της κοιλάδας στην άλλη. Τοποθέτησαν το κορίτσι μέσα στο πέτρινο πηγάδι και έβαλαν δίπλα σε αυτό μια σκάλα αρκετά μεγάλη ώστε όταν τοποθετηθεί να δίνει διέξοδο, και περίμεναν κοιτώντας από ψηλά. 
   "Δεν καταλαβαίνω" είπε ο Φόβος. "Τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί." 
   "Είναι απλό , είπε η Αισιοδοξία. Το πηγάδι συμβολίζει τη θλίψη και τη στενοχώρια και η κοπέλα μέσα σε αυτό μόνο αυτά μπορεί να νιώσει. Οι απλοί άνθρωποι που παιρνούν κάθε τόσο απο εκείνο το σημείο συμβολίζουν τα θετικά και ουδέτερα συναισθήματα , όπως εμένα και την αδελφή μου. Περιμένουμε να καταλάβουμε τι έλκει περισσότερο απο τα δύο , για αυτό και η σκάλα." 
   "Δηλαδή;" ξαναρώτησε ο Φόβος. Θα δεις, του απάντησαν . 
   Πράγματι. Η κοπέλα μέσα στο πηγάδι κάθε τόσο φώναζε  , ή έκλαιγε , ή απλώς καθόταν εκεί αμίλητη και καταβεβλημένη . Όποιος άνθρωπος περνούσε δίπλα της , του έκανε σήμα να την προσέξει όπως μπορούσε! Κι όταν εκείνος το έκανε του έλεγε να τη βοηθήσει . 
   "Πώς να βοηθήσω" ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν . Εκείνη τους έδειχνε τη σκάλα δίπλα από το πηγάδι. Εκείνοι , την τοποθετούσαν μέσα και περίμεναν την κοπέλα να ανέβει . Όμως εκείνη δεν έκανε τίποτε, καμιά κίνηση , σαν να μην καταλάβαινε. Λοιπόν;  
"Δεν μπορώ να ανέβω ! τους έλεγε. Με τίποτα δεν μπορώ να ανέβω! Κατέβα σε παρακαλώ εσύ δεν μπορώ εδώ κάτω μόνη μου!" Ο πρώτος , κοντοστάθηκε λίγο το σκέφτηκε , την κοίταξε στα μάτια και της είπε "εντάξει αλλά μόνο για λίγο." Και πάντα έμενε πιο πολύ. Κάθε φορά που επαναλαμβανόταν αυτή η σκηνή με τα ίδια λόγια , κάπως η κοπέλα τους έπειθε , κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα , να κατεβαίνουν κάτω στο πηγάδι μαζί της . Και κάθε φορά που κάποιος κατέβαινε , εκείνη χαιρόταν για λίγο κι ύστερα εξαφανιζόταν στον δικό της κόσμο, και περίμενε την κάθοδο του επόμενου για να ξαναχαμογελάσει στιγμιαία. 
    Κάποια στιγμή , μαζεύτηκαν πολλοί. Κι όμως , ενώ βρίσκονταν στο ίδιο μέρος δεν αναγνωρίζονταν μεταξύ τους και ως δια μαγείας έβλεπαν τη σκάλα με την ανοδική της πορεία και έτρεμαν ολόκληροι. Όταν περνούσε κάποιος επόμενος φώναζαν όλοι με μια φωνή σαν μία , βοήθεια , κι ύστερα έπειθαν τον εκάστοτε περαστικό να τους συναντήσει στον πάτο. 
        Η Χαρά και η Αισιοδοξία δεν ήξεραν τι να πουν. 'Εχασαν αλλά έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να το σταματήσουν . Η σκηνή επαναλαμβανόταν και συνεχιζόταν και επεκτεινόταν αδιάκοπα. Ακόμα και η άλλες δύο παρότι ικανοποιημένες που επιβεβαιώθηκαν , άρχισαν να ανησυχούν για την τροπή του πράγματος. Τότε ο Φόβος τους είπε " Είχα δίκιο , είχα δίκιο , το φοβόμουν ότι είχα δίκιο! Ξέρετε τι να κάνετε , γρήγορα...."  
       Τα συναισθήματα επέστρεψαν πίσω στον τόπο τους και γύρευαν παντού την Αγάπη. Έψαχναν απο δώ , έψαχναν απο κεί , φώναζαν , ρωτούσαν , τίποτε.  Ξαφνικά , τη βρίσκουν μπροστά τους σχεδόν λιπόθυμη , χλωμή . "Έτσι χάλια που τα κάνατε , ούτε κι εγώ μονάχη μου δε μπορώ να το συμμαζέψω. " Είχε τυφλωθεί " Εσύ ξέρεις γιατί ε;"  είπε στην Θλίψη. Και μεμιάς ένιωθε να μεταμορφώνεται σε Ενοχή.  Και η Αγάπη με κόπο είπε : "Με ξεχάσατε. Δεν υπολογίσατε ότι είμαι και γω μέσα σε εκείνο το πηγάδι . Πολλαπλασιάζομαι χρόνο με το χρόνο και ταυτόχρονα εξασθενώ γιατί είναι στενόχωρα και πνίγομαι στον ίδιο χώρο με τη λύπη , τη μοναξιά ..."