I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Εγρήγορση


The Kiss, 1922, Man Ray



Άλλη είμαι όταν ονειρεύομαι,
και άλλη αν ενεργώ.
Δεν σε χρειάζομαι
όμως
Σε θέλω.

Φύγε.
Άσε μου εδώ,
τη σκιά σου μονάχα
Αν έχεις
Την ευγενή καλοσύνη.
Κοίτα,

παραείναι οι τοίχοι
λευκοί και θέλω
να τη βλέπω στο φως,
να μη νιώθω
Άρρωστη.

Χρειάζομαι να γίνεις για λίγο
ένα μηχάνημα υποστήριξης
ογκώδες, κρύο, θορυβώδες…
Να μην κοιμάμαι πια
Τόσο.

Στο διπλανό δωμάτιο
 κάποιος άλλος
ξέχασε να πάρει
Τα λουλούδια του.
Σε θέλω,

να γίνεις ένα ξεχασμένο
βάζο για λουλούδια
εντός μου.
Τ’αγαπημένα μου;
Αδιαφορώ.

Ματώνουμε, είπες, για να νιώθουμε
πιο ζωντανοί ακόμα,
Σε θέλω για να ματώνω
ευκολότερα απ’οσο
Ξεχνώ.

Για να ανασαίνεις πολεμώντας 
τις ανάσες μου.
Να είναι έτσι διφυείς,
να μη διαφέρω από σένα
Άλλο.







Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Το Μυστικό που ταξιδεύει με τη Φωτιά



Fire Angel by Shannon Grissom
   Μια φορά σαν σ'όνειρο έναν άγγελο θωρούσα,
   δίχως φτερά - γι' αυτά να ψάχνει -
   σκυφτός, στο Ποτάμι των Δακρύων.

   (Ποιος σου πήρε τα φτερά )

   Τα γαλανά του μάτια θαύμασα - ;ή μαύρα;
   και τα χρυσόπλεχτα μαλλιά του - φορές πολλές
   "Μα κοίτα πιο καλά" τον άκουσα να κλαίει:

   "Κοίτα τα χέρια και τα πόδια μου
    τις πλάτες και τους ώμους κοίτα!
    Μελανά είναι όλα κι όλα μελιχρά - πώς αστράφτουν που'σαι δω!

   (Πώς αστράφτουν που΄μαι εδώ)




   Είναι αλήθεια όσα βλέπεις
   κι αν δεν βλέπεις πάλι αλήθεια είναι - δεν με πιστεύεις;
   Το γράφει ολοκάθαρα επάνω στα Νερά,


   πως εγώ είμαι Εσύ κι εσύ είσαι Εγώ,
   κι αν είναι αδύνατο να ξαναγενείς μόνον εσύ
  - Αλίμονο! πώς εγώ να υπάρξω όπως πρώτα;

  (Πώς να υπάρξω όπως πρώτα )

  Αβάσταχτο μυστικό να κουβαλάει το ποτάμι.
  Τι, δεν με πιστεύεις; Το λεν και τα φτερά σου"
  Κι είχα πράγματι ν'ακολουθούν δυο φτερά από Φωτιά.

  (Τώρα μαρτυράνε δυο φτερά από φωτιά)

 "Αντίο τώρα" μου ψιθύρισε πριν πέσει στο νερό
 και από μέσα ελευθερώνοντας την τελευταία του ανάσα,
 Μ'αφησε να τυλίγομαι παντοτινά στις φλόγες.

(Μ'άφησε για πάντα να τυλίγομαι στις φλόγες )






   

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Πάνω στην Κούνια

Έχει αδειάσει ο τόπος από αγάπη
κι έχουμε μείνει μόνο εμείς οι δύο.
Τα φώτα τώρα σβήνουν προτού ξημερώσει ,
κι εγώ θέλω να γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου.

Το ίδιο κοράκι με χθες κοιμήθηκε στην πόρτα μας.
Μπήκαν κλέφτες τις προάλλες και τα πήραν όλα,
αλλά κρατήσαμε την κούνια στον κήπο.
Σε παρακαλώ, άσε με ν'ακουμπήσω για λίγο στον ώμο σου.

Έξω ο κόσμος ουρλιάζει,
διασκορπίζεται σφαίρα τη σφαίρα ,
θόρυβοι που πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον,
κι όλη η σιωπή λες και μαζεύτηκε πάνω στον ώμο σου.

Μυρίζει κόκκινη καμένη γη ,
κι ο ουρανός στάζει το τελευταίο του χρώμα.
Το χώμα νοτισμένο στο θειάφι,
κι εγώ δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.

Θυμάσαι τα ηλιοβασιλέματα που σου έδειχνα;
Τώρα ο ήλιος δεν ξυπνά για κανέναν.
Το φεγγάρι μας έμεινε μισό,
καθάρια με κοιτά που ακουμπώ στον ώμο σου και με ζηλεύει.


Τι να'ναι τ'όνειρο και τι η πραγματικότητα;
Έχει πάρει το πάνω χέρι η αταξία.
"Τ'όνειρο" , σ'ακούω να λες, " είναι εδώ ακουμπισμένο" 
Μα εμένα για μόνη πραγματικότητα μου φαίνεται...

Δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.


(photo: two lovers, by biffno)



Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Χειρόγραφο: Ένας Κόσμος από Παράθυρα


  Ένας ολόκληρος κόσμος η ψυχή, Ψυχή μου.
  Για Δύο,
  για Έναν,
  για Κανένα.
  Χαοτικός.
  Αρχιτεκτονικά μπλεγμένος,
  όλος παράθυρα.

  'Αλλα με σφραγισμένα πατζούρια
    -βουβά-
   Κάποιος από μέσα μας έχει κλειδώσει.
   Στάσου, να σταθώ,
   πιότερο μαζί μένουμε
   ή είμαστε χώρια;
   Χτύπα, σου λένε , όσες φορές.

   Άλλα το σκάνε απ'το παρόν με χαραμάδες ηλιοτρόπια,
   μέσα από τα φύλλα ,
   τον Χρόνο ,
   το Τίποτα.
   Μέσα από σένα κι από μένα.
   Φαίνεσαι, σε νιώθω.
   Να πας, σου λένε, όσες φορές.

   Άλλα τρομακτικά κι άλλα ατρόμητα
   Ερρείπια και νεόκτιστα ξανά
   ταγμένα εμπρός στο άπλετο Φως,
   κυλάς μέχρι π'αναρωτιέσαι
   "Μα πόσος χώρος υπάρχει ακόμα;"
   Χτίσε, σου λένε, όσες φορές.

   Κι εσύ στέκεις κι ονειρεύεσαι χτίζοντας μια θέα
   ή κοιμάσαι αντικριστά σε μια κουρασμένη ιδέα,
   ενώ ο αέρας φυσά και περιμένει όσο κοιτάς
   ώσπου να πέσεις.
   Όλο και πας , μα δεν πέφτεις.
   Κάτι περιμένεις όλο να αλλάξει,
   Να φανεί.
   Να το δεις.
   Να το αγγίξεις.
   Να σε σπρώξει.
   Δεν πέφτεις.

  Κοίτα , σου λένε, όσες φορές.

 Ώσπου κάποτε θα πετύχεις το σωστό.
 Μια μέρα των ημερών που θ'ανοιχτεί,
 κάποιος απέναντι θα'χει πια εμφανιστεί.
 Κοίτα καλά , μάτια μου,
 κρυφοκοιτά δειλά απ'το δικό του παραθύρι.
 Το ίδιο ακριβώς.
  Θα το αναγνωρίσεις εύκολα
  από "το μεγάλο U" ,
  από την αταξία,
  από τη ζωγραφισμένη σιωπή.
  Σε θυμάμαι.

 " Περίμενε με", όσες φορές.

  Μη γελαστείς μόνο κι εσύ
- πρόσεχε
 Για καθρέφτη πολλοί τον πέρασαν
την ώρα που έπεφταν,
-ταυτόχρονα.
 Όπως εγώ.

 Μα κάπως έτσι δε μου 'λεγες πάντα,
 πως γράφονται των τρελών
 τα Χειρόγραφα;

Printscreen from Alfred Hitchcock's Spellbound (1945) , by Salvador Dali



Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Γυρεύω την Ποίηση

[Καιρό είχε να μας επισκεφτεί ποίημα , ελληνικό και με ομοιοκαταληξία (ούτε κι εγώ το κατάλαβα πώς!)  αλλά μιας και το έκανε ας το αφήσουμε να γίνει ρετροσπεκτίβα. 
Τα πεζά είναι το ταξίδι μας , και η ποίηση το σπίτι μας .
Το νοσταλγήσαμε...] 


   Γυρεύω την Ποίηση

σε μέρη γνώριμα , παλιά , μοναχικά 
σε βλέμματα κι αισθήματα κρυφά 
σε κόσμους που γεννήθηκαν κ' πέθαναν σε μια αστροφεγγιά
σε μυστήρια που μ'είχανε μεθύσει. 

 Γυρεύω την Ποίηση 
σε σκοτεινές επιγραφές 
σε συγκρούσεις καθαρά μετωπικές
σε ιδέες που τις φέρνουν απ'αλλού κι απ'άλλοτε σκιές
να βρω τις μέρες που έχω λαχταρήσει.

 Γυρεύω την Ποίηση 
σε κουρέλια που κουράστηκα να κόβω 
σε φαντάσματα που πηγαινοέρχονται στο χρόνο
 σ'έρωτες που φεύγουνε από φόβο 
 να 'ρθει για λίγο , την Ψυχή να συγυρίσει.   


Μα βλέπω τελικά μάλλον θ'αργήσει 
και σαν φτάσει εγώ θα λείπω .
Σαν σκουριάσει μια υπόσχεση ,τι να την κάνεις; 
Σαν σκουριάσει η υπόσχεση 
πού να την ακουμπήσω; 
Κι ύστερα , για πες , 
ποιος θα'ναι εκεί να την κρατήσει ; 



(image source: http://www.artelista.com/obra/2721990056951403-heridasdelalma.html)

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Φαντάσματα

Ό,τι εξορίζουμε
δε μπορεί να πεθάνει.

Άλλοτε , άλλοτε επιστρέφει
σαν φάντασμα
περιπλανιέται πού και πού
στα δώματα εντός μας
όχι πάντοτε σαν στοιχειό
αλλά σαν ανάμνηση
του κενού που άφησε πίσω
                                       -φεύγοντας

Του γυαλιού που έσπασε
κάπου εκεί
σε κάποια γωνιά
και μας έκαψε
μας έκοψε,
όχι πάντα σαν σουγιάς
αλλά σαν μνεία
ότι πάντα κάτι λείπει...

Γιατί έφυγε.
Το διώξαμε.

Μα ό,τι εξορίζουμε
δεν μπορεί στα αλήθεια να πεθάνει.

Μονάχα εμείς ταυτίζουμε
την εξορία με το θάνατο.
Ετσι, για να αντέξουμε την απουσία.
Για να αντέξουμε τη φιλοξενία των φαντασμάτων.

Γιατί η ψυχή
-δυστυχώς ή ευτυχώς-
δεν είναι φτιαγμένη να σκοτώνει.