I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξομολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξομολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Εγρήγορση


The Kiss, 1922, Man Ray



Άλλη είμαι όταν ονειρεύομαι,
και άλλη αν ενεργώ.
Δεν σε χρειάζομαι
όμως
Σε θέλω.

Φύγε.
Άσε μου εδώ,
τη σκιά σου μονάχα
Αν έχεις
Την ευγενή καλοσύνη.
Κοίτα,

παραείναι οι τοίχοι
λευκοί και θέλω
να τη βλέπω στο φως,
να μη νιώθω
Άρρωστη.

Χρειάζομαι να γίνεις για λίγο
ένα μηχάνημα υποστήριξης
ογκώδες, κρύο, θορυβώδες…
Να μην κοιμάμαι πια
Τόσο.

Στο διπλανό δωμάτιο
 κάποιος άλλος
ξέχασε να πάρει
Τα λουλούδια του.
Σε θέλω,

να γίνεις ένα ξεχασμένο
βάζο για λουλούδια
εντός μου.
Τ’αγαπημένα μου;
Αδιαφορώ.

Ματώνουμε, είπες, για να νιώθουμε
πιο ζωντανοί ακόμα,
Σε θέλω για να ματώνω
ευκολότερα απ’οσο
Ξεχνώ.

Για να ανασαίνεις πολεμώντας 
τις ανάσες μου.
Να είναι έτσι διφυείς,
να μη διαφέρω από σένα
Άλλο.







Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Από Χαρτί



Όταν τα λόγια σου είναι από αέρα
Αέρας  γίνεσαι κι εσύ.
Έτσι μεταμορφώνεσαι μέσα μου:
Άχρωμος όμως,
Άοσμος, Άυλος…
Αδύναμος όμως ποτέ.
Παρελαύνεις περήφανα μέσα μου μ’αέρα νικητή
κι επιθεωρείς τον χώρο.
Τι χαζή κι εγώ που νόμισα
πως ήρθες να κάνεις τα φύλλα να χορέψουν για λίγο!
Μη με παρεξηγείς,
ήθελα μόνο
να φύγει για λίγο η σιωπή που φοβάμαι.

Όμως εσύ είσαι αέρας πάντα
και τα πάντα θα παίρνεις
στις χούφτες παραμάζωμα και θα φεύγεις σαν κύριος .
Τώρα μ’αφήνεις με δυο σιωπές να παλέψω – χωρίς εσένα
Εσύ και τα λόγια σου, άψυχοι κι ασπρόμαυροι χαρταετοί
κι εγώ βλέπω τις σκιές τους στον τοίχο.
Μόνη εδώ  - βλέπεις
Χωρίς εσένα.
Φύλλο δεν κουνιέται.
Χωρίς εσένα.
Και σαν τι άλλο να φοβηθώ δηλαδή;
Έγινα εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Τώρα είμαι εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Κι εγώ πια δε φοβάμαι… - χωρίς εσένα
Νομίζω.





Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Starry Night Over Lovers

       
           Να μαι πάλι , στο ίδιο μέρος , την ίδια ώρα . Πάντα συνεπής , δεν μαθαίνω ποτέ.
 Έχει πάει εφτά και ήδη έχει σουρουπώσει αρκετά. Σε λίγο θα μείνω μόνη, με το νερό και τα φώτα. Κάθομαι όσο πιο άκρη μπορώ για να έχω την ψευδαίσθηση πως μπορώ να αιωρηθώ ανά πάσα στιγμή , ακόμη και να πέσω αν δεν μ'αντέχει απόψε η γη, και γυρίζω την πλάτη μου στον υπόλοιπο κόσμο γιατί σήμερα - τώρα- δεν με αφορά . Βρίσκομαι εδώ κι έχω φύγει - σχεδόν έχω βγάλει τις μπότες μου για να περπατήσω πάνω στα νερά. Με τη φαντασία μου πάντα. Είναι βλέπεις που μου λείπει η θάλασσα και συμβιβάζομαι με υποκατάστατα, κι ας είναι στην ακμή τους. Μόνο στην ακμή τους...
         Τα βράδια που απευθύνονται σε σένα τα'χεις ζήσει; Έφτασε ποτέ στα πόδια σου κανένα που να μην ήθελες να τελειώσει ποτέ, που το φεγγάρι φαινόταν πιο μεγάλο από την τελευταία φορά , πιο κοντά και πιο δικό σου , έτσι τοποθετημένο προσεκτικά για να το βλέπεις εσύ καλύτερα από όλους τους άλλους και σε εκλιπαρεί να το προσέξεις ; Κι έτσι εσύ να κάνεις το παραθύρι σου βιτρίνα και να θες να τρέξεις μέσα από το τζάμι , μα φοβάσαι πως αν κουνηθείς έστω και λίγα εκατοστά για να το φτάσεις , λίγο να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω του, εκείνο θα βρει ευκαιρία και θα φύγει από τη θέση του και θα ταξιδέψει σ'άλλο παραθύρι , να αφιερωθεί αλλου...Δε θα το'κανες αυτό . Δε θα το ρίσκαρες. Το θες μόνο δικό σου ., μόνο για σένα. Τόσο πολύ μοιάζουμε εμείς οι δύο και τόσο διαφέρουμε που το διεκδικώ κι εγώ όσο κι εσύ, το θέλω ολόδικο μου ,μα για να γράψω επάνω ό,τι δεν έχω κουράγιο να σου πω και ύστερα να το δέσω με μια κορδέλα στον καρπό μου μη μου φύγει και σε χάσω και το κρατώ αγκαλιά μέχρι να'ρθεις να το ζητήσεις και με όλη μου την καρδιά να σου το δώσω.
           Δεν αντιστέκομαι. 
          Άναψαν τα πρώτα φώτα.
         Σήμερα άφησα κάποιον άλλον να καθίσει στο αγαπημένο μου σημείο. Πήγα λίγο παραπέρα γιατί φυσούσε πολύ. Είναι πιο ανοιχτά εδώ , και η ανοιξιάτικη ψύχρα με κάνει να κρυώνω , και απο τη μία μετανιώνω που κάπου παράτησα πάλι το κασκόλ μου κι από την άλλη όλοι οι πόροι του λαιμού και των χεριών μου ευχαριστούν για την ανάσα που παίρνουν κάθε φορα που ο αέρας μπλέκει όλο και περισσότερο τα μαλλιά μου και φέρνει δάκρυα στα μάτια μου. Σιγοτραγουδώ την ίδια νοσταλγική μελωδία με χθες και σε μνημονεύω, καθώς τα δάχτυλα μου προσπαθούν πάνω στην κρύα πέτρα -μάταια- να μιμηθούν τα έμπειρα τα δικά σου, κι εσύ ακόμα να μου μάθεις να σφυρίζω...
         Να κι άλλο ένα φως , πιο ψηλά τώρα. 
         Μα να μην μαθαίνω ποτέ. 
         Δε μπορώ παρά να τρέφω το μυαλό μου με τη σκέψη πως ένα απο αυτά τα δωροδειλινά που φέρνει η άνοιξη , προτού ολότελα μας φύγουν, θα αφήσεις στη μέση το αγαπημένο σου κομμάτι γιατί θα ξέρεις πως είμαι εδώ, πως σε περιμένω και πως έχεις ήδη αργήσει .Δε θα χρειαστεί ούτε να γυρίσω το κεφάλι μου. Απλώς θα έρθεις και θα πλησιάσεις όσο πιο αργά και σταθερά μπορείς και θα'ναι τόσο ήσυχα που θα σε καταλάβω μόνο από την βαθιά ανάσα σου δίπλα στο πρόσωπο μου. Μπορεί και να τρομάξω στην αρχή , μα θα κάνω χώρο να καθίσεις δίπλα μου και θα κοιτάμε μαζί στο βάθος πότε τα αστέρια και πότε τα φώτα. 
"Κι εκείνος;" μαντεύω τη σκέψη σου.
- Ό,τι χωρά σε μέτρα και σταθμά δεν μπορεί να είναι έρωτας.
- Και τώρα;
- Κοίτα , ό,τι πιο κοντά σε "έναστρη νύχτα".
    Μέχρι να ανάψουν όλα και να σβήσουν ένα ένα δε θα χρειάζεται να μιλάμε. Όταν πια θα'χει χαθεί και το τελευταίο και θα με κρύβει κάπως το σκοτάδι , τότε μόνο θα σε κοιτάξω στα μάτια. Αν με ρωτήσεις πάλι αν έχουν ματώσει τα χείλη σου , υπόσχομαι πως αυτή τη φορά δε θα διστάσω και θα τα ενώσω με τα δικά μου. "Εξημερώθηκα" , θα σου πουν.  
 - Νιώθω σαν να με μαγέψανε...
    

                               
   
                                 πίνακας : "Εναστρη Νύχτα πάνω από τον Ροδανό" (Starry Night Over the Rhone) του V.Van Gogh      

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

To Φάντασμα της πόλης


           Το χώμα μυρίζει όπως εχθές . Όλα βρεγμένα , γυαλίζουν κάτω από το φως. Είναι πρωί , πολύ πρωί , πού να προλάβει ο ήλιος να μας στεγνώσει. Κι εδώ που σε έχω φέρει μάτια μου , μόνο να μας κάψει μπορεί. Αν ήσουν εδώ να περπατήσεις μαζί μου , θα σου δινα το μπράτσο μου να το κρατάς . Μα δεν πειράζει , θα συνεχίσω να ανηφορίζω τον πεζόδρομο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παλτού μου , και θα αφήσω επίτηδες το δεξί μου χέρι λίγο πιο έξω , σαν να παίζουμε πάλι με την Ιδέα σου το παιχνίδι της αρπαγής. Με προλαβαίνει πρώτη.
          Δες εδώ , να εδώ , αυτή την ευθεία που σήμερα για μένα είναι ανηφόρα κι αύριο θα πρέπει να την κατέβω από την αρχή. Πάνω στο πλακόστρωτο έχω ρημάξει τα καλύτερα μου παπούτσια κι έχω την αξίωση να περηφανεύομαι ότι δεν το κάναμε μαζί. Δεν έχεις περπατήσει ποτέ σε αυτό το δρόμο, δεν έχεις στρίψει ποτέ σε εκείνο το στενό, δεν έχεις μοιραστεί την πρωινή ομίχλη με τους τρελούς οδηγούς , δεν έχεις μυρίσει ποτέ τον αέρα αυτής της πόλης. Δεν έχεις έρθει ποτέ εδώ. Δεν είσαι από δω.
         Κοίτα εκεί . Εκεί ντε! Παραλίγο να δείξω με το χέρι. Σε βλέπω απέναντι μου, είσαι η κοπέλα που κάθεται στο παρκάκι , αυτή που με προσπερνάει όταν είμαι στο δρόμο, μια άλλη που σταματάει στο περίπτερο , ή εκείνη από το τμήμα του άλλου κτιρίου που τη βλέπω πού και πού και μιλά και γελά σαν εσένα Ή εκείνη τη φορά που σταμάτησα μια τύπισσα στο μετρό και δε θυμάμαι σε ποια γλώσσα της ζήτησα συγνώμη. Κι ενώ έχω πετάξει μια για πάντα το σεντούκι μας στη θάλασσα , είμαι ακόμα παντρεμένος με τη σκιά σου , αφού ό,τι ξένο βρω το κάνεις διφυές , κι ακόμη εγώ , που πάντα έλεγες πως μοιάζω με το φως, γίνομαι πιο κλειστός και σκοτεινός και ως το ξημέρωμα σου έχω μοιάσει .                       
          Να τώρα βρέχει. Σαν να σε βλέπω απο μια μεριά να ρίχνεις το νερό εσύ . Όπως εμφανίζεσαι κι εξαναφανίζεσαι , έτσι κι αυτή . Αρχίζει ελαφρά και μας παιδεύει με τα χάδια για ώρες , ύστερα σταματάει, μας κρατάει ακίνητους , αφυδατωμένους , κι ύστερα αρχίζει ξανά χωρίς ποτέ να δυναμώνει. Ίσα να μας κάνει για υποκατάστατο. Ήρθα εδώ γιατί μου έλειπε το νερό του ουρανού, το λαχταρούσα , το λάτρευα ούτε που ένιωθα ποτέ τη μελαγχολία του. Μα έτσι είμαστε εμείς. Ξεκινάμε γυμνοί και στο τέλος αλυσοδενόμαστε με την ομπρέλα παραμάσχαλα.
       Μείνε λίγο ακόμα μαζί μου, σχεδόν έφτασα. Σε λίγο μπορείς να φύγεις πάλι. Θα πάρεις το άρωμα σου που χει αποτυπωθεί στη μνήμη μου και θα το σκορπίσεις στον αέρα λίγα λεπτά πριν μέχρι να το συνηθίσω . Ίσως θυμηθώ και κάνα φιλί , μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο , από αυτά τα άτσαλα , τα βιαστικά. Αυτά θα τα βρεις πάνω πάνω . Φτάσαμε. Περίεργο, σχεδόν φαντάζομαι τώρα και διπλά ίχνη λάσπης στο πατάκι.  Τώρα όπου να σαι θα μετρήσω αντίστροφα. Πάντα σε τυχαία σειρά. Κι όπως θα στέκομαι μονάχος πίσω από την πόρτα και θα κλειδώνω δυο φορές , εσύ θα χεις ήδη στοιχειώσει τον επόμενο περαστικό. Λίγο ακόμα , κάθε φορά , άλλο λίγο. Φοβάμαι πως τελειώνει ο χρόνος μας. Δεν έχω πει ακόμα κουβέντα.
Μα θέλω τόσα να σου πω και τα αστέρια δε γελάνε. Αύριο πάλι.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Κίτρινη Νότα



Οδός Χατζηπελαιρέν 24 , ώρα 9 μ.μ 
Ένας άνδρας αφήνει ένα πακέτο κι ένα γράμμα στο 4Β και φεύγει τρέχοντας προς τη στάση του μετρό. 

    "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια... ήταν το παράπονο σου. Κι ότι δεν μας μαθαίνουν καλλιγραφικά. Γι αυτό λοιπόν κι εγώ σου γράφω με τα χέρια και την καρδιά μου γυμνή γιατί ντυμένο με οτιδήποτε άλλο πέρα από μολύβι και χαρτί σου φαίνεται "δεύτερο". Την τελευταία φορά που ήρθες να με δεις νόμιζα πως θα έμενες. Είχες αυτό το χαμόγελο στα χείλη σου που πάντα μου άρεσε σαν να κρύβει ένα μυστικό , ένα από αυτά τα πολύπλοκα που κρύβετε εσείς οι γυναίκες και που θα με φιλούσες για να το μοιραστείς μαζί μου. Θυμάμαι ακόμα αυτή τη μέτρια αυτοπεποίθηση που με προσγείωνε και που ώρες ώρες νόμιζα πως αισθανόσουν τόσο τυχερή που είμαι μαζί σου και ξεχνούσες ότι ήμουν κι εγώ. Έτσι πίστευα τουλάχιστον.
      Από την πρώτη φορά που μου συστήθηκες αισθάνθηκα ότι δεν θα καταλάβαινα ποτέ τι σκέφτεσαι και λίγες μέρες αργότερα το ίδιο μου είπες κι εσύ, να μην προσπαθήσω καν , γιατί όντως οι γυναίκες είναι περίεργα πλάσματα κι ότι μπορεί για γυναίκα να σκεφτόσουν πιο απλά , αλλά για άνθρωπο γενικότερα σκεφτόσουν περίπλοκα, αλλόκοτα πολλές φορές. Οι μήνες μαζί σου κύλησαν νερό , κι ούτε μου χε συμβεί αυτό ποτέ. Οι προηγούμενες σχέσεις μου , έμοιαζαν να πατούν πάνω σε κάποιο μοτίβο κι ακόμα αναρωτιέμαι πως κατάφερες να μη μοιάζεις με καμία από αυτές. Πώς κατάφερες "κι έγινες το ομορφότερο χάος του κόσμου". Και τι χαζός που ήμουν που δεν το πρόσεξα εξαρχής. Άλλά έτσι είσαι πάντα , δεν κρύβεσαι άλλα ούτε και φαίνεσαι. Περιμένεις από τον άλλον να καταλάβει αυτό που τον ενδιαφέρει κι αν απορρίψει την ιδέα ούτε που δίνεις σημασία. Ήσουν μαζί μου και δεν ήσουν. Ίσως εγώ να ήμουν περισσότερο. Σαν για κάποιο μυστήριο λόγο , ιερό ενδεχομένως, να είχες κλειδώσει τον εαυτό σου και να χες πετάξει το κλειδί κάπου πολύ μακριά . Ή μπορεί έτσι απλώς να διέδιδες και να το κρατούσες για τον εαυτό σου.
    Κι έτσι δε μου έκανε εντύπωση η απόφαση σου να φύγεις όταν οι αγκαλιές μου γίνονταν πιο σφιχτές. Έπιασα τον εαυτό μου να σου μιλάει για όνειρα που δεν έκανα ούτε στα δεκάξι κι εσύ ενθάρρυνες και γελούσες μόνο με τα κομμάτια που δεν περιείχαν κι εσένα μέσα. Κι όταν μιλούσα πιο σοβαρά , έπερνες ένα ύφος σαν να με μάλωνες και μετά έλεγες κάτι αστείο , γιατί πουθενά δεν ένιωθες τόσο άνετα όσο στην πλάκα. Μου 'χες πει μια φορά ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν με μάσκες κι ότι το τρομακτικό δεν είναι η ίδια η μάσκα αλλά το τι κρύβεται από κάτω. Όταν τελειώσαμε έψαξα να βρω μια μάσκα για μένα που να κρύβει την απορία μου και μια εξήγηση για το τι κρύβεται κάτω από τη δική σου γιατί από το δικό μου πουθενά άρχιζες να λες ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν ερωτεύονται πια στα αληθινά , πως δε μπορούν να αγαπήσουν και οι παλιές ταινίες και τα κλασικά βιβλία είναι τα πιο μαρτυρικά γιατί είναι οι αποδείξεις ότι το ωραίο κάποτε υπήρχε και μεγαλουργούσε και τώρα μας έχει καταπιεί η σκια του. 
       Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα όλα όσα έλεγες αλλά θυμάμαι εκείνη τη θλιμμένη λάμψη στα μάτια σου όταν ΄ξεστόμιζες πως ο αληθινός έρωτας κι η αγάπη έχει πεθάνει κι ότι εδώ στη Γη δεν υπάρχει πια τίποτα σα θύμηση του θεικού αλλά μόνο το ευτελές και το χυδαίο. Μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε , κι ενδιάμεσα προσπαθούμε να "κλειδώσουμε" με ανθρώπους μάταια. Η αίσθηση ότι αποτελούμε κομμάτια που ενώνονται μεταξύ τους υπάρχει ακόμα αλλά το παζλ έχει χαθεί. Και οι άντρες; δεν ερωτεύονται πια!  Τους αρέσει μια γυναίκα , την θέλουν την ποθούν , την επιθυμούν για τον εαυτό τους , κι ύστερα από μερικά χρόνια αφού έχουν επιθυμήσει τόσες και έχουν κουραστεί , παντρεύονται μία. Αυτό μου χες πει. Κι έτσι τώρα σου γράφω όλα αυτά για να δεις πίσω από την μάσκα μου , πίσω απο εκείνη τη παγωμένη νεκρή έκφραση εκείνο το βράδυ τη στιγμή που σε παρακαλούσα να το ξανασκεφτείς κι εσύ χαμογελούσες γιατί πίστευες πως δώσαμε ό,τι μπορούσαμε ο ένας στον άλλον αυτό που μπορούσαμε και που ήταν γραφτό και ότι το τέλος μας είναι το σωστό. Εξάλλου μια μέρα θα σε πλήγωνα έτσι κι αλλιώς , έτσι είμαι φτιαγμένος να κάνω , είπες , κι ας είμαι τόσο καλός , έτσι θα γίνει κι ας μην το θέλω . Δεν αξίζει τον κόπο. 
       "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια..." ήταν το παράπονο σου. Έγραψα ό,τι μπορούσα. Ίσως και παραπάνω. Ακόμα φοβάμαι να παραδεχτώ ότι σκέφτηκα όσα έγραψα . Σαν άντρας που είμαι θα έπρεπε να σκέφτομαι πιο απλά. Το λογικό θα ήταν να μην τολμούσα να πικραθώ , να προχωρούσα παρακάτω, να έβρισκα μια άλλη την επομένη κι όχι να κάθομαι να σκοτίζομαι με το πώς και το γιατί. Κι έτσι εσύ θα επιβεβαιωνόσουν Αλλά το ΄παμε, με προειδοποίησες ότι δε θα καταλάβω τι και πώς σκέφτεσαι.Κι αυτή σου η ικανότητα, η κατάρα όπως θες πες το με εγκλώβισε σε μια κατάσταση που με μπερδεύει και όσο γράφω περισσότερο τόσο πιο κουβάρι αισθάνομαι πως γίνομαι. Δεν επιβεβαιώθηκες όμως. Τόλμησα. Τόλμησα. Μήπως για μια φορά είχες άδικο; Μήπως βλέπεις κάπου τον έρωτα τελικά...;" 


Οδός Χτζηπελαιρέν 24, ώρα 9:20 μ.μ.
Ένας λαχανιασμένος άνδρας ανεβαίνει ως το 4Β , παίρνει το γράμμα και φεύγει.

Μισή ώρα αργότερα

Μια γυναίκα ανεβαίνει με το ασανσέρ στο 4Β και βρίσκει ένα ανώνυμο πακέτο έξω από την πόρτα.
Μπαίνοντας σπίτι ανοίγει το πακέτο και βρίσκει ένα cd. To έβαλε να παίξει και πήγε να αλλάξει.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο ακούγονταν οι στίχοι  Maybe I'm too young to keep good love from going wrong but tonight, you're on my mind so you never know...

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Μικρά εγκλήματα στο δρόμο


Ξημέρωσε πάλι. Ξημερώνει νωρίς τα καλοκαίρια , διαπίστωσε σαν να 'ταν η πρώτη φορά . Μόλις ο ουρανός άρχισε να αραιώνει το μπλε χρώμα του πήρε το καπέλο , άρπαξε τα κλειδιά της και βγήκε έξω. Το σπίτι δεν τη χωρούσε πια. Ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει τα συναισθήματα της σήμερα. 
   Περπάτησε ώρα πολλή , τόσο που έγδερνε τις πατούσες και τις φτέρνες της σε κάθε βήμα που περνούσε , αλλά αγνοούσε τον πόνο μέχρι να σταθεί να πάρει μιαν ανάσα. Κι αυτή ζεστή. Ο ήλιος της έκαιγε το πρόσωπο , τόσο που μετάνιωσε που δεν έπιασε τα μαλλιά της προτού να φύγει . Δεν πειράζει. "Δεν πειράζει". Ήταν η μόνη φράση που θυμόταν να έχει πει στον εαυτό της μέρες τώρα. Καθόταν σιωπηλή , άλλοτε δίπλα στο παράθυρο , άλλοτε στη βεράντα τη νύχτα.
Άλλοτε απλώς περπατούσε πάνω κάτω σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Κι αφού εξερευνούσε τους άδειους χώρους , κι έβλεπε πως κανείς δεν ήταν εκεί, το βλεπε πιο έρημο,σαν να μην υπήρχαν πια τα έπιπλα , μόνο το υγρό και παγωμένο πάτωμα , κι όλα τα υπόλοιπα να είχαν εξαφανιστεί.
     Γύρω της δεν έβλεπε τίποτε . Τα μάτια της ήταν απλώς λειτουργικά , ίσα για να μην πέφτει , άν και αυτό δεν το κατάφερναν πάντα. Και στα αυτιά της άκουγε ξεκάθαρα μια παύση κι ένα βουητό συνάμα , σημάδι πως το πνεύμα της περιπλανιόταν σε άλλους κόσμους τώρα.  Το σώμα της ωστόσο , την οδηγούσε παραπέρα.
Κανένας ήλιος δεν τη χωρούσε , πάσχιζε αυτόματα να βρει μια σκιά να ξαποστάσει. 
      Το σώμα της ήταν πια προφυλαγμένο κάτω από τη στάση. Κανείς δεν φαινόταν να την προσέχει . Τι ήταν εξάλλου, μια μελαγχολική παρουσία ανάμεσα στις άλλες. Γι'αυτό και δεν την απασχολούσε αν τραβούσε την προσοχή. Σήμερα μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η χαρά από τη θλίψη. Ήταν μόνη της , καθιστή , σαν το μοναδικό στοιχείο ακινησίαςσε ένα κινούμενο κοινό που πηγαινοερχόταν γύρω της. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξέθαψε ένα ξεχασμένο εισιτήριο. Χαμένη στη σκέψη της , μια κοπέλα που έδειχνε να περιμένει το λεωφορείο. Τι περίμενε όμως;  ;Eνιωθε σαν τον πίνακα του Ρενουάρ, το πάρτυ στο πλοίο , σαν εκείνη την κοπέλα που έπινε από το ποτήρι δίπλα στην κοπέλα της κουπαστής που τους χάζευε όλους χαμογελαστή. Ήταν εκεί , κι όμως δεν ήταν εκεί.
     Πιάστηκε από εκείνο το "δεν πειράζει"προηγουμένως . Της φαινόταν περίεργο που το άκουγε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Την ενοχλούσε.
Μεταμορφωνόταν και μεγάλωνε από κάτι απλό , σε μια ηχηρή απάντηση για ερωτήματα που ήθελε να πάψουν να την ταλανίζουν . "Και τι έγινε , ερωτεύτηκα τον λάθος άνθρωπο." Πονούσε. Οι σκέψεις ήταν τόσο δυνατές που αν προσπαθούσε να μιλήσει πιθανοτατα δεν θα άκουγε τις λέξεις. Και ακόμη, γιατί αυτές οι σκέψεις της έλεγαν πως μετά από μια μεγάλη απώλεια , μετά απο εξαντλητικό ξόδεμα συναισθημάτων , δεν πειράζει να μένεις για λίγο κενή, κάπως άδεια , γιατί αυτό σημαίνει πώς ένιωθες τόσα πολλά να διεκδικούν έναν χώρο ισομερές στο βάθος που 
επειδή δν ήθελες να αδικήσεις κανένα αποφάσισες να εκκενώσεις το χώρο για λίγο. 
    Ένας νεαρός άνδρας πλησίασε και κάθισε δίπλα της.Άκουγε μουσική απορροφημένα. Όμορφος ήταν , κι αυτός. Άραγε για κείνον πιο να ναι το πιο προβληματικό συναίσθημα στον κόσμο; Έχει νιώσει παρόμοια ποτέ; Μικρά εγκλήματα στο δρόμο.
    Γιατί; Άραγε από πόσους έχει πληγωθεί και πόσους έχει πληγώσει . Έψαχνε κάποιον απεγνωσμένα να της εξηγήσει αυτή την εξίσωση , πώς επέρχεται ισορροπία πληγώνοντας και με
το να πληγώνουμε και την υπευθυνότητα να νιώθεις υπέυθυνος για αυτό. Όταν ήρθε το λεωφορείο ο νεαρός έσπευσε να μπεί πρώτος. Βιαστικός, κι αυτός. Μα εκείνη δεν βιαζόταν.
Σηκώθηκε όρθια και πλησίασε την πόρτα. Είδε τον νεαρό να χτυπά το εισιτήριο και να κάθεται στις πρώτες θέσεις στο παράθυρο προς τη μεριά της, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα με το εισιτήριο στο χέρι, καθυστερώντας τον οδηγό ο οποίος φαινόταν να εκνευρίζεται. Θα ανεβειτε, έλεγε το βλέμμα του. Όσο καθυστερούσε , τόσο οι ελάχιστοι επιβάτες την κοιτούσαν με περιέργεια . "Λοιπόν;"  -Λοιπόν , ερωτεύτηκα το λάθος άνθρωπο.
    Ύστερα εκείνη , χτύπησε το εισιτήριο της και πίσω της έκλειναν οι πόρτες. Ανάμεσα στις θέσεις διάλεξε να καθίσει δίπλα στο νεαρό από τη στάση. Εκείνος την κοίταξε μια φορά , κι ύστερα γύρισε στη μουσική του χωρίς να δώσει άλλη σημασία. Για μια στιγμή ένιωσε σαν τη νεαρή της κουπαστής , κι ύστερα πάλι , σήκωσε το πορσελάνινο ποτήρι.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Η διπλή ταυτότητα του λύκου

          
       "Mεγάλωσα. Ένιωσα τεράστιος μπροστά στους  άλλους , πολλές φορές τους διπλανούς μου για όλα όσα είχα καταφέρει. Περηφανεύτηκα για αυτό που είχα γίνει , και ταυτόχρονα το μίσησα. Ένιωσα μικρός , πολύ μικρός, μικροσκοπικός μπροστά στον κόσμο, ή μάλλον μπροστά στο χάος του κόσμου  . Ένιωσα ενοχές για το πόσο διαφορετικός είμαι από τους άλλους στον τρόπο που μεγάλωσα , που μιλάω , που σκέφτομαι , που δεν  θέλω να αλλάξω τον τρόπο που μεγαλώνω και κάθε λεπτό της ζωής μου γερνάω. Ένιωσα ντροπή για ανθρώπους και φίλους που υπήρξαν κοντά μου και η ζωή αναγκάστηκε να μας χωρίσει γιατί ο χρόνος τους έκανε να με κοιτούν διαφορετικά. Έχω σκύψει το κεφάλι μπροστά σε δάχτυλα που έδειχναν και άλλα τα έχω σπάσει με το γάντι.  Έχω πάει βόλτα μοναχός μου σε μέρη που δε μου θυμίζουν τίποτα , για να μη θυμάμαι και έχω προσευχηθεί όλα γύρω να άλλαζαν ή να άλλαζα εγώ.  Έχω ευχηθεί κρυφά να μενα πάντα ένα μικρό παιδί , ο ζωηρός γιος του πατέρα μου , χωρίς να χρειαστεί ποτέ ο κόσμος να μου βάλει ταμπέλα για τη δουλειά μου , την οικογένεια μου, το εισόδημα μου, τις φιλοδοξίες , τις πεποιθήσεις , τα όνειρα μου. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ενοχλήσει με αυτά ένα παιδί. Για μένα φίλος ηταν το διαφορετικό παιδί που έβλεπα κάθε μέρα στο πάρκο και παίζαμε πρώτα κανένα δύωρο πριν ρωτήσουμε το όνομα του.
       Μεγάλωσα. Διάβασα για πολέμους στην ιστορία αλλά κανένα βιβλίο δε μου τα πε τόσο καλά όσο ο παππούς μου τις Κυριακές μετά το φαί που καθόμουν στα πόδια του δίπλα στο τζάκι. Δεν έχω ζήσει ακόμα όλα αυτά που διηγήθηκε ο παππούς μου , μα ζω άλλους πολέμους πιο μοντέρνους της γενιάς μου. Το πιο δύσκολο είναι να ξέρεις να διαλέγεις τις μάχες σου,  αυτό το μαθαίνω ακόμα. Και τ'αλλο, να ξέρεις να φέρνεις την ισορροπία μέσα σου όταν γύρω σου τα μισά είναι σε μεγέθυνση και τα άλλα μισά σε σμίκρυνση κι εσύ πρέπει να ξέρεις να προσαρμόζεσαι κάθε φορά. Έμαθα να δείχνω κουρδισμένος μπροστά στα θύματα του σύγχρονου ματριξ , και αυτούς που δε διάβασαν ποτέ το "1983"  και πίσω τους να γελάω με τα κλειδάκια πίσω από τις πλάτες τους. Έμαθα να μη σπαταλάω την ενέργεια της φωνής μου σε καρδιές χωρίς ηχώ και να τη φυλάω για ανθρώπους που κουβαλάνε μικρόφωνα μαζί τους στο δρόμο.  Δεν ξέρω πολλά ακόμα , ούτε οι γονείς μου ξέρουν . Δεν το 'χα καταλάβει στην αρχή αλλά καθώς περνούσε ο καιρός οι φράσεις "να περπατάς τυφλός είναι ευκολότερο" και "ουδείς αναντικατάστατος" και έμοιαζαν περισσότερο λογικές. Κατα βάθος σε κάθε τι πιο σημαντικό είμαστε βαθύτατα μόνοι. Πήρα πολλή αγάπη. Πήρα όση πρόλαβα.  Δεν υπάρχει πολλή απο αυτήν έξω , κρύβεται από την ασχήμια του κόσμου κι εμφανίζεται σποραδικά λίγο λίγο σε μικρές δόσεις και την παίρνει όποιος τη δει πρώτος.
       Μεγάλωσα. Και είμαι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους που δεν κατάφεραν να ξεχάσουν ό,τι έπρεπε να ξεχάσουν για να ζήσουν ψευτοευτυχισμένοι, απο αυτούς που πίστευαν ότι και οι διπλανοί έχουν τις ίδιες αρχές και την ίδια ελευθερία σκέψης και πνεύματος , την ίδια διάθεση για ζωή. Δεν είχαμε τους ίδιους γονείς , αλλά κανείς δεν το σκέφτηκε τότε πως είναι σπάνιοι κι αυτοί. 
       Μεγάλωσα και το μόνο που μου έμεινε ανόθευτό κι αυθεντικό είναι μια παραβολική ιστορία που μου 'πε μια απο αυτές τις Κυριακές ο παππούς μου . Με είχα καθίσει στα γόνατα του μπροστά στο τζάκι για να μπορώ να βλέπω τις σκιές που έκανε η φλόγα και τα 7 χρονών ματάκια μου να κάνουν παιχνίδι με τη φαντασία μου. << Παιδί μου -είπε- σε καθενός την ψυχή , μέσα εκεί , γίνεται πάντα μια μάχη μεταξύ δυο λύκων. Ο ένας είναι άγριος σκοτεινός με μαύρο σκληρό τρίχωμα και κόκκινα γυαλιστερά μάτια, είναι κακός , είναι ο θυμός , η ζήλεια, ο φθόνος, η δυσαρέσκεια, η κατωτερότητα , τα ψέματα και ο εγωισμός.  Ο άλλος είναι λευκός , ξαπλώνει πάντα ήρεμος ή στέκεται με χάρη και περηφάνια κοιτώντας με γαλανά μάτια σαν της θάλασσας . Αυτός είναι καλός , είναι η χαρά, η γαλήνη , η αγάπη, η ελπίδα , η ανθρωπιά , η ταπεινότητα , η ευγένεια και η αλήθεια.>> Τον ρώτησα με την παιδική μου αφέλεια αν τους έχει γνωρίσει και μου απάντησε << Φυσικά , και τους δύο!>> Μαγεμένος από την αφήγηση που πυροδότησε μια σειρά από μαγικές εικόνες στο μυαλό μου έσπευσα να τον ρωτήσω ποιος λύκος νικάει στο τέλος και μου απάντησε << Αυτός που ταΐζεις περισσότερο, παιδί μου>> .  Τον κοίταξα τότε , ίσα που ξεχώριζε μέσα από τα άσπρα γένια και τα μαλλιά. Ο μόνος λόγος που το θυμάμαι πάντα είναι γιατί κοιτώντας στα γαλανά ήρεμα μάτια του παραμυθά μου , είπα << Παππού ο άσπρος λύκος πρέπει να είναι πολύυυ όμορφος.>> ..."









~ Υ.Γ.  Για το κείμενο αυτό εμπνεύστηκα από αυτή την εικόνα , επομένως η αλληγορία με τους λύκους δεν είναι εντελώς δική μου , ωστόσο τη στόλισα και τη μετέτρεψα σε κάτι πιο ζωντανό ~ 

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Το πιο φαντασμαγορικό δηλητήριο

       
   Φαντασoυ ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εσύ μέσα ,  γυμνος σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανεσαι, όρθιοι , χαμογελαστός χορευτής. Δίπλα σου το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης...


     Ένα από τα χιλιάδες αξιοπερίεργα του όντος που αποκαλούμε ως σήμερα άνθρωπο , είναι η ιδιότητα του να συνδυάζει ανάγκες και χαρακτηριστικά από άλλα είδη και οργανισμούς και να τα κάνει δικά του. Κάτι σαν χαμαιλέοντας θα μπορούσε να πει κανείς με μια μικρή επιφύλαξη , αλλά σε μια πολύ πιο εξελιγμένη μορφή βέβαια. Όπως ένα κολάζ με ρεαλιστικές διαστάσεις. Σαν να λέμε ότι , όταν ο Bell ανακάλυψε το τηλέφωνο το 1903 (και όλοι πάνω κάτω έχουμε μια εικόνα πώς έμοιαζε αυτή η πρωτοποριακή τότε συσκευή) σίγουρα ο άνθρωπος δεν είχε φανταστεί ότι εκατό τόσα χρόνια μετά ο απόγονος του θα ήταν το iphone . Παρένθεση, δε θέλω να ξέρω πώς θα τηλεφωνεί ο κόσμος σε 100 χρόνια (αν τηλεφωνεί ή δεν διακτινίζεται δηλαδή.) Αλλά για την τεχνολογία ας αφιερώσουμε άλλη ανάρτηση.
           Τα ανθρώπινα όντα λοιπόν κατά ένα μαγικό τρόπο ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα γιατί μπορούν να είναι όλα τα υπόλοιπα μαζί.  O άνθρωπος είναι λουλούδι  , από το πιο συνηθισμένο, από χιλιάδες δεσμίδες μαργαρίτες , ως τις πιο σπάνιες ορχιδέες. Είναι όμως όπως κι αυτά , έχει χρώματα , έχει μυρωδιά, έχει ανάγκη από ήλιο. Γονείς να το κρατούν μακριά από τα ζιζάνια να μεγαλώσει, φίλους να του αλλάξουν το χώμα και να το κρατούν γερό, κάποιον ξεχωριστό να τον φροντίζει ποτίζοντας τον συναισθηματα . Κι έτσι ανθίζει.  Και τα πιο επιφυλακτικά ακόμα , τα κακτάκια, ανθίζουν κι αυτά. Στα άνθη φυσικά σταματάει η πιο ευγενική φύση του. 
         Εμείς οι άνθρωποι είμαστε τα πιο περίπλοκα ζώο πάνω στον πλανήτη και τα πιο απρόβλεπτα κι αυτό γιατί αφενός μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε οτιδήποτε ανάλογα με τις συνθήκες, αφετέρου γιατί ξεχωρίζουμε για την ταχύτητα με την οποία μεταπηδούμε από το ένα στο άλλο (!) . Είμαστε περήφανοι όπως τα λιοντάρια , αμυντικοί βγάζοντας τα νύχια μας σαν τις γάτες για να προστατέψουμε τους αγαπημένους μας,  ξεροκέφαλοι και πεισματάρηδες όπως τα γαιδούρια , επιθετικοί σαν φίδια όταν μας πιάνει το ένστικτο της επιβίωσης στη σύγχρονη ζούγκλα που ζούμε...Αυτά μας έκαναν πολεμιστές.  Καλά , είμαστε ακριβώς τα "θηρία" που περιέγραψε ο Αριστοτέλης , αλλά αν ήταν μονάχα αυτό θα φαινόμουν πολύ αχάριστη κι το λιγότερο, απληροφόρητη για αυτή την ανάρτηση. Εξάλλου , ας μην ξεχνάμε τη φιλοσοφική ματιά που τείνει να εμφανίζεται σαν αστερίσκος σε αυτή την κριτική ματιά.        
           Με τις ιδιότητες του θεριού καταφέραμε να κρατήσουμε αυτό τον κόσμο , μα σάμπως δεν ήταν άλλα πράματα που μας ώθησαν να τον εξελίξουμε και να αναδείξουμε την ομορφιά του; Γιατί το λογικό μας και η ανάγκη μας να στολίσουμε τη ψυχή και τα κρυφά λαγοκοιμισμένα κομμάτια του παρελθόντος δεν μας έσπρωξαν να γίνουμε μουσικοί ,να τραγουδάμε, να παίζουμε ανέμελα, να ζωγραφίζουμε , να γινόμαστε αθάνατοι μέσα από τις πράξεις μας; 
        Λένε πως οι άνθρωποι είναι ελεύθερα πνεύματα . Και το πιστεύω . Μα οι περισσότεροι πιστεύουν σε μια ελευθερία όπως αυτή των πουλιών ή των αλόγων  , μα κάνουν λάθος . Είμαστε φτιαγμένοι για να 'μαστε ελεύθεροι με το δικό μας τρόπο , έναν τρόπο που ίσως σήμερα να μην προσφέρεται ,  και την στιγμή που νιώθουμε τη μέγιστη ελευθερία είναι η στιγμή της απόλυτης ανελευθερίας. Φανταστείτε ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εμείς μέσα γυμνοί σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όρθιοι , χαμογελαστοί χορευτές. Δίπλα μας το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης. Μέσα του αντικατοπτρίζεται η λέξη "ευτυχία" και τριγυρνάνε ένα σωρό άλλα πρόσωπα που υπήρξαμε , είμαστε , θα θέλαμε να είμαστε και δεν υπήρξαμε ποτέ σαν φαντάσματα που έχουν στοιχειώσει το γυαλί.Και υπάρχει ένα κομμάτι της ιστορίας που πάντα μας μπερδεύει: η επιλογή. 
          Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε τότε στις παράξενες εποχές του "πόσο ελεύθεροι να επιλέγουμε είμαστε;" Βέβαια κρατώ επιφύλαξη γιατί μιλάμε για τον ίδιο που είπε πως η κόλαση είναι οι άλλοι. Κι αν δεχτούμε ότι είμαστε ,που είναι το πιθανότερο, εμένα με φοβίζει , γιατί και η ελευθερία και η αθανασία δυνατότητες είναι εξίσου . 
        Κι όπως λέει η σύγχρονη μας Βαμβουνάκη στο "Παλιάτσος και η Άνιμα",και θα θελα να μεταφέρω ακριβώς τα λόγια της " κι αν είναι η δυνατότητα ελευθερία, οι δικαιολογίες που μας νανουρίζουν τη συνείδηση, που μας καθησυχάζουν πως για τις δυστυχίες μας δε φταίμε, που μας επιτρέπουν να κατηγορούμε αδιαλείπτως τους άλλους , την κοινωνία , τη μοίρα μας, τους γονείς μας, το εκπαιδευτικό σύστημα, τους παπάδες ή την κυβέρνηση της χώρας, εξανεμίζονται, ρούχα χάρτινα, και μας αφήνουν γυμνούς σαν φταίχτες που τους τσάκωσαν στον ύπνο."
           Γιατί το πραγματικό μας πρόσωπο , η ταυτότητα μας , όλα παίζονται στο τι θα δεις μέσα σε κείνο τον καθρέφτη. H έλξη προς αυτόν είναι ο πραγματικός μας πειρασμός ,αλλά και το  εξαρτησιογόνο μας δηλητήριο. Και η πραγματική πρόκληση είναι να καταφέρουμε να διαβάσουμε καθαρά την ανεστραμμένη λέξη μέσα σε αυτόν. 

    Υ.Γ.  Ίσως για παλαιότερους αναγνώστες , η ανάρτηση να θυμιζει λίγο τις "αντιθέσεις" . Λιγάκι όμως αφού επικεντρώνεται αλλού. Μα δεν πειράζει να υπάρχουν επαναλήψεις. Μου αρέσουν οι επαναλήψεις γιατί δείχνουν ότι δημιουργούμε μαζί μια βάση που ενστερνιζόμαστε και κάνουμε κομμάτι μας κι αυτό λειτουργεί σαν βάση για να πηγαίνουμε παρακάτω.







      

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το παράδοξο του κατα φαντασίαν ασθενή

      Κάπως έτσι , που λες. Γίνομαι άλλη όταν ονειρεύομαι και άλλη αν ενεργώ. Ίσως δεν είσαι εσύ αυτός που χρειάζομαι,μα , τελικά , μόνο το φάντασμά σου. Δεν είναι πολύ κολακευτικό , μα φαντάσου τον εαυτό σου σαν ένα μηχάνημα υποστήριξης , όπως εκείνα που που κρατούν στοιχειωδώς τον ασθενή στη ζωή. Ο καθρέφτης είναι το νοσοκομείο μου και τα όνειρα μου το μαξιλάρι στο κρεβάτι μου. Όχι όχι μη νομίζεις , δεν είναι όλα άσπρα, έχω σχέδια στα σεντόνια μου και αυτοκόλλητα στους τοίχους αλλιώς θα αρρώσταινα . Και δίπλα μου , κάνεις θόρυβο. 
        Δίπλα στο κομοδίνο ο προηγούμενος ξέχασε να πάρει τα λουλούδια του. Δεν πειράζει όμως , γιατί σε μένα έχουν χρόνια να φέρουν , κι αυτά όλα , τα κοιτώ ακόμη κι αν δεν μπορώ να τα μυρίσω , μονάχα θυμάμαι πώς είναι. Για αυτό μάλλον είναι που χρειάζομαι κάποιον /κάτι σαν κι "εσένα" . Είσαι κι εσύ σαν ένα βάζο με λουλούδια -τα αγαπημένα μου ; θα ρωτήσεις, δε θυμάμαι- πάντως σίγουρα σε άφησα σε κάποιο άλλο δωμάτιο. 
       Ο θόρυβος από το κρύο μηχάνημα ακούγεται πιο έντονα όταν γέρνω το κεφάλι στο μαξιλάρι και προσπαθώ να κοιμηθώ. Κι όντως κάνεις πολύ καλή δουλειά γιατί μέχρι να ξυπνήσω νομίζω πως όντως κοιμάμαι. Μα σε βλέπω σαν σκιά κι εγώ πρέπει κάπως μέσα απο αυτή τη σκιά να διαβάσω πως κάπου , κάποτε , κάπως , κάτι είχα κι εγώ νιώσει. Συν , ότι έχω τη δυνατότητα να διατηρήσω υποθηκευμένη την ανάμνηση , αυτό το σκονισμένο κομμάτι , έστω φυλακισμένο, έστω παραλλαγμένο για να ταιριάζει με τα χρώματα του δωματίου μου. Να θυμάμαι πως κάπου, κάποτε, κάπως , κάτι είχα νιώσει.
       Μου'χουν πει πως καμιά φορά ματώνουμε μόνο και μόνο για να νιώσουμε πως είμαστε ζωντανοί. Είμαστε; Δεν υπολόγισα τότε σωστά την ποσότητα του αίματος μα είμαι; Γι αυτό σου λέω, είσαι εκεί σαν ιδιάζουσα παρουσία και ταυτόχρονα μια πιο ιδιάζουσα απουσία , ένα παράδοξο που μου λέει ότι κάποτε η ανάσα μου ήταν πιο ζεστή , σχεδόν διφυής, ότι υπήρξε χειμώνας που τα χέρια μου δεν ήταν ποτέ παγωμένα, ότι η άνοιξη δεν ήταν "απλά όμορφη" κι ότι η γη τη νύχτα ήταν σαν λούνα παρκ. 
       Κρατώ γερά , γιατί αλλιώς ο κόσμος μου είναι μικρός και γέρνει. Κι αν δεν γράψω σήμερα, ξέρω δε θα ξαναγράψω ποτέ ξανά.  Το "ποτέ πια" που είπε το Κοράκι * 

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Memoranda


Αφού δεν μπορείς να με προσέχεις , του είπα , να με θυμάσαι.
 Να με θυμάσαι.

      Και φαίνεται δεν το είπα πολύ δυνατά , ή το 'πα απο μέσα μου, ή θέλησα να πνίξω τον ήχο αυτό μέσα στο κεφάλι μου όχι γιατί φοβόμουν να το πω ούτε επειδή φοβόμουν να το ακούσω , αλλά επειδή  δε μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία. Μα δεν ξέρεις , δε μπορείς να ξέρεις πόσο βασανιστική μπορεί να είναι η ηχώ όλων όσων θα 'θελες να πεις και ποτέ δεν είπες . 

      Να 'ξερες πόσες φορές την είπα αυτή τη φράση. Ακόμη τη λέω κι ακόμη με βασανίζει, Όχι αν με ακούς , αλλά αν όντως με θυμάσαι με  τον τρόπο που θέλω εγώ. Ότι θυμάσαι έστω τα πιο σημαντικά από όλα αυτά που μου έχεις πει , ότι παρά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες  αναπτύχθηκε (οσο μπόρεσε και όσο την αφήσαμε) η επαφή μας , δεν ήταν κάτι ανεπαίσθητο και ανίκανο να αντέξει στο χρόνο. Ας μην είναι κάτι μεγάλο , μου αρκεί μια χαραγματιά πίσω από το λαιμό σου ή μια γρατζουνιά κάτω από το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού σου , έτσι , να με θυμάσαι.

     Μια φορά θυμάμαι , ανέβασες ένα τραγούδι , το "υπαρχουν χρυσόψαρα εδω" , ξαφνιάστηκα στην αρχή δεν με είχες συνηθίσει. Και μετά συνειδητοποίησα ότι σου ταίριαζε τόσο πολύ ! Εσύ δεν ήσουν που μιλούσες για ιπτάμενες στιγμές; Εσύ τις ζεις ακόμα κι εγώ...εγώ στις χάρισα γιατί ήταν αυτονόητο για μένα να κάνω την ευχή σου δική μου, κι όσο ήσουν μακριά και μου έλεγες έχω ανάγκη για μια αγάπη ερωτική εγώ κάθε φορά από μέσα μου στο ευχόμουν , χωρίς όρους , χωρίς την προϋπόθεση να είμαι εγώ. Και η ευχή μου εν τέλει πραγματοποιήθηκε κι όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο δεν έκλαψα , δε λυπήθηκα στο εκατοστό . Σου έδωσα αυτό που ζητούσες . Έμμεσα στο έδωσα. Κι ούτε εκείνη που έχεις τώρα δίπλα σου θα σου χαρίσει ποτέ τέτοιο δώρο όπως έκανα εγώ, την ξέρω.
    Σού δωσα και το "σ'αγαπώ" επίσης του Ξυδούς κι αυτό, δεν είμαι σίγουρη ότι το άκουσες κι ούτε μπορώ ποτέ να γίνω . Μπορώ όμως πάντα να στο  αφιερώνω μέσα στη σιωπή που αναγκάστικα να ζω για να είμαστε πιο ευτυχισμένοι και οι δύο. Και μή ρωτήσεις πάλι "τι ειναι η ευτυχία"  γιατί δε μπορώ να σε πείσω για τις απόψεις μου αλλά ούτε μπορώ πλέον να σου απαντήσω πια σε άλλες ερωτήσεις. Θυμήσου πως εσύ δεν απάντησες ποτέ σου σε καμία. Θα συνεχίσω λοιπόν να σου αφιερώνω μυστικά ό,τι νομίζω πως θα διαπεράσει κάποια στιγμή την απόσταση που μας χωρίζει , και όχι τη χιλιομετρική. Η ζωή προχωράει και  για τους δυο μας , είναι κάτι που αλλάζει , δε μένει ίδιο , και όλα όσα μας επηρεάζουν , τους δυο μαζί και τον καθένα ξεχωριστά  θα μας αλλάξουν . Μεγαλώνουμε. Ένα κομμάτι μου χωρίς να το θέλω θα μείνει εκεί , στην πρώτη φορά που ένιωσα ένα ΄χαδι από το χέρι σου στην πρώτη φορά θύμωσα με τον πιο περίπλοκο τρόπο σκέψης που έχω γνωρίσει , στην πρώτη φορά που γυρίσαμε μαζί από το σχολείο,  στην πρώτη φορα που έμαθα πως θα φύγεις μακριά κι ένιωσα τόσο μικρή , την πρώτη φυσιολογική συζήτηση και τη μοναδική που είχαμε ποτέ σε ένα διάλειμμα για δέκα ολόκληρα λεπτά , την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο για ώρες, την πρώτη φορά που σε είδα μετά απο  καιρό και σκέφτηκα ότι είσαι τόσο αδύνατος και μου φαίνεται τόσο εύθραυστος (!) ... την πρώτη φορά που τόλμησα να σε πιάσω από το χέρι  και ένιωσα να το σφίγγεις δυνατά, την πρώτη φορά που είπες ότι είμαι όμορφη, κι έξυπνη, την πρώτη φορά που είπες ότι έχω ταλέντο στο γράψιμο... 
      Κι από την άλλη, πάντα θα θυμάμαι την πρώτη φορά που εξαφανίστηκες χωρίς να πεις κουβέντα, 
την πρώτη φορά που μου είπες ψέματα , την πρώτη φορά που μου μίλησες για μια κοπέλα που σου άρεσε πολύ, την πρώτη φορά που έσπασε κάτι μέσα μου όταν είπες πως δε θυμάσαι τίποτε, τίποτε από όλα αυτά που θυμόμουν εγώ για μένα και για σένα, την πρώτη  φορά που η δυσκολία σου να ξεκαθαρίσεις τα πράγματα με έκανε να αισθανθώ ο πιο ηλίθιος και γελοίος άνθρωπος του κόσμου , την πρώτη φορά που έδειξες ότι με θέλεις στη ζωή σου αλλά μέχρι εκεί , κι ούτε μπορείς να διευκρινίσεις "γιατί" ή "ως τι" . Όλα αυτά κάπου αναγκαστικά θα κοιμηθούν , αφού δε μπορώ να τα εξαφανίσω . Δεν μπορώ να βρω ούτε ένα "ναι" για να τους δώσω ούτε ένα "οχι".   Αυτό που δε μπορώ όμως με τίποτε να θάψω , είναι αυτό που μου είπες οτι δε θα με πλήγωνες ποτέ, πως μ'αγαπάς και θα σαι πάντα εκεί για μένα σαν καλός φίλος. Δεν ήσουν, λυπάμαι. Άσε που, στο κάτω κάτω, δεν περνάει κάτι από το χέρι μου πλέον. Έπαιξα σχεδόν όλα τα χαρτιά μου σε μια παρτίδα που η τράπουλα ήτανε δική σου. 
      Ξέρω πως δε θα διαβάσεις ποτέ αυτό το γράμμα, ούτε και κανένα άλλο , ακόμη κι αν μία στις χίλιες πέσει το μάτι σου εδώ , πάλι δεν θα το καταλάβεις , μα θα προσποιηθώ πως είσαι εκεί και κοιτάς τώρα την οθόνη , περιμένοντας το τέλος της ανάρτησης προσπαθώντας να μαντέψεις πόσο δακρύβρεχτο θα είναι. Καθόλου. Μα καθόλου. Δεν ήμασταν ποτέ συνηθισμένοι γιατί να γίνουμε τώρα ξαφνικά; Κι αφού κάπου εδώ λέω να κλείσω το πρώτο από τα τόσα μέσα στο κεφάλι 
μου γράμματα για σένα που πήρε σάρκα και οστά , θα το κάνω με μια φράση του αλχημιστή που με ώθησε να σκεφτώ κάποια πράγματα.

"Δεν έχει να κάνει με τη μοίρα. Είν αι που μερικά πράγματα δεν είναι αρκετά ώριμα 
για να συμβούν στο παρελθόν , όμως η ζωή προχωρά
περιμένοντας και δίνει ευκαιρίες για να γίνουμε ευτυχισμένοι." 

Για αυτό είναι τόσο σημαντικό για μένα να με θυμάσαι. Ως ότιδήποτε, ως κάτι.
Απλά , να με θυμάσαι . Έτσι απλά. Ό,τι και να σημαίνει αυτό . 



Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Συνήθως Μπλε

           Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση , αποτελούν δυο μέρες (δυο μέρες μόνο που είπε και η Γαλάνη και ο Παπακαλιάτης βέβαια , αλλά ας μην ξεφύγω ακόμα δεν άρχισα). 
           Γιατί όπως έγραφα και χθες σε fb και twitter είναι μερικές φορές, μερικές μέρες που θέλεις απλά να πατήσεις το "save". Φυσικά υπάρχει και η αντίστοιχη μέρα που θες να πατήσεις το "delete" αλλά σήμερα θα εστιάσω στην πρώτη περίπτωση. Η ξαδέρφη μου λέει ότι δεν θυμόμαστε μέρες , αλλά στγμές και έχει δίκιο. Γιατί ούτε εγώ , ούτε κι εσύ , θα θυμόμαστε ότι χθες ηταν 3 Απριλίου, αλλά τουλάχιστον εγώ θα θυμάμαι μια σειρά από στιγμές έστω χρονικά προσδιορισμένες μέσα στο Απρίλιο, που με έκαναν να νιώσω τόσο όμορφα όσο εχθές. Δεν χρειάζονται πολλά και μεγάλα πράγματα για να έχει κανείς μια όμορφη μέρα για να θυμάται.
         Κι αυτή είναι η μαγική παρατήρηση που έκανα σήμερα: Όσο συχνά κι αν μας τυχαίνει μια κακή μέρα , μια bad day του Daniel Powder, στο τέλος δεν θυμόμαστε καμιά απο αυτές. Ο χαρακτηριστικός στίχος "you kick up the leaves and the magic is lost" συμβαίνει κάθε φορά, ωστόσο λησμονιέται κάθε φορά. Αντιθέτως , οι όμορφες μας μέρες , αυτές που μας κάνουν να γυρίζουμε με χαμόγελο στο σπίτι μας , με μια βόλτα κάτω από τον ήλιο χέρι χέρι με ένα φίλο, αυτές λοιπόν οι μέρες που δεν σημαδεύτηκαν απο κανένα μεγαλεπήβολο ή φανταχτερό γεγονός , αφήνουν τα ίχνη τους μέσα μας σαν ενέργεια σαν αποθήκη μνήμης. Στο κάτω κάτω , ενδεχομένως να είναι κι αυτές που μας βοηθούν να φέρουμε πίσω τη μαγεία που χάθηκε από τις κακές ή έστω τις μικρές χαμένες μέρες.  Η χθεσινή μέρα ήταν ό,τι πιο αισιόδοξο έχω νιώσει το τελευταίο διάστημα ! 
    Η θεωρία που ανέπτυξα μόλις, μου επιβεβαιώθηκε σήμερα . Υπό άλλες συνθήκες , η καταρρακτώδης βροχή που με ξύπνησε πριν το ξυπνητήρι μου θα με κάρφωνε στο κρεβάτι κι ακόμη θα ήταν καθαρός οιωνός μιας ακόμα μικρής χαμένης μέρας μέσα στο κλίμα μελαχγολίας που διακατέχει μια τέλεια-μελαγχολική προσωπικότητα όπως την αφεντιά μου. Κι όμως, για κάποιο λόγο , ίσως όντως τελικά όλα να πηγάζουν από μέσα, δεν ξέρω αν έφταιγε η διάθεση μου , όμως σηκώθηκα χωρίς να γκρινιάξω για τη βροχή , περίμενα το αστικό μέσα στο μπουφάν μου κάτω από την ομπρέλα με τα παπούτσια μου μέσα στο νερό κι ούτε που με πείραξε. Σαν να θυμόμουν από την αρχή γιατί αγαπώ τη βροχή , σαν να ξέχασα ότι μήνες τώρα μου χαλούσε τη διάθεση και τις μέρες . Μπορεί και να την πήρα σαν δώρο σήμερα , γιατί μου θύμισε ένα πρόσωπο που καταβάλω μεγάλες προσπάθειες να μη θυμάμαι , αλλά η νοσταλγία που δημιουργησε μια τετοια "θλιμμένη μέρα" δεν με έκανε να στενοχωρηθώ με τις αναμνήσεις και τις υπό άλλες συνθήκες ανεπιθύμητες σκέψεις μου, αντίθετα μπήκα στο λεωφορείο και κάθισα σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο με ένα μεγάλο μελαγχολικό χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Σαν να μη ντρέπεσαι πια επειδή αισθάνεσαι , κι επειδή αισθάνεσαι , μπορείς κάτι να ζήσεις.
        Δυο εκ διαμέτρου αντίθετες μέρες μεταξύ τους κατάφεραν να με φέρουν σε μια ισορροπία που είχα χάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ίσως υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο : να μην μπορούν να αποδώσουν όταν μπλοκάρουν συναισθηματικά σε μια ακατάπαυστη νωθρή παύση η οποία κάθε άλλο παρά δημιουργική είναι. Και ίσως το μόνο που χρειάζεται είναι ένα μικρό σπρώξιμο κάθε φορά είτε προς τα πάνω , είτε προς τα κάτω. Γιατί το απόλυτο κενό είναι τρις χειρότερο από δυο ακραίες τιμές , είπαμε καθόλου δημιουργικό. Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο θα κρατήσει αυτό αλλά ήδη ενεργεί , ωθώντας με να γράψω , έστω κι αν ξεκινάει από μια απλή ανάρτηση. Γιατί αληθινά αληθινά, βαθιά και ποιητικά , έχω πολύ, πολύ καιρό να γράψω. Μα πρέπει πρώτα κάτι να νιώσω.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

"Φίλοι που φεύγουν , που χάνονται μια μέρα"

       Ας με συγχωρέσει ο εξαιρετικός Αναγνωστάκης που καταχράζομαι αιματοβαμμένους στίχους για να ξεκινήσω την ανάρτηση μου. Ήταν όμως το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα γύρω από το θέμα του "χαμού" των φίλων . Γιατί κατά την ταπεινή μου γνώμη, το να πατάς το stop με ένα φίλο, είναι σαν ένας μικρός θάνατος. Ένας συναισθηματικός δεσμός που σπάει. Και ναι, πιστεύω κι εγώ πως αν ραγίσει το γυαλί δεν ξανακολλάει. Φυσικά ο βαθμός του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες , αλλά σε αυτό το θέμα μάλλον μπορώ να πω πως ήμουν τυχερή. 
       Σήμερα έχασα μια φίλη, αν και για να είμαι ακριβής , μάλλον εκείνη έχασε εμένα. Κι άλλη μια χάθηκε πριν δυο μήνες.  Κι όμως τελικά μελετώντας τα γεγονότα από τη σκοπιά ενός τρίτου , δεν είναι απαραίτητο κάτι να στραβώσει στην πορεία , δεν είναι απαραίτητο να κάνει κάποιος κάτι. Πολλές φορές ακούω ανθρώπους να παραπονιούνται ότι δεν στεριώνουν σε παρέες ή απογοητεύονται σε φιλίες. Αρχικά βιαζόμουν να συμφωνήσω μαζί τους , ωστόσο στην πορεία άλλαξα γνώμη. Πώς απαιτείς από τον άλλον να αφοσιωθεί και να είναι πιστός σε μια φιλία , όταν εσύ ο ίδιος δεν μπορείς να κάνεις το ίδιο; Αυτόματα , χάνεις το δικαίωμα να παραπονιέσαι . Και όσες φορές χάλασαν φιλίες μου , ήταν επειδή εγώ υπήρξα φίλη παραπάνω από όσο άξιζε και καταλήγω να είμαι φίλη για πολλούς και για μένα κανείς. 
       Το έχω ξαναπεί , οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι συμβόλαιο . Ωστόσο πρέπει να είμαι από τους ελάχιστες εναπομείναντες ανθρώπους πάνω σε αυτόν τον πλανήτη που εκτός από λεκτικά, υποστηρίζω τις αρχές μου και πρακτικά. Και εκεί είναι που την πατάω: νομίζω πως επειδή είμαι σωστή απέναντι στους άλλους , θα είναι κι εκείνοι μαζί μου, κι όταν δεν είναι , ξαφνιάζομαι σαν να είναι η πρώτη φορά. Και η κατηγοριοποίηση "μικρός θάνατος" έρχεται ακριβώς από το μικρό ενδεικτικό  "θρήνο" όλης της πίστης που επένδυσα και όλων όσων έδωσα για να πάρω πίσω τι; Είναι εμπειρία , θα πει κάποιος. Βαρέθηκα τις ίδιες εμπειρίες. Από τη στιγμή που δεν επαναλαμβάνω τα ίδια λάθη , απαιτώ από τη ζωή, το Θεό , το κάρμα , το σύμπαν ή οτιδήποτε άλλο , να σταματήσει να μου στέλνει ίδιες καταστάσεις γιατί δεν είναι αυτοκόλλητα , σαν κι αυτά που μαζεύαμε μικροί να τα κάνω συλλογή και να τα ανταλλάξω με άλλους. Η φιλία δεν είναι χόμπυ, αλλά πλήρης απασχόληση. Συμβουλη: μην το παίρνετε δεδομένο δεν το ξέρουν όλοι.
    Φυσικά , όπως ανέφερα και πριν, υπήρξα τυχερή που κάτι τέτοιο έγινε νωρίς χωρίς πολλές απώλειες . Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις πληγώνεσαι αλλά δεν τσακίζεσαι . Θυμώνεις αλλά για λίγο , κι όχι τόσο με τον άλλον , αφού βλέπεις πως δεν άξιζε τον κόπο , αλλά με σένα που επαναλαμβάνεις σαν προσευχή το "στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα". For what it's worth , the show must go on . Κατέγραψα αυτή την ιστορία μόνο και μόνο γιατί πυροδότησε μια σειρά απο σκέψεις που οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι Δεν είναι τόσο οι ίδιοι άνθρωποι που μας απογοητεύουν, αλλά περισσότερο η αποτυχία των προσδοκιών που είχαμε απο αυτούς.


                                                                                                                 Λαλένα

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Προσωπεία

   Πόσες φορές δεν έχουμε συναντήσει ανθρώπους με προσωπεία; Ανθρώπους που δεν κρύβουν απλώς το αληθινό τους πρόσωπο , μα το καλύπτουν με ένα άλλο; Ένα άλλο πρόσωπο που αρέσει πιο πολύ, που πουλάει πιο πολύ, ενδεχομένως που βολεύει πιο πολύ. 
   Και πώς στα αλήθεια ξεκινάει όλο αυτό ; Ίσως είναι μια ανάγκη του ατόμου να σκεπάσει την ανασφάλεια του με κάτι που σε εκείνο μοιάζει πιο φανταχτερό . Είναι δηλαδή , άνθρωποι ανασφαλείς που αποστρέφονται αυτό που είναι και επειδή καμιά φορά δεν το αντέχουν, επιδιώκουν να φτιάξουν κάτι άλλο με το οποίο είναι ευχαριστημένοι και οι ίδιοι...Κι ίσως όντας έτσι κρυμμένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό να καταφέρουν να μοιάζουν σε αυτό τον "αλλο" που έχουν πλάσει, αφού ζουν με την ελπίδα ότι ίσως κάποτε ταυτιστούν μαζί του στην καλύτερη περίπτωση. Και στη χειρότερη; Δεν θα μάθει ποτέ κανείς το μυστικό τους. Ή μήπως όχι; 
  Οι παραπάνω όμως αποτελούν μόνο μια κατηγορία . Οι ανασφαλείς θέλουν να γίνουν ναρκισσιστές. Επικίνδυνοι ολίγον τι για τον εαυτό τους αλλά για τους άλλους εύκολα ανιχνεύσιμοι . Ναι σωστά , το προσωπείο που ανέφερα είναι αυτό που λέμε "ιματζ". 
Κι όμως ξέρουμε ότι υπάρχει κάτι ακόμη καλύτερο από αυτό. Το προσωπείο που δεν είναι ο απλός "άλλος" αλλά κάποιος ο οποίος έχει φτιάξει επιτηδευμένα και μάλιστα με πολλή τέχνη τον δεύτερο του εαυτό και τον χρησιμοποιεί για να εκμεταλλευτεί τους γύρω του με διάφορους τρόπους. Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε γιατί παιδιά τόσο ταλαντούχα στην υποκριτική χαραμίζονται ανάμεσα σε μας τους δόλιους ανυποψίαστους ειλικρινείς , που και υποψιασμένοι ακόμα την πατάμε υποκλινόμενοι στο ταλέντο τους και στην ικανότητα τους να πάιρνουν από μας ό,τι εμείς με λαχτάρα προσπαθούμε να σταματήσουμε να δίνουμε! Εν όψει και των φετινών όσκαρ σε ένα μήνα δηλαδή, δώστε κάτι κι από μας στα παιδιά...! Κερασμένα από μένα. 
  Ε πώς , δεν είναι εύκολο να πρωτοτυπεί και να καινοτομεί κανείς στην υποκρισία ! Γιατί δεν μιλάμε απλώς για περιπτώσεις τύπου Κ.Π. και Ιάσονα Κλεάνδρου αλλά κάτι λίγο πιο πονηρεμένο. Άραγε τόσο πολύ δεν τους αντέχει ο καθρέφτης τους ή τόσο άδειο και απών είναι το είδωλο τους που πρέπει να καθρεφτιστούν επάνω στις ψυχές των άλλων; 
  Όμως, παρόλ'αυτά , δεν πειράζει. Τα μαθήματα είναι δικά μας, και τα ζόρια και να τα αισθήματα , ναι όλα αυτά τα ζωογοόνα γράφουν το όνομα μας επάνω. Ναι , δεν πειράζει.  Κι αυτό γιατί παρότι είναι δύο στον αριθμό , μα ουσιαστικά αν κοιτάξεις προσεκτικά δεν υπάρχει κανείς. Μια χαράδρα εκεί κάπου στο μεταίχμιο καταπίνει αργά και μεθοδικά και τους δυό. Κανείς δεν νικά στο τέλος. Νικιέται πριν το τέλος.
   Και ας είναι αυτή η τελευταία φοράπου θα σκεφτώ αυτούς τους ανθρώπους που πέρασαν από δω και έφυγαν και που θα ρθούνε κι άλλοι. Κι ας έχω μονάχα να τους πω τους στίχους που τραγούδησε η αγαπημένη μου Νατάσσα "Αν ήταν κάπου να ευχηθώ θα ταν σε αυτά που σε όσους τα μαθα τα ξέχασαν μετά."