I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Εγρήγορση


The Kiss, 1922, Man Ray



Άλλη είμαι όταν ονειρεύομαι,
και άλλη αν ενεργώ.
Δεν σε χρειάζομαι
όμως
Σε θέλω.

Φύγε.
Άσε μου εδώ,
τη σκιά σου μονάχα
Αν έχεις
Την ευγενή καλοσύνη.
Κοίτα,

παραείναι οι τοίχοι
λευκοί και θέλω
να τη βλέπω στο φως,
να μη νιώθω
Άρρωστη.

Χρειάζομαι να γίνεις για λίγο
ένα μηχάνημα υποστήριξης
ογκώδες, κρύο, θορυβώδες…
Να μην κοιμάμαι πια
Τόσο.

Στο διπλανό δωμάτιο
 κάποιος άλλος
ξέχασε να πάρει
Τα λουλούδια του.
Σε θέλω,

να γίνεις ένα ξεχασμένο
βάζο για λουλούδια
εντός μου.
Τ’αγαπημένα μου;
Αδιαφορώ.

Ματώνουμε, είπες, για να νιώθουμε
πιο ζωντανοί ακόμα,
Σε θέλω για να ματώνω
ευκολότερα απ’οσο
Ξεχνώ.

Για να ανασαίνεις πολεμώντας 
τις ανάσες μου.
Να είναι έτσι διφυείς,
να μη διαφέρω από σένα
Άλλο.







Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Ληθομνήμες

Να είσαι ποιος;
Να είσαι τι;
Για μένα μόνο
Άσε τους άλλους
Για μένα μόνο
Τι;
Το χθες είναι εδώ
 τραγουδά μαζί μου
Το τραγούδι που λες
 Και λες
Και ξαναλές
Και θα το πεις κι αύριο
ακόμα
Στην γιορτή μου
Χορεύουμε;
Λίγο από μένα και λίγο από σένα
Θέλει ο χορός
Ή λίγο από μένα σε σένα
Και λίγα βήματα
Δικά μου
Προς τα σένα
Γιατί
Πατώ το φόρεμα
και χάνω τα βήματα
 ‘Υφασμα καψαλισμένο
Χέρια με ζάρες
Και πρόσωπο χλωμό
Κι ας είχα πει
Να μη σκορπάς τα κάρβουνα
Πονώ όταν πατώ ξυπόλυτη
Πονώ.
Κι όταν πονώ
Αφήνεις το χέρι μου.
Κοίτα, κοίτα
 πώς ακροβατώ
Μετέωρη χορεύω
 ξανά
Χωρίς σταματημό
Έχω ίσκιο παρτενέρ
που δεν μιλά
Κι εσύ που λες πως ξέρεις
Από Μυστήρια τούτα
Απάντησε μου
Όπως μπορείς
Την ισορροπία
στο κενό
Πώς την κρατάνε;
Κι αν χωράει η
Ζωή μου
σε μια κούτα
Κι εγώ μένω
Εκτός;
Ποιος  θα’σαι ;
Τι θα’σαι;
Τότε τι;
Για μένα μόνο
Άσε τους άλλους
Μόνο για μένα
Κι η παγίδα;
που εγώ θα θυμάμαι τα πάντα
για πάντα
 τίποτε
δε θα ξεχνώ
και κάθε που θα βρέχει
σαν τώρα
θα ξενυχτώ
και θα γρατζουνάει
σαν άγριο ζώο
η γνώση
που δε θα πεις ποτέ
«νύχτες σαν αυτές
Δεν κοιμήθηκες
Ποτέ.»
Κλεμμένη;
Χαρισμένη,
Μ’αγάπη.
Dancing with Shadow by DanGan (source: Deviant Art)



Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Από Χαρτί



Όταν τα λόγια σου είναι από αέρα
Αέρας  γίνεσαι κι εσύ.
Έτσι μεταμορφώνεσαι μέσα μου:
Άχρωμος όμως,
Άοσμος, Άυλος…
Αδύναμος όμως ποτέ.
Παρελαύνεις περήφανα μέσα μου μ’αέρα νικητή
κι επιθεωρείς τον χώρο.
Τι χαζή κι εγώ που νόμισα
πως ήρθες να κάνεις τα φύλλα να χορέψουν για λίγο!
Μη με παρεξηγείς,
ήθελα μόνο
να φύγει για λίγο η σιωπή που φοβάμαι.

Όμως εσύ είσαι αέρας πάντα
και τα πάντα θα παίρνεις
στις χούφτες παραμάζωμα και θα φεύγεις σαν κύριος .
Τώρα μ’αφήνεις με δυο σιωπές να παλέψω – χωρίς εσένα
Εσύ και τα λόγια σου, άψυχοι κι ασπρόμαυροι χαρταετοί
κι εγώ βλέπω τις σκιές τους στον τοίχο.
Μόνη εδώ  - βλέπεις
Χωρίς εσένα.
Φύλλο δεν κουνιέται.
Χωρίς εσένα.
Και σαν τι άλλο να φοβηθώ δηλαδή;
Έγινα εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Τώρα είμαι εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Κι εγώ πια δε φοβάμαι… - χωρίς εσένα
Νομίζω.





Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Το δίλημμα του Συλλέκτη

Photo by Alex Howitt 
Είχα κάποτε μια σπάνια συλλογή
γεμάτη μ'όμορφα συναισθήματα
για σένα.
Ήταν όλα τους διαλεγμένα κι εκλεκτά
με προσοχή και τρυφερότητα στημένα.
Είχαν κι ένα φως χαϊδεμένο νεογέννητου
- τι λαμπρό που ήταν!-
τις νύχτες για να τα σκεπάζει.
Καταλαβαίνεις,λοιπόν, γιατί τα πρόσεχα τόσο.
Είχα τόσα όμορφα συναισθήματα
και δεν ήθελα να τα σκοτώσω.
Δεν συνήθισε, βλέπεις, το χέρι μου ακόμη
την κρύα λαβή του μαχαιριού.
Άλλος,συνήθως, το κρατά
και το μαχαίρι, και το ψαλίδι, και το πιστόλι.
Εγώ βλέπω από μια μεριά μονάχα
κι αν δεν σηκώνουν τη μαρτυρία τα βλέφαρά μου
βγαίνω από το δωμάτιο μέχρι να τελειώσει.
Έτσι τώρα για πρώτη φορά
δεν είχα ιδέα τι να κάνω,
είχα μπροστά μου μια συλλογή από αισθήματα
για σένα
και δε μπορούσα να τα σκοτώσω.
Γι'αυτό τ'άφησα για λίγο στο κρεβάτι
ήσυχα να κοιμηθούν μέχρι το πρωινό
που θα ξυπνήσω έτοιμη και θαρραλέα.
(Δεν τα νανούρισα, να ξέρεις, ούτε μ'ένα τραγουδάκι
γιατί φοβάμαι η μελωδία - η παραμικρή - κακομαθαίνει)
Μπήκα μονάχα μια φορά στον πειρασμό
να σου δείξω πόσο ανυποψίαστα
κοιμόντουσαν το ένα πάνω στ'άλλο!
Τριγύρναγα τότε, που λες, στο σπίτι για μέρες
δίχως να μιλώ, να τρώω, ή να κοιμάμαι,
ανοίγοντας ντουλάπες, σοφίτες, συρτάρια
μήπως βρω κάπου να τα κρύψω,
μήπως τα γλιτώσω!

Είχα τόσο όμορφα συναισθήματα
και δε μου πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσω...

Ήρθες μια φορά και τα'δες
σαν ν'άκουσα πως σχολίασες κάτι,
μα σκέπασα τα λόγια σου από φόβο
μη μου τα ταράξεις και ξυπνήσουν
-κι αν εξεγερθούν;-
δυσκολεύτηκα τόσο να τα σιγήσω.
Άλλωστε, σ'έφερα μόνο για να δεις
πώς κοιμούνται το'να στ'άλλο.
Είπες τότε πως θα'φευγες κι έμεινες κρυφά
χωρίς ακόμη να γνωρίζω το σκοπό σου.
Κούρνιασα δίπλα τους εκείνο το βράδυ
κι εσύ σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι
πήρες αθόρυβα και μυστικά αγκαλιά το μαξιλάρι
και με τα δυο σου πολύτιμα, πορσελάνινα χέρια
όλη νύχτα τα έπνιγες
Ένα
προς
ένα.
Η απουσία της ανάσας τους με ξύπνησε,
όταν σε βρήκα να θαυμάζεις το έργο σου.
Ήταν όλα τους εκεί, τα μέτρησα:
Κουφάρια παρόντα, βουβά, ξεψυχισμένα.
Προτού το καταλάβω είχες εξαφανιστεί
κι έμεινα μόνη μου εγώ
-μάταια πια-
να μ΄αναζητώ στα πεθαμένα.


Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Χειρόγραφο: Ένας Κόσμος από Παράθυρα


  Ένας ολόκληρος κόσμος η ψυχή, Ψυχή μου.
  Για Δύο,
  για Έναν,
  για Κανένα.
  Χαοτικός.
  Αρχιτεκτονικά μπλεγμένος,
  όλος παράθυρα.

  'Αλλα με σφραγισμένα πατζούρια
    -βουβά-
   Κάποιος από μέσα μας έχει κλειδώσει.
   Στάσου, να σταθώ,
   πιότερο μαζί μένουμε
   ή είμαστε χώρια;
   Χτύπα, σου λένε , όσες φορές.

   Άλλα το σκάνε απ'το παρόν με χαραμάδες ηλιοτρόπια,
   μέσα από τα φύλλα ,
   τον Χρόνο ,
   το Τίποτα.
   Μέσα από σένα κι από μένα.
   Φαίνεσαι, σε νιώθω.
   Να πας, σου λένε, όσες φορές.

   Άλλα τρομακτικά κι άλλα ατρόμητα
   Ερρείπια και νεόκτιστα ξανά
   ταγμένα εμπρός στο άπλετο Φως,
   κυλάς μέχρι π'αναρωτιέσαι
   "Μα πόσος χώρος υπάρχει ακόμα;"
   Χτίσε, σου λένε, όσες φορές.

   Κι εσύ στέκεις κι ονειρεύεσαι χτίζοντας μια θέα
   ή κοιμάσαι αντικριστά σε μια κουρασμένη ιδέα,
   ενώ ο αέρας φυσά και περιμένει όσο κοιτάς
   ώσπου να πέσεις.
   Όλο και πας , μα δεν πέφτεις.
   Κάτι περιμένεις όλο να αλλάξει,
   Να φανεί.
   Να το δεις.
   Να το αγγίξεις.
   Να σε σπρώξει.
   Δεν πέφτεις.

  Κοίτα , σου λένε, όσες φορές.

 Ώσπου κάποτε θα πετύχεις το σωστό.
 Μια μέρα των ημερών που θ'ανοιχτεί,
 κάποιος απέναντι θα'χει πια εμφανιστεί.
 Κοίτα καλά , μάτια μου,
 κρυφοκοιτά δειλά απ'το δικό του παραθύρι.
 Το ίδιο ακριβώς.
  Θα το αναγνωρίσεις εύκολα
  από "το μεγάλο U" ,
  από την αταξία,
  από τη ζωγραφισμένη σιωπή.
  Σε θυμάμαι.

 " Περίμενε με", όσες φορές.

  Μη γελαστείς μόνο κι εσύ
- πρόσεχε
 Για καθρέφτη πολλοί τον πέρασαν
την ώρα που έπεφταν,
-ταυτόχρονα.
 Όπως εγώ.

 Μα κάπως έτσι δε μου 'λεγες πάντα,
 πως γράφονται των τρελών
 τα Χειρόγραφα;

Printscreen from Alfred Hitchcock's Spellbound (1945) , by Salvador Dali



Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Starry Night Over Lovers

       
           Να μαι πάλι , στο ίδιο μέρος , την ίδια ώρα . Πάντα συνεπής , δεν μαθαίνω ποτέ.
 Έχει πάει εφτά και ήδη έχει σουρουπώσει αρκετά. Σε λίγο θα μείνω μόνη, με το νερό και τα φώτα. Κάθομαι όσο πιο άκρη μπορώ για να έχω την ψευδαίσθηση πως μπορώ να αιωρηθώ ανά πάσα στιγμή , ακόμη και να πέσω αν δεν μ'αντέχει απόψε η γη, και γυρίζω την πλάτη μου στον υπόλοιπο κόσμο γιατί σήμερα - τώρα- δεν με αφορά . Βρίσκομαι εδώ κι έχω φύγει - σχεδόν έχω βγάλει τις μπότες μου για να περπατήσω πάνω στα νερά. Με τη φαντασία μου πάντα. Είναι βλέπεις που μου λείπει η θάλασσα και συμβιβάζομαι με υποκατάστατα, κι ας είναι στην ακμή τους. Μόνο στην ακμή τους...
         Τα βράδια που απευθύνονται σε σένα τα'χεις ζήσει; Έφτασε ποτέ στα πόδια σου κανένα που να μην ήθελες να τελειώσει ποτέ, που το φεγγάρι φαινόταν πιο μεγάλο από την τελευταία φορά , πιο κοντά και πιο δικό σου , έτσι τοποθετημένο προσεκτικά για να το βλέπεις εσύ καλύτερα από όλους τους άλλους και σε εκλιπαρεί να το προσέξεις ; Κι έτσι εσύ να κάνεις το παραθύρι σου βιτρίνα και να θες να τρέξεις μέσα από το τζάμι , μα φοβάσαι πως αν κουνηθείς έστω και λίγα εκατοστά για να το φτάσεις , λίγο να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω του, εκείνο θα βρει ευκαιρία και θα φύγει από τη θέση του και θα ταξιδέψει σ'άλλο παραθύρι , να αφιερωθεί αλλου...Δε θα το'κανες αυτό . Δε θα το ρίσκαρες. Το θες μόνο δικό σου ., μόνο για σένα. Τόσο πολύ μοιάζουμε εμείς οι δύο και τόσο διαφέρουμε που το διεκδικώ κι εγώ όσο κι εσύ, το θέλω ολόδικο μου ,μα για να γράψω επάνω ό,τι δεν έχω κουράγιο να σου πω και ύστερα να το δέσω με μια κορδέλα στον καρπό μου μη μου φύγει και σε χάσω και το κρατώ αγκαλιά μέχρι να'ρθεις να το ζητήσεις και με όλη μου την καρδιά να σου το δώσω.
           Δεν αντιστέκομαι. 
          Άναψαν τα πρώτα φώτα.
         Σήμερα άφησα κάποιον άλλον να καθίσει στο αγαπημένο μου σημείο. Πήγα λίγο παραπέρα γιατί φυσούσε πολύ. Είναι πιο ανοιχτά εδώ , και η ανοιξιάτικη ψύχρα με κάνει να κρυώνω , και απο τη μία μετανιώνω που κάπου παράτησα πάλι το κασκόλ μου κι από την άλλη όλοι οι πόροι του λαιμού και των χεριών μου ευχαριστούν για την ανάσα που παίρνουν κάθε φορα που ο αέρας μπλέκει όλο και περισσότερο τα μαλλιά μου και φέρνει δάκρυα στα μάτια μου. Σιγοτραγουδώ την ίδια νοσταλγική μελωδία με χθες και σε μνημονεύω, καθώς τα δάχτυλα μου προσπαθούν πάνω στην κρύα πέτρα -μάταια- να μιμηθούν τα έμπειρα τα δικά σου, κι εσύ ακόμα να μου μάθεις να σφυρίζω...
         Να κι άλλο ένα φως , πιο ψηλά τώρα. 
         Μα να μην μαθαίνω ποτέ. 
         Δε μπορώ παρά να τρέφω το μυαλό μου με τη σκέψη πως ένα απο αυτά τα δωροδειλινά που φέρνει η άνοιξη , προτού ολότελα μας φύγουν, θα αφήσεις στη μέση το αγαπημένο σου κομμάτι γιατί θα ξέρεις πως είμαι εδώ, πως σε περιμένω και πως έχεις ήδη αργήσει .Δε θα χρειαστεί ούτε να γυρίσω το κεφάλι μου. Απλώς θα έρθεις και θα πλησιάσεις όσο πιο αργά και σταθερά μπορείς και θα'ναι τόσο ήσυχα που θα σε καταλάβω μόνο από την βαθιά ανάσα σου δίπλα στο πρόσωπο μου. Μπορεί και να τρομάξω στην αρχή , μα θα κάνω χώρο να καθίσεις δίπλα μου και θα κοιτάμε μαζί στο βάθος πότε τα αστέρια και πότε τα φώτα. 
"Κι εκείνος;" μαντεύω τη σκέψη σου.
- Ό,τι χωρά σε μέτρα και σταθμά δεν μπορεί να είναι έρωτας.
- Και τώρα;
- Κοίτα , ό,τι πιο κοντά σε "έναστρη νύχτα".
    Μέχρι να ανάψουν όλα και να σβήσουν ένα ένα δε θα χρειάζεται να μιλάμε. Όταν πια θα'χει χαθεί και το τελευταίο και θα με κρύβει κάπως το σκοτάδι , τότε μόνο θα σε κοιτάξω στα μάτια. Αν με ρωτήσεις πάλι αν έχουν ματώσει τα χείλη σου , υπόσχομαι πως αυτή τη φορά δε θα διστάσω και θα τα ενώσω με τα δικά μου. "Εξημερώθηκα" , θα σου πουν.  
 - Νιώθω σαν να με μαγέψανε...
    

                               
   
                                 πίνακας : "Εναστρη Νύχτα πάνω από τον Ροδανό" (Starry Night Over the Rhone) του V.Van Gogh      

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Γυάλινοι Παίκτες- μέρος Δ'


         

                                                         IV



            “Συγχώρεσε τους τρόπους μου , είναι η πρώτη φορά που με ακούς να σου μιλώ και τώρα που το σκέφτομαι είναι και η πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό που ακούω τα ίδια μου τα λόγια . Ξέρεις όταν περάσεις μεγάλο διάστημα ακούγοντας μονάχα τις σκέψεις σου , αρχίζεις να ξεχνάς τη φωνή σου , νομίζεις κι εξαφανίζεται , πως αν ανοίξεις το στόμα σου δε θα καταφέρει να βγει ούτε καν άναρθρη κραυγή , σαν να μην τη χρειάζεσαι. Συνήθισα τόσο πολύ να σκέφτομαι , που ξέχασα να μιλάω .
            Όταν σε βρήκα δεν είχες τις αισθήσεις σου. Ήσουν ξαπλωμένη πάνω στο παγωμένο γυαλί κι ενώ θα ορκιζόμουν ότι από κάπου πρέπει να έπεσες , δεν είδα καμιά ρωγμή στο ταβάνι , μόνο μικρά κομμάτια γυαλιού στο πάτωμα ενώ εσύ ήσουν βαλμένη σε μια κομψή θέση με το πρόσωπο σου καθαρό να κοιμάται γαλήνια , τα χέρια βαλμένα προσεκτικά μπροστά στο στήθος και με τους αστραγάλους σχεδόν τον έναν πάνω στον άλλον , σαν να περίμενες να στεγνώσεις. Τα’χασα. Άγγιξα το χέρι σου για να δω αν είσαι αληθινή και η ζεστασιά του με τρόμαξε. Νόμιζα πως ήταν ένας από τους γνωστούς μου εφιάλτες .  Πήρα ένα κομμάτι γυαλί και μάτωσα το δάχτυλο μου. Είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο μια φορά πως πραγματικός κόσμος είναι εκεί που όταν τρυπήσεις το δάχτυλο σου θα βγει κόκκινο αίμα.
            Μόλις σε σήκωσα στα χέρια μου το δωμάτιο που βρισκόμασταν άρχισε να σείεται και το ταβάνι έτρεμε έτοιμο να καταρρεύσει . Σε έφερα γρήγορα εδώ και σε άφησα να κοιμηθείς όσο ήθελες . Γύρισα πίσω αλλά το δωμάτιο που δε βρήκα δεν υπήρχε πια , είχε εξαφανιστεί και στη θέση του είχε έναν ακόμα γυάλινο τοίχο. Έμεινα μαζί σου ώρες , μπορεί και μέρες μέχρι να ξυπνήσεις. Ο χρόνος όμως είναι περίεργος εδώ , ούτε κι εγώ τον έχω καταλάβει πλήρως. Μπορεί να είναι κυκλικός , αντίστροφος , μπορεί να μην υπάρχει καν , αλλά σίγουρα δεν είναι ευθύγραμμος.
            Κάθε λεπτό που περνούσα δίπλα σου δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ . Ήθελα να σε αγγίξω ξανά αλλά έπειθα τον εαυτό μου να μην το κάνει με τη δικαιολογία ότι μπορεί  κι αυτό το δωμάτιο να καταρρεύσει. Έτσι μαζεύτηκα στη γωνιά μου , μάζεψα τα γόνατα στο στήθος και τα τύλιξα με τα χέρια μου για να προστατευτώ από την έλξη της παρουσίας σου. Δεν είχα ιδέα πώς βρέθηκες εδώ , ήξερα όμως δυο πράγματα στα σίγουρα: πρώτον, πως δεν ανήκεις εδώ και δεύτερον πως με τον ερχομό σου άλλαξες κάτι στη βαρύτητα , στην ατμόσφαιρα και την ισορροπία. Μέχρι να ανοίξεις τα μάτια σου , είχαν παρελάσει όλες οι στιγμές μας μέσα στο κεφάλι μου κι όταν επιτέλους ξύπνησες , είχες ένα χαμόγελο στο πρόσωπο σου και μια έκφραση οικειότητας , σαν να ήταν όλα τόσο φυσιολογικά , ο τόπος , ο χρόνος , ο τρόπος. Σαν να γνωριζόμασταν από παλιά και να είχαμε να μιλήσουμε από το προηγούμενο βράδυ…’’
            “Μα γνωριζόμαστε από παλιά.” μου είπες με την ήρεμη και βαθιά φωνή σου καθώς με κοίταζες στα μάτια . Απέφευγε να σε κοιτάξω , μη μπορώντας να ελέγξω το τρέμουλο στη φωνή μου , τώρα όμως δεν μπορούσα να το αποφύγω. Έτσι όπως ήμασταν ξαπλωμένοι αντικριστά, πήρες το χέρι μου και το ακούμπησες πάνω στο λαιμό σου . Τα δάχτυλα μου καθοδηγήθηκαν επάνω στο δέρμα σου σαν να ακολουθούσαν κάποιο χάρτη, θυμάμαι, και έφτασαν στο στέρνο σου , όπου έπιασαν και φανέρωσαν ένα παράξενο κόσμημα: μια μακριά ,ασημένια, λεπτή αλυσίδα  με ένα κομμάτι αδιάφανο λευκό γυαλί περασμένο στο κέντρο.
            “ Το βράδυ που έσπασες κατάλαβα πως δύσκολα θα ξαναζωγράφιζα την πόρτα στον τοίχο. Μαζί με σένα σαν να έπεσε όλος ο πύργος από τραπουλόχαρτα που είχα χτίσει στο δωμάτιο . Δεν είχε νόημα χωρίς εσένα . Κάτι είχε συμβεί , κάτι που με άφησε έπειτα απ’έξω. Αυτό το κομμάτι από σένα είναι το μοναδικό που δεν εξαφανίστηκε . Έμεινε εκεί στο πάτωμα και με περίμενε να το αρπάξω , να το φυλάξω και να το κάνω προέκταση του εαυτού μου , μια μνεία μέχρι να σε ξαναβρώ. Για να το θέσω πιο απλά , το γυαλί ήταν η απόδειξη πως θα σε συναντήσω.’’
            Nομίζω πως ξέρω τι συνέβη.” είπα απομακρύνοντας αργά το χέρι μου . Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και μαζεύτηκα σαν κάτι να με πονούσε. Ύστερα σηκώθηκα ελαφρά και σου έκανα σήμα να με ακολουθήσεις . Ήθελα να σε πάω στο σημείο που είχες ξυπνήσει και με είχες αντικρύσει , έμοιαζε με κρεβάτι χωρίς στρώμα. Μετακίνησα λίγο πιο δεξιά το μαξιλάρι και σου αποκάλυψα έναν ορθογώνιο , βίαια κατεστραμμένο καθρέφτη. Σάστισες . Γύρισες να με κοιτάξεις και με είδες να κρύβω το πρόσωπο μου με ένα πληγωμένο χέρι τυλιγμένο ένα άσπρο πανί . Δεν ήθελα να με δεις να δακρύζω. Άρπαξες το χέρι μου και εστίασες το τρυφερό σου βλέμμα στο σημείο που το ύφασμα είχε γίνει κατακόκκινο. Ήθελες τόσο πολύ να με χτυπήσει εκείνη τη στιγμή , είμαι σίγουρος,  να με χαστουκίσεις ή να τον κλοτσήσεις, μόνο κ μόνο για να μου δείξει πόσο σε πόνεσε αυτό που έκανα . Το έβλεπα όλο ζωγραφισμένο στο βλέμμα σου , το ζούσα. Αντί γι’αυτό όμως εσύ όρμησες στην αγκαλιά μου και τύλιξες τα χέρια σου γύρω μου σφιχτά. Τώρα που δεν έβλεπα το πρόσωπο σου , δάκρυζε μη μπορώντας να βγάλω λέξη.
“ Αυτό που κάνεις πονάει περισσότερο , ξέρεις από ότι ένα χαστούκι” σου είπα διαβάζοντας τη σκέψη σου .
“Πόσες φορές;” ρώτησες χωρίς να με αφήνεις.
Πολλές.”
            “ Γιατί;
            “ Για να σταματήσουν όλα και να μείνω μόνος . Για να εξαφανιστείς.” Με άφησες , ατάραχη πλέον, και ρώτησες:
 “Και μετά;” Δίσταζα να απαντήσω . Χαμήλωσα το βλέμμα κι ύστερα αποκρίθηκα με ξένο ,ακόμη και για μένα, σοβαρό κι αγνώριστο ύφος:
“ Το ίδιο .” Εσύ μου χαμογέλασες πλατιά .
Ψεύτη.
Δεν είπα τίποτα κι έτσι συνέχισες : “ Είναι πολύ αργά πια για ψέματα , μικρέ μου.”
Έσφιξα τις γροθιές μου και τέντωσε όλο του το σώμα , σαν να αισθανόμουν πως απέτυχα σε κάτι ακόμα ,καθώς επαναλάμβανες την ερώτηση .
“ Και μετά;” 
Ξόδεψα όλο μου το κουράγιο στα επόμενα λόγια μου. “Μετά δεν άντεχα να μένω μόνος. Ήθελα οπωσδήποτε να σε συναντήσω.’’
Πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά της και χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω του πήρε το τραυματισμένο του χέρι και φίλησε την πληγή .
“Πρέπει να φύγουμε από εδώ.” μου είπες . Ακουγόσουν αποφασισμένη .
“ Δεν υπάρχει τρόπος.”  Εσύ αγνόησες την απάντηση μου , σαν σχόλιο που δε χρειαζόταν να του δώσει κανείς σημασία . Με πήρες από το χέρι σαν μικρό παιδί και απομακρυνόμασταν χαλαρά χωρίς να βιαζόμαστε. Εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε πού πηγαίναμε. Ήξερα τώρα πως μπορούσαμε να φύγουμε. Μαζί.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος γ)

III



            “ Αργεί φέτος η άνοιξη. Δεν φημίζεται βέβαια το μέρος που περνώ τη ζωή μου για την καλοκαιρινή του διάθεση αλλά ειδικά φέτος σαν να βαριέται το ρολόι των εποχών να κυλήσει. Έχουν βγει όλα τα άλλα στα μπροστά και σπρώχνουν το χρόνο, τις μέρες , τους μήνες , τις ώρες , κι αυτό των εποχών λες κι είναι ράθυμο και νωθρό , κουρασμένο λέει πως μούδιασε από την ακινησία και δε μπορεί να σηκωθεί . Δεν πειράζει όμως , ακόμα κι αυτό συνηθίζεται .
          Κάπου κάπου όμως , έρχονται βράδια σαν και σήμερα. Σήμερα που τελειώνει ο Απρίλης και πρώτη φορά έβγαλα το αγαπημένο μου πουλόβερ, και ξέρεις , μου είναι δύσκολο να το αποχωριστώ γενικά. Αλλά ειδικά απόψε σαν να καλοκαίριασε απότομα μια νύχτα ανάμεσα σε παγωμένες άλλες , όπως όταν ένας τόσος δα μικροσκοπικός βλαστός φυτρώνει και φαίνεται μέσα από χιόνι και κορδώνεται με πείσμα να σηκωθεί και να ξυπνήσει κι άλλους. Βγήκε μάλιστα και το φεγγάρι ολόκληρο απόψε , τόσο μεγάλη γιορτή.
          Δεν με χώραγαν οι τοίχοι , ούτε το λαγούμι μου. Άρπαξα μια ζακέτα που γρήγορα την έβγαλα και κρατώντας την στο χέρι πήγαινα . Απλά και μόνο πήγαινα. Προτού το καταλάβω είχα περπατήσει για καμιά ώρα και στις ελάχιστες στάσεις που έκανα για να χαζέψω τις επιδράσεις της νύχτας στους διπλανούς μου καταλάβαινα ότι ίδρωνα. Το σώμα μου πήγαινε μόνο του και οι περιπετειώδεις μου πατούσες με έφεραν κοντά σε νερό. Πόσο καιρό είχα να περπατήσω εδώ ! Αποφάσισα να κάνω όλο το γύρο , να αφήσω την αύρα του νερού να με χρωματίσει και τα φώτα της πόλης και των μικρών χωριών απέναντι να προσπαθήσουν να γαλουχήσουν τη μοναξιά μου. Καθώς περπατούσα είδα κι άλλους , ζευγάρια περισσότερο. Οι μόνοι ήταν ελάχιστοι , κι αυτοί άνδρες ώριμοι με τα σκυλιά τους .Ένας σκύλος μάλιστα , ένα μαύρο πανέμορφο λαμπραντόρ φαίνεται ξέφυγε του ιδιοκτήτη του και με ακολουθούσε για ώρα. Προλάβαμε να κάνουμε παρέα τουλάχιστον τον μισό γύρο. Ύστερα από λίγη ώρα προπορεύτηκε και μου γάβγιζε ελαφρά , σαν να ήθελε να μου δείξει κάτι . Αφού πηγαίναμε από τον ίδιο δρόμο δεν είχα αντίρρηση . Ήταν αμοιβαία συμφωνία , εκείνος μου χάριζε συντροφιά κι εγώ τον άφηνα να με οδηγεί, κι αφού δεν μιλούσε μπορούσα να χαθώ άνετα στις σκέψεις μου...
            Ζευγάρια που λες , άλλα περπατούσαν κρατώντας ο ένας τον άλλον από το χέρι – λίγοι όμως τα χανε πλεκτά κι δυνατά , αν και δεν έχει σημασία, άλλοι έτρωγαν το πρώτο παγωτό της χρονιάς , κι άλλοι κάθονταν στα παγκάκια , τους τσιμεντένιους πάγκους και την αποβάθρα . Άλλα ξέρεις αυτούς που είναι αγκαλιασμένοι δεν τους προσέχω ιδιαίτερα , δε μου λένε κάτι καινούριο. Δε λέω , μετράει , όμως δεν μετράει τελικά. Εγώ πρόσεχα εκείνα τα ζευγάρια που κάθονταν αντικριστά ο ένας από τον άλλον , με τη γλώσσα του σώματος τους να μοιάζει με εκείνα τα άστρα-εραστές που ποθούν ο ένας τον άλλον αλλά δεν αγγίζονται κι έτσι ανατροφοδοτείται όλο τους το είναι , με τις κοπέλες να χαμογελάνε όσο πιο γοητευτικά μπορούν και τους άνδρες να τις κοιτάνε . Δεν χρειάζεται να πουν τίποτα , έχουν διάπλατα διαθέσιμο το θώρακα , γέρνουν ελαφρώς και τα καταλαβαίνεις όλα μόνο με το να κοιτάνε. Ή μάλλον εδώ να κάνω μια διόρθωση : ο τρίτος τα καταλαβαίνει όλα αν θέλει να δει , γιατί ο ερωτευμένος κοιτάει τον εαυτό του . Όσο αυταπόδεικτα κι αν είναι τα αισθήματα , η αμφιβολία του ερωτευμένου είναι μικρόβιο ανθεκτικό στην αντιβίωση. Είναι και οι δύο καταδικασμένοι να περιφέρονται στη δίνη του “η αγάπη είναι ελέφαντας” μέχρι να σταματήσουν οι στροφές , να λήξει το εισιτήριο και να τους πετάξουν έξω , τον έναν δεξιά και τον άλλον αριστερά.
             Κι όμως περπατώντας δίπλα τους , μόνη και χωρίς παγωτό , άρχισε να σβουρίζει στο μυαλό μου η σκέψη : Μήπως τελικά για αυτό δεν περιμένουμε την άνοιξη ; Για να καθίσουμε μια καλοκαιρινή νύχτα δίπλα στη λίμνη με έναν άνθρωπο και να κοιτιόμαστε αντικριστά , ενώ τα φώτα και το αεράκι θα αλλάζουν το χρώμα των ματιών μας; Ύστερα από αυτή τη σκέψη βρέθηκα εδώ .”
        “ Δεν γίνεται . Υπάρχει κι άλλο. Δεν μπορεί έτσι απλά να εξαφανίστηκες από το σημείο που βρισκόσουν και να βρέθηκες εδώ. Δεν στέκει.” μου είπες προβληματισμένος ενώ καθόμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλον.
         “ Σίγουρα.” Σιώπησα για λίγο κι ύστερα πρόσθεσα “Το ξέρεις ότι από τότε που ράγισε το άγαλμα σου δεν έχω καταφέρει να ανοίξω πάλι την πόρτα;”
Από την έκπληκτη έκφραση σου κατάλαβα ότι δεν είχες ιδέα αλλά και πως υπήρχε κάτι άλλο που σε  απασχολούσε πιο πολύ .
          “ Θέλω να καταλάβω.”, είπες απλά.
       “Φοβάμαι πως αν σου δώσω και το άλλο κομμάτι του παζλ δεν θα με πιστέψεις, θα τρελαθείς σαν κι εμένα. Είναι τρελό. Πασιφανές , αλλά τρελό.” , είπε και πλησίασε πιο κοντά χωρίς δισταγμό , δίχως να σταματήσει να τον κοιτάει στα μάτια. Έκανε μια απόπειρα να αγγίξει το χέρι του, ωστόσο εκείνος τραβήχτηκε λίγο.
          “ Κοίταξε γύρω σου .”
         Έκανα ό,τι μου είπες. Έριξα μια ματιά τριγύρω , ψηλάφισα ότι μπόρεσα με τις άκρες των δαχτύλων μου , εξέτασα κάθε κυβικό εκατοστό με τη δύναμη των ματιών μου, αλλά το παγωμένο διάφανο γυαλί δεν είχε αλλάξει στο εκατοστό. Βρισκόμασταν σε ένα γυάλινο λαβύρινθο. Είχες δίκιο . Τι πιο τρελό από αυτό;
Τότε ξάπλωσες στο πλάι και μου κι έκανες νόημα να σε ακολουθήσω. Όταν σιγουρεύτηκες πως τα πρόσωπα μας απείχαν μια ανάσα το ένα από το άλλο , μου είπες :
          “Δοκίμασε με.”






Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Game Over


           Από μυθολογία πώς τα πας; Από Ησίοδο;
 Θεογονία; Ναι ούτε και γω τα πάω καλά με τον τελευταίο . Αλλά θέλω να σου πω μια ιστορία. Έναν μύθο για τον Θάνατο. 
          Ξέρεις δεν ήταν πάντα ο τύπος με τη μαύρη κουκούλα και το δρεπάνι στο χέρι. Όχι, ούτε καν πλησίαζε τον reaper. Ήταν γιος του Ερέβους και της Νύχτας, και ο αδερφός του Ύπνου , κι ενώ εκείνος μπορούσε να ταξιδεύει τη νύχτα και ξεκούραζε τους ανθρώπους , ο Θάνατος δεν πήγαινε πουθενά. Δεν είχε βωμό γιατί δεν ήθελε θυσίες , κανείς δεν τον λάτρευε έτσι κι αλλιώς , πέρα από τους αρρώστους που τον έβλεπαν σαν λυτρωτή. Κι έτσι ο Θάνατος λέγεται ότι ήταν ένας μαυροφορεμένος νέος , ψηλός και όμορφος , με ξανθά μαλλιά και αλαβάστρινο δέρμα.  
             Μια μέρα ο Θάνατος αντίκρυσε μια νέα . Δεν είχε τίποτε το ξεχωριστό μάλλον , τίποτε που δεν είχε ξαναδεί τουλάχιστον , όμως για κάποιο λόγο του έκανε μεγάλη εντύπωση . Ο Θάνατος την ερωτεύτηκε . Βρέθηκε σε μια κατάσταση που δεν μπορούσε πλήρως να αντιληφθεί , ήταν μπερδεμένος , φοβόταν για το τι έπρεπε και τι ήθελε να κάνει απέναντι της . Πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει μια νέα ο ίδιος ο Θάνατος; Έτσι δεν της είπε τίποτα , στράφηκε στον πατέρα του . Ο Έρεβος τον παρέπεμψε στον πατέρα όλων, το Χάος. Ο Θάνατος του τα είπε όλα και τότε το Χάος του είπε , ότι αν καταλάβαινε το Χάος , θα καταλάβαινε και όλα τα υπόλοιπα, και δε θα φοβόταν πια , και θα είχε την κοπέλα. 
    Και τι νομίζεις πως έκανε ο Θάνατος;  Τα παράτησε όλα και προσπάθησε να καταλάβει το Χάος. Μα στην προσπάθεια του , το Χάος τον απορρόφησε κι εκείνος δεν το κατάλαβε. Πέρασε καιρός , πέρασαν χρόνια και η κοπέλα πέθανε .  Ο Θάνατος έμεινε αιώνια αφοσιωμένος να προσπαθεί να καταλάβει το Χάος που την ξέχασε και τώρα μπορούσε μόνο να τη βλέπει στη λίμνη των νεκρών στον Κάτω Κόσμο.  Κι ούτε που αισθάνθηκε το χρόνο να περνά , γιατί είχε ξεχάσει να φοβάται , γιατί το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς να ξεδιαλύνει το Χάος. Και τότε όλα θα έφτιαχναν , πίστευε. 
Μα ποιος μπόρεσε ποτέ να καταλάβει το Χάος μόνος του;
           Ήθελα μόνο να σου πω, αυτή την τελευταία ιστορία . Δέξου την ως σφραγίδα. Αν βρισκόμασταν σε ένα παιχνίδι για δύο , δεν ξέρω τι κερδίζεις αλλά σίγουρα εγώ μόνο χάνω. Σφραγίζω λοιπόν την αποχώρηση μου από το παιχνίδι. Μπορείς να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξεδιαλύνεις το Χάος. Game Over.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος β')

         
                                                                             II


             Δεν μου αρέσουν οι γιορτές . Μου μιλούσες συχνά για αυτές , παλιά πολύ περισσότερο . Παρ'ότι όμως δε σου το είπα , ίσως το κατάλαβες μόνη σου και σταμάτησες. Ίσως πάλι να κατάλαβες κι εσύ γιατί δεν μου αρέσουν οι γιορτές. Ερχόσουν όμως , ακόμα έρχεσαι δεν ξέρω γιατί . Μέσα σε όλη αυτή τη βαβούρα γύρω, στα σώματα μας μόνο βρίσκουμε την ησυχία κι εσύ αυτό το είχες καταλάβει πιο νωρίς από μένα. Εγώ δεν ξέρω πως να τη μοιραστώ , αυτή είναι η αδυναμία μου. 
            Πάλι δεν με ακούς , έτσι;  Ε, λοιπόν η φωνή σου διαχέεται στο δωμάτιο πεντακάθαρα. Ώρες ώρες με χτυπάει η ηχώ στην πλάτη. Μπορώ να ακούσω το τρέμουλο και την αλλαγή στη χροιά σου όταν έχεις κατέβει γρήγορα τις σκάλες , γιατί πολλά βράδια βιάζεσαι να έρθεις ή να φύγεις. Είναι πολύ πιθανόν να μην έχεις καταλάβει ακόμα ότι υπάρχω και δεν σε αδικώ , γιατί από την αρχή επεδίωξα να μην το μάθεις και να φύγεις , να μην ξανάρθεις. Μόνος μου κλείστηκα σε αυτό το λαβύρινθο και μόνος μου ήθελα να μείνω. Είμαι τόσο καιρό εδώ μέσα που έχω ξεχάσει πώς μπήκα . Ανόητο , θα ‘λεγες ίσως . Αντίθετα , το υποσυνείδητο μου είναι έξυπνο και διάλεξε τον καλύτερο τρόπο για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου- την αμνησία. Θυμάμαι ψάχτηκα λίγο στην αρχή και μπερδεύτηκα, γιατί ο λαβύρινθος ήταν μεγάλος και περίπλοκος και οι τοίχοι τριγύρω ήταν γυάλινοι και κοφτεροί. Περιπλανήθηκα αρκετά κι ύστερα βρήκα στο κέντρο ένα δωμάτιο , πολύ απλό , ίσα να απομονωθώ και να κοιμηθώ . Κι αυτό έκανα , κοιμόμουν βαθιά για μέρες πολλές , χωρίς να βλέπω όνειρα , χωρίς να σκέφτομαι τίποτα και χωρίς να πονάω πουθενά. 
            Πέρασε καιρός χωρίς να αλλάξω θέση , ώσπου κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο μου άκουγα χτυπήματα , συριγμούς , περίεργους ήχους που δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω και με τάραζαν. Παρ'όλα αυτά αρνιόμουν πεισματικά να ξυπνήσω , έλεγα πως είναι η φαντασία μου , πως θα περάσει , πως δεν είμαι τρελός αλλά αν αυτό κάνει πιο εύκολα τα πράγματα ας γίνω. Αλλά δε σταμάτησε τίποτα από όλα αυτά ,και κάθε φορά είχα την εντύπωση πως όλο αυτό γινόταν σε μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα που ενοχλούσε τα αυτιά μου. Όλα μου φαίνονταν μες το σκοτάδι να γυρνάνε κι εγώ ίδρωνα σαν το σκυλί
           Τη φορά που έγινε ανυπόφορο τινάχτηκα από το κρεβάτι. Τα σεντόνια ήταν από καιρό κουβάρι στο πάτωμα. Σηκώθηκα αμέσως κι άρχισα να παίρνω σβάρνα τους τοίχους , άγγιζα μήπως εντόπιζα ρωγμές ή οτιδήποτε μπορούσε να εξηγήσει την εμπειρία μου. Ξόδεψα όλη μου την ενέργεια γυρίζοντας δυο και τρεις φορές στο γυάλινο λαβύρινθο και αποκαμωμένος έπεσα πάλι με τα μούτρα στο πάτωμα. Κι έτσι όπως ήμουν με το κεφάλι στο πλάι έτοιμος να δακρύσω άκουσα ένα γέλιο γυναικείο . Έσπρωξα το λεπτό στρώμα παραπέρα και είδα ότι ακριβώς κάτω από το σημείο όπου είχα το μαξιλάρι μου δεν είχε γυαλί αλλά ένα μεγάλο κομμάτι από καθρέφτη. Σε είδα πρώτη φορά , στην απέναντι πλευρά . Θύμωσα τόσο πολύ μαζί σου , που τόλμησες έστω άθελα σου να ταράξεις το μικρόκοσμο μου. Σου φώναξα , σε έβρισα αλλά τίποτα. Εσύ μιλούσες κοιτώντας με , έσκαγες κανένα χαμόγελο πού και πού αλλά δεν με άκουγες όπως εγώ. Δοκίμασα να σπάσω τον καθρέφτη με τη γροθιά μου και τελικά πλήγωσα το χέρι μου . Το δωμάτιο γέμισε με αίματα αλλά δεν με ένοιαξε . Πήρα το μάθημα μου , αφού δεν μπορούσα να σε αγνοήσω η μόνη λύση ήταν να σε ακούσω.
              Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα πάντα για ποιο πράγμα μιλούσες αλλά μετά από λίγο άρχιζα να συμπαθώ τη φωνή σου κι αυτό γιατί τώρα που έδινα προσοχή μπορούσε να με νανουρίσει και να με ξυπνήσει ταυτόχρονα. Μη ρωτάς πώς. Ούτε για αυτό έχω ιδέα.  Αλλά δεν ήσουν κάθε φορά η ίδια , ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν , κι όταν από μέσα μου αναρωτιόμουνα γιατί , σαν να καταλάβαινες κι άρχιζες να μου λες όλους σου τους προβληματισμούς με τυχαία σειρά και χωρίς λογική σειρά πολλές φορές. Στην αρχή δεν με πείραζε όταν έφτανε η στιγμή να φύγεις , γιατί έβρισκα την ευκαιρία να πέσω πάλι για ύπνο . Σιγά σιγά όμως ένιωθα τον οργανισμό μου να αποκτά το δικό του υποσυνείδητο ξυπνητήρι που με ειδοποιούσε όποτε ήταν να έρθεις , λες και έπρεπε να σηκωθώ πιο νωρίς και να φτιαχτώ πριν με δεις , λες και θα γινόταν κάτι τέτοιο.  Κι ύστερα αυτό , το μονομερές , με χαλάει. Δεν θέλω να βγω από δω μέσα.
Θέλω να σε συναντήσω. 

            


[ Αυτό ήταν το δεύτερο μέρος της ιστορίας "γυάλινοι παίκτες". Το πρώτο είναι ήδη αναρτημένο στο blog με τον ίδιο τίτλο , στις 31 Δεκεμβρίου 2012.  Για όσους το διαβάσατε , καταρχήν ευχαριστώ για τα υπέροχα σχόλια σας , και δεύτερον θα ήθελα να μου γράψετε ποια είναι η γνώμη σας τώρα που γνωρίσατε τους δύο ήρωες και τι θα θέλατε ή θα περιμένατε να γίνει στο τρίτο μέρος! 
Περιμένω σχόλια σας! 
Με αγάπη , Madhatress ]

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Γυάλινοι Παίκτες ( α' μέρος)

                                                                               I



Τι γιορτή ήταν αυτή. Σαν να μη σήμαινε τίποτα ούτε η φασαρία , ούτε η μουσική, ούτε τα πρόσωπα , ούτε κι ο χρόνος που κυλούσε. Περνούσε επειδή έπρεπε να περάσει , αυτή ήταν η δουλειά του και την έκανε πάντα με μεράκι και υπομονή. Άμα μπορούσα δεν θα καθόμουν άλλο, έτσι έκανα αυτό που κάνω πάντα τώρα τελευταία. Ζω τη νύχτα . Ανοίγω μια πόρτα στον τοίχο με μια ξεχασμένη κιμωλία που έχω από το δημοτικό , ζωγραφίζω κι ένα πόμολο και σπρώχνω προς τα πίσω . 'Υστερα μπαίνω σε ένα λαγούμι σαν κι αυτό της Αλίκης , μόνο που είμαι μόνη , δεν κυνηγώ κανένα λαγό. Δεν με πιέζει ο χρόνος , έχω όλη τη νύχτα μπροστά μου. Ωστόσο σήμερα , αισθάνομαι ότι κάτι άλλο , μεγάλο θα μπορούσε να συμβεί. Να 'ναι που αλλάζει ο χρόνος τάχα; Ίσως . 
        Μπαίνω σε ένα δωμάτιο πρώτα , κάπως μικρό , φορτωμένο με πράγματα . Στριμώχνομαι κάθε φορά και πασχίζω λίγο να περάσω μέσα από τους σωρούς αλλά τελικά τα καταφέρνω. Στους τοίχους κρέμονται άτσαλα και στραβά φωτογραφίες. Δε μπορώ πάντα να τις δω καθαρά , δείχνουν πρόσωπα που τα ξέρω ωστόσο και μάλλον δεν αντέχω να τα αναγνωρίσω. Πάντα με πιάνει άγχος σε αυτό το δωμάτιο. Τα πράγματα θα φταίνε. Καμιά φορά με τραυματίζουν και ξυπνάω με πόνους. Έτσι το προσπερνάω γρήγορα , γιατί βιάζομαι να ζωγραφίσω τη δεύτερη πόρτα , μια πιο μεγάλη. Ανοίγω και κατεβαίνω μια σκάλα .
        Είναι στριφογυριστή αλλά δεν ζαλίζομαι. Καμιά φορά αν έχω όρεξη γλιστράω προς τα κάτω από την κουπαστή. Σήμερα όμως δε θα το κάνω , θα κατεβώ προσεκτικά. Είναι όλα από πέτρα τριγύρω , μου θυμίζει κάστρο κι έτσι αντί για φως , ανάβω ένα κερί που με περιμένει πάντα εκεί και μου γαργαλάει το χέρι καθώς κατεβαίνω κάτω κρατώντας το. Αυτή η σκάλα δεν ανεβαίνει . Πηγαίνει μόνο προς τα κάτω . Στο τέρμα της περιμένει ένας χώρος σαν μεγάλος καθεδρικός ναός. Ή τουλάχιστον έτσι διαγράφεται στην ατμόσφαιρα, γιατί στην πραγματικότητα είναι όλα σε τόνους μπλε ή σκούρο πράσινο. Κάτι σαν ζαφειρί χρώμα τέλος πάντων και πρέπει να προχωρήσω πολύ για να αρχίσει να φωτίζεται ο χώρος. Διασχίζοντας το δάπεδο , βλέπω πως έχει μορφή σκακιέρας χωρίς πιόνια. Καμιά φορά αν έχω χρόνο για χάσιμο , παίζω φανταστικές παρτίδες , χωρίς πάντα να κερδίζω αν και πολλές φορές τις αφήνω στη μέση. Μου αρέσει να παίζω στη θέση του ιππότη αλλά είναι δύσκολο ακόμα και για μένα να ανέβω σε φανταστικό άλογο κι έτσι καταλήγω να παίζω στη θέση του πύργου. Δεν θα τολμούσα να διανοηθώ να πλησιάσω μια βασίλισσα.
       Κάνει κρύο , γιατί εκτός από τους τοίχους ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας , δεν υπάρχει τίποτε άλλο . Είμαι μόνη. Ή σχεδόν μόνη . στο τέρμα της αίθουσας αισθάνομαι μια μυστηριώδη παρουσία . Στο βάθος στέκεσαι  εσύ, ένα γυάλινο άγαλμα .  Πλησιάζω και σε περιεργάζομαι όπως την πρώτη φορά. Ξέρεις τι; Έχω την εντύπωση ότι δεν ήσουν πάντα γυάλινος. Τις προάλλες θα ορκιζόμουν πως ήσουν φτιαγμένος από πάγο , ή μήπως ήτανε χαρτί; Ξεχνάω. Όμως μετά πηγαίνω κοντά και αγγίζω το πρόσωπο σου με τα χέρια μου θέλοντας να εξερευνήσω ένα ψεύτικο πρόσωπο που μοιάζει ώρες ώρες πιο αληθινό από το δικό μου. Είσαι ένας όμορφος νέος . Σε έκανα πολύ όμορφο, στο λέω συχνά. Είσαι λίγο πιο ψηλός από μένα , κι αν στέκεσαι λίγο άτσαλα , φαίνεσαι δυνατός . Είσαι πάντα καλά ντυμένος και έχεις μια στάση του σώματος σαν να μην ξέρεις που να βάλεις τα χέρια σου. Έχει ένα μικρό πεζούλι στη βάση σου. Ανεβαίνω επάνω και συνήθως φέρνω τα τακούνια μου για να σε φτάσω πιο εύκολα. Ακουμπώ επάνω σου , σε αγκαλιάζω. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω περάσει όλη τη νύχτα μιλώντας σου για ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Μόνο που’σαι άχρωμος, αυτό είναι το παράπονο μου. Τι χρώμα να είναι αυτά τα μάτια άραγε;
       Νιώθω τόσο ελεύθερη εκεί , κι ας έχω συνέχεια την ίδια εφιαλτική αίσθηση ότι όπου να ‘ναι θα με τυλίξουν μεταλλικές βαριές αλυσίδες και θα με σφίξουν πάνω του ώσπου να σκάσω. Παρ'ολα αυτά μένω εκεί και προσπαθώ να φανταστώ τι θα μου έλεγες αν ήταν ζωντανός. Κοιτώ στα μάτια σου και βλέπω μόνο το είδωλο μου. Ειδικά σήμερα σε αυτό το γυαλί, με βλέπω πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά. 
      Περίεργο , τινάζομαι ανά διαστήματα, σαν να με ταράζουν χτύποι . Μοιάζουν με μεγάλο ρολόι,
από αυτά που ξεχωρίζουν , με το εκκρεμές. Αισθάνομαι μια τεράστια μηχανή κάπου εκεί κοντά να δημιουργεί δονήσεις και κύματα και θόρυβο , πολύ θόρυβο. Δεν το βλέπω πουθενά κι όμως το ακούω σε όλο μου το κορμί να χτυπάει αργά και σταθερά. Μα ναι , σε λίγο αλλάζει ο χρόνος. Μοιράστηκα τη σκέψη μου μαζί σου, δεν μπορώ να κουνηθώ από τη θέση μου. Δεν το επιθυμώ. Ένιωσα κάτι να με σπρώχνει για μια στιγμή , λες και με απώθησες με τα χέρια σου , μα ήσουν ακόμη ακίνητος.
    "Θα πρέπει να είσαι σημαντικός , πιθανότατα πιο έξυπνος από μένα , μα ό,τι κι αν είναι δεν μπορώ να σε φανταστώ κάπου αλλού , εκτός από δω , μαζί μου."
       Μόλις άγγιξα τα χείλη σου,  είχες ήδη ραγίσει.



(συνεχίζεται...)
   

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

To Φάντασμα της πόλης


           Το χώμα μυρίζει όπως εχθές . Όλα βρεγμένα , γυαλίζουν κάτω από το φως. Είναι πρωί , πολύ πρωί , πού να προλάβει ο ήλιος να μας στεγνώσει. Κι εδώ που σε έχω φέρει μάτια μου , μόνο να μας κάψει μπορεί. Αν ήσουν εδώ να περπατήσεις μαζί μου , θα σου δινα το μπράτσο μου να το κρατάς . Μα δεν πειράζει , θα συνεχίσω να ανηφορίζω τον πεζόδρομο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παλτού μου , και θα αφήσω επίτηδες το δεξί μου χέρι λίγο πιο έξω , σαν να παίζουμε πάλι με την Ιδέα σου το παιχνίδι της αρπαγής. Με προλαβαίνει πρώτη.
          Δες εδώ , να εδώ , αυτή την ευθεία που σήμερα για μένα είναι ανηφόρα κι αύριο θα πρέπει να την κατέβω από την αρχή. Πάνω στο πλακόστρωτο έχω ρημάξει τα καλύτερα μου παπούτσια κι έχω την αξίωση να περηφανεύομαι ότι δεν το κάναμε μαζί. Δεν έχεις περπατήσει ποτέ σε αυτό το δρόμο, δεν έχεις στρίψει ποτέ σε εκείνο το στενό, δεν έχεις μοιραστεί την πρωινή ομίχλη με τους τρελούς οδηγούς , δεν έχεις μυρίσει ποτέ τον αέρα αυτής της πόλης. Δεν έχεις έρθει ποτέ εδώ. Δεν είσαι από δω.
         Κοίτα εκεί . Εκεί ντε! Παραλίγο να δείξω με το χέρι. Σε βλέπω απέναντι μου, είσαι η κοπέλα που κάθεται στο παρκάκι , αυτή που με προσπερνάει όταν είμαι στο δρόμο, μια άλλη που σταματάει στο περίπτερο , ή εκείνη από το τμήμα του άλλου κτιρίου που τη βλέπω πού και πού και μιλά και γελά σαν εσένα Ή εκείνη τη φορά που σταμάτησα μια τύπισσα στο μετρό και δε θυμάμαι σε ποια γλώσσα της ζήτησα συγνώμη. Κι ενώ έχω πετάξει μια για πάντα το σεντούκι μας στη θάλασσα , είμαι ακόμα παντρεμένος με τη σκιά σου , αφού ό,τι ξένο βρω το κάνεις διφυές , κι ακόμη εγώ , που πάντα έλεγες πως μοιάζω με το φως, γίνομαι πιο κλειστός και σκοτεινός και ως το ξημέρωμα σου έχω μοιάσει .                       
          Να τώρα βρέχει. Σαν να σε βλέπω απο μια μεριά να ρίχνεις το νερό εσύ . Όπως εμφανίζεσαι κι εξαναφανίζεσαι , έτσι κι αυτή . Αρχίζει ελαφρά και μας παιδεύει με τα χάδια για ώρες , ύστερα σταματάει, μας κρατάει ακίνητους , αφυδατωμένους , κι ύστερα αρχίζει ξανά χωρίς ποτέ να δυναμώνει. Ίσα να μας κάνει για υποκατάστατο. Ήρθα εδώ γιατί μου έλειπε το νερό του ουρανού, το λαχταρούσα , το λάτρευα ούτε που ένιωθα ποτέ τη μελαγχολία του. Μα έτσι είμαστε εμείς. Ξεκινάμε γυμνοί και στο τέλος αλυσοδενόμαστε με την ομπρέλα παραμάσχαλα.
       Μείνε λίγο ακόμα μαζί μου, σχεδόν έφτασα. Σε λίγο μπορείς να φύγεις πάλι. Θα πάρεις το άρωμα σου που χει αποτυπωθεί στη μνήμη μου και θα το σκορπίσεις στον αέρα λίγα λεπτά πριν μέχρι να το συνηθίσω . Ίσως θυμηθώ και κάνα φιλί , μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο , από αυτά τα άτσαλα , τα βιαστικά. Αυτά θα τα βρεις πάνω πάνω . Φτάσαμε. Περίεργο, σχεδόν φαντάζομαι τώρα και διπλά ίχνη λάσπης στο πατάκι.  Τώρα όπου να σαι θα μετρήσω αντίστροφα. Πάντα σε τυχαία σειρά. Κι όπως θα στέκομαι μονάχος πίσω από την πόρτα και θα κλειδώνω δυο φορές , εσύ θα χεις ήδη στοιχειώσει τον επόμενο περαστικό. Λίγο ακόμα , κάθε φορά , άλλο λίγο. Φοβάμαι πως τελειώνει ο χρόνος μας. Δεν έχω πει ακόμα κουβέντα.
Μα θέλω τόσα να σου πω και τα αστέρια δε γελάνε. Αύριο πάλι.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Κίτρινη Νότα



Οδός Χατζηπελαιρέν 24 , ώρα 9 μ.μ 
Ένας άνδρας αφήνει ένα πακέτο κι ένα γράμμα στο 4Β και φεύγει τρέχοντας προς τη στάση του μετρό. 

    "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια... ήταν το παράπονο σου. Κι ότι δεν μας μαθαίνουν καλλιγραφικά. Γι αυτό λοιπόν κι εγώ σου γράφω με τα χέρια και την καρδιά μου γυμνή γιατί ντυμένο με οτιδήποτε άλλο πέρα από μολύβι και χαρτί σου φαίνεται "δεύτερο". Την τελευταία φορά που ήρθες να με δεις νόμιζα πως θα έμενες. Είχες αυτό το χαμόγελο στα χείλη σου που πάντα μου άρεσε σαν να κρύβει ένα μυστικό , ένα από αυτά τα πολύπλοκα που κρύβετε εσείς οι γυναίκες και που θα με φιλούσες για να το μοιραστείς μαζί μου. Θυμάμαι ακόμα αυτή τη μέτρια αυτοπεποίθηση που με προσγείωνε και που ώρες ώρες νόμιζα πως αισθανόσουν τόσο τυχερή που είμαι μαζί σου και ξεχνούσες ότι ήμουν κι εγώ. Έτσι πίστευα τουλάχιστον.
      Από την πρώτη φορά που μου συστήθηκες αισθάνθηκα ότι δεν θα καταλάβαινα ποτέ τι σκέφτεσαι και λίγες μέρες αργότερα το ίδιο μου είπες κι εσύ, να μην προσπαθήσω καν , γιατί όντως οι γυναίκες είναι περίεργα πλάσματα κι ότι μπορεί για γυναίκα να σκεφτόσουν πιο απλά , αλλά για άνθρωπο γενικότερα σκεφτόσουν περίπλοκα, αλλόκοτα πολλές φορές. Οι μήνες μαζί σου κύλησαν νερό , κι ούτε μου χε συμβεί αυτό ποτέ. Οι προηγούμενες σχέσεις μου , έμοιαζαν να πατούν πάνω σε κάποιο μοτίβο κι ακόμα αναρωτιέμαι πως κατάφερες να μη μοιάζεις με καμία από αυτές. Πώς κατάφερες "κι έγινες το ομορφότερο χάος του κόσμου". Και τι χαζός που ήμουν που δεν το πρόσεξα εξαρχής. Άλλά έτσι είσαι πάντα , δεν κρύβεσαι άλλα ούτε και φαίνεσαι. Περιμένεις από τον άλλον να καταλάβει αυτό που τον ενδιαφέρει κι αν απορρίψει την ιδέα ούτε που δίνεις σημασία. Ήσουν μαζί μου και δεν ήσουν. Ίσως εγώ να ήμουν περισσότερο. Σαν για κάποιο μυστήριο λόγο , ιερό ενδεχομένως, να είχες κλειδώσει τον εαυτό σου και να χες πετάξει το κλειδί κάπου πολύ μακριά . Ή μπορεί έτσι απλώς να διέδιδες και να το κρατούσες για τον εαυτό σου.
    Κι έτσι δε μου έκανε εντύπωση η απόφαση σου να φύγεις όταν οι αγκαλιές μου γίνονταν πιο σφιχτές. Έπιασα τον εαυτό μου να σου μιλάει για όνειρα που δεν έκανα ούτε στα δεκάξι κι εσύ ενθάρρυνες και γελούσες μόνο με τα κομμάτια που δεν περιείχαν κι εσένα μέσα. Κι όταν μιλούσα πιο σοβαρά , έπερνες ένα ύφος σαν να με μάλωνες και μετά έλεγες κάτι αστείο , γιατί πουθενά δεν ένιωθες τόσο άνετα όσο στην πλάκα. Μου 'χες πει μια φορά ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν με μάσκες κι ότι το τρομακτικό δεν είναι η ίδια η μάσκα αλλά το τι κρύβεται από κάτω. Όταν τελειώσαμε έψαξα να βρω μια μάσκα για μένα που να κρύβει την απορία μου και μια εξήγηση για το τι κρύβεται κάτω από τη δική σου γιατί από το δικό μου πουθενά άρχιζες να λες ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν ερωτεύονται πια στα αληθινά , πως δε μπορούν να αγαπήσουν και οι παλιές ταινίες και τα κλασικά βιβλία είναι τα πιο μαρτυρικά γιατί είναι οι αποδείξεις ότι το ωραίο κάποτε υπήρχε και μεγαλουργούσε και τώρα μας έχει καταπιεί η σκια του. 
       Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα όλα όσα έλεγες αλλά θυμάμαι εκείνη τη θλιμμένη λάμψη στα μάτια σου όταν ΄ξεστόμιζες πως ο αληθινός έρωτας κι η αγάπη έχει πεθάνει κι ότι εδώ στη Γη δεν υπάρχει πια τίποτα σα θύμηση του θεικού αλλά μόνο το ευτελές και το χυδαίο. Μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε , κι ενδιάμεσα προσπαθούμε να "κλειδώσουμε" με ανθρώπους μάταια. Η αίσθηση ότι αποτελούμε κομμάτια που ενώνονται μεταξύ τους υπάρχει ακόμα αλλά το παζλ έχει χαθεί. Και οι άντρες; δεν ερωτεύονται πια!  Τους αρέσει μια γυναίκα , την θέλουν την ποθούν , την επιθυμούν για τον εαυτό τους , κι ύστερα από μερικά χρόνια αφού έχουν επιθυμήσει τόσες και έχουν κουραστεί , παντρεύονται μία. Αυτό μου χες πει. Κι έτσι τώρα σου γράφω όλα αυτά για να δεις πίσω από την μάσκα μου , πίσω απο εκείνη τη παγωμένη νεκρή έκφραση εκείνο το βράδυ τη στιγμή που σε παρακαλούσα να το ξανασκεφτείς κι εσύ χαμογελούσες γιατί πίστευες πως δώσαμε ό,τι μπορούσαμε ο ένας στον άλλον αυτό που μπορούσαμε και που ήταν γραφτό και ότι το τέλος μας είναι το σωστό. Εξάλλου μια μέρα θα σε πλήγωνα έτσι κι αλλιώς , έτσι είμαι φτιαγμένος να κάνω , είπες , κι ας είμαι τόσο καλός , έτσι θα γίνει κι ας μην το θέλω . Δεν αξίζει τον κόπο. 
       "Οι άνθρωποι δε γράφουν γράμματα πια..." ήταν το παράπονο σου. Έγραψα ό,τι μπορούσα. Ίσως και παραπάνω. Ακόμα φοβάμαι να παραδεχτώ ότι σκέφτηκα όσα έγραψα . Σαν άντρας που είμαι θα έπρεπε να σκέφτομαι πιο απλά. Το λογικό θα ήταν να μην τολμούσα να πικραθώ , να προχωρούσα παρακάτω, να έβρισκα μια άλλη την επομένη κι όχι να κάθομαι να σκοτίζομαι με το πώς και το γιατί. Κι έτσι εσύ θα επιβεβαιωνόσουν Αλλά το ΄παμε, με προειδοποίησες ότι δε θα καταλάβω τι και πώς σκέφτεσαι.Κι αυτή σου η ικανότητα, η κατάρα όπως θες πες το με εγκλώβισε σε μια κατάσταση που με μπερδεύει και όσο γράφω περισσότερο τόσο πιο κουβάρι αισθάνομαι πως γίνομαι. Δεν επιβεβαιώθηκες όμως. Τόλμησα. Τόλμησα. Μήπως για μια φορά είχες άδικο; Μήπως βλέπεις κάπου τον έρωτα τελικά...;" 


Οδός Χτζηπελαιρέν 24, ώρα 9:20 μ.μ.
Ένας λαχανιασμένος άνδρας ανεβαίνει ως το 4Β , παίρνει το γράμμα και φεύγει.

Μισή ώρα αργότερα

Μια γυναίκα ανεβαίνει με το ασανσέρ στο 4Β και βρίσκει ένα ανώνυμο πακέτο έξω από την πόρτα.
Μπαίνοντας σπίτι ανοίγει το πακέτο και βρίσκει ένα cd. To έβαλε να παίξει και πήγε να αλλάξει.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο ακούγονταν οι στίχοι  Maybe I'm too young to keep good love from going wrong but tonight, you're on my mind so you never know...