I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα memoranda. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα memoranda. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Ληθομνήμες

Να είσαι ποιος;
Να είσαι τι;
Για μένα μόνο
Άσε τους άλλους
Για μένα μόνο
Τι;
Το χθες είναι εδώ
 τραγουδά μαζί μου
Το τραγούδι που λες
 Και λες
Και ξαναλές
Και θα το πεις κι αύριο
ακόμα
Στην γιορτή μου
Χορεύουμε;
Λίγο από μένα και λίγο από σένα
Θέλει ο χορός
Ή λίγο από μένα σε σένα
Και λίγα βήματα
Δικά μου
Προς τα σένα
Γιατί
Πατώ το φόρεμα
και χάνω τα βήματα
 ‘Υφασμα καψαλισμένο
Χέρια με ζάρες
Και πρόσωπο χλωμό
Κι ας είχα πει
Να μη σκορπάς τα κάρβουνα
Πονώ όταν πατώ ξυπόλυτη
Πονώ.
Κι όταν πονώ
Αφήνεις το χέρι μου.
Κοίτα, κοίτα
 πώς ακροβατώ
Μετέωρη χορεύω
 ξανά
Χωρίς σταματημό
Έχω ίσκιο παρτενέρ
που δεν μιλά
Κι εσύ που λες πως ξέρεις
Από Μυστήρια τούτα
Απάντησε μου
Όπως μπορείς
Την ισορροπία
στο κενό
Πώς την κρατάνε;
Κι αν χωράει η
Ζωή μου
σε μια κούτα
Κι εγώ μένω
Εκτός;
Ποιος  θα’σαι ;
Τι θα’σαι;
Τότε τι;
Για μένα μόνο
Άσε τους άλλους
Μόνο για μένα
Κι η παγίδα;
που εγώ θα θυμάμαι τα πάντα
για πάντα
 τίποτε
δε θα ξεχνώ
και κάθε που θα βρέχει
σαν τώρα
θα ξενυχτώ
και θα γρατζουνάει
σαν άγριο ζώο
η γνώση
που δε θα πεις ποτέ
«νύχτες σαν αυτές
Δεν κοιμήθηκες
Ποτέ.»
Κλεμμένη;
Χαρισμένη,
Μ’αγάπη.
Dancing with Shadow by DanGan (source: Deviant Art)



Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Το δίλημμα του Συλλέκτη

Photo by Alex Howitt 
Είχα κάποτε μια σπάνια συλλογή
γεμάτη μ'όμορφα συναισθήματα
για σένα.
Ήταν όλα τους διαλεγμένα κι εκλεκτά
με προσοχή και τρυφερότητα στημένα.
Είχαν κι ένα φως χαϊδεμένο νεογέννητου
- τι λαμπρό που ήταν!-
τις νύχτες για να τα σκεπάζει.
Καταλαβαίνεις,λοιπόν, γιατί τα πρόσεχα τόσο.
Είχα τόσα όμορφα συναισθήματα
και δεν ήθελα να τα σκοτώσω.
Δεν συνήθισε, βλέπεις, το χέρι μου ακόμη
την κρύα λαβή του μαχαιριού.
Άλλος,συνήθως, το κρατά
και το μαχαίρι, και το ψαλίδι, και το πιστόλι.
Εγώ βλέπω από μια μεριά μονάχα
κι αν δεν σηκώνουν τη μαρτυρία τα βλέφαρά μου
βγαίνω από το δωμάτιο μέχρι να τελειώσει.
Έτσι τώρα για πρώτη φορά
δεν είχα ιδέα τι να κάνω,
είχα μπροστά μου μια συλλογή από αισθήματα
για σένα
και δε μπορούσα να τα σκοτώσω.
Γι'αυτό τ'άφησα για λίγο στο κρεβάτι
ήσυχα να κοιμηθούν μέχρι το πρωινό
που θα ξυπνήσω έτοιμη και θαρραλέα.
(Δεν τα νανούρισα, να ξέρεις, ούτε μ'ένα τραγουδάκι
γιατί φοβάμαι η μελωδία - η παραμικρή - κακομαθαίνει)
Μπήκα μονάχα μια φορά στον πειρασμό
να σου δείξω πόσο ανυποψίαστα
κοιμόντουσαν το ένα πάνω στ'άλλο!
Τριγύρναγα τότε, που λες, στο σπίτι για μέρες
δίχως να μιλώ, να τρώω, ή να κοιμάμαι,
ανοίγοντας ντουλάπες, σοφίτες, συρτάρια
μήπως βρω κάπου να τα κρύψω,
μήπως τα γλιτώσω!

Είχα τόσο όμορφα συναισθήματα
και δε μου πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσω...

Ήρθες μια φορά και τα'δες
σαν ν'άκουσα πως σχολίασες κάτι,
μα σκέπασα τα λόγια σου από φόβο
μη μου τα ταράξεις και ξυπνήσουν
-κι αν εξεγερθούν;-
δυσκολεύτηκα τόσο να τα σιγήσω.
Άλλωστε, σ'έφερα μόνο για να δεις
πώς κοιμούνται το'να στ'άλλο.
Είπες τότε πως θα'φευγες κι έμεινες κρυφά
χωρίς ακόμη να γνωρίζω το σκοπό σου.
Κούρνιασα δίπλα τους εκείνο το βράδυ
κι εσύ σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι
πήρες αθόρυβα και μυστικά αγκαλιά το μαξιλάρι
και με τα δυο σου πολύτιμα, πορσελάνινα χέρια
όλη νύχτα τα έπνιγες
Ένα
προς
ένα.
Η απουσία της ανάσας τους με ξύπνησε,
όταν σε βρήκα να θαυμάζεις το έργο σου.
Ήταν όλα τους εκεί, τα μέτρησα:
Κουφάρια παρόντα, βουβά, ξεψυχισμένα.
Προτού το καταλάβω είχες εξαφανιστεί
κι έμεινα μόνη μου εγώ
-μάταια πια-
να μ΄αναζητώ στα πεθαμένα.


Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Memoranda


Αφού δεν μπορείς να με προσέχεις , του είπα , να με θυμάσαι.
 Να με θυμάσαι.

      Και φαίνεται δεν το είπα πολύ δυνατά , ή το 'πα απο μέσα μου, ή θέλησα να πνίξω τον ήχο αυτό μέσα στο κεφάλι μου όχι γιατί φοβόμουν να το πω ούτε επειδή φοβόμουν να το ακούσω , αλλά επειδή  δε μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία. Μα δεν ξέρεις , δε μπορείς να ξέρεις πόσο βασανιστική μπορεί να είναι η ηχώ όλων όσων θα 'θελες να πεις και ποτέ δεν είπες . 

      Να 'ξερες πόσες φορές την είπα αυτή τη φράση. Ακόμη τη λέω κι ακόμη με βασανίζει, Όχι αν με ακούς , αλλά αν όντως με θυμάσαι με  τον τρόπο που θέλω εγώ. Ότι θυμάσαι έστω τα πιο σημαντικά από όλα αυτά που μου έχεις πει , ότι παρά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες  αναπτύχθηκε (οσο μπόρεσε και όσο την αφήσαμε) η επαφή μας , δεν ήταν κάτι ανεπαίσθητο και ανίκανο να αντέξει στο χρόνο. Ας μην είναι κάτι μεγάλο , μου αρκεί μια χαραγματιά πίσω από το λαιμό σου ή μια γρατζουνιά κάτω από το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού σου , έτσι , να με θυμάσαι.

     Μια φορά θυμάμαι , ανέβασες ένα τραγούδι , το "υπαρχουν χρυσόψαρα εδω" , ξαφνιάστηκα στην αρχή δεν με είχες συνηθίσει. Και μετά συνειδητοποίησα ότι σου ταίριαζε τόσο πολύ ! Εσύ δεν ήσουν που μιλούσες για ιπτάμενες στιγμές; Εσύ τις ζεις ακόμα κι εγώ...εγώ στις χάρισα γιατί ήταν αυτονόητο για μένα να κάνω την ευχή σου δική μου, κι όσο ήσουν μακριά και μου έλεγες έχω ανάγκη για μια αγάπη ερωτική εγώ κάθε φορά από μέσα μου στο ευχόμουν , χωρίς όρους , χωρίς την προϋπόθεση να είμαι εγώ. Και η ευχή μου εν τέλει πραγματοποιήθηκε κι όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο δεν έκλαψα , δε λυπήθηκα στο εκατοστό . Σου έδωσα αυτό που ζητούσες . Έμμεσα στο έδωσα. Κι ούτε εκείνη που έχεις τώρα δίπλα σου θα σου χαρίσει ποτέ τέτοιο δώρο όπως έκανα εγώ, την ξέρω.
    Σού δωσα και το "σ'αγαπώ" επίσης του Ξυδούς κι αυτό, δεν είμαι σίγουρη ότι το άκουσες κι ούτε μπορώ ποτέ να γίνω . Μπορώ όμως πάντα να στο  αφιερώνω μέσα στη σιωπή που αναγκάστικα να ζω για να είμαστε πιο ευτυχισμένοι και οι δύο. Και μή ρωτήσεις πάλι "τι ειναι η ευτυχία"  γιατί δε μπορώ να σε πείσω για τις απόψεις μου αλλά ούτε μπορώ πλέον να σου απαντήσω πια σε άλλες ερωτήσεις. Θυμήσου πως εσύ δεν απάντησες ποτέ σου σε καμία. Θα συνεχίσω λοιπόν να σου αφιερώνω μυστικά ό,τι νομίζω πως θα διαπεράσει κάποια στιγμή την απόσταση που μας χωρίζει , και όχι τη χιλιομετρική. Η ζωή προχωράει και  για τους δυο μας , είναι κάτι που αλλάζει , δε μένει ίδιο , και όλα όσα μας επηρεάζουν , τους δυο μαζί και τον καθένα ξεχωριστά  θα μας αλλάξουν . Μεγαλώνουμε. Ένα κομμάτι μου χωρίς να το θέλω θα μείνει εκεί , στην πρώτη φορά που ένιωσα ένα ΄χαδι από το χέρι σου στην πρώτη φορά θύμωσα με τον πιο περίπλοκο τρόπο σκέψης που έχω γνωρίσει , στην πρώτη φορά που γυρίσαμε μαζί από το σχολείο,  στην πρώτη φορα που έμαθα πως θα φύγεις μακριά κι ένιωσα τόσο μικρή , την πρώτη φυσιολογική συζήτηση και τη μοναδική που είχαμε ποτέ σε ένα διάλειμμα για δέκα ολόκληρα λεπτά , την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο για ώρες, την πρώτη φορά που σε είδα μετά απο  καιρό και σκέφτηκα ότι είσαι τόσο αδύνατος και μου φαίνεται τόσο εύθραυστος (!) ... την πρώτη φορά που τόλμησα να σε πιάσω από το χέρι  και ένιωσα να το σφίγγεις δυνατά, την πρώτη φορά που είπες ότι είμαι όμορφη, κι έξυπνη, την πρώτη φορά που είπες ότι έχω ταλέντο στο γράψιμο... 
      Κι από την άλλη, πάντα θα θυμάμαι την πρώτη φορά που εξαφανίστηκες χωρίς να πεις κουβέντα, 
την πρώτη φορά που μου είπες ψέματα , την πρώτη φορά που μου μίλησες για μια κοπέλα που σου άρεσε πολύ, την πρώτη φορά που έσπασε κάτι μέσα μου όταν είπες πως δε θυμάσαι τίποτε, τίποτε από όλα αυτά που θυμόμουν εγώ για μένα και για σένα, την πρώτη  φορά που η δυσκολία σου να ξεκαθαρίσεις τα πράγματα με έκανε να αισθανθώ ο πιο ηλίθιος και γελοίος άνθρωπος του κόσμου , την πρώτη φορά που έδειξες ότι με θέλεις στη ζωή σου αλλά μέχρι εκεί , κι ούτε μπορείς να διευκρινίσεις "γιατί" ή "ως τι" . Όλα αυτά κάπου αναγκαστικά θα κοιμηθούν , αφού δε μπορώ να τα εξαφανίσω . Δεν μπορώ να βρω ούτε ένα "ναι" για να τους δώσω ούτε ένα "οχι".   Αυτό που δε μπορώ όμως με τίποτε να θάψω , είναι αυτό που μου είπες οτι δε θα με πλήγωνες ποτέ, πως μ'αγαπάς και θα σαι πάντα εκεί για μένα σαν καλός φίλος. Δεν ήσουν, λυπάμαι. Άσε που, στο κάτω κάτω, δεν περνάει κάτι από το χέρι μου πλέον. Έπαιξα σχεδόν όλα τα χαρτιά μου σε μια παρτίδα που η τράπουλα ήτανε δική σου. 
      Ξέρω πως δε θα διαβάσεις ποτέ αυτό το γράμμα, ούτε και κανένα άλλο , ακόμη κι αν μία στις χίλιες πέσει το μάτι σου εδώ , πάλι δεν θα το καταλάβεις , μα θα προσποιηθώ πως είσαι εκεί και κοιτάς τώρα την οθόνη , περιμένοντας το τέλος της ανάρτησης προσπαθώντας να μαντέψεις πόσο δακρύβρεχτο θα είναι. Καθόλου. Μα καθόλου. Δεν ήμασταν ποτέ συνηθισμένοι γιατί να γίνουμε τώρα ξαφνικά; Κι αφού κάπου εδώ λέω να κλείσω το πρώτο από τα τόσα μέσα στο κεφάλι 
μου γράμματα για σένα που πήρε σάρκα και οστά , θα το κάνω με μια φράση του αλχημιστή που με ώθησε να σκεφτώ κάποια πράγματα.

"Δεν έχει να κάνει με τη μοίρα. Είν αι που μερικά πράγματα δεν είναι αρκετά ώριμα 
για να συμβούν στο παρελθόν , όμως η ζωή προχωρά
περιμένοντας και δίνει ευκαιρίες για να γίνουμε ευτυχισμένοι." 

Για αυτό είναι τόσο σημαντικό για μένα να με θυμάσαι. Ως ότιδήποτε, ως κάτι.
Απλά , να με θυμάσαι . Έτσι απλά. Ό,τι και να σημαίνει αυτό . 



Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Αντιθέσεις

 
     Λένε πως ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο αντιθέσεις: καλό- κακό, δίκαιο-άδικο, όμορφο-άσχημο , ένα- πολλά , αρσενικό-θηλυκό. Από τους Πυθαγόρειους ακόμα και τον Αριστοτέλη γνωρίζουμε πως υπήρχε η άποψη πως η ισορροπία βασίζεται σε (δεκα;) ζεύγη αντιθέσεων . Όπως και να χει , νομίζω πως ο άνθρωπος ο ίδιος είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα αντίθεσης ίσως και αντίφασης. 
   Μιλάω για αυτή την τάση του ανθρώπου να μπορεί να φτάνει από το ένα άκρο στο άλλο, χωρίς κιόλας πολλές φορές να διανύει την απόσταση ανάμεσα τους , απλώς μεταπηδώντας άξαφνα από το ένα σημείο στο άλλο. Είναι σχεδόν μαγικό πώς το ανθρώπινο είδος μπορεί από τη μία πλευρά να ξεχωρίζει από τα άλλα, να αναπτύσσει λόγο , να δημιουργεί γλώσσα , να επικοινωνεί , να χτίζει πολιτισμό , να δημιουργεί απίστευτα πράγματα ανακαλύπτοντας τις τέχνες .
    Γιατί δεν σας κρύβω πως κάθε φορά που επισκέπτομαι ένα μουσείο , μια γκαλερί , μια παράσταση χορευτική ή θεατρική ή απλώς τα χαζεύω από τον υπολογιστή μου,  κάνω στον εαυτό μου κάθε φορά την ίδια ερώτηση. Εφόσον το ανθρώπινο είδος είναι ένα , πώς γίνεται να μπορεί να δημιουργεί γύρω του ένα τόσο μαγικό εξωπραγματικό πεδίο , να μεταδίδει το πιο απλό μήνυμα ομορφιάς μέσα από την τέχνη και από την άλλη να μετατρέπεται σε ανήμερο θηρίο; Πώς γίνεται να αισθανόμαστε την αγάπη, τη συμπόνοια , το θαυμασμό , όλα αυτά που συνιστούν αυτό που ονομάζουμε "ανθρωπιά" και κοντεύουμε να ξεχάσουμε τελος πάντων, ενώ ταυτόχρονα αισθανόμαστε μίσος, απέχθεια, ρατσισμό, οργή , φόβο; Πώς γίνεται να ζει μέσα μας τόση ομορφιά και τόση ασχήμια; Και πώς από ζωντανά έργα τέχνης εμείς οι ίδιοι μεταμορφωνόμαστε σε μηχανές , πολλές φορές φονικές; Ποιο από τα δύο είναι η φύση μας ; Γιατί σε καμία περίπτωση δε μπορώ να δεχθώ πως είναι και τα δύο. Δεν μπορούν να είναι . Και ως προς τι αυτή η αντίθεση; έχει κάποια χρησιμότητα. Ίσως ο άνθρωπος απο την αρχή είναι τη δυναμη, πληρούσε τις προϋποθέσεις και απλώς δεν είχε τη γνώση να φτιάξει σωστά καμία κοινωνία κι ας είναι ον κοινωνικό. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. 
    Και ίσως στην τελική  όλες αυτές τις σκέψεις που αραδιάζω σήμερα να μη σημαίνουν και κάτι. Σίγουρα τίποτε δεν αλλάζουν. Ίσως πάλι να είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι είδα V for Vendetta αμέσως μετά απο American History X. Δεν θα το ξανακάνω. Ή μήπως όχι;