I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστουγεννιάτικη ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστουγεννιάτικη ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (μέρος β')


...μέρος δεύτερο
[Δείτε το α'μέρος εδώ : http://retro-hats.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html]


Το ενδιαφέρον του κόσμου έκανε πολύ γρήγορα χαρούμενο τον μάγο . Δεν του ήταν πάντα εύκολο να το κάνει , αφού όσο περνούσε ο καιρός κι αυτός μεγάλωνε ,  κάθε χρόνος που περνούσε από πάνω του ένιωθε να παίρνει και κάτι από μέσα του . Όμως είχε αποφασίσει να συνεχίσει ακούραστος . Μάζευε εμπειρίες και γνώριζε ανθρώπους καθημερινά , δεν αθετούσε όμως ποτέ την υπόσχεσή του να χαρίζει το τελευταίο του τραγούδι κάθε βράδυ στην αγαπημένη μητρική φιγούρα του σπιτιού του. Κι όπως συμβαίνει με όλες τις μαμάδες , ακόμα και τις μέρες που αρρώσταινε και οι νότες έβγαιναν σκουριασμένες και ταλαιπωρημένες , εκείνη τον έπαιρνε αγκαλιά και του έλεγε πως δεν πειράζει, πως θα τον ξεκουράσει εκείνη σήμερα, σιγομουρμουρίζοντας τραγουδιστά πλάι του.
 Όπως συμβαίνει όμως συχνά με τους αλλοφερμένους ανθρώπους , ο μάγος δεν γνώριζε ότι εκτός από αγάπη κι ευγνωμοσύνη , τα τραγούδια του προξενούσαν τον φθόνο κι αποτελούσαν πόλο έλξης για κείνους που δεν είχαν βρει ποτέ το χάρισμα τους και πάσχιζαν να γραπωθούν από των άλλων.
 Όταν μεγάλωσε αρκετά και ήρθε η ώρα να αφήσει το σπίτι, αποφάσισε πως ήθελε να δει τον κόσμο ή τουλάχιστον , όσο περισσότερα μέρη μπορούσε, να συλλέξει κι άλλους ήχους και μουσικές και να συνθέσει όμορφα τραγούδια . Αποχαιρέτησε την οικογένεια του και ξεκίνησε , πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη , χωριό και χωριό, ρουφώντας ήχους και καινούριες μελωδίες και τραγουδώντας όπου τον καλούσαν . Φυσικά η φήμη ενός τέτοιου μάγου δεν είναι δυνατόν να μείνει κρυφή για πολύ. Έτσι, οι τσαρλατάνοι κι οι απατεώνες έκαναν ουρές, τον πλησίαζαν και του πουλούσαν συναναστροφή , άλλοι τον δελέαζαν με σκοτεινές προσφορές και μυστικά για να τους δώσει τη φωνή του  και μερικοί το έκαναν τόσο καλά που τον εκμεταλλεύτηκαν πολλές φορές μέχρι να μάθει να την προστατεύει . Αποφάσισε, λοιπόν, να βάλει τη φωνή του σε ένα κουτί, το κλείδωσε και το έκρυψε καλά και δεν την χρησιμοποιούσε παρά μόνο όταν τη χρειαζόταν. Είχε κι αυτό όμως το τίμημά του . Όσο καιρό η φωνή προστατευόταν στο κουτί , τόσο η καρδιά του μάγου γινόταν ευάλωτη και βαριά . Μετά από ώρες περιπλάνησης , για παράδειγμα, έγερνε ελαφρώς μπροστά , καθώς ένιωθε τόσο αφόρητα μεγάλη την καρδιά του και δεν μπορούσε εύκολα να την κουβαλήσει. Όσο όμως τραγουδούσε , γινόταν πάλι ένα μικρό αγόρι , και φανταζόταν αντίκρυ τη μητέρα του να του ζητά να της το αφιερώσει προτού πέσει για ύπνο…»
«Η φωνή του ήταν και η Χαρμολύπη ;» με ρώτησε νυσταγμένος , και με το δίκιο του , γιατί η νύχτα προχωρούσε και δεν ήταν ώρα για προεκτάσεις.
«Όχι μικρό μου , η Χαρμολύπη έφτασε αργότερα στα χέρια του μάγου και με έναν πολύ παράξενο τρόπο…»
«Πώς δηλαδή;»

« Περίμενε να την καλέσουν.»
 «Θα σου εξηγήσω σύντομα τι εννοώ.  Όμως πρώτα θα μου υποσχεθείς πως ό,τι κι αν ακούσεις απόψε , δε θα ψάξεις ποτέ να βρεις τη Χαρμολύπη , Ναι;» Πόνταρα στο γεγονός ότι το νεαρό της ηλικίας σου και η αφηγηματική χροιά της φωνής μου θα σε νανούριζαν τόσο που δεν θα έφερνες μεγάλη αντίσταση.
«Υποσχέσου μου πως δε θα την αναζητήσεις ποτέ , μ’ακούς;»
« Το υπόσχομαι» . Κι εκεί που νόμιζα πως τη γλίτωσα , έκανε τη πιο συνηθισμένη και χιλιοειπωμένη ερώτηση των 5 ετών και κάτι : « Γιατί;»
«Γιατί η Χαρμολύπη τελικά , δεν είναι και πολύ ωραίο πράγμα…» Σούφρωσε λιγάκι τα χείλη και με σκούντησε ελαφρώς , αποδεχόμενος το αίνιγμα και απαιτώντας να συνεχίσω ακόμη κι αν δεν έμεινε πλήρως ικανοποιημένος με την απάντηση μου.
« Ο Μάγος είχε συνηθίσει σε αυτή τη ζωή , προχωρώντας πάντοτε προσεκτικά , κι ας συναντούσε τόσο κόσμο στο διάβα του, με ελάχιστους συντρόφους για παρέα , αφού άλλαζε συχνά συνοδούς και πολλές φορές κρατούσε κρυφό το χάρισμα του, σαν ένα πολύτιμο κι επικίνδυνο μυστικό. Του άρεσαν οι παρέες και απολάμβανε συνάξεις όπου του δινόταν η ευκαιρία να σφυρίζει – ποτέ όμως να τραγουδά. Κατά βάση όμως ταξίδευε μόνος το μεγαλύτερο διάστημα κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο , γιατί δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει να κουβαλήσει την καρδιά του . Τα τραγούδια που φύλαγε και δεν έλεγε πια , γίνονταν φορτίο και στοιβάζονταν εκεί το ένα πάνω στο άλλο.  Από την άλλη ήταν όμως και το πιο ασφαλές γιατί έτσι δεν ήταν διαρκώς σε επιφυλακή μήπως κάποιος ανακαλύψει το μυστικό του και το θελήσει για τον εαυτό του. Συνέχιζε όμως να ταξιδεύει και να αφουγκράζεται μουσικές και τραγούδια του κόσμου περπατώντας κάθε μέρα πιο κοντά στο όνειρό του.
»Μια μέρα λοιπόν ο Μάγος, μετά από κοπιαστικό σεργιάνι , έφτασε στην Πόλη της Βροχής . Μάλιστα, κατέφτασε πολύ ενθουσιασμένος , γιατί είχε ακούσει από πολλούς στο δρόμο του να επαινούν την ομορφιά της και τους γεμάτους με νέους ανθρώπους δρόμους της . Η πόλη αυτή είχε όλα τα καλά , είχε όμως μονάχα ένα κακό : δε σταματούσε ποτέ να βρέχει . Όλο το χρόνο έβρεχε , χειμώνα καλοκαίρι , άλλοτε δυνατά και φοβερά κι άλλοτε σιγανά και τρυφερά , σαν να χαιδεύει το έδαφος . Δεν σταματούσε όμως ποτέ .Οι μελαγχολικοί τότε γέμιζαν θλίψη , και η αισιόδοξοι απογοήτευση. Ο Μάγος όμως δεν ήταν ούτε το ένα , μα ούτε και το άλλο. Όταν το καλοσκεφτόταν , κατέληγε πως ίσως , να ίσως ,και να ήτανε λιγάκι μόνος όλο κι όλο.  Δεν ήταν λίγες οι φορές , που κάπου κάπου στα ταξίδια του , αναζητούσε υποσυνείδητα κι άλλους μάγους ή μάγισσες , κάποιον που θα μπορούσε να του τραγουδήσει δίχως να φοβάται , κι ίσως να έβλεπε κι εκείνος παρόμοια θαύματα. Είχε λοιπόν ακόμα την ελπίδα , πως κάπου στην Πόλη της Βροχής ,  κάτω ίσως από κάποια ομπρέλα , να ‘βρισκε πλάσμα να του μοιάζει.»
« Και το βρήκε;»
« Αν με διακόπτεις συνέχεια πώς θα μάθεις; όλα με τη σειρά τους !» Άσε που πρέπει να σε πάρει κι ο Μορφέας σιγά σιγά , σκέφτηκα.
« Μμμ, καλά εντάξει δε θα σε ξαναδιακόψω .  Να ρωτήσω , η Χ..-- »
« Το κάνεις επίτηδες για να μην κοιμηθείς έτσι; » Όχι που δεν θα το καταλάβαινα !
«Καλά ντε δεν είπα και τίποτα…Δεν θα ξαναπω τίποτα τώρα. Συνέχισε γιατί έχεις αφήσει τον μάγο στην Πόλη της Βροχής.»
«Θυμάμαι , και;»
«Ε τον έχεις αφήσει και βρέχεται τόση ώρα..!» 

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (α μέρος)

  [Μετράμε αντίστροφα για τα Χριστούγεννα ξανά...και έχει αρχίσει να βγαίνει από μέσα μου μια λίγο πιο χριστογεννιάτικη ιστορία (ή μη) , ίσως λίγο πιο μαγική από τις άλλες . Ιδού το πρώτο μέρος της, που βρέθηκε σε ένα "συρτάρι γεμάτο με ιστορίες" ]




                                                        ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ ΜΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ:

     Ο ΜΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ




    «Θα μου πεις μια ιστορία ;» Και μην μου πείτε ψέματα. Κάπως έτσι δεν ξεκινάνε όλα;
            Μια φορά και μια νύχτα , έβρεχε πολύ , καλή ώρα σαν και τώρα . Οι γονείς μας έλειπαν από νωρίς, ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν μόνοι στο σπίτι κι η ώρα ήταν περασμένη .  Ήταν ακόμη μικρός , στην ηλικία που μπορούσε να με βασανίζει αλλά και να με αγαπάει ταυτόχρονα με τον ίδιο τρόπο, έτσι που συνδυάζει δυο ταυτότητες : Το καλικατζαράκι των Χριστουγέννων και το αγγελάκι της κορυφής του δέντρου που είχαμε στολισμένο και φέτος στο σαλόνι μας.
 Συνήθιζε να υπνοβατεί , οπότε όταν τον αντίκρισα στο δωμάτιο μου στη μέση της νύχτας έτοιμο να ανοίξει τη ντουλάπα μου και να χωθεί μέσα, δεν με εξέπληξε καθόλου ! Τον πήρα από το χέρι σιγά σιγά και τον οδήγησα στο κρεβάτι ξαπλώνοντας δίπλα του όσο χωρούσα , προσπαθώντας να μην τον ενοχλώ. Πάνω που πήγαινε να με πάρει και μένα ο ύπνος τόσο ήσυχα, τον ένιωσα να τρέμει και τον άκουσα να παραμιλά για λίγο. Είχε μισοξυπνήσει και τίναζε τα πόδια του , κι έτσι όπως μου είχε γυρισμένη την πλάτη , οι μικροσκοπικές αλλά δυνατές κλοτσιές του έφταναν στην κοιλιά μου.
«Θα μου πεις μια ιστορία, Λύκη;» ήταν οι μόνες διάσπαρτες λέξεις που μπορούσε κανείς να ενώσει από το παραμιλητό του και να βγάλει κάποιο νόημα. Τι ιστορία να του πω , που να μην έχει ξανακούσει . Σαν να διάβασε τη σκέψη μου , γύρισε προς το μέρος και δίχως να ανοίξει τα μάτια του μου είπε καθαρότερα : «Όχι την ιστορία με τους μάγους και τα δώρα , μου την είπε η μαμά εχθές…»
«Σ’άρεσε;» τον ρώτησα για να κερδίσω λίγο χρόνο.
«Έτσι κι έτσι .» Τον ρώτησα γιατί. « Ε, μπερδεύτηκα λίγο . Νόμιζα ότι θα κάνανε μαγικά και τέτοια , αλλά τίποτα. Όλα τα άλλα ήτανε τα μαγικά εκτός από αυτούς . Τι μάγοι ήταν αυτοί;» Γέλασα μαζί του ! Ώρες ώρες με εντυπωσιάζει ο τρόπος που επεξεργάζεται τα πράγματα κι άλλες με τρομάζει. Αποφάσισα να τον περιπαίξω λίγο !
«Οι αληθινοί μάγοι δεν κάνουν μάγια , ξέρεις» του είπα . Άργησε να απαντήσει και νόμισα προς στιγμήν ότι τον πήρε πάλι ο ύπνος , όμως εκείνος επεξεργαζόταν όλα όσα του έλεγα. Αποφάσισα να τον βοηθήσω λίγο και έτσι πρόσθεσα : « Οι αληθινοί μάγοι δεν κάνουν μάγια γιατί είναι αυτοί που βοηθάνε τους άλλους να τα κάνουν. »
«Αυτό μου είπε και η μαμά. Μιλάτε περίεργα εσείς οι μεγάλοι!» είπε.
«Ναι το έχουμε αυτό.» Η απάντηση πήγαινε περισσότερο σε μένα . Έτσι αποφάσισα να αρχίσω να του χαϊδεύω τα ίσια μαλλάκια του , που είχαν αρχίσει να μακραίνουν, για να επανορθώσω. Έμεινε λίγο σιωπηλός κι ύστερα πάλι με αιφνιδίασε :
«Και δηλαδή οι μάγοι που έφεραν τα δώρα στον μικρό Χριστούλη τι είναι; Αληθινοί ή ψεύτικοι ;» Δεν ήξερα ποια ήταν η σωστή απάντηση στην ερώτηση του , μου έδωσε όμως πάσα να κάνω κάτι καλύτερο : να πραγματοποιήσω την επιθυμία του.
«Αυτό δεν το γνωρίζω με τη σιγουριά. Μπορώ όμως, αν θέλεις να σου πω μια ιστορία , για έναν αληθινό μάγο που γνώρισα κάποτε και ξέρω σίγουρα.» Σαν να πρόφερα τις μαγικές λέξεις , άνοιξε τα μάτια του μεμιάς και με κοίταξε χωρίς ίχνος νύστας γεμάτος ενθουσιασμό.
«Σοβαρά; Αληθινός αληθινός;»
«Πέρα για πέρα.»
 «πες μου , Λύκη , πες μου!»
«Κλείσε τα μάτια , λοιπόν , κι άκου...» Σιγουρεύτηκα ότι έκανε ό,τι του είπα κι ύστερα ξεκίνησα να του διηγούμαι όσο πιο αλληγορικά και παραμυθικά μπορούσα, πώς γνώρισα «τον μάγο». Ή μάλλον πιο σωστά , τον Μάγο και τη Χαρμολύπη του.
«Τριγυρνούσε κάποτε ανάμεσα μας ένας μάγος , διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Δεν είχε κανένα ψηλό καπέλο , ούτε μανδύα ούτε καμία άλλη περίεργη φορεσιά που να φανερώνει την ιδιότητα του κι έτσι κανείς δεν καταλάβαινε πόσο μαγικός ήταν . Φρόντιζε με επιμέλεια να περπατά σαν όλους τους άλλους , να ανακατεύεται με το πλήθος , να πίνει, να γελά , να ανασαίνει και να σφυρίζει όπως και οι γύρω άνθρωποι . Είχε πυκνά σαν τον έβενο μαλλιά , και άφηνε πολύ συχνά μια πυκνή  γενειάδα γύρω από το πρόσωπο του. Φήμες λένε ότι είναι μαγικά , αλλά κανείς δεν ξέρει να πει με σιγουριά τι κρύβουν. Όμως αν κοιτούσες προσεκτικά , έβλεπες πως είχε όλη τη γλυκάδα ενός μικρού σκαντζόχοιρου , κι αυτό γιατί τον μαρτυρούσαν τα μάτια του. Αυτά δεν μπορούσε να τα κρύψει!»
«Γιατί να θέλει να τα κρύψει όμως ; Ήταν άσχημα;» ρώτησε αθώα και νυσταγμένα.
« Το αντίθετο. Ήταν μαύρα . Θυμάσαι τι έχουμε πει για τα μαύρα μάτια;» Κάτι μουρμούρισε χαριτωμένα αλλά δεν θυμόταν κι έσπευσα να τον βοηθήσω : «Το μαύρο χρώμα είπαμε το βλέπουμε όταν λείπουν τα χρώματα. Λίγοι είναι όμως οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά ατόφια και γυαλιστερά μαύρα μάτια , τα αυθεντικά που λέμε , εκείνα που γεννιούνται με το παιχνίδι των αστεριών. Σε αυτούς τους λίγους τυχερούς , το μαύρο δεν δηλώνει την απουσία , αλλά τον χώρο . Όταν κοιτάξεις καλά μέσα σε αυτά βλέπεις όλο τον χώρο που έχουν μέσα τους για να δεχθούν την ωραιότητα , την ομορφιά και την αγάπη. Ο μάγος της ιστορίας μας είχε ένα ζευγάρι τέτοια .»
«Και δεν του άρεσαν του μάγου όλα αυτά; Μήπως ήταν κακός;»
« Χαχα, όχι μικρό μου. Νομίζω πως απλά δεν το’ξερε.  Πρέπει να έδινε συνεχώς , εδώ κι εκεί , και έκανε συχνά λάθος στην ποσότητα και την ποιότητα. Στο λίγο έδινε πολύ, κι όταν έφτανε το πολύ δεν περίσσευε άλλο. Θαρρείς κι είχε αντικρύσει μια φορά κατάματα το αστέρι του και το άφησε να πεθάνει. Αλλά είχε κάτι που πολλοί θα το ζήλευαν. Είχε τόσο χώρο μέσα του που δεν ήξερε τι να τον κάνει.»
 « Θα πρέπει να ήταν ένας πολύ λυπημένος μάγος…Έτσι μου φαίνεται. » παρατήρησε αμέσως. Δεν ήθελα να απαντήσω σε αυτό κι έτσι τον αποπροσανατόλισα .
« Αυτός ο μάγος πάντως είχε δυνάμεις να ξέρεις!
«Αλήθεια;» πήγε να ανοίξει τα μάτια του από ενθουσιασμό αλλά συγκρατήθηκε γιατί θυμήθηκε τη συμφωνία μας.
« Και βέβαια. Είχε ένα χάρισμα, που λες , αλλά και μια άλλου είδους δύναμη,  τη Χαρμολύπη, και αυτή να ξέρεις ήταν η σωτηρία του αλλά και πρόβλημα του . Αλλά για αυτή θα σου πω αργότερα. Προτού ακόμα αποκτήσει τις δυνάμεις του , ο μάγος της ιστορίας μας γεννήθηκε με ένα ξεχωριστό δώρο : τη φωνή του . Είχε τόσο όμορφη φωνή, και η μητέρα του , που τον υπεραγαπούσε , ήταν εκείνη που ανακάλυψε πρώτη ότι ήταν κάτι το ξεχωριστό. Του έδειξε τι μπορεί να κάνει με αυτήν και πως, αν εξασκηθεί σωστά και μάθει όμορφα τραγούδια , θα μπορεί αργότερα να μιλάει στα πουλιά . Έτσι κι έκανε , λοιπόν , άρχισε να αφουγκράζεται ό,τι μελωδίες άκουγε τριγύρω κι ύστερα μπορούσε να τις μιμηθεί με χάρη. Κάθε φορά που μάθαινε ένα καινούριο , νανούριζε με αυτό τη μητέρα του τα βράδια μέχρι να βαρεθεί ή να παλιώσει . Έτσι μεγάλωνε ο μάγος, κι όταν πια μεγάλωσε κι είχε μάθει όλα τα εκεί  γνωστά τραγούδια , άρχισε να τραγουδά δικά του , και λένε πως  κάθε φορά που περαστικοί βρίσκονταν στο δρόμο του , μαγεύονταν μεμιάς και στέκονταν να τον ακούσουν !»
«Και οι βιαστικοί ; Ξέρεις , αυτοί που σε σκουντάνε στα πεζοδρόμια με τις ομπρέλες τους.»
«Ω, ιδίως οι βιαστικοί ! και με το παραπάνω… Συνεχίζω λοιπόν;» Ο μικρός μου αδερφός ένευσε καταφατικά . Νυσταγμένος μεν , εξαιρετικά περίεργος δε. 

[Συνεχίζεται...]