I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος γ)

III



            “ Αργεί φέτος η άνοιξη. Δεν φημίζεται βέβαια το μέρος που περνώ τη ζωή μου για την καλοκαιρινή του διάθεση αλλά ειδικά φέτος σαν να βαριέται το ρολόι των εποχών να κυλήσει. Έχουν βγει όλα τα άλλα στα μπροστά και σπρώχνουν το χρόνο, τις μέρες , τους μήνες , τις ώρες , κι αυτό των εποχών λες κι είναι ράθυμο και νωθρό , κουρασμένο λέει πως μούδιασε από την ακινησία και δε μπορεί να σηκωθεί . Δεν πειράζει όμως , ακόμα κι αυτό συνηθίζεται .
          Κάπου κάπου όμως , έρχονται βράδια σαν και σήμερα. Σήμερα που τελειώνει ο Απρίλης και πρώτη φορά έβγαλα το αγαπημένο μου πουλόβερ, και ξέρεις , μου είναι δύσκολο να το αποχωριστώ γενικά. Αλλά ειδικά απόψε σαν να καλοκαίριασε απότομα μια νύχτα ανάμεσα σε παγωμένες άλλες , όπως όταν ένας τόσος δα μικροσκοπικός βλαστός φυτρώνει και φαίνεται μέσα από χιόνι και κορδώνεται με πείσμα να σηκωθεί και να ξυπνήσει κι άλλους. Βγήκε μάλιστα και το φεγγάρι ολόκληρο απόψε , τόσο μεγάλη γιορτή.
          Δεν με χώραγαν οι τοίχοι , ούτε το λαγούμι μου. Άρπαξα μια ζακέτα που γρήγορα την έβγαλα και κρατώντας την στο χέρι πήγαινα . Απλά και μόνο πήγαινα. Προτού το καταλάβω είχα περπατήσει για καμιά ώρα και στις ελάχιστες στάσεις που έκανα για να χαζέψω τις επιδράσεις της νύχτας στους διπλανούς μου καταλάβαινα ότι ίδρωνα. Το σώμα μου πήγαινε μόνο του και οι περιπετειώδεις μου πατούσες με έφεραν κοντά σε νερό. Πόσο καιρό είχα να περπατήσω εδώ ! Αποφάσισα να κάνω όλο το γύρο , να αφήσω την αύρα του νερού να με χρωματίσει και τα φώτα της πόλης και των μικρών χωριών απέναντι να προσπαθήσουν να γαλουχήσουν τη μοναξιά μου. Καθώς περπατούσα είδα κι άλλους , ζευγάρια περισσότερο. Οι μόνοι ήταν ελάχιστοι , κι αυτοί άνδρες ώριμοι με τα σκυλιά τους .Ένας σκύλος μάλιστα , ένα μαύρο πανέμορφο λαμπραντόρ φαίνεται ξέφυγε του ιδιοκτήτη του και με ακολουθούσε για ώρα. Προλάβαμε να κάνουμε παρέα τουλάχιστον τον μισό γύρο. Ύστερα από λίγη ώρα προπορεύτηκε και μου γάβγιζε ελαφρά , σαν να ήθελε να μου δείξει κάτι . Αφού πηγαίναμε από τον ίδιο δρόμο δεν είχα αντίρρηση . Ήταν αμοιβαία συμφωνία , εκείνος μου χάριζε συντροφιά κι εγώ τον άφηνα να με οδηγεί, κι αφού δεν μιλούσε μπορούσα να χαθώ άνετα στις σκέψεις μου...
            Ζευγάρια που λες , άλλα περπατούσαν κρατώντας ο ένας τον άλλον από το χέρι – λίγοι όμως τα χανε πλεκτά κι δυνατά , αν και δεν έχει σημασία, άλλοι έτρωγαν το πρώτο παγωτό της χρονιάς , κι άλλοι κάθονταν στα παγκάκια , τους τσιμεντένιους πάγκους και την αποβάθρα . Άλλα ξέρεις αυτούς που είναι αγκαλιασμένοι δεν τους προσέχω ιδιαίτερα , δε μου λένε κάτι καινούριο. Δε λέω , μετράει , όμως δεν μετράει τελικά. Εγώ πρόσεχα εκείνα τα ζευγάρια που κάθονταν αντικριστά ο ένας από τον άλλον , με τη γλώσσα του σώματος τους να μοιάζει με εκείνα τα άστρα-εραστές που ποθούν ο ένας τον άλλον αλλά δεν αγγίζονται κι έτσι ανατροφοδοτείται όλο τους το είναι , με τις κοπέλες να χαμογελάνε όσο πιο γοητευτικά μπορούν και τους άνδρες να τις κοιτάνε . Δεν χρειάζεται να πουν τίποτα , έχουν διάπλατα διαθέσιμο το θώρακα , γέρνουν ελαφρώς και τα καταλαβαίνεις όλα μόνο με το να κοιτάνε. Ή μάλλον εδώ να κάνω μια διόρθωση : ο τρίτος τα καταλαβαίνει όλα αν θέλει να δει , γιατί ο ερωτευμένος κοιτάει τον εαυτό του . Όσο αυταπόδεικτα κι αν είναι τα αισθήματα , η αμφιβολία του ερωτευμένου είναι μικρόβιο ανθεκτικό στην αντιβίωση. Είναι και οι δύο καταδικασμένοι να περιφέρονται στη δίνη του “η αγάπη είναι ελέφαντας” μέχρι να σταματήσουν οι στροφές , να λήξει το εισιτήριο και να τους πετάξουν έξω , τον έναν δεξιά και τον άλλον αριστερά.
             Κι όμως περπατώντας δίπλα τους , μόνη και χωρίς παγωτό , άρχισε να σβουρίζει στο μυαλό μου η σκέψη : Μήπως τελικά για αυτό δεν περιμένουμε την άνοιξη ; Για να καθίσουμε μια καλοκαιρινή νύχτα δίπλα στη λίμνη με έναν άνθρωπο και να κοιτιόμαστε αντικριστά , ενώ τα φώτα και το αεράκι θα αλλάζουν το χρώμα των ματιών μας; Ύστερα από αυτή τη σκέψη βρέθηκα εδώ .”
        “ Δεν γίνεται . Υπάρχει κι άλλο. Δεν μπορεί έτσι απλά να εξαφανίστηκες από το σημείο που βρισκόσουν και να βρέθηκες εδώ. Δεν στέκει.” μου είπες προβληματισμένος ενώ καθόμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλον.
         “ Σίγουρα.” Σιώπησα για λίγο κι ύστερα πρόσθεσα “Το ξέρεις ότι από τότε που ράγισε το άγαλμα σου δεν έχω καταφέρει να ανοίξω πάλι την πόρτα;”
Από την έκπληκτη έκφραση σου κατάλαβα ότι δεν είχες ιδέα αλλά και πως υπήρχε κάτι άλλο που σε  απασχολούσε πιο πολύ .
          “ Θέλω να καταλάβω.”, είπες απλά.
       “Φοβάμαι πως αν σου δώσω και το άλλο κομμάτι του παζλ δεν θα με πιστέψεις, θα τρελαθείς σαν κι εμένα. Είναι τρελό. Πασιφανές , αλλά τρελό.” , είπε και πλησίασε πιο κοντά χωρίς δισταγμό , δίχως να σταματήσει να τον κοιτάει στα μάτια. Έκανε μια απόπειρα να αγγίξει το χέρι του, ωστόσο εκείνος τραβήχτηκε λίγο.
          “ Κοίταξε γύρω σου .”
         Έκανα ό,τι μου είπες. Έριξα μια ματιά τριγύρω , ψηλάφισα ότι μπόρεσα με τις άκρες των δαχτύλων μου , εξέτασα κάθε κυβικό εκατοστό με τη δύναμη των ματιών μου, αλλά το παγωμένο διάφανο γυαλί δεν είχε αλλάξει στο εκατοστό. Βρισκόμασταν σε ένα γυάλινο λαβύρινθο. Είχες δίκιο . Τι πιο τρελό από αυτό;
Τότε ξάπλωσες στο πλάι και μου κι έκανες νόημα να σε ακολουθήσω. Όταν σιγουρεύτηκες πως τα πρόσωπα μας απείχαν μια ανάσα το ένα από το άλλο , μου είπες :
          “Δοκίμασε με.”






Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Για τον καλό μυθιστοριογράφο



           "Θα το πάρω." είπε και έδωσε τα χέρια με τον μεσίτη. Όταν ο τελευταίος έφυγε στάθηκε στη μέση του άδειου εκείνου χώρου που μέσα σε λίγα λεπτά είχε γίνει δικό του. Δεν ήταν πολλά , ένα μικρό με το ζόρι το έλεγες διαμερισματάκι στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυώροφης πολυκατοικίας σε μια ακόμη πιο παλιά και κακόφημη γειτονιά. Αλλά δεν τον πείραζε, πρώτη φορά είχε κάτι δικό του, ολόδικο του. Ο αέρας της ανανέωσης τον έκανε να προσμονά την έμπνευση που θα ερχόταν όπου να 'ναι μαζί με τα καινούρια του κλειδιά.  
           Μέσα σε λίγες μόνο ώρες της επόμενης μέρας , το μετέτρεψε στο χώρο που θα περίμενε κανείς να ζει ένας συγγραφέας. Όχι πολλά πράγματα , ένα κρεβάτι , ένα γραφείο , ένα κομοδίνο να ακουμπάει το τασάκι με τα τσιγάρα του ίσως , και τα προσωπικά του αντικείμενα σκορπισμένα στο πάτωμα. Μόνο το γραφείο ήταν που πρόσεξε ιδιαίτερα , το έβαλε ακριβώς μπροστά στο μοναδικό παράθυρο του σπιτιού και μόνο αυτό ήταν που οργάνωσε , τοποθέτησε προσεκτικά τα χαρτιά , τις πένες , τα μολύβια του ακόμα και τσαλακωμένα τάχα δουλεμένα χαρτιά. Πράγματι όπως αποδείχτηκε , σε κανένα άλλο μέρος του σπιτιού δε μπορούσε να γράψει. Είχε τόση όρεξη και μανία που παθιαζόταν ακόμα και με τις ίδιες του τις μουτζούρες , αλλά δε μπορούσε να αποτυπώσει καμιά δημιουργική σκέψη ούτε πάνω στο κρεβάτι , ούτε στην κουζίνα ούτε στο πάτωμα , παρά μόνο μπροστά σε εκείνο το παράθυρο και μόνο όταν ήταν ανοιχτό. Κι αυτό ,γιατί το μπαλκονάκι του ήταν εσωτερικό , δεν είχε καμιά αξιοπρεπή θέα , ήταν όμως σταυροδρόμι αρμονικών φιλήσυχων ήχων και ευωδιών που έρχονταν από παντού και συναντιόντουσαν όλες εκεί έτοιμες να του ψιθυρίσουν καινούριες ιστορίες για να γράψει.
             Κι έτσι πέρασε μέρες πολλές , γράφοντας , γράφοντας, γράφοντας με μανία και ενθουσιασμό , με ένα πάθος και ευγνωμοσύνη για την αμέριστη ευχέρεια που είχε αποκτήσει η σκέψη και το χέρι του. Πόσο τον ενέπνεε αυτή η ατμόσφαιρα , όλα σαν να συνεργάζονταν γύρω του κι αυτός ένιωθε λες και έγραφε το έργο της ζωής του , εκείνο που έρχεται σε κάθε μεγάλο μυθιστοριογράφο και την αλλάζει για πάντα! Κι έγραφε, έγραφε.... Ώσπου κάποια στιγμή , κάτι σαν να άλλαξε στο σκηνικό .  Σταμάτησε , άφησε κάτω το στυλό , κι αφουγκράστηκε για λίγο. Κλαπ, κλαπ, κλαπ. Μα τι ήταν αυτός ο ενοχλητικός ήχος; κάτι έσταζε. Έριξε μια ματιά στο σπίτι , τίποτα. Βγαίνει στη βεράντα και βλέπει ακριβώς από πάνω τον ηλικιωμένο του διαμερίσματος του έκτου να ποτίζει τα λουλούδια του .
             Βγήκε, λοιπόν , από το διαμέρισμα και ανέβηκε στον επάνω όροφο. Χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξε πράγματι ένας ηλικιωμένος άνδρας που δεν άκουγε και πολύ καλά. Με τα πολλά ο άνδρας κατάφερε να του παραπονεθεί για τη χαλασμένη σκαλωσιά έξω στο μπαλκόνι , που έκανε το αδιάκοπο πότισμα του ηιλιωμένου να διακόπει τον οίστρο του. Ο γέρος φάνηκε να ακούει συγκαταβατικά , του εξήγησε όμως ότι το πότισμα των φυτών στο μπαλκόνι είναι κάτι που συνήθιζε να κάνει η γυναίκα του , και τώρα που έχει φύγει από τη ζωή είναι ο μόνος τρόπος να νιώθει ακόμα συνδεδεμένος μαζί της. Κοντά της. Εκείνος δεν είχε πλέον επιχειρήματα, τον αποχαιρέτησε λοιπόν και επέστρεψε αποθαρρημένος στο διαμερισματάκι κ το γραφείο του. Δεν είχε άλλη επιλογή , έπρεπε να συνεχίσει ακόμα και από αυτές τις συνθήκες , όφειλε να μην αποσπαστεί , να μείνει αφοσιωμένος για χάρη του έργου του, του καλύτερου έργου της ζωής του!
             Τα κατάφερε , πλατς πλατς, συνέχιζε να γράφει, να βρίζει , να σταματάει , να στενοχωριέται, να ξαναρχίζει, μα γρήγορα προσαρμόστηκε και ξαναβρήκε το ρυθμό του . Ήταν τόσο ενθουσιασμένος , δε σκεφτόταν τίποτε άλλο , παρά μόνο πως δημιουργούσε κάτι πολύ σπουδαίο! Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα είχε φτάσει κιόλας στο τελευταίο κεφάλαιο, στην τελευταία πράξη των ηρώων του . Πόσο εκστασιασμένος ήταν , τελείωνε το πιο καλό του μυθιστόρημα , σε πολύ λίγο θα...! Ωσπου ξαφνικά, σταμάτησε. Έτσι απλά, σταμάτησε. Το μυαλό του κόλλησε , σάστισε και άφησε κάτω το χαρτί και το μελάνι. Δεν είναι δυνατόν , είπε φωναχτά. Κάτι συνέβη , στάθηκε να καταλάβει. Όλα ήταν στη θέση τους όμως οι σταγόνες είχαν σταματήσει να τρέχουν . Δε μπορεί , όχι τώρα! Κι όμως εκείνη την ώρα ήταν όλα τόσο ήσυχα , που μπορούσε να ακούσει μόνο τον ήχο που έκανε το ασθενοφόρο έξω από την είσοδο του κτιρίου.
           Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε κάτω. Είδε δύο ανθρώπους να βάζουν τον ηλικιωμένο μέσα στο ασθενοφόρο πάνω σε ένα φορείο. Δεν φαινόταν καλά , σαν να κρυφάκουσε από κάποιον παραπέρα πως ήταν ήδη πολύ αργά. Τον έπιασε πανικός. Επέστρεψε στο γραφείο του. Τον έλουζε κρύος ιδρώτας , δε μπορούσε να καθίσει. Ούτε να σταθεί μπορούσε , ζαλιζόταν. Ξάπλωσε στο κρεβάτι μα έγινε χειρότερα. Στάθηκε δίπλα στο παράθυρο σε μια ύστατη προσπάθεια να ακούσει ή έστω να σχηματίσει την ψευδαίσθηση του ήχου του νερού που έσταζε πάνω στη χαλασμένη σκαλωσιά που τόσο τον ενοχλούσε και κατάφερε τελικά να εναρμονιστεί και να ταυτιστεί τελικά με τη βενζίνη που τον έκανε να γράψει. Τίποτε, ήταν μάταιο . Δεν άκουγε τίποτα. Κοίταξε το ασθενοφόρο κάτω στο δρόμο από ψηλά , κι ύστερα  το γραφείο του , τα σκορπισμένα χαρτιά , τα μελάνια , τα δάχτυλα του που είχαν γίνει μπλε από το μελάνι , το μισοσβησμένο του τσιγάρο, τα λιωμένα ρούχα του και την τελευταία σελίδα του καλύτερου του έργου. Την πήρε στα χέρια του , γέλασε νευρικά, την τσαλάκωσε και την έβαλε στο στόμα του . Ύστερα πήδηξε τα κάγκελα τρέχοντας και έπεσε στο κενό.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

To Φάντασμα της πόλης


           Το χώμα μυρίζει όπως εχθές . Όλα βρεγμένα , γυαλίζουν κάτω από το φως. Είναι πρωί , πολύ πρωί , πού να προλάβει ο ήλιος να μας στεγνώσει. Κι εδώ που σε έχω φέρει μάτια μου , μόνο να μας κάψει μπορεί. Αν ήσουν εδώ να περπατήσεις μαζί μου , θα σου δινα το μπράτσο μου να το κρατάς . Μα δεν πειράζει , θα συνεχίσω να ανηφορίζω τον πεζόδρομο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του παλτού μου , και θα αφήσω επίτηδες το δεξί μου χέρι λίγο πιο έξω , σαν να παίζουμε πάλι με την Ιδέα σου το παιχνίδι της αρπαγής. Με προλαβαίνει πρώτη.
          Δες εδώ , να εδώ , αυτή την ευθεία που σήμερα για μένα είναι ανηφόρα κι αύριο θα πρέπει να την κατέβω από την αρχή. Πάνω στο πλακόστρωτο έχω ρημάξει τα καλύτερα μου παπούτσια κι έχω την αξίωση να περηφανεύομαι ότι δεν το κάναμε μαζί. Δεν έχεις περπατήσει ποτέ σε αυτό το δρόμο, δεν έχεις στρίψει ποτέ σε εκείνο το στενό, δεν έχεις μοιραστεί την πρωινή ομίχλη με τους τρελούς οδηγούς , δεν έχεις μυρίσει ποτέ τον αέρα αυτής της πόλης. Δεν έχεις έρθει ποτέ εδώ. Δεν είσαι από δω.
         Κοίτα εκεί . Εκεί ντε! Παραλίγο να δείξω με το χέρι. Σε βλέπω απέναντι μου, είσαι η κοπέλα που κάθεται στο παρκάκι , αυτή που με προσπερνάει όταν είμαι στο δρόμο, μια άλλη που σταματάει στο περίπτερο , ή εκείνη από το τμήμα του άλλου κτιρίου που τη βλέπω πού και πού και μιλά και γελά σαν εσένα Ή εκείνη τη φορά που σταμάτησα μια τύπισσα στο μετρό και δε θυμάμαι σε ποια γλώσσα της ζήτησα συγνώμη. Κι ενώ έχω πετάξει μια για πάντα το σεντούκι μας στη θάλασσα , είμαι ακόμα παντρεμένος με τη σκιά σου , αφού ό,τι ξένο βρω το κάνεις διφυές , κι ακόμη εγώ , που πάντα έλεγες πως μοιάζω με το φως, γίνομαι πιο κλειστός και σκοτεινός και ως το ξημέρωμα σου έχω μοιάσει .                       
          Να τώρα βρέχει. Σαν να σε βλέπω απο μια μεριά να ρίχνεις το νερό εσύ . Όπως εμφανίζεσαι κι εξαναφανίζεσαι , έτσι κι αυτή . Αρχίζει ελαφρά και μας παιδεύει με τα χάδια για ώρες , ύστερα σταματάει, μας κρατάει ακίνητους , αφυδατωμένους , κι ύστερα αρχίζει ξανά χωρίς ποτέ να δυναμώνει. Ίσα να μας κάνει για υποκατάστατο. Ήρθα εδώ γιατί μου έλειπε το νερό του ουρανού, το λαχταρούσα , το λάτρευα ούτε που ένιωθα ποτέ τη μελαγχολία του. Μα έτσι είμαστε εμείς. Ξεκινάμε γυμνοί και στο τέλος αλυσοδενόμαστε με την ομπρέλα παραμάσχαλα.
       Μείνε λίγο ακόμα μαζί μου, σχεδόν έφτασα. Σε λίγο μπορείς να φύγεις πάλι. Θα πάρεις το άρωμα σου που χει αποτυπωθεί στη μνήμη μου και θα το σκορπίσεις στον αέρα λίγα λεπτά πριν μέχρι να το συνηθίσω . Ίσως θυμηθώ και κάνα φιλί , μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο , από αυτά τα άτσαλα , τα βιαστικά. Αυτά θα τα βρεις πάνω πάνω . Φτάσαμε. Περίεργο, σχεδόν φαντάζομαι τώρα και διπλά ίχνη λάσπης στο πατάκι.  Τώρα όπου να σαι θα μετρήσω αντίστροφα. Πάντα σε τυχαία σειρά. Κι όπως θα στέκομαι μονάχος πίσω από την πόρτα και θα κλειδώνω δυο φορές , εσύ θα χεις ήδη στοιχειώσει τον επόμενο περαστικό. Λίγο ακόμα , κάθε φορά , άλλο λίγο. Φοβάμαι πως τελειώνει ο χρόνος μας. Δεν έχω πει ακόμα κουβέντα.
Μα θέλω τόσα να σου πω και τα αστέρια δε γελάνε. Αύριο πάλι.