I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μύθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μύθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (μέρος β')


...μέρος δεύτερο
[Δείτε το α'μέρος εδώ : http://retro-hats.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html]


Το ενδιαφέρον του κόσμου έκανε πολύ γρήγορα χαρούμενο τον μάγο . Δεν του ήταν πάντα εύκολο να το κάνει , αφού όσο περνούσε ο καιρός κι αυτός μεγάλωνε ,  κάθε χρόνος που περνούσε από πάνω του ένιωθε να παίρνει και κάτι από μέσα του . Όμως είχε αποφασίσει να συνεχίσει ακούραστος . Μάζευε εμπειρίες και γνώριζε ανθρώπους καθημερινά , δεν αθετούσε όμως ποτέ την υπόσχεσή του να χαρίζει το τελευταίο του τραγούδι κάθε βράδυ στην αγαπημένη μητρική φιγούρα του σπιτιού του. Κι όπως συμβαίνει με όλες τις μαμάδες , ακόμα και τις μέρες που αρρώσταινε και οι νότες έβγαιναν σκουριασμένες και ταλαιπωρημένες , εκείνη τον έπαιρνε αγκαλιά και του έλεγε πως δεν πειράζει, πως θα τον ξεκουράσει εκείνη σήμερα, σιγομουρμουρίζοντας τραγουδιστά πλάι του.
 Όπως συμβαίνει όμως συχνά με τους αλλοφερμένους ανθρώπους , ο μάγος δεν γνώριζε ότι εκτός από αγάπη κι ευγνωμοσύνη , τα τραγούδια του προξενούσαν τον φθόνο κι αποτελούσαν πόλο έλξης για κείνους που δεν είχαν βρει ποτέ το χάρισμα τους και πάσχιζαν να γραπωθούν από των άλλων.
 Όταν μεγάλωσε αρκετά και ήρθε η ώρα να αφήσει το σπίτι, αποφάσισε πως ήθελε να δει τον κόσμο ή τουλάχιστον , όσο περισσότερα μέρη μπορούσε, να συλλέξει κι άλλους ήχους και μουσικές και να συνθέσει όμορφα τραγούδια . Αποχαιρέτησε την οικογένεια του και ξεκίνησε , πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη , χωριό και χωριό, ρουφώντας ήχους και καινούριες μελωδίες και τραγουδώντας όπου τον καλούσαν . Φυσικά η φήμη ενός τέτοιου μάγου δεν είναι δυνατόν να μείνει κρυφή για πολύ. Έτσι, οι τσαρλατάνοι κι οι απατεώνες έκαναν ουρές, τον πλησίαζαν και του πουλούσαν συναναστροφή , άλλοι τον δελέαζαν με σκοτεινές προσφορές και μυστικά για να τους δώσει τη φωνή του  και μερικοί το έκαναν τόσο καλά που τον εκμεταλλεύτηκαν πολλές φορές μέχρι να μάθει να την προστατεύει . Αποφάσισε, λοιπόν, να βάλει τη φωνή του σε ένα κουτί, το κλείδωσε και το έκρυψε καλά και δεν την χρησιμοποιούσε παρά μόνο όταν τη χρειαζόταν. Είχε κι αυτό όμως το τίμημά του . Όσο καιρό η φωνή προστατευόταν στο κουτί , τόσο η καρδιά του μάγου γινόταν ευάλωτη και βαριά . Μετά από ώρες περιπλάνησης , για παράδειγμα, έγερνε ελαφρώς μπροστά , καθώς ένιωθε τόσο αφόρητα μεγάλη την καρδιά του και δεν μπορούσε εύκολα να την κουβαλήσει. Όσο όμως τραγουδούσε , γινόταν πάλι ένα μικρό αγόρι , και φανταζόταν αντίκρυ τη μητέρα του να του ζητά να της το αφιερώσει προτού πέσει για ύπνο…»
«Η φωνή του ήταν και η Χαρμολύπη ;» με ρώτησε νυσταγμένος , και με το δίκιο του , γιατί η νύχτα προχωρούσε και δεν ήταν ώρα για προεκτάσεις.
«Όχι μικρό μου , η Χαρμολύπη έφτασε αργότερα στα χέρια του μάγου και με έναν πολύ παράξενο τρόπο…»
«Πώς δηλαδή;»

« Περίμενε να την καλέσουν.»
 «Θα σου εξηγήσω σύντομα τι εννοώ.  Όμως πρώτα θα μου υποσχεθείς πως ό,τι κι αν ακούσεις απόψε , δε θα ψάξεις ποτέ να βρεις τη Χαρμολύπη , Ναι;» Πόνταρα στο γεγονός ότι το νεαρό της ηλικίας σου και η αφηγηματική χροιά της φωνής μου θα σε νανούριζαν τόσο που δεν θα έφερνες μεγάλη αντίσταση.
«Υποσχέσου μου πως δε θα την αναζητήσεις ποτέ , μ’ακούς;»
« Το υπόσχομαι» . Κι εκεί που νόμιζα πως τη γλίτωσα , έκανε τη πιο συνηθισμένη και χιλιοειπωμένη ερώτηση των 5 ετών και κάτι : « Γιατί;»
«Γιατί η Χαρμολύπη τελικά , δεν είναι και πολύ ωραίο πράγμα…» Σούφρωσε λιγάκι τα χείλη και με σκούντησε ελαφρώς , αποδεχόμενος το αίνιγμα και απαιτώντας να συνεχίσω ακόμη κι αν δεν έμεινε πλήρως ικανοποιημένος με την απάντηση μου.
« Ο Μάγος είχε συνηθίσει σε αυτή τη ζωή , προχωρώντας πάντοτε προσεκτικά , κι ας συναντούσε τόσο κόσμο στο διάβα του, με ελάχιστους συντρόφους για παρέα , αφού άλλαζε συχνά συνοδούς και πολλές φορές κρατούσε κρυφό το χάρισμα του, σαν ένα πολύτιμο κι επικίνδυνο μυστικό. Του άρεσαν οι παρέες και απολάμβανε συνάξεις όπου του δινόταν η ευκαιρία να σφυρίζει – ποτέ όμως να τραγουδά. Κατά βάση όμως ταξίδευε μόνος το μεγαλύτερο διάστημα κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο , γιατί δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει να κουβαλήσει την καρδιά του . Τα τραγούδια που φύλαγε και δεν έλεγε πια , γίνονταν φορτίο και στοιβάζονταν εκεί το ένα πάνω στο άλλο.  Από την άλλη ήταν όμως και το πιο ασφαλές γιατί έτσι δεν ήταν διαρκώς σε επιφυλακή μήπως κάποιος ανακαλύψει το μυστικό του και το θελήσει για τον εαυτό του. Συνέχιζε όμως να ταξιδεύει και να αφουγκράζεται μουσικές και τραγούδια του κόσμου περπατώντας κάθε μέρα πιο κοντά στο όνειρό του.
»Μια μέρα λοιπόν ο Μάγος, μετά από κοπιαστικό σεργιάνι , έφτασε στην Πόλη της Βροχής . Μάλιστα, κατέφτασε πολύ ενθουσιασμένος , γιατί είχε ακούσει από πολλούς στο δρόμο του να επαινούν την ομορφιά της και τους γεμάτους με νέους ανθρώπους δρόμους της . Η πόλη αυτή είχε όλα τα καλά , είχε όμως μονάχα ένα κακό : δε σταματούσε ποτέ να βρέχει . Όλο το χρόνο έβρεχε , χειμώνα καλοκαίρι , άλλοτε δυνατά και φοβερά κι άλλοτε σιγανά και τρυφερά , σαν να χαιδεύει το έδαφος . Δεν σταματούσε όμως ποτέ .Οι μελαγχολικοί τότε γέμιζαν θλίψη , και η αισιόδοξοι απογοήτευση. Ο Μάγος όμως δεν ήταν ούτε το ένα , μα ούτε και το άλλο. Όταν το καλοσκεφτόταν , κατέληγε πως ίσως , να ίσως ,και να ήτανε λιγάκι μόνος όλο κι όλο.  Δεν ήταν λίγες οι φορές , που κάπου κάπου στα ταξίδια του , αναζητούσε υποσυνείδητα κι άλλους μάγους ή μάγισσες , κάποιον που θα μπορούσε να του τραγουδήσει δίχως να φοβάται , κι ίσως να έβλεπε κι εκείνος παρόμοια θαύματα. Είχε λοιπόν ακόμα την ελπίδα , πως κάπου στην Πόλη της Βροχής ,  κάτω ίσως από κάποια ομπρέλα , να ‘βρισκε πλάσμα να του μοιάζει.»
« Και το βρήκε;»
« Αν με διακόπτεις συνέχεια πώς θα μάθεις; όλα με τη σειρά τους !» Άσε που πρέπει να σε πάρει κι ο Μορφέας σιγά σιγά , σκέφτηκα.
« Μμμ, καλά εντάξει δε θα σε ξαναδιακόψω .  Να ρωτήσω , η Χ..-- »
« Το κάνεις επίτηδες για να μην κοιμηθείς έτσι; » Όχι που δεν θα το καταλάβαινα !
«Καλά ντε δεν είπα και τίποτα…Δεν θα ξαναπω τίποτα τώρα. Συνέχισε γιατί έχεις αφήσει τον μάγο στην Πόλη της Βροχής.»
«Θυμάμαι , και;»
«Ε τον έχεις αφήσει και βρέχεται τόση ώρα..!» 

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Σαν ένα μύθο του Αισώπου



            ΄Ηταν κάποτε μια ιστορία, λίγο μετά τη δημιουργία του κόσμου. Γεννήθηκε η Φύση, με τη στεριά , τη θάλασσα, ο ουρανός κι ο Χρόνος. Κι ήρθε η μέρα που η Φύση έπρεπε να ορίσει το ζωικό βασίλειο. Φώναξε ξεχωριστά όλα τα ζώα του δάσους , ύστερα της θάλασσας , κι ύστερα του ουρανού. Τους μίλησε για τη σημασία που έχουν το καθένα ξεχωριστά για τη διατήρηση της ζωής και πως ήταν ανάγκη να έχουν έναν βασιλιά για να τους προστατεύει και να τους διαφεντεύει γιατί αυτή θα κοιμόταν στο κέντρο της γης μέχρι το τέλος του κόσμου.
               Έτσι λοιπόν, για τον ουρανό, όρισε βασιλιά τον αετό και του είπε πως ό,τι ζει και κινείται σε αυτόν , είναι δικό του.  Ο αετός φώναξε ευχαριστημένος και πέταξε μακριά.  Για τη θάλασσα, ήθελε στην αρχή να βάλει τον καρχαρία , μόλις είδε όμως ότι τα άγρια ένστικτα του εύκολα τον παρασύρουν , αποφάσισε να τον αλλάξει με το ευγενικό και καλοκάγαθο δελφίνι. 
             Με το βασίλειο της στεριάς, η Φύση προβληματίστηκε περισσότερο από όλα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει ανάμεσα στην τίγρη, το λιοντάρι και τον γορίλα. Αρχικά, απέρριψε τον τελευταίο γιατί παρότι ήταν πολύ δυνατός , εύκολα μπορούσε να τον ξεγελάσει κανείς. Έπειτα δεν κατάφερνε να διαλέξει το λιοντάρι ή την τίγρη αφού για το πρώτο φοβόταν την αυταρέσκεια και την υπερηφάνεια του ενώ για την τίγρη την ανησυχούσε η επιθετική της τάση και η αγάπη για εξουσία. Τα ζύγισε καλά και αποφάσισε να κάνει το λιοντάρι βασιλιά , γιατί πίστευε ότι θα βασίλευε με δικαιοσύνη και πραότητα. Η τίγρης δυσαρεστήθηκε τρομερά με την απόφαση της Φύσης και τη θεώρησε άδικη , μα δεν είπε τίποτα και έφυγε. Τοτε το λιοντάρι , άρχισε να καυχιέται για τη δύναμη και τις ικανότητες του , τόσο πολύ η Φύση αναγκάστηκε να τον προειδοποιήσει πως πρέπει να σεβαστεί τις αποφάσεις της και να ακολουθήσει τους νόμους της , γιατί αν διαταρράξει την ισορροπία της και ξυπνήσει από τα έγκατα της γης θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες. 
          Το λιοντάρι συμφώνησε με τα λόγια της χωρίς να τα βάλει στην καρδιά του. Οι μήνες κυλούσαν ήρεμα στα τρία βασίλεια. Τα ζωντανά του ουρανού ένιωθαν δέος για τον γέρακα , τα θαλάσσια ζώα ένιωθαν σεβασμό και ευγνομωσύνη για το δελφίνι , και στη στεριά τα όντα του βασιλείου του λιονταριού έτρεμαν με έναν του βρυχηθμό. Όμως στο λιοντάρι , άρεσε πάρα πολύ να επιδεικνύει τη δύναμη του και δεν δίσταζε να εκμεταλλεύεται τους υπηκόους του για να ικανοποιήσει την αχόρταγη υπερηφάνεια του  . Η τίγρης που έβλεπε σε όλα αυτά την αδικία της Φύσης , πήρε το θάρρος να πάει να τη βρει και να την ξυπνήσει από τον ύπνο της. Η Φύση ανέβηκε στη γη και είδε πράγματι οτι τα λόγια της τίγρης επαληθεύτηκαν. Ωστόσο , ακόμα και την τελευταία στιγμή αποφάσισε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. 
            Μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο κατακόκκινο ελάφι με τα κέρατα του να γυαλίζουν σαν να ήταν φορτωμένα διαμάντια . Πήγε κοντά σε μια λίμνη με νερό , που ήταν και το λιοντάρι και έκανε τάχα μου πως διψούσε. Μόλις το λιοντάρι αντίκρυσε το ελάφι , ξεγελασμένο από τη χάρη και την ομορφιά του, το λιγουρεύτηκε και όχι μόνο δεν του έδωσε νερό , μα το κυνήγησε σε όλο του το βασίλειο. Έτσι λοιπόν η Φύση , για να τον δοκιμάσει, βγήκε από εκεί και έτρεξε ως τη θάλασσα. Το λιοντάρι για μια στιγμή σκέφτηκε την προειδοποίηση της, πως δεν έπρεπε να βγει απο το βασίλειο του ούτε να ταράξει με οποιονδήποτε τρόπο την ισορροπία της, τυφλωμένο όμως από τη λαχτάρα του να αρπάξει το ελάφι , παρασύρθηκε και το κυνήγησε κατα μήκος της ακτής. 
       Φτάνοντας σε έναν μικρό κολπίσκο περιτριγυρισμένο από βράχια, το ελάφι φαινόταν παγιδευμένο. Μόλις το λιοντάρι πλησίασε ευχαριστημένο, εκείνο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας απο μπροστά του κι ένα τεράστιο κύμα σκέπασε το λιοντάρι. Σε λίγες στιγμές , βρέθηκε να παλεύει με τα κύματα , να βρυχάται μα δεν ήξερε πώς να κολυμπά και η θάλασσα δεν υποκλινόταν στον βρυχηθμό του. Ηταν έτοιμο να παραδοθεί όταν μπροστά του εμφανίστηκε με την πραγματική της μορφή η Φύση. 
"Όσο και να βρυχάσαι, άλλος είναι εδώ ο βασιλιάς. Δεν είναι η θάλασσα υπήκοος σου." του είπε.      
           Τότε το λιοντάρι , άρχισε να απολογείται λέγοντας πως κατάλαβε την ανοησία του και δεν πρόκειται να ξαναφερθεί τόσο απερίσκεπτα. Παρακαλούσε τη Φύση να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνη τότε του είπε πως το δελφίνι ήταν υπεύθυνο να το αποφασίσει. Φώναξε λοιπόν το δελφίνι και εκείνο αποφάσισε να του τη χαρίσει. Εντυπωσιασμένο το λιοντάρι μπροστά στην ευγένεια του, το ευχαρίστησε και γύρισε πίσω στο βασίλειο του έχοντας καταπιεί την υπερηφάνεια του.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Η διπλή ταυτότητα του λύκου

          
       "Mεγάλωσα. Ένιωσα τεράστιος μπροστά στους  άλλους , πολλές φορές τους διπλανούς μου για όλα όσα είχα καταφέρει. Περηφανεύτηκα για αυτό που είχα γίνει , και ταυτόχρονα το μίσησα. Ένιωσα μικρός , πολύ μικρός, μικροσκοπικός μπροστά στον κόσμο, ή μάλλον μπροστά στο χάος του κόσμου  . Ένιωσα ενοχές για το πόσο διαφορετικός είμαι από τους άλλους στον τρόπο που μεγάλωσα , που μιλάω , που σκέφτομαι , που δεν  θέλω να αλλάξω τον τρόπο που μεγαλώνω και κάθε λεπτό της ζωής μου γερνάω. Ένιωσα ντροπή για ανθρώπους και φίλους που υπήρξαν κοντά μου και η ζωή αναγκάστηκε να μας χωρίσει γιατί ο χρόνος τους έκανε να με κοιτούν διαφορετικά. Έχω σκύψει το κεφάλι μπροστά σε δάχτυλα που έδειχναν και άλλα τα έχω σπάσει με το γάντι.  Έχω πάει βόλτα μοναχός μου σε μέρη που δε μου θυμίζουν τίποτα , για να μη θυμάμαι και έχω προσευχηθεί όλα γύρω να άλλαζαν ή να άλλαζα εγώ.  Έχω ευχηθεί κρυφά να μενα πάντα ένα μικρό παιδί , ο ζωηρός γιος του πατέρα μου , χωρίς να χρειαστεί ποτέ ο κόσμος να μου βάλει ταμπέλα για τη δουλειά μου , την οικογένεια μου, το εισόδημα μου, τις φιλοδοξίες , τις πεποιθήσεις , τα όνειρα μου. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ενοχλήσει με αυτά ένα παιδί. Για μένα φίλος ηταν το διαφορετικό παιδί που έβλεπα κάθε μέρα στο πάρκο και παίζαμε πρώτα κανένα δύωρο πριν ρωτήσουμε το όνομα του.
       Μεγάλωσα. Διάβασα για πολέμους στην ιστορία αλλά κανένα βιβλίο δε μου τα πε τόσο καλά όσο ο παππούς μου τις Κυριακές μετά το φαί που καθόμουν στα πόδια του δίπλα στο τζάκι. Δεν έχω ζήσει ακόμα όλα αυτά που διηγήθηκε ο παππούς μου , μα ζω άλλους πολέμους πιο μοντέρνους της γενιάς μου. Το πιο δύσκολο είναι να ξέρεις να διαλέγεις τις μάχες σου,  αυτό το μαθαίνω ακόμα. Και τ'αλλο, να ξέρεις να φέρνεις την ισορροπία μέσα σου όταν γύρω σου τα μισά είναι σε μεγέθυνση και τα άλλα μισά σε σμίκρυνση κι εσύ πρέπει να ξέρεις να προσαρμόζεσαι κάθε φορά. Έμαθα να δείχνω κουρδισμένος μπροστά στα θύματα του σύγχρονου ματριξ , και αυτούς που δε διάβασαν ποτέ το "1983"  και πίσω τους να γελάω με τα κλειδάκια πίσω από τις πλάτες τους. Έμαθα να μη σπαταλάω την ενέργεια της φωνής μου σε καρδιές χωρίς ηχώ και να τη φυλάω για ανθρώπους που κουβαλάνε μικρόφωνα μαζί τους στο δρόμο.  Δεν ξέρω πολλά ακόμα , ούτε οι γονείς μου ξέρουν . Δεν το 'χα καταλάβει στην αρχή αλλά καθώς περνούσε ο καιρός οι φράσεις "να περπατάς τυφλός είναι ευκολότερο" και "ουδείς αναντικατάστατος" και έμοιαζαν περισσότερο λογικές. Κατα βάθος σε κάθε τι πιο σημαντικό είμαστε βαθύτατα μόνοι. Πήρα πολλή αγάπη. Πήρα όση πρόλαβα.  Δεν υπάρχει πολλή απο αυτήν έξω , κρύβεται από την ασχήμια του κόσμου κι εμφανίζεται σποραδικά λίγο λίγο σε μικρές δόσεις και την παίρνει όποιος τη δει πρώτος.
       Μεγάλωσα. Και είμαι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους που δεν κατάφεραν να ξεχάσουν ό,τι έπρεπε να ξεχάσουν για να ζήσουν ψευτοευτυχισμένοι, απο αυτούς που πίστευαν ότι και οι διπλανοί έχουν τις ίδιες αρχές και την ίδια ελευθερία σκέψης και πνεύματος , την ίδια διάθεση για ζωή. Δεν είχαμε τους ίδιους γονείς , αλλά κανείς δεν το σκέφτηκε τότε πως είναι σπάνιοι κι αυτοί. 
       Μεγάλωσα και το μόνο που μου έμεινε ανόθευτό κι αυθεντικό είναι μια παραβολική ιστορία που μου 'πε μια απο αυτές τις Κυριακές ο παππούς μου . Με είχα καθίσει στα γόνατα του μπροστά στο τζάκι για να μπορώ να βλέπω τις σκιές που έκανε η φλόγα και τα 7 χρονών ματάκια μου να κάνουν παιχνίδι με τη φαντασία μου. << Παιδί μου -είπε- σε καθενός την ψυχή , μέσα εκεί , γίνεται πάντα μια μάχη μεταξύ δυο λύκων. Ο ένας είναι άγριος σκοτεινός με μαύρο σκληρό τρίχωμα και κόκκινα γυαλιστερά μάτια, είναι κακός , είναι ο θυμός , η ζήλεια, ο φθόνος, η δυσαρέσκεια, η κατωτερότητα , τα ψέματα και ο εγωισμός.  Ο άλλος είναι λευκός , ξαπλώνει πάντα ήρεμος ή στέκεται με χάρη και περηφάνια κοιτώντας με γαλανά μάτια σαν της θάλασσας . Αυτός είναι καλός , είναι η χαρά, η γαλήνη , η αγάπη, η ελπίδα , η ανθρωπιά , η ταπεινότητα , η ευγένεια και η αλήθεια.>> Τον ρώτησα με την παιδική μου αφέλεια αν τους έχει γνωρίσει και μου απάντησε << Φυσικά , και τους δύο!>> Μαγεμένος από την αφήγηση που πυροδότησε μια σειρά από μαγικές εικόνες στο μυαλό μου έσπευσα να τον ρωτήσω ποιος λύκος νικάει στο τέλος και μου απάντησε << Αυτός που ταΐζεις περισσότερο, παιδί μου>> .  Τον κοίταξα τότε , ίσα που ξεχώριζε μέσα από τα άσπρα γένια και τα μαλλιά. Ο μόνος λόγος που το θυμάμαι πάντα είναι γιατί κοιτώντας στα γαλανά ήρεμα μάτια του παραμυθά μου , είπα << Παππού ο άσπρος λύκος πρέπει να είναι πολύυυ όμορφος.>> ..."









~ Υ.Γ.  Για το κείμενο αυτό εμπνεύστηκα από αυτή την εικόνα , επομένως η αλληγορία με τους λύκους δεν είναι εντελώς δική μου , ωστόσο τη στόλισα και τη μετέτρεψα σε κάτι πιο ζωντανό ~ 

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Ο παπουτσωμένος γάτος

  "Ο έξυπνος γάτος πήγε γρήγορα στο κάστρο και βρήκε το γίγαντα . 
-Είναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι μπορείς να μεταμορφωθείς σε οποιοδήποτε ζώο θέλεις;
-Φυσικά και μπορώ. Μπορώ να γίνω ό,τι ζώο θελήσω, απάντησε εκείνος.
-Μάλιστα, δηλαδή μπορείς να μεταμορφωθείς ακόμα και σε κάτι πολύ μικρό; Όπως για παράδειγμα ένα ποντίκι; 
Ο γίγαντας μέσα σε μια μόνο στιγμή μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό ποντικάκι. Γρήγορος όπως ήταν ο γάτος όρμησε , έπιασε το ποντίκι και το έφαγε. "


     Το παραμύθι έχει γραφτεί για να σχολιάσει την αδικία. Για αυτήν θέλω να μιλήσω σήμερα. Γιατί στο λίγο της ζωής μου , τα ελάχιστα μα αξιοσημείωτα βιώματα των τελευταίων 18 μου χρόνων με έχουν διδάξει να αντιμετωπίζω με μια δόση "αναισθησίας" ορισμένα κοινωνικά φαινόμενα αυτού του έρμου κόσμου . Αντίδραση; Μηχανισμός άμυνας; Ίσως. Ίσως κάτι από όλα , και λυπάμαι που το λέω , μα πόσο βοηθάει την ψυχολογία όταν δεν εκπλήσσεσαι πλέον με την ασχήμια του σήμερα, δεν απογοητεύεσαι σαν την πρώτη φορά από τα καμώματα των γύρω σου; Λιγότερες προσδοκίες , θα μου πεις. Μετρημένες θα πω κι εγώ. 
    Μόνο που , για να πω την αλήθεια, με το θέμα της αδικίας , είναι που πρέπει να κάνω λίγο ακόμα εξάσκηση . Δεν την έχω συνηθίσει ή για να το θέσω καλύτερα δεν την έχω αποδεκτεί στο βαθμό που πρέπει ώστε να της αντιστέκομαι χωρίς να χάνω την ψυχραιμία ή τον εαυτό μου . Εκτός τον άλλων βέβαια, θα ήταν πιο εύκολο για τον καθένα από μας να αποκτήσει αυτή τη μορφή ανοσίας στην αδικία που συμβαίνει στους άλλους , ωστόσο αν αυτή η αδικία συμβαίνει σε μας τους ίδιους , τότε είναι πολύ πιο περίπλοκο να το δουλέψει κανείς. Κάποιοι θαυμάζουν την εξυπνάδα του γάτου της ιστορίας μας. Κάποιοι άλλοι τους απαντούν πως είναι πονηριά. Μα έχει σήμερα στα αλήθεια σημασία; 
 Οι γίγαντες που βρίσκονται σήμερα στη ζωή μας, οτιδήποτε βλέπει ο καθένας ως τον προσωπικό του γίγαντα, παίρνουν ό,τι μορφή τραβά η ψυχή σου και κυβερνούν. Και πες πως βρίσκεις το θάρρος , πως έχεις τα κότσια και ορθώνεις το γατίσιο σου ανάστημα μπροστά του. Μπορείς πάντα να τον πείσεις να γίνει ποντίκι , ακόμα κι αν επιστρατεύσεις όλη σου την εξυπνάδα/πονηριά ;  
 Όχι. 
 Ο άνθρωπος δεν θα καταφέρει ποτέ να τους αποτινάξει από πάνω του. Η αδικία κάνει κύκλους , μεταλαμπαδεύεται , μπερδεύεται, διδάσκεται, αλλάζει πρόσωπα και χτυπά. Ο παπουτσωμένος γάτος είχε από πίσω του έναν εξαιρετικό συγγραφέα που τον έκανε τυχερό εκτός από έξυπνο , και του χάρισε έναν λιγότερο εύστροφο συμπρωταγωνιστή. 
 Πράγματι τώρα που το ξανασκέφτομαι , θέλει δουλειά . Θέλει κόπο να αναγνωρίσεις γύρω σου την αδικία , να αποδεκτείς το γεγονός ότι συμβαίνει κι ότι ναι, πολλές φορές θα συμβεί και σε σένα, γιατί σε κάποιον πρέπει να συμβεί. Κι αυτό που λένε , ότι τέτοιες καταστάσεις δίνονται σε ανθρώπους που είναι ικανοί να τις αντιμετωπίσουν κατά βάθος το πιστεύω.
  Κι αν στην τελική δεν ξεγελάσουμε τον γίγαντα μας , ή δεν αντέξουμε μπροστά τους , έχουμε πάντα εκεί τους φίλους μας να μας αγκαλιάζουν και να μας τραγουδάνε όταν δεν βγαίνει η φωνή μας. 
  Κι έτσι , καταλήγουμε κάτι σαν τους μουσικούς της Βρέμης .
  Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία...