I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όνειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όνειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Ο Σοπεν(αουερ) Ονειρεύεται



Two Brothers by Ernst Ludwig Kirchner
Όταν μπήκαν στο ιερό, ήξεραν ότι τα ονόματα τους θα ήταν τα εξιτήρια τους. Ο πρώτος αδελφός σαν από ένστικτο αγόρασε έναν «Αρτούρ», και ο δεύτερος που είχε πανομοιότυπα δάχτυλα με του Σοπέν, πήρε τον τελευταίο.  
Ο Σοπέν θα έχτιζε μια σκάλα από μουσική, να κοιμάται τις νύχτες δίπλα στο Φεγγάρι. Ο Αρτούρ, θα τρύπαγε τη γη με λέξεις όσο πιο βαθιά μπορούσε. Έτσι, οι δρόμοι των αδερφών χώρισαν, αλλά με τη σκάλα του ενός και λίγη τύχη, σύντομα θα αντάμωναν. Μόλις ο Αρτούρ άγγιξε τον πυρήνα της γης, άρχισε να ουρλιάζει έντρομος, καθώς τον τύλιγαν οι φλόγες. Και θα τον είχε ακούσει ο υπνωτισμένος από τη μουσική του σύμπαντος Σοπέν, αν δεν σφύριζε ξέγνοιαστος -και μόνος -το «ανοιξιάτικο βαλς».




- flash story , για τον διαγωνισμό του "120 λέξεις"

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Το Μυστικό που ταξιδεύει με τη Φωτιά



Fire Angel by Shannon Grissom
   Μια φορά σαν σ'όνειρο έναν άγγελο θωρούσα,
   δίχως φτερά - γι' αυτά να ψάχνει -
   σκυφτός, στο Ποτάμι των Δακρύων.

   (Ποιος σου πήρε τα φτερά )

   Τα γαλανά του μάτια θαύμασα - ;ή μαύρα;
   και τα χρυσόπλεχτα μαλλιά του - φορές πολλές
   "Μα κοίτα πιο καλά" τον άκουσα να κλαίει:

   "Κοίτα τα χέρια και τα πόδια μου
    τις πλάτες και τους ώμους κοίτα!
    Μελανά είναι όλα κι όλα μελιχρά - πώς αστράφτουν που'σαι δω!

   (Πώς αστράφτουν που΄μαι εδώ)




   Είναι αλήθεια όσα βλέπεις
   κι αν δεν βλέπεις πάλι αλήθεια είναι - δεν με πιστεύεις;
   Το γράφει ολοκάθαρα επάνω στα Νερά,


   πως εγώ είμαι Εσύ κι εσύ είσαι Εγώ,
   κι αν είναι αδύνατο να ξαναγενείς μόνον εσύ
  - Αλίμονο! πώς εγώ να υπάρξω όπως πρώτα;

  (Πώς να υπάρξω όπως πρώτα )

  Αβάσταχτο μυστικό να κουβαλάει το ποτάμι.
  Τι, δεν με πιστεύεις; Το λεν και τα φτερά σου"
  Κι είχα πράγματι ν'ακολουθούν δυο φτερά από Φωτιά.

  (Τώρα μαρτυράνε δυο φτερά από φωτιά)

 "Αντίο τώρα" μου ψιθύρισε πριν πέσει στο νερό
 και από μέσα ελευθερώνοντας την τελευταία του ανάσα,
 Μ'αφησε να τυλίγομαι παντοτινά στις φλόγες.

(Μ'άφησε για πάντα να τυλίγομαι στις φλόγες )






   

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Πάνω στην Κούνια

Έχει αδειάσει ο τόπος από αγάπη
κι έχουμε μείνει μόνο εμείς οι δύο.
Τα φώτα τώρα σβήνουν προτού ξημερώσει ,
κι εγώ θέλω να γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου.

Το ίδιο κοράκι με χθες κοιμήθηκε στην πόρτα μας.
Μπήκαν κλέφτες τις προάλλες και τα πήραν όλα,
αλλά κρατήσαμε την κούνια στον κήπο.
Σε παρακαλώ, άσε με ν'ακουμπήσω για λίγο στον ώμο σου.

Έξω ο κόσμος ουρλιάζει,
διασκορπίζεται σφαίρα τη σφαίρα ,
θόρυβοι που πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον,
κι όλη η σιωπή λες και μαζεύτηκε πάνω στον ώμο σου.

Μυρίζει κόκκινη καμένη γη ,
κι ο ουρανός στάζει το τελευταίο του χρώμα.
Το χώμα νοτισμένο στο θειάφι,
κι εγώ δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.

Θυμάσαι τα ηλιοβασιλέματα που σου έδειχνα;
Τώρα ο ήλιος δεν ξυπνά για κανέναν.
Το φεγγάρι μας έμεινε μισό,
καθάρια με κοιτά που ακουμπώ στον ώμο σου και με ζηλεύει.


Τι να'ναι τ'όνειρο και τι η πραγματικότητα;
Έχει πάρει το πάνω χέρι η αταξία.
"Τ'όνειρο" , σ'ακούω να λες, " είναι εδώ ακουμπισμένο" 
Μα εμένα για μόνη πραγματικότητα μου φαίνεται...

Δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.


(photo: two lovers, by biffno)



Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (μέρος β')


...μέρος δεύτερο
[Δείτε το α'μέρος εδώ : http://retro-hats.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html]


Το ενδιαφέρον του κόσμου έκανε πολύ γρήγορα χαρούμενο τον μάγο . Δεν του ήταν πάντα εύκολο να το κάνει , αφού όσο περνούσε ο καιρός κι αυτός μεγάλωνε ,  κάθε χρόνος που περνούσε από πάνω του ένιωθε να παίρνει και κάτι από μέσα του . Όμως είχε αποφασίσει να συνεχίσει ακούραστος . Μάζευε εμπειρίες και γνώριζε ανθρώπους καθημερινά , δεν αθετούσε όμως ποτέ την υπόσχεσή του να χαρίζει το τελευταίο του τραγούδι κάθε βράδυ στην αγαπημένη μητρική φιγούρα του σπιτιού του. Κι όπως συμβαίνει με όλες τις μαμάδες , ακόμα και τις μέρες που αρρώσταινε και οι νότες έβγαιναν σκουριασμένες και ταλαιπωρημένες , εκείνη τον έπαιρνε αγκαλιά και του έλεγε πως δεν πειράζει, πως θα τον ξεκουράσει εκείνη σήμερα, σιγομουρμουρίζοντας τραγουδιστά πλάι του.
 Όπως συμβαίνει όμως συχνά με τους αλλοφερμένους ανθρώπους , ο μάγος δεν γνώριζε ότι εκτός από αγάπη κι ευγνωμοσύνη , τα τραγούδια του προξενούσαν τον φθόνο κι αποτελούσαν πόλο έλξης για κείνους που δεν είχαν βρει ποτέ το χάρισμα τους και πάσχιζαν να γραπωθούν από των άλλων.
 Όταν μεγάλωσε αρκετά και ήρθε η ώρα να αφήσει το σπίτι, αποφάσισε πως ήθελε να δει τον κόσμο ή τουλάχιστον , όσο περισσότερα μέρη μπορούσε, να συλλέξει κι άλλους ήχους και μουσικές και να συνθέσει όμορφα τραγούδια . Αποχαιρέτησε την οικογένεια του και ξεκίνησε , πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη , χωριό και χωριό, ρουφώντας ήχους και καινούριες μελωδίες και τραγουδώντας όπου τον καλούσαν . Φυσικά η φήμη ενός τέτοιου μάγου δεν είναι δυνατόν να μείνει κρυφή για πολύ. Έτσι, οι τσαρλατάνοι κι οι απατεώνες έκαναν ουρές, τον πλησίαζαν και του πουλούσαν συναναστροφή , άλλοι τον δελέαζαν με σκοτεινές προσφορές και μυστικά για να τους δώσει τη φωνή του  και μερικοί το έκαναν τόσο καλά που τον εκμεταλλεύτηκαν πολλές φορές μέχρι να μάθει να την προστατεύει . Αποφάσισε, λοιπόν, να βάλει τη φωνή του σε ένα κουτί, το κλείδωσε και το έκρυψε καλά και δεν την χρησιμοποιούσε παρά μόνο όταν τη χρειαζόταν. Είχε κι αυτό όμως το τίμημά του . Όσο καιρό η φωνή προστατευόταν στο κουτί , τόσο η καρδιά του μάγου γινόταν ευάλωτη και βαριά . Μετά από ώρες περιπλάνησης , για παράδειγμα, έγερνε ελαφρώς μπροστά , καθώς ένιωθε τόσο αφόρητα μεγάλη την καρδιά του και δεν μπορούσε εύκολα να την κουβαλήσει. Όσο όμως τραγουδούσε , γινόταν πάλι ένα μικρό αγόρι , και φανταζόταν αντίκρυ τη μητέρα του να του ζητά να της το αφιερώσει προτού πέσει για ύπνο…»
«Η φωνή του ήταν και η Χαρμολύπη ;» με ρώτησε νυσταγμένος , και με το δίκιο του , γιατί η νύχτα προχωρούσε και δεν ήταν ώρα για προεκτάσεις.
«Όχι μικρό μου , η Χαρμολύπη έφτασε αργότερα στα χέρια του μάγου και με έναν πολύ παράξενο τρόπο…»
«Πώς δηλαδή;»

« Περίμενε να την καλέσουν.»
 «Θα σου εξηγήσω σύντομα τι εννοώ.  Όμως πρώτα θα μου υποσχεθείς πως ό,τι κι αν ακούσεις απόψε , δε θα ψάξεις ποτέ να βρεις τη Χαρμολύπη , Ναι;» Πόνταρα στο γεγονός ότι το νεαρό της ηλικίας σου και η αφηγηματική χροιά της φωνής μου θα σε νανούριζαν τόσο που δεν θα έφερνες μεγάλη αντίσταση.
«Υποσχέσου μου πως δε θα την αναζητήσεις ποτέ , μ’ακούς;»
« Το υπόσχομαι» . Κι εκεί που νόμιζα πως τη γλίτωσα , έκανε τη πιο συνηθισμένη και χιλιοειπωμένη ερώτηση των 5 ετών και κάτι : « Γιατί;»
«Γιατί η Χαρμολύπη τελικά , δεν είναι και πολύ ωραίο πράγμα…» Σούφρωσε λιγάκι τα χείλη και με σκούντησε ελαφρώς , αποδεχόμενος το αίνιγμα και απαιτώντας να συνεχίσω ακόμη κι αν δεν έμεινε πλήρως ικανοποιημένος με την απάντηση μου.
« Ο Μάγος είχε συνηθίσει σε αυτή τη ζωή , προχωρώντας πάντοτε προσεκτικά , κι ας συναντούσε τόσο κόσμο στο διάβα του, με ελάχιστους συντρόφους για παρέα , αφού άλλαζε συχνά συνοδούς και πολλές φορές κρατούσε κρυφό το χάρισμα του, σαν ένα πολύτιμο κι επικίνδυνο μυστικό. Του άρεσαν οι παρέες και απολάμβανε συνάξεις όπου του δινόταν η ευκαιρία να σφυρίζει – ποτέ όμως να τραγουδά. Κατά βάση όμως ταξίδευε μόνος το μεγαλύτερο διάστημα κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο , γιατί δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει να κουβαλήσει την καρδιά του . Τα τραγούδια που φύλαγε και δεν έλεγε πια , γίνονταν φορτίο και στοιβάζονταν εκεί το ένα πάνω στο άλλο.  Από την άλλη ήταν όμως και το πιο ασφαλές γιατί έτσι δεν ήταν διαρκώς σε επιφυλακή μήπως κάποιος ανακαλύψει το μυστικό του και το θελήσει για τον εαυτό του. Συνέχιζε όμως να ταξιδεύει και να αφουγκράζεται μουσικές και τραγούδια του κόσμου περπατώντας κάθε μέρα πιο κοντά στο όνειρό του.
»Μια μέρα λοιπόν ο Μάγος, μετά από κοπιαστικό σεργιάνι , έφτασε στην Πόλη της Βροχής . Μάλιστα, κατέφτασε πολύ ενθουσιασμένος , γιατί είχε ακούσει από πολλούς στο δρόμο του να επαινούν την ομορφιά της και τους γεμάτους με νέους ανθρώπους δρόμους της . Η πόλη αυτή είχε όλα τα καλά , είχε όμως μονάχα ένα κακό : δε σταματούσε ποτέ να βρέχει . Όλο το χρόνο έβρεχε , χειμώνα καλοκαίρι , άλλοτε δυνατά και φοβερά κι άλλοτε σιγανά και τρυφερά , σαν να χαιδεύει το έδαφος . Δεν σταματούσε όμως ποτέ .Οι μελαγχολικοί τότε γέμιζαν θλίψη , και η αισιόδοξοι απογοήτευση. Ο Μάγος όμως δεν ήταν ούτε το ένα , μα ούτε και το άλλο. Όταν το καλοσκεφτόταν , κατέληγε πως ίσως , να ίσως ,και να ήτανε λιγάκι μόνος όλο κι όλο.  Δεν ήταν λίγες οι φορές , που κάπου κάπου στα ταξίδια του , αναζητούσε υποσυνείδητα κι άλλους μάγους ή μάγισσες , κάποιον που θα μπορούσε να του τραγουδήσει δίχως να φοβάται , κι ίσως να έβλεπε κι εκείνος παρόμοια θαύματα. Είχε λοιπόν ακόμα την ελπίδα , πως κάπου στην Πόλη της Βροχής ,  κάτω ίσως από κάποια ομπρέλα , να ‘βρισκε πλάσμα να του μοιάζει.»
« Και το βρήκε;»
« Αν με διακόπτεις συνέχεια πώς θα μάθεις; όλα με τη σειρά τους !» Άσε που πρέπει να σε πάρει κι ο Μορφέας σιγά σιγά , σκέφτηκα.
« Μμμ, καλά εντάξει δε θα σε ξαναδιακόψω .  Να ρωτήσω , η Χ..-- »
« Το κάνεις επίτηδες για να μην κοιμηθείς έτσι; » Όχι που δεν θα το καταλάβαινα !
«Καλά ντε δεν είπα και τίποτα…Δεν θα ξαναπω τίποτα τώρα. Συνέχισε γιατί έχεις αφήσει τον μάγο στην Πόλη της Βροχής.»
«Θυμάμαι , και;»
«Ε τον έχεις αφήσει και βρέχεται τόση ώρα..!» 

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος Ε΄)

V


            “Έχει πολύ ακόμα;” με ρώτησες με τέτοιο τρόπο , που δεν κατάλαβα αμέσως την κρυμμένη ειρωνία .
         “ Έχει όσο έχει” . Ήταν η πρώτη φορά που έπιασα τον εαυτό μου να μην έχει μια σαφή απάντηση . Σε τράβηξα με τόση σιγουριά από τη βολή σου , έχοντας την αυτοπεποίθηση ότι ο λαβύρινθος θα συγκινηθεί από την αποφασιστικότητα μας και ως δια μαγείας θα μεταμορφωθεί σε μονόδρομος με τέρμα την έξοδο κινδύνου. Όμως δεν ήταν έτσι , κι αυτό άρχισα να το συνειδητοποιώ αφότου συμπληρώσαμε δυο ώρες περιπλανώμενοι με γυμνά πόδια σε κρύο γυαλί. Καταλαβαίνεις την απογοήτευση στη φωνή μου όσο κι αν προσπαθώ να την κρύψω. Το έκανες αυτό κι από παλιά .
           “Δεν με καλύπτει ιδιαίτερα η απάντηση σου” . Δοκίμασες να σφίξεις το χέρι μου για να σταματήσουμε .
           “ Αν δεν κάνω λάθος δικά σου είναι αυτά τα λημέρια. Μήπως να οδηγούσες εσύ;” Σου χαμογέλασα για να το σκεφτείς λιγότερο .
             “Είναι μάταιο αυτό που κάνουμε , στο είπα.”
             “Δεν το δέχομαι. Δεν είναι λογικό . Από τη στιγμή που υπάρχει είσοδος , υπάρχει και έξοδος . Απλώς πρέπει να ψάξουμε λίγο ακόμα, αυτό είναι.”
            “ Λογικό; Τίποτα από όλα αυτά – και ειδικά εδώ μέσα δεν μου φαίνεται λογικό . Κοίτα γύρω σου , κοντεύει να μας καταπιεί το γυαλί! Άμφιβάλλω αν βρούμε κάποια έξοδο. Έχω την αίσθηση ότι ο λαβύρινθος παίζει μαζί μας.”
              “Τι εννοείς;”
             “Μοιάζει κάτι ζωντανό , με κάποια ενέργεια τουλάχιστον αν όχι βούληση. Ξέρει ότι θέλουμε να φύγουμε κι αντιδρά.  Όσο απομακρυνόμαστε και πλησιάζουμε κάπου , τόσο αλλάζει σχήμα και σημιουργεί νέους μαιάνδρους και αδιέξοδα . Μπορούμε να μείνουμε χαμένοι για πάντα!”
            “Αυτό είναι!”
           “Τι; Να μείνουμε χαμένοι εδώ μέσα; Καμία αντίρρηση προσωπικά αν και νομίζω ότι δεν σε σηκώνει το κλίμα” . Μου έδειξες τα ίχνη που αφήναμε πίσω μας . Τα δικά σου με χρώμα υπόλευκο και τα δικά μου άφηναν ρωγμές όπου πατούσα . Ύστερα από λίγο χάνονταν κι ακολουθούσαν βαθμιαίες δονήσεις που όλο και δυνάμωναν .
           “Όχι φυσικά. Έχω μια ιδέα. Ακολούθησε με.”  Έκανα αμέσως μεταβολή , σε τράβηξα από το χέρι κι αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που είχαμε πάρει ως τώρα .
            “ Εμ , πάμε λίγο ανάποδα ή μου φαίνεται;”
            “ Εντελώς ανάποδα .”
            “ Μα --”
            “Σςςς , θα δεις . Κάνε λίγο ησυχία!”  Τα βήματα μας ήταν γρήγορα και σχεδόν αμέσως φτάσαμε στο δωμάτιο από όπου ξεκινήσαμε. Ξαφνικά η ελαφριά προειδοποιητική δόνηση μετατράπηκε σε ήπιο σεισμό , ίσα που κρατηθήκαμε για να μην πέσουμε . Οι πιο λεπτοί γυάλινοι τοίχοι άρχισαν να ραγίζουν ελαφρώς .
            “Διάνα” σκέφτηκα αμέσως. Σου εξήγησα πώς ο συλλογισμός σου με την τακτική της αόριστης επέκτασης του λαβυρίνθου και το παράδοξο του να βρίσκομαι ακόμη εδώ , μας έδινε τη λύση : Αν δεχτούμε ότι ο λαβύρινθος επεκτείνεται περιμετρικά τότε όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο ψάχνοντας την έξοδο , τόσο αυξάνεται η εμβέλεια του και μέσα σε αυτόν δημιουργούνται νέα αδιέξοδα και μονοπάτια , κάτι που μπορεί να γίνεται για πάντα . Κι αυτό τι σημαίνει; Έχω την εντύπωση πως αν μπορούσαμε να δούμε τον λαβύρινθο απο ψηλά θα παρατηρούσαμε ότι σχηματικά θυμίζει κάτι σε κύκλο . Ακόμη κι αυτό όμως να μην συμβαίνει , σίγουρα υπάρχει κάτι σταθερό , σαν πυρήνας , σαν βάση από όπου διαχειρίζονται όλες οι επεκτάσεις και οι αλλαγές . Σαν να λέμε , η καρδιά του . Εκεί λοιπόν πρέπει να πάμε . 
            “ Αυτό είναι εντελώς τρελό!” είπες αμέσως μόλις άκουσες τον συλλογισμό μου , όμως έδειχνες να το καλοσκέφτεσαι σαν να έστεκε , παρόλο που με τράβηξες εναντιωματικά προς τα πίσω.  “ Σταμάτα” , είπες, “ ήδη άρχισαν σεισμοί. Δεν μου αρέσει αυτό.”
         “Είναι αλήθεια. Είμαι σχεδόν σίγουροι ότι όσο πλησιάζουμε θα ακολουθήσουν κι άλλα . Έχει καταλάβει τι πάμε να κάνουμε .”
          “ Είναι τελείως τρελό , στο ξαναλέω.”
          “ Είναι όμως το μόνο που έχουμε.” Σε κοίταξα βαθιά στα μάτια και πήρα την απάντηση που πήρα. Ήταν μαύρα . Κατάμαυρα και γυαλιστερά , πιο μαγικά από ότι τα είχα φανταστεί . Μου έδωσαν την άδεια και πήρα την πρωτοβουλία να σου δώσω ένα φιλί στο μέτωπο . Ήταν ο τρόπος μου να σου πω ότι είμαι έτοιμη να σε φροντίσω και νομίζω το κατάλαβες. Μου έδειξες ένα μονοπάτι πίσω από το δωμάτιο και συνεχίσαμε.
          Οι μικροσεισμοί γίνονταν βαθμιαία αλλά σταθερά πιο έντονοι , σημάδι πως πλησιάζαμε επικίνδυνα. Δεν μας ενοχλούσαν πολύ γιατί τρέχαμε ελαφρώς και τους συνηθίσαμε γρήγορα. Όταν φτάσαμε στην τελική ευθεία , μπροστά μας βρισκόταν ένας μακρύς διάδρομος με σκοτεινό τέρμα. Αυτό ήταν που ψάχναμε. Όμως κάποια στιγμή σταμάτησα απότομα , ένιωθα πως είχες σταματήσει , ή για να το θέσω πιο σωστά , είχες παραλύσει . Ακούμπησες την πλάτη σου στον τοίχο λαχανιασμένος και τοποθέτησες τα χέρια σου στα γόνατα . Κάρφωσες το βλέμμα σου στο πάτωμα.
             “Το ακούς αυτό;” ρώτησες .
              “ Όχι δεν ακούω τίποτα , τι--”
             “Άκου. Άκου. Σςς . Μουσική. Την ακούς αυτή τη μουσική;”
              Στάθηκα να ακούσω τι εννοούσες. Πράγματι μόλις συγκεντρώθηκα λίγο αντιλήφθηκα τον ήχο ενός πιάνου , έπαιζε μια συγκεκριμένη συνοδεία ξανά και ξανά . Ήταν πολύ απαλό όμως , πολύ διακριτικό, σχεδόν γλυκό  . Αλλά φαίνεται μόνο εγώ το άκουγα έτσι ,γιατί εσύ έπιανες το κεφάλι σου .
           “ Δεν μπορώ να το κάνω . Αυτή η μουσική. Δεν μπορώ να την ακούω , σε παρακαλώ. Το κεφάλι μου . Πρέπει να μείνω μακριά. Μακριά. ” Παραμιλούσες και δεν ήξερα τι να κάνω . Προσπάθησα να σε ενθαρρύνω να συνεχίσεις , πως δεν είναι τίποτα όμως δεν άκουγες λέξη από όσα έλεγα , μόνο έπιανες τα αυτιά σου και φώναζες γιατί η μουσική δυνάμωσε τόσο πολύ και πονούσες αφόρητα και δεν το άντεχες . Έπεσες κάτω.  Τότε άρχισα κάτι να καταλαβαίνω . Σου έβγαλα με το ζόρι τα χέρια από τα αυτιά και σου φώναξα.
           “ Άκουσε με. Πονάς , το ξέρω . Όμως υπάρχει λόγος που υποφέρεις . Δεν είναι τυχαία η μουσική , έχει μέσα της αναμνήσεις και σου θυμίζει κάποιον ή κάτι που σε πονάει πολύ . Όμως κάνεις λάθος , δεν είναι οι ίδιες οι αναμνήσεις που πονάνε , είναι η γνώση ότι δεν θα υπάρξουν άλλες σαν κι αυτές .” Είχες δακρύσει αλλά κάτι είχα καταφέρει . Με πρόσεχες .
            “ Σε παρακαλώ , κάντο να σταματήσει” μου έλεγες.
             “Άκουσε με , άκου τη μουσική .  Ξέρεις πιάνο , σωστά; Συγκεντρώσου στις νότες και νιώσε τις στην άκρη των δαχτύλων σου σαν να τις έγραψες εσύ . Ψάξε βαθιά και θυμίσου. Φέρε στο μυαλό σου την ανάμνηση που έχεις φυλακίσει μέσα στις νότες και ελευθέρωσε την.” Δίσταζες ακόμη αλλά κατάφερα να σε πείσω να προσπαθήσεις . Κι έτσι έκανες.  Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ αυτή την εικόνα . Έκλεισες τα μάτια σου , χαλάρωσες λίγο τα χέρια και τα δάχτυλα σου και τα τοποθέτησες σαν να υπήρχε μπροστά σου ένα πιάνο . Έμεινες για λίγο ακίνητος με τα μάτια σου φανερά σφιχτά και τα νέυρα σου τεντωμένα. Κι ύστερα απλά άρχισες να παίζεις . Ομολογώ δεν είχα ξαναδει ποτέ κανέναν με τόσο γρήγορα δάχτυλα . Ο ρυθμός ήταν γρήγορος χαοτικός , κι όμως έμοιαζες να το ξέρεις απέξω . Όσο έπαιζες τόσο χαλάρωνες , σαν να επέστρεφες σε ένα μέρος που είχες καιρό να πας και αγαπούσες πολύ . Ύστερα είδα τα βλέφαρα σου να χαλαρώνουν , τα δάχτυλα σου να κινούνται όλο και πιο αργά και η μουσική άλλαξε σε αργό ρυθμό κι ύστερα απλά σταμάτησε . Όταν ένιωσες έτοιμος άνοιξες τα μάτια σου . Έβαλες τα χέρια σου μέσα στα δικά μου και δε χρειαζόταν να κάνεις τίποτε άλλο πέρα από το να με κοιτάξεις .
           “Πάμε;” με ρωτούσαν .
              Και μέσα σε αυτά τα μάτια , είδα τόσο φως!

Δείτε τα υπόλοιπα μέρη εδώ :
Α΄μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/search?updated-min=2012-01-01T00:00:00-08:00&updated-max=2013-01-01T00:00:00-08:00&max-results=34
Β'μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html
Γ' μέρος http://retro-hats.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html
Δ' μέρος  http://retro-hats.blogspot.gr/2013/05/blog-post.html

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Γυάλινοι Παίκτες- μέρος Δ'


         

                                                         IV



            “Συγχώρεσε τους τρόπους μου , είναι η πρώτη φορά που με ακούς να σου μιλώ και τώρα που το σκέφτομαι είναι και η πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό που ακούω τα ίδια μου τα λόγια . Ξέρεις όταν περάσεις μεγάλο διάστημα ακούγοντας μονάχα τις σκέψεις σου , αρχίζεις να ξεχνάς τη φωνή σου , νομίζεις κι εξαφανίζεται , πως αν ανοίξεις το στόμα σου δε θα καταφέρει να βγει ούτε καν άναρθρη κραυγή , σαν να μην τη χρειάζεσαι. Συνήθισα τόσο πολύ να σκέφτομαι , που ξέχασα να μιλάω .
            Όταν σε βρήκα δεν είχες τις αισθήσεις σου. Ήσουν ξαπλωμένη πάνω στο παγωμένο γυαλί κι ενώ θα ορκιζόμουν ότι από κάπου πρέπει να έπεσες , δεν είδα καμιά ρωγμή στο ταβάνι , μόνο μικρά κομμάτια γυαλιού στο πάτωμα ενώ εσύ ήσουν βαλμένη σε μια κομψή θέση με το πρόσωπο σου καθαρό να κοιμάται γαλήνια , τα χέρια βαλμένα προσεκτικά μπροστά στο στήθος και με τους αστραγάλους σχεδόν τον έναν πάνω στον άλλον , σαν να περίμενες να στεγνώσεις. Τα’χασα. Άγγιξα το χέρι σου για να δω αν είσαι αληθινή και η ζεστασιά του με τρόμαξε. Νόμιζα πως ήταν ένας από τους γνωστούς μου εφιάλτες .  Πήρα ένα κομμάτι γυαλί και μάτωσα το δάχτυλο μου. Είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο μια φορά πως πραγματικός κόσμος είναι εκεί που όταν τρυπήσεις το δάχτυλο σου θα βγει κόκκινο αίμα.
            Μόλις σε σήκωσα στα χέρια μου το δωμάτιο που βρισκόμασταν άρχισε να σείεται και το ταβάνι έτρεμε έτοιμο να καταρρεύσει . Σε έφερα γρήγορα εδώ και σε άφησα να κοιμηθείς όσο ήθελες . Γύρισα πίσω αλλά το δωμάτιο που δε βρήκα δεν υπήρχε πια , είχε εξαφανιστεί και στη θέση του είχε έναν ακόμα γυάλινο τοίχο. Έμεινα μαζί σου ώρες , μπορεί και μέρες μέχρι να ξυπνήσεις. Ο χρόνος όμως είναι περίεργος εδώ , ούτε κι εγώ τον έχω καταλάβει πλήρως. Μπορεί να είναι κυκλικός , αντίστροφος , μπορεί να μην υπάρχει καν , αλλά σίγουρα δεν είναι ευθύγραμμος.
            Κάθε λεπτό που περνούσα δίπλα σου δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ . Ήθελα να σε αγγίξω ξανά αλλά έπειθα τον εαυτό μου να μην το κάνει με τη δικαιολογία ότι μπορεί  κι αυτό το δωμάτιο να καταρρεύσει. Έτσι μαζεύτηκα στη γωνιά μου , μάζεψα τα γόνατα στο στήθος και τα τύλιξα με τα χέρια μου για να προστατευτώ από την έλξη της παρουσίας σου. Δεν είχα ιδέα πώς βρέθηκες εδώ , ήξερα όμως δυο πράγματα στα σίγουρα: πρώτον, πως δεν ανήκεις εδώ και δεύτερον πως με τον ερχομό σου άλλαξες κάτι στη βαρύτητα , στην ατμόσφαιρα και την ισορροπία. Μέχρι να ανοίξεις τα μάτια σου , είχαν παρελάσει όλες οι στιγμές μας μέσα στο κεφάλι μου κι όταν επιτέλους ξύπνησες , είχες ένα χαμόγελο στο πρόσωπο σου και μια έκφραση οικειότητας , σαν να ήταν όλα τόσο φυσιολογικά , ο τόπος , ο χρόνος , ο τρόπος. Σαν να γνωριζόμασταν από παλιά και να είχαμε να μιλήσουμε από το προηγούμενο βράδυ…’’
            “Μα γνωριζόμαστε από παλιά.” μου είπες με την ήρεμη και βαθιά φωνή σου καθώς με κοίταζες στα μάτια . Απέφευγε να σε κοιτάξω , μη μπορώντας να ελέγξω το τρέμουλο στη φωνή μου , τώρα όμως δεν μπορούσα να το αποφύγω. Έτσι όπως ήμασταν ξαπλωμένοι αντικριστά, πήρες το χέρι μου και το ακούμπησες πάνω στο λαιμό σου . Τα δάχτυλα μου καθοδηγήθηκαν επάνω στο δέρμα σου σαν να ακολουθούσαν κάποιο χάρτη, θυμάμαι, και έφτασαν στο στέρνο σου , όπου έπιασαν και φανέρωσαν ένα παράξενο κόσμημα: μια μακριά ,ασημένια, λεπτή αλυσίδα  με ένα κομμάτι αδιάφανο λευκό γυαλί περασμένο στο κέντρο.
            “ Το βράδυ που έσπασες κατάλαβα πως δύσκολα θα ξαναζωγράφιζα την πόρτα στον τοίχο. Μαζί με σένα σαν να έπεσε όλος ο πύργος από τραπουλόχαρτα που είχα χτίσει στο δωμάτιο . Δεν είχε νόημα χωρίς εσένα . Κάτι είχε συμβεί , κάτι που με άφησε έπειτα απ’έξω. Αυτό το κομμάτι από σένα είναι το μοναδικό που δεν εξαφανίστηκε . Έμεινε εκεί στο πάτωμα και με περίμενε να το αρπάξω , να το φυλάξω και να το κάνω προέκταση του εαυτού μου , μια μνεία μέχρι να σε ξαναβρώ. Για να το θέσω πιο απλά , το γυαλί ήταν η απόδειξη πως θα σε συναντήσω.’’
            Nομίζω πως ξέρω τι συνέβη.” είπα απομακρύνοντας αργά το χέρι μου . Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και μαζεύτηκα σαν κάτι να με πονούσε. Ύστερα σηκώθηκα ελαφρά και σου έκανα σήμα να με ακολουθήσεις . Ήθελα να σε πάω στο σημείο που είχες ξυπνήσει και με είχες αντικρύσει , έμοιαζε με κρεβάτι χωρίς στρώμα. Μετακίνησα λίγο πιο δεξιά το μαξιλάρι και σου αποκάλυψα έναν ορθογώνιο , βίαια κατεστραμμένο καθρέφτη. Σάστισες . Γύρισες να με κοιτάξεις και με είδες να κρύβω το πρόσωπο μου με ένα πληγωμένο χέρι τυλιγμένο ένα άσπρο πανί . Δεν ήθελα να με δεις να δακρύζω. Άρπαξες το χέρι μου και εστίασες το τρυφερό σου βλέμμα στο σημείο που το ύφασμα είχε γίνει κατακόκκινο. Ήθελες τόσο πολύ να με χτυπήσει εκείνη τη στιγμή , είμαι σίγουρος,  να με χαστουκίσεις ή να τον κλοτσήσεις, μόνο κ μόνο για να μου δείξει πόσο σε πόνεσε αυτό που έκανα . Το έβλεπα όλο ζωγραφισμένο στο βλέμμα σου , το ζούσα. Αντί γι’αυτό όμως εσύ όρμησες στην αγκαλιά μου και τύλιξες τα χέρια σου γύρω μου σφιχτά. Τώρα που δεν έβλεπα το πρόσωπο σου , δάκρυζε μη μπορώντας να βγάλω λέξη.
“ Αυτό που κάνεις πονάει περισσότερο , ξέρεις από ότι ένα χαστούκι” σου είπα διαβάζοντας τη σκέψη σου .
“Πόσες φορές;” ρώτησες χωρίς να με αφήνεις.
Πολλές.”
            “ Γιατί;
            “ Για να σταματήσουν όλα και να μείνω μόνος . Για να εξαφανιστείς.” Με άφησες , ατάραχη πλέον, και ρώτησες:
 “Και μετά;” Δίσταζα να απαντήσω . Χαμήλωσα το βλέμμα κι ύστερα αποκρίθηκα με ξένο ,ακόμη και για μένα, σοβαρό κι αγνώριστο ύφος:
“ Το ίδιο .” Εσύ μου χαμογέλασες πλατιά .
Ψεύτη.
Δεν είπα τίποτα κι έτσι συνέχισες : “ Είναι πολύ αργά πια για ψέματα , μικρέ μου.”
Έσφιξα τις γροθιές μου και τέντωσε όλο του το σώμα , σαν να αισθανόμουν πως απέτυχα σε κάτι ακόμα ,καθώς επαναλάμβανες την ερώτηση .
“ Και μετά;” 
Ξόδεψα όλο μου το κουράγιο στα επόμενα λόγια μου. “Μετά δεν άντεχα να μένω μόνος. Ήθελα οπωσδήποτε να σε συναντήσω.’’
Πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά της και χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω του πήρε το τραυματισμένο του χέρι και φίλησε την πληγή .
“Πρέπει να φύγουμε από εδώ.” μου είπες . Ακουγόσουν αποφασισμένη .
“ Δεν υπάρχει τρόπος.”  Εσύ αγνόησες την απάντηση μου , σαν σχόλιο που δε χρειαζόταν να του δώσει κανείς σημασία . Με πήρες από το χέρι σαν μικρό παιδί και απομακρυνόμασταν χαλαρά χωρίς να βιαζόμαστε. Εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε πού πηγαίναμε. Ήξερα τώρα πως μπορούσαμε να φύγουμε. Μαζί.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Deja vu


         Έχω καιρό να γράψω, το ξέρω. Είναι γενικό φαινόμενο η αλήθεια είναι , καθώς φαίνεται μαζί με μένα , αποφάσισε η έμπνευση μου να πάει διακοπές. Ίσως πάλι επειδή είπα να καταπιαστώ με άλλες δημιουργικές και καλλιτεχνικές τάσεις που είχα αυτόν τον καιρό , και πόσα να χωρέσει ο άνθρωπος στην τελική μέσα σε μια νύχτα; (γιατί τις ημέρες εγώ κοιμάμαι.) Και πάνω που έλεγα ότι μέχρι τον Σεπτέμβρη δεν θα γυρίσει η λογοτεχνική μου σκέψη , να'σου που άρχισα να ζω το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά και ξανά και με έβαλε σε σκέψεις που ήθελα να μοιραστώ.
     Όχι , δεν έχει αυτοσχεδιασμό σήμερα. Παρεπιπτόντως, ετοιμάζεται νέο λογοτεχνικό μου ξέσπασμα οπότε όσοι πιστοί μείνετε συντονισμένοι. Δε μπορεί , μια βδομάδα στην Τουρκία , θα συνέλθομεν .
          Deja vu λοιπόν ή αλλιώς , για να τιμήσουμε την ωραιοτάτη ελληνικήν ορολογία, “προμνησία”. Ο όρος αυτός περιγράφει την αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μία κατάσταση. Στη γαλλική γλώσσα σημαίνει "ήδη ιδωμένο". Η εμπειρία της προμνησίας συνοδεύεται συνήθως από μία αίσθηση "παράξενου", και αποδίδεται από το υποκείμενο της εμπειρίας σε όνειρό του, παρόλο το ότι υπάρχει η αίσθηση ότι η εμπειρία έχει πραγματικά υπάρξει στο παρελθόν. Φυσικά δεν έχω εμβαθύνει τόσο επιστημονικά ώστε να μπορώ να προσθέσω οτιδήποτε πάνω στο θέμα , αλλά θα το χρησιμοποιήσω ως μια αφορμή , όπως κάνω πάντα, για να σχολιάσουμε μαζί ένα ερώτημα που βασανίζει ολόκληρη γενιά. Μα τι συμβαίνει επιτέλους με τα δυο φύλα και τις σχέσεις.
        Έτσι λοιπόν. Ωραιότατο ντεζα βου όταν για ακόμη μια φορά βρέθηκα με έναν ωραιότατο καφέ starbucks στο ένα χέρι και στο άλλο να κρατώ το χέρι μιας απαρηγόρητης φίλης , η οποία κλασικά όπως και οι προηγούμενες πέντε-έξι που είδα κατιδίαν αυτό το καλοκαίρι, μου διηγούνταν διαφορετικές ιστορίες αλλά τόσο ίδιες λες και είχαν συναντήσει όλες τον ίδιο άντρα!
          Και αφού λοιπόν έχω ακούσει πόσο αναποφάσιστο είναι το άλλο φύλο, πώς γίνεται τη μια μέρα να ξέρεις τι θες ή την άλλη όχι , τον έναν μήνα να φλερτάρεις και τον επόμενο να εξαφανίζεσαι, τη Δευτέρα να είσαι στρέιτ και την Παρασκευή να είσαι ερωτευμένος με τον κολλητό σου στο γυμναστήριο , πώς γίνεται να φλερτάρεις απο δω κι απο κει να θεωρείται αυτονόητο ότι δν θες κάτι σοβαρό απλά και μόνο επειδή το γράφει το μέτωπό σου και εν τελει πώς σε κανουν να έχεις ένα σωρό προσδοκίες απο μια κατάσταση που τροφοδοτούν ή παρατάνε μόλις βαρεθούν, αφού λοιπόν τα ακούω όλα αυτά έχοντας πια μάθει απέξω σκηνικά κι ατάκες, μου έρχονται δύο πράγματα στο μυαλό.      Πρώτον: πόσο γαλήνια είμαι αυτή την περίοδο που δε μου ζαλίζει κανείς τον έρωτα και δεύτερον: πώς γίναμε έτσι τα δυο φύλα; Η αλήθεια το δεύτερο ερώτημα , και απο πλευράς ζέστης να το πάρεις , με απασχόλησε ολίγον τι περισσότερο, ειδικά μετά από έξι κρούσματα μαζεμένα. Κάτι τέτοια όμως δε στα μαθαίνουν ούτε στις πρώτες βοήθειες ούτε στα προσκοπάκια!
       Κι όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν τόσο πιο πολύ άρχισα να καταλαβαίνω τη λογική του όλου πράγματος. (Ναι κορίτσια , υπάρχει εξήγηση .) Πάρτε για παράδειγμα ένα μικρό αγοράκι κι ένα μικρό κοριτσάκι. Το κοριτσάκι παίζει από μικρό με κούκλες , μωράκια , ζουζουνάκια όλους αυτούς τους εξωμειωτές σοβαρότητος και νοικοκυροσύνης τέλος πάντων , με δύο γονείς να της λένε ότι σαν γυναίκα δεν είναι ωραίο να κάνει επιπόλαιες σχέσεις , αλλά να είναι συνετή , να γνωρίσει κάποιο καλό παιδί , να κάνει έναν ωραίο γάμο και λοιπα και λοιπά (Θεε μου , πόσο τούλι;;)
Και από την άλλη ο λεβέντης μας ! Και όμως , παρότι η ανατροφή των κοριτσιων δεν έχει υποστεί τόσες αλλαγές αλλά κρατιέται (ειδικά στην Ελλάδα) σε ένα κλασικό μοτίβο, αντίθετα η ανατροφή των ανδρών έχει κάνει στροφή 180 μοιρών. Το αγόρι του παραδείγματος μας λοιπόν, θα μάθει από τον πατέρα του την ευκολία των ευφήμερων σχέσεων , τις πολλές εμπειρίες που είναι καλό να έχει ο άντρας , και το πόσο βολικό είναι να μην ερωτεύεσαι μια γυναίκα αλλά μονο να την ποθείς. Και φυσικά , έχει απο άνω του και μια μάνα η οποία θα του πει να προσέχει να μην τον τυλίξει καμία, να μην παντρευτεί νωρίς και να ζήσει ελεύθερο ξένοιαστο πουλί τη ζωή του.
         Ε λοιπόν , εσείς οι μανάδες εκεί έξω που κοιτάτε τις κόρες σας και λέτε , μα πώς γίνεται τόσο όμορφες έξυπνες και χαρισματικές κοπέλες και να είναι ελέυθερες , κοιτάτε πώς έχετε μεγαλώσει το γιο σας. Είναι δυο πρότυπα αταίριαστα που θέλετε να ταιριάξουν. Πώς είναι δυνατόν , λοιπόν, οι νεαρές κοπέλες σήμερα 18-25 , να σας κανουν το χατιρι και να σας πουν “ναι” στην πολυαναμενομενη ερωτηση “βρηκες κανα καλο παιδι” εάν οι αντίστοιχοι άνδρες έχουν στο μυαλό τους ότι πρέπει να χαρούν τη ζωή τους χωρίς να δεσμευθούν , χωρίς να ερωτευτούν και εν πάσει περιπτωσει να περάσουν καλά; Γιατί είναι τόσο φυσιολογικό οι άντρες να μην ξέρουν τι θέλουν , κι όταν συμβαίνει στις γυναίκες έρχεται η καταστροφή; 
       Και επειδή ξέρω τι ενστάσεις θα ακολουθήσουν, ναι φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Δεν χωράμε άλλωστε οι άνθρωποι στο ίδιο συρτάρι το έχω ξαναπεί. Εδώ μιλάμε θεωρητικά και το τι συμβαίνει σε γενικές γραμμές. Και μη μου πείτε ότι δεν βρίσκεται μια λογική σε αυτό το σκεπτικό γιατί το συναντάω παντού , ακόμα κ στην ίδια μου την οικογένεια. Το πείραμα έχει επιβεβαιωθεί πολλές φορές . Και ίσως επειδή είμαι αρκετά νηφάλια αυτή την περίοδο , να μου ήρθε να αυτή η επιφύτηση !


Υ.Γ. Αγαπημένοι μου αναγνώστες, ευχηθείτε μου καλή τύχη γιατί με δική σας παρότρυνση πήρα μέρος σε δυο λογοτεχνικούς διαγωνισμούς !
Α! και ευχηθείτε μου ο ανατολίτικος αέρας να μου δώσει πίσω την λογοτεχνική μου πένα
-Ευχαριστώ!

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Το Πείραμα

    Ήτανε σούρουπο στη χώρα των συναισθημάτων.  Η Θλίψη και η αδερφή της η Μελαγχολία είχαν βαρεθεί και προσπαθούσαν να πείσουν τα υπόλοιπα συναισθήματα να παίξουν ένα παιχνίδι.  Η Λύπη δεν είχε καμία όρεξη να παίξει και αποσύρθηκε γρήγορα , ο Εγωισμός αρνήθηκε γιατί τον έπεισε ο  Θυμός ότι δεν άξιζε τον κόπο αφού δεν είχε αυτός την ιδέα πρώτος . Η Θλίψη και η Μελαγχολία απογοητεύτηκαν από τους φίλους τους και άρχιζαν να τους σχολιάζουν αρνητικά μεταξύ τους. 
   Περνώντας δίπλα τους τυχαία η μεγαλύτερη από όλους, Αγάπη , κρυφάκουσε τις κακόβουλες σκέψεις τους και τις πλησίασε. "Γιατί δεν προτείνετε στη Χαρά να παίξει μαζί σας;"  Οι δυο αδερφές κοιτάχτηκαν και σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα : Δεν μπορούν να συνυπάρξουν ολες μαζί και δεν τα βρίσκουν ποτέ. Από την άλλη , σκέφτηκαν , τι είχαν να χάσουν; εξάλλου έψαχναν κάτι να σκοτώσουν την ώρα τους. 
      Η Χαρά μόλις άκουσε την πρόταση δέχτηκε αμέσως όμως είπε , για να είναι δίκαιο το παιχνίδι , θα φωνάζε και την αδερφή της την Αισιοδοξία. Οι άλλες δύο συμφώνησαν. Δεν πέρασε ώρα πολύ και παράτησαν το παιχνίδι αφου άρχισαν και οι τέσσερις να μαλώνουν. 
   "Το ξέρω ότι δεν είμαι καλύτερη απο σας " έλεγε η Μελαγχολία "αλλά τι να κάνουμε κερδίζω!" και η Αισιοδοξία της έλεγε " Πώς γίνεται κανείς να μη σ'αγαπά κι όμως όλοι να σε προτιμούν τόσο πολύ από μένα ; Την ίδια ώρα που με καλούν την ίδια με φοβούνται" . Η Χαρά έλεγε πως όλα αυτά ήταν ανοησίες και πως κανένα αρνητικό συναίσθημα δε μπορεί σε βάθος χρόνου να υπερτερήσει. 
"Έτσι νομίζεις; είπε η Θλίψη." "Ναι , αμέ φυσικά και το πιστεύω!" 
" Τότε γιατί δεν το εξακριβώνουμε;" "Φυσικά" της είπε η Χαρά "αλλά πώς;"  
 Η Θλίψη εξήγησε στα τέσσερα συναισθήματα την ιδέα της. Θα κατέβαιναν απόψε  στη γη και θα έπαιρναν έναν άνθρωπο , τον οποίο άφησε το ελεύθερο στη Χαρά να το επιλέξει . Εξηγώντας τις επόμενες λεπτομέρειες του πειράματος , η Χαρά ενθουσιάστηκε με την ιδέα , η Μελαγχολία κρατούσε μια επιφύλαξη γιατί πίστευε πως δεν θα πετύχει , ενώ η Αισιοδοξία ήταν σίγουρη πως όλα θα πήγαιναν καλά και θα αποδείκνυαν πολύ σύντομα πόσο λάθος έκανε η Θλίψη. Η τελευταία , πήγε και βρήκε τον πατέρα της , το Φόβο και του πρότεινε να έρθει μαζί της . Εκείνος δε δέχτηκε να πάρει μέρος στο πείραμα γιατί φοβόταν τι μπορούσε να συμβεί , ειδικά αν το μάθαινε η γυναίκα του η Οργή. Ωστόσο πήγε από φόβο για τη Θλίψη.
    Όταν βράδιασε εντελώς στη χώρα των συναισθημάτων ,  η Χαρά και οι άλλες πέταξαν στη Γη . Έμεινε ώρα πολύ στον ουρανό και δεν μπορούσε να διαλέξει κανέναν. Άντε, της είπαν οι άλλες , πάρε κάποιον στην τύχη. Έτσι λοιπόν , διάλεξε μια νεαρή κοπελίτσα που περνούσε απο κάτω. 
 Ωραία, ψιθύρισε η Μελαχγολία και τώρα; 
  Πήραν την μικρή κοπέλα και τη μετέφεραν για λίγο σε ένα παράξενο μέρος , που έμοιαζε λες και την  είχαν κάνει ταξίδι στο χρόνο. Βρίσκονταν τώρα σε μια μεγάλη έρημη κοιλάδα με πολύ άμμο , πολύ πέτρα κι ένα μεγάλο βαθύ πηγάδι στη μέση . Ένα πέτρινο μονοπάτι οδηγούσε συχνά περαστικούς από τη μια άκρη της κοιλάδας στην άλλη. Τοποθέτησαν το κορίτσι μέσα στο πέτρινο πηγάδι και έβαλαν δίπλα σε αυτό μια σκάλα αρκετά μεγάλη ώστε όταν τοποθετηθεί να δίνει διέξοδο, και περίμεναν κοιτώντας από ψηλά. 
   "Δεν καταλαβαίνω" είπε ο Φόβος. "Τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί." 
   "Είναι απλό , είπε η Αισιοδοξία. Το πηγάδι συμβολίζει τη θλίψη και τη στενοχώρια και η κοπέλα μέσα σε αυτό μόνο αυτά μπορεί να νιώσει. Οι απλοί άνθρωποι που παιρνούν κάθε τόσο απο εκείνο το σημείο συμβολίζουν τα θετικά και ουδέτερα συναισθήματα , όπως εμένα και την αδελφή μου. Περιμένουμε να καταλάβουμε τι έλκει περισσότερο απο τα δύο , για αυτό και η σκάλα." 
   "Δηλαδή;" ξαναρώτησε ο Φόβος. Θα δεις, του απάντησαν . 
   Πράγματι. Η κοπέλα μέσα στο πηγάδι κάθε τόσο φώναζε  , ή έκλαιγε , ή απλώς καθόταν εκεί αμίλητη και καταβεβλημένη . Όποιος άνθρωπος περνούσε δίπλα της , του έκανε σήμα να την προσέξει όπως μπορούσε! Κι όταν εκείνος το έκανε του έλεγε να τη βοηθήσει . 
   "Πώς να βοηθήσω" ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν . Εκείνη τους έδειχνε τη σκάλα δίπλα από το πηγάδι. Εκείνοι , την τοποθετούσαν μέσα και περίμεναν την κοπέλα να ανέβει . Όμως εκείνη δεν έκανε τίποτε, καμιά κίνηση , σαν να μην καταλάβαινε. Λοιπόν;  
"Δεν μπορώ να ανέβω ! τους έλεγε. Με τίποτα δεν μπορώ να ανέβω! Κατέβα σε παρακαλώ εσύ δεν μπορώ εδώ κάτω μόνη μου!" Ο πρώτος , κοντοστάθηκε λίγο το σκέφτηκε , την κοίταξε στα μάτια και της είπε "εντάξει αλλά μόνο για λίγο." Και πάντα έμενε πιο πολύ. Κάθε φορά που επαναλαμβανόταν αυτή η σκηνή με τα ίδια λόγια , κάπως η κοπέλα τους έπειθε , κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα , να κατεβαίνουν κάτω στο πηγάδι μαζί της . Και κάθε φορά που κάποιος κατέβαινε , εκείνη χαιρόταν για λίγο κι ύστερα εξαφανιζόταν στον δικό της κόσμο, και περίμενε την κάθοδο του επόμενου για να ξαναχαμογελάσει στιγμιαία. 
    Κάποια στιγμή , μαζεύτηκαν πολλοί. Κι όμως , ενώ βρίσκονταν στο ίδιο μέρος δεν αναγνωρίζονταν μεταξύ τους και ως δια μαγείας έβλεπαν τη σκάλα με την ανοδική της πορεία και έτρεμαν ολόκληροι. Όταν περνούσε κάποιος επόμενος φώναζαν όλοι με μια φωνή σαν μία , βοήθεια , κι ύστερα έπειθαν τον εκάστοτε περαστικό να τους συναντήσει στον πάτο. 
        Η Χαρά και η Αισιοδοξία δεν ήξεραν τι να πουν. 'Εχασαν αλλά έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να το σταματήσουν . Η σκηνή επαναλαμβανόταν και συνεχιζόταν και επεκτεινόταν αδιάκοπα. Ακόμα και η άλλες δύο παρότι ικανοποιημένες που επιβεβαιώθηκαν , άρχισαν να ανησυχούν για την τροπή του πράγματος. Τότε ο Φόβος τους είπε " Είχα δίκιο , είχα δίκιο , το φοβόμουν ότι είχα δίκιο! Ξέρετε τι να κάνετε , γρήγορα...."  
       Τα συναισθήματα επέστρεψαν πίσω στον τόπο τους και γύρευαν παντού την Αγάπη. Έψαχναν απο δώ , έψαχναν απο κεί , φώναζαν , ρωτούσαν , τίποτε.  Ξαφνικά , τη βρίσκουν μπροστά τους σχεδόν λιπόθυμη , χλωμή . "Έτσι χάλια που τα κάνατε , ούτε κι εγώ μονάχη μου δε μπορώ να το συμμαζέψω. " Είχε τυφλωθεί " Εσύ ξέρεις γιατί ε;"  είπε στην Θλίψη. Και μεμιάς ένιωθε να μεταμορφώνεται σε Ενοχή.  Και η Αγάπη με κόπο είπε : "Με ξεχάσατε. Δεν υπολογίσατε ότι είμαι και γω μέσα σε εκείνο το πηγάδι . Πολλαπλασιάζομαι χρόνο με το χρόνο και ταυτόχρονα εξασθενώ γιατί είναι στενόχωρα και πνίγομαι στον ίδιο χώρο με τη λύπη , τη μοναξιά ..."

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το παράδοξο του κατα φαντασίαν ασθενή

      Κάπως έτσι , που λες. Γίνομαι άλλη όταν ονειρεύομαι και άλλη αν ενεργώ. Ίσως δεν είσαι εσύ αυτός που χρειάζομαι,μα , τελικά , μόνο το φάντασμά σου. Δεν είναι πολύ κολακευτικό , μα φαντάσου τον εαυτό σου σαν ένα μηχάνημα υποστήριξης , όπως εκείνα που που κρατούν στοιχειωδώς τον ασθενή στη ζωή. Ο καθρέφτης είναι το νοσοκομείο μου και τα όνειρα μου το μαξιλάρι στο κρεβάτι μου. Όχι όχι μη νομίζεις , δεν είναι όλα άσπρα, έχω σχέδια στα σεντόνια μου και αυτοκόλλητα στους τοίχους αλλιώς θα αρρώσταινα . Και δίπλα μου , κάνεις θόρυβο. 
        Δίπλα στο κομοδίνο ο προηγούμενος ξέχασε να πάρει τα λουλούδια του. Δεν πειράζει όμως , γιατί σε μένα έχουν χρόνια να φέρουν , κι αυτά όλα , τα κοιτώ ακόμη κι αν δεν μπορώ να τα μυρίσω , μονάχα θυμάμαι πώς είναι. Για αυτό μάλλον είναι που χρειάζομαι κάποιον /κάτι σαν κι "εσένα" . Είσαι κι εσύ σαν ένα βάζο με λουλούδια -τα αγαπημένα μου ; θα ρωτήσεις, δε θυμάμαι- πάντως σίγουρα σε άφησα σε κάποιο άλλο δωμάτιο. 
       Ο θόρυβος από το κρύο μηχάνημα ακούγεται πιο έντονα όταν γέρνω το κεφάλι στο μαξιλάρι και προσπαθώ να κοιμηθώ. Κι όντως κάνεις πολύ καλή δουλειά γιατί μέχρι να ξυπνήσω νομίζω πως όντως κοιμάμαι. Μα σε βλέπω σαν σκιά κι εγώ πρέπει κάπως μέσα απο αυτή τη σκιά να διαβάσω πως κάπου , κάποτε , κάπως , κάτι είχα κι εγώ νιώσει. Συν , ότι έχω τη δυνατότητα να διατηρήσω υποθηκευμένη την ανάμνηση , αυτό το σκονισμένο κομμάτι , έστω φυλακισμένο, έστω παραλλαγμένο για να ταιριάζει με τα χρώματα του δωματίου μου. Να θυμάμαι πως κάπου, κάποτε, κάπως , κάτι είχα νιώσει.
       Μου'χουν πει πως καμιά φορά ματώνουμε μόνο και μόνο για να νιώσουμε πως είμαστε ζωντανοί. Είμαστε; Δεν υπολόγισα τότε σωστά την ποσότητα του αίματος μα είμαι; Γι αυτό σου λέω, είσαι εκεί σαν ιδιάζουσα παρουσία και ταυτόχρονα μια πιο ιδιάζουσα απουσία , ένα παράδοξο που μου λέει ότι κάποτε η ανάσα μου ήταν πιο ζεστή , σχεδόν διφυής, ότι υπήρξε χειμώνας που τα χέρια μου δεν ήταν ποτέ παγωμένα, ότι η άνοιξη δεν ήταν "απλά όμορφη" κι ότι η γη τη νύχτα ήταν σαν λούνα παρκ. 
       Κρατώ γερά , γιατί αλλιώς ο κόσμος μου είναι μικρός και γέρνει. Κι αν δεν γράψω σήμερα, ξέρω δε θα ξαναγράψω ποτέ ξανά.  Το "ποτέ πια" που είπε το Κοράκι * 

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Memoranda


Αφού δεν μπορείς να με προσέχεις , του είπα , να με θυμάσαι.
 Να με θυμάσαι.

      Και φαίνεται δεν το είπα πολύ δυνατά , ή το 'πα απο μέσα μου, ή θέλησα να πνίξω τον ήχο αυτό μέσα στο κεφάλι μου όχι γιατί φοβόμουν να το πω ούτε επειδή φοβόμουν να το ακούσω , αλλά επειδή  δε μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία. Μα δεν ξέρεις , δε μπορείς να ξέρεις πόσο βασανιστική μπορεί να είναι η ηχώ όλων όσων θα 'θελες να πεις και ποτέ δεν είπες . 

      Να 'ξερες πόσες φορές την είπα αυτή τη φράση. Ακόμη τη λέω κι ακόμη με βασανίζει, Όχι αν με ακούς , αλλά αν όντως με θυμάσαι με  τον τρόπο που θέλω εγώ. Ότι θυμάσαι έστω τα πιο σημαντικά από όλα αυτά που μου έχεις πει , ότι παρά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες  αναπτύχθηκε (οσο μπόρεσε και όσο την αφήσαμε) η επαφή μας , δεν ήταν κάτι ανεπαίσθητο και ανίκανο να αντέξει στο χρόνο. Ας μην είναι κάτι μεγάλο , μου αρκεί μια χαραγματιά πίσω από το λαιμό σου ή μια γρατζουνιά κάτω από το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού σου , έτσι , να με θυμάσαι.

     Μια φορά θυμάμαι , ανέβασες ένα τραγούδι , το "υπαρχουν χρυσόψαρα εδω" , ξαφνιάστηκα στην αρχή δεν με είχες συνηθίσει. Και μετά συνειδητοποίησα ότι σου ταίριαζε τόσο πολύ ! Εσύ δεν ήσουν που μιλούσες για ιπτάμενες στιγμές; Εσύ τις ζεις ακόμα κι εγώ...εγώ στις χάρισα γιατί ήταν αυτονόητο για μένα να κάνω την ευχή σου δική μου, κι όσο ήσουν μακριά και μου έλεγες έχω ανάγκη για μια αγάπη ερωτική εγώ κάθε φορά από μέσα μου στο ευχόμουν , χωρίς όρους , χωρίς την προϋπόθεση να είμαι εγώ. Και η ευχή μου εν τέλει πραγματοποιήθηκε κι όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο δεν έκλαψα , δε λυπήθηκα στο εκατοστό . Σου έδωσα αυτό που ζητούσες . Έμμεσα στο έδωσα. Κι ούτε εκείνη που έχεις τώρα δίπλα σου θα σου χαρίσει ποτέ τέτοιο δώρο όπως έκανα εγώ, την ξέρω.
    Σού δωσα και το "σ'αγαπώ" επίσης του Ξυδούς κι αυτό, δεν είμαι σίγουρη ότι το άκουσες κι ούτε μπορώ ποτέ να γίνω . Μπορώ όμως πάντα να στο  αφιερώνω μέσα στη σιωπή που αναγκάστικα να ζω για να είμαστε πιο ευτυχισμένοι και οι δύο. Και μή ρωτήσεις πάλι "τι ειναι η ευτυχία"  γιατί δε μπορώ να σε πείσω για τις απόψεις μου αλλά ούτε μπορώ πλέον να σου απαντήσω πια σε άλλες ερωτήσεις. Θυμήσου πως εσύ δεν απάντησες ποτέ σου σε καμία. Θα συνεχίσω λοιπόν να σου αφιερώνω μυστικά ό,τι νομίζω πως θα διαπεράσει κάποια στιγμή την απόσταση που μας χωρίζει , και όχι τη χιλιομετρική. Η ζωή προχωράει και  για τους δυο μας , είναι κάτι που αλλάζει , δε μένει ίδιο , και όλα όσα μας επηρεάζουν , τους δυο μαζί και τον καθένα ξεχωριστά  θα μας αλλάξουν . Μεγαλώνουμε. Ένα κομμάτι μου χωρίς να το θέλω θα μείνει εκεί , στην πρώτη φορά που ένιωσα ένα ΄χαδι από το χέρι σου στην πρώτη φορά θύμωσα με τον πιο περίπλοκο τρόπο σκέψης που έχω γνωρίσει , στην πρώτη φορά που γυρίσαμε μαζί από το σχολείο,  στην πρώτη φορα που έμαθα πως θα φύγεις μακριά κι ένιωσα τόσο μικρή , την πρώτη φυσιολογική συζήτηση και τη μοναδική που είχαμε ποτέ σε ένα διάλειμμα για δέκα ολόκληρα λεπτά , την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο για ώρες, την πρώτη φορά που σε είδα μετά απο  καιρό και σκέφτηκα ότι είσαι τόσο αδύνατος και μου φαίνεται τόσο εύθραυστος (!) ... την πρώτη φορά που τόλμησα να σε πιάσω από το χέρι  και ένιωσα να το σφίγγεις δυνατά, την πρώτη φορά που είπες ότι είμαι όμορφη, κι έξυπνη, την πρώτη φορά που είπες ότι έχω ταλέντο στο γράψιμο... 
      Κι από την άλλη, πάντα θα θυμάμαι την πρώτη φορά που εξαφανίστηκες χωρίς να πεις κουβέντα, 
την πρώτη φορά που μου είπες ψέματα , την πρώτη φορά που μου μίλησες για μια κοπέλα που σου άρεσε πολύ, την πρώτη φορά που έσπασε κάτι μέσα μου όταν είπες πως δε θυμάσαι τίποτε, τίποτε από όλα αυτά που θυμόμουν εγώ για μένα και για σένα, την πρώτη  φορά που η δυσκολία σου να ξεκαθαρίσεις τα πράγματα με έκανε να αισθανθώ ο πιο ηλίθιος και γελοίος άνθρωπος του κόσμου , την πρώτη φορά που έδειξες ότι με θέλεις στη ζωή σου αλλά μέχρι εκεί , κι ούτε μπορείς να διευκρινίσεις "γιατί" ή "ως τι" . Όλα αυτά κάπου αναγκαστικά θα κοιμηθούν , αφού δε μπορώ να τα εξαφανίσω . Δεν μπορώ να βρω ούτε ένα "ναι" για να τους δώσω ούτε ένα "οχι".   Αυτό που δε μπορώ όμως με τίποτε να θάψω , είναι αυτό που μου είπες οτι δε θα με πλήγωνες ποτέ, πως μ'αγαπάς και θα σαι πάντα εκεί για μένα σαν καλός φίλος. Δεν ήσουν, λυπάμαι. Άσε που, στο κάτω κάτω, δεν περνάει κάτι από το χέρι μου πλέον. Έπαιξα σχεδόν όλα τα χαρτιά μου σε μια παρτίδα που η τράπουλα ήτανε δική σου. 
      Ξέρω πως δε θα διαβάσεις ποτέ αυτό το γράμμα, ούτε και κανένα άλλο , ακόμη κι αν μία στις χίλιες πέσει το μάτι σου εδώ , πάλι δεν θα το καταλάβεις , μα θα προσποιηθώ πως είσαι εκεί και κοιτάς τώρα την οθόνη , περιμένοντας το τέλος της ανάρτησης προσπαθώντας να μαντέψεις πόσο δακρύβρεχτο θα είναι. Καθόλου. Μα καθόλου. Δεν ήμασταν ποτέ συνηθισμένοι γιατί να γίνουμε τώρα ξαφνικά; Κι αφού κάπου εδώ λέω να κλείσω το πρώτο από τα τόσα μέσα στο κεφάλι 
μου γράμματα για σένα που πήρε σάρκα και οστά , θα το κάνω με μια φράση του αλχημιστή που με ώθησε να σκεφτώ κάποια πράγματα.

"Δεν έχει να κάνει με τη μοίρα. Είν αι που μερικά πράγματα δεν είναι αρκετά ώριμα 
για να συμβούν στο παρελθόν , όμως η ζωή προχωρά
περιμένοντας και δίνει ευκαιρίες για να γίνουμε ευτυχισμένοι." 

Για αυτό είναι τόσο σημαντικό για μένα να με θυμάσαι. Ως ότιδήποτε, ως κάτι.
Απλά , να με θυμάσαι . Έτσι απλά. Ό,τι και να σημαίνει αυτό . 



Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Φαντάσματα

Ό,τι εξορίζουμε
δε μπορεί να πεθάνει.

Άλλοτε , άλλοτε επιστρέφει
σαν φάντασμα
περιπλανιέται πού και πού
στα δώματα εντός μας
όχι πάντοτε σαν στοιχειό
αλλά σαν ανάμνηση
του κενού που άφησε πίσω
                                       -φεύγοντας

Του γυαλιού που έσπασε
κάπου εκεί
σε κάποια γωνιά
και μας έκαψε
μας έκοψε,
όχι πάντα σαν σουγιάς
αλλά σαν μνεία
ότι πάντα κάτι λείπει...

Γιατί έφυγε.
Το διώξαμε.

Μα ό,τι εξορίζουμε
δεν μπορεί στα αλήθεια να πεθάνει.

Μονάχα εμείς ταυτίζουμε
την εξορία με το θάνατο.
Ετσι, για να αντέξουμε την απουσία.
Για να αντέξουμε τη φιλοξενία των φαντασμάτων.

Γιατί η ψυχή
-δυστυχώς ή ευτυχώς-
δεν είναι φτιαγμένη να σκοτώνει.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Πορσελάνη

ένας από τους πρώτους αυτοσχεδιασμούς μου στο γράψιμο. Δύο χρόνια πριν περίπου. Αυτό θέλω να μοιραστώ σήμερα. Ας μιλήσουμε για πορσελάνες.



Κοιτούσε κάθε μέρα τον καθρέφτη. Στο δωμάτιο είχε πάντα σκοτάδι.Δεν καταλάβαινε τίποτε. Προσπαθούσε να αντικρίσει ξανά το χαμένο είδωλο στο γυαλί κι όμως, η αντανάκλαση είχε χαθεί. Γυρνούσε δεξιά κι αριστερά, έκανε σβούρες , ζαλιζόταν από τις στροφές, έκανε γκριμάτσες, έκανε φασαρία, πηδούσε πάνω κάτω , φώναζε, ούρλιαζε...Τίποτα. Το είδωλο δε φαινόταν πουθενά.Στο τέλος τσατιζόταν σκέπαζε τον καθρέφτη και έβγαινε από το δωμάτιο κι άφηνε να την ταλανίζει η απορία και η απόγνωση που δε μπορούσε ούτε να ξεφορτωθεί ούτε να εξηγήσει.

   Κάποιο βράδυ, αφού επανέλαβει ξανά τη διαδικάσια, πλησίασε το γυαλί με δακρυσμένα μάτια και ακούμπησε την παλάμη και ψηλάφισε το υλικό. Τόσο αδιάφανο και ταυτόχρονα τόσο διαυγές. "Γιατί χάθηκες; μου λες;"  είπε με απόγνωση. Δεν πήρε καμια απάντηση. Ο καθρέφτης παρέμενε το ίδιο σκοτεινός, αόριστος...σιωπηλός. Τότε , το παράπονο μετατρέπηκε σε οργή , οδηγώντας το χέρι με φόρα και δύναμη επάνω στον καθρέφτη. Τα κομμάτια σκορπίστηκαν στο πατωμα. Με το πρόσωπο πνιγμένο από τα δάκρυα άρχισε να μαζεύει τα κομμάτια . Τελικά βρέθηκε μπροστά ,ένας σωρός από θολό κομματιασμένο γυαλί. Όταν ηρεμησε ,κάθισε δίπλα του με την πλάτη στο κρεβάτι κοιτώντας απέναντι στο σκελετό που απέμεινε από το ραγισμένο καθρέφτη.  Έστρεφε το κεφάλι πότε σε αυτόν και πότε στο σωρό με τα κομμάτια.
  Μετά από λίγη ώρα , άρχιζε να νιώθει περίεργα. Όσο περισσότερο κοιτούσε τόσο περισσότερο νόμιζε πως άκουγε φωνές από τον καθρέφτη. Στην αρχή νόμισε πως ήταν ψευδαισθησεις και προσπαθούσε να συνέλθει. Κι όμως αυτός καλούσε να πλησίασει προς το μέρος του. Διστακτικά σηκώθηκε και πήγε πιο κοντά. Τα κομμάτια δίπλα άρχιζαν να αναδεύονται και να κάνουν περίεργους ήχους. Ο καθρέφτης έτρεμε. Ξαφνικά , πρόσεξε ένα σημείωμα κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας. Φοβήθηκε όμως και το αγνοήσε. Σκέφτηκε όμως τι έπρεπε να κάνει.
 Άπλωσε στο πάτωμα όλα τα κομμάτια και τα περιεργάστηκε ένα ένα. Κάθε κομμάτι που κοιτούσε έφερνε δάκρυα κι όποιο αναγνώριζε το τοποθετούσε προσεκτικά πίσω στον καθρέφτη. Προσπαθούσε να τον συναρμολογήσει ξανά.
  Πέρασε καιρός. Δεν έβγαινε από το δωμάτιο. Όσο πιο δύσκολο φαινόταν , τόσο πιο πολύ πείσμωνε για να τον τελειώσει. Κι όμως κάθε κομμάτι που τοποθετούσε σωστά, έδινε μεγαλύτερη σιγουριά για το επόμενο.Κάποτε έφτασε η στιγμή να τόποθετήσει το τελευταίο. Υπήρχαν όμως δύο κενά. Στο χέρι κρατούσε μόνο ένα. Μόλις το ακούμπησε προσεκτικά στη θέση, το γυαλί φώτισε , και έκανε κ τον υπόλοιπο καθρέφτη μονομιάς να λάμψει. Σαν να άλλαξε κατι, σκεφτηκε. "Δεν έλαμπε έτσι στην αρχή." Πράγματι κάτι είχε αλλάξει όμως δεν καταλάβαινε τι. Έπειτα θυμήθηκε το σημείωμα κάτω από την πόρτα και σκέφτηκε ότι τώρα είχε αρκετή δύναμη να το δει. Το άνοιξε και διαβασε:
"Το τελευταίο κομμάτι έξω από την πόρτα."
Άνοιξε την πόρτα και τον βρήκε να κοιμάται στο κατώφλι. Μόλις άκουσε το θόρυβο της πόρτας , άνοιξε αμέσως τα ματια του και σηκώθηκε ." Νόμιζα πως δε θα έβγαινες ποτέ."
"Περίμενες όλον αυτόν τον καιρό ;"
Απάντησε καταφατικά.
Πέρασε μέσα και στάθηκαν και οι δύο μπροστά από τον καθρέφτη.
"Τα κατάφερες !" είπε εκείνος.
"Όχι ακριβώς. Λείπει ένα."
Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια, έβγαλε από την τσέπη του ενα τρίγωνο μικρό κομμάτι γυαλί.
"Βλέπεις; Αυτό ηταν πάντα εδώ. Νομίζω πως αυτα που είχαν χαθεί στην πραγματικότητα ήταν τα υπόλοιπα."
Δεν ήξερε τι να πει. Τον είδε απλά καθώς έβαζε και το τελευταίο κομμάτι στη θέση του.Το δωμάτιο φώτισε.
"Κοίτα τώρα ξανά." της είπε.
Υπάκουσε και αντίκρυσε για ακόμη μια φορά τον καθρέφτη, και προς μεγάλη της έκπληξη αντίκρυσε το είδωλό της! ήταν εκεί, γύρισε ! Δάκρυα χαράς πλημμύρισαν τα μάτια της και τον ρώτησε πώς συνέβη
"Το είδωλο σου ποτέ δε χάθηκε. Ήταν πάντα εδώ όμως μεσα στο σκοτάδι δεν έβλεπες πως ο καθρέφτης σου ήταν ραγίσμένος. Ή μάλλον ήθελες να το αγνοείς. Ήταν ήδη σπασμένος πρίν τον σκορπίσεις. Έπρεπε όμως να το κάνεις , για να τον φτιάξεις ξανά από την αρχή. Κοίτα τωρα, βλέπεις ρωγμές;"
εκείνη απάντησε αρνητικά. " Και το τελευταίο;"
"Ο καθρέφτης είναι προσωπικός, δικός σου. Εσύ έπρεπε να τον φτιάξεις. Θα μπορούσες να τον τελειώσεις μόνη σου και θα ήταν εξίσου δυνατός όπως και ο προηγούμενος πριν σπάσει. Δες τώρα, άγγιξε αυτον εδώ. Δε σου φαίνεται διαφορετικος;"
"Ναι" απαντησε εκείνη καθώς διαπίστωσε ότι κάτι είχε αλλάξει στο γυαλί.
"Επειδή με άφησες να μπω. Με άψησες να τον τελειώσουμε μαζί. Και τώρα είναι δεν είναι από απλό γυαλί, αλλά από πορσελάνη."