I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθοπλασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθοπλασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

H Tιμή μιας Μάγισσας , Το Μηδέν ή, Μαύρη Πεταλούδα


[ Ο Νοέμβρης ήταν πάντα στο μυαλό μου ως ιδανικός μήνας μαγισσών - δεν έχω ιδέα γιατί . Μιας και είχαμε Halloween όμως , δεν πάμε να δούμε μια ιστορία απ'τα παλιά , μια κάπως διαφορετική απο αυτές που έχουμε πει ως τώρα ; ] 




Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 1604, Καταντέν , Γαλλία


         
   Η πλατεία του Σεντ Πιερ είχε κυριολεκτικά κατακλυστεί από τους κατοίκους του χωριού. Ούτε που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι κάτω από τα πόδια τους δέσποζε μοναδικό πλακόστρωτο με δεξιοτεχνικά ζωγραφισμένες παραστάσεις κι ούτε που ενδιαφερόταν σήμερα το μεσημέρι για αυτήν. Θαρρείς και από τη μεγαλύτερη πλατεία του Καταντέν , είχε μετατραπεί ξαφνικά σε ένα μικροσκοπικό δοχείο , όμοιο με γουδί κι ο κόσμος στριμωχνόταν να χωρέσει στα τοιχώματα του, εκτός από ένα σημείο λίγο μετά τη μέση , στο οποίο ήταν στημένη μια ψηλή εξέδρα και πάνω της ένας ξύλινος πάσσαλος με μικρότερα δεμάτια κλαδιών σκορπισμένους τριγύρω. Οι άνθρωποι σπρώχνονταν γύρω από αυτήν , πατούσαν ο ένας τον άλλον , άλλοι συζητούσαν μεγαλόφωνα , οι γυναίκες ειδικά έλεγαν τα κουτσομπολιά της ημέρας , και άλλοι καβγάδιζαν για τους συνήθεις λόγους που λογομαχεί κανείς όταν ζει σε μια μικρή κοινότητα της Γαλλίας του 17ου αιώνα. Όλοι έμοιαζαν ανυπόμονοι για κάτι και όσο πιο περισσότερη φασαρία έκαναν τόσο καλύτερα νόμιζαν πως σκότωναν την ώρα τους. Ανάμεσα σε αυτούς που προσπαθούσαν να κινηθούν μέσα στο πλήθος διεκδικώντας μια καλύτερη θέση ή χαιρετώντας κάποιον γνωστό , ανήκε και ο Αντριάν Ντεσινέ.
            Ο Αντριάν ήταν ο δάσκαλος της κοινότητας , ένας φιλήσυχος και απομονωμένος σχετικά άνθρωπος που έζησε όλη του τη ζωή στο Καταντέν. Δεν ήταν ιδιαίτερα νέος , αλλά άγαμος και άκληρος καθώς ήταν , οι καλές γλώσσες έλεγαν ότι ήταν ό,τι πρέπει για τις κοπέλες της σειράς του. Παράλληλα, ενώ όλοι φαίνεται να τον ήξεραν, εάν ρωτούσες τον οποιοδήποτε να σου πει κάτι παραπάνω για τη ζωή και τα όνειρά του , δε θα ήξερε να σου απαντήσει, κι επειδή ακριβώς δεν θα γνώριζε να σου πει, θα δήλωνε στην τελική πως ήταν μια παντελώς αδιάφορη απάντηση. Εν μέρει αυτό ήταν αλήθεια , αφού ο Αντριάν δεν είχε ούτε περίπλοκη ζωή ούτε απραγματοποίητα όνειρα και φιλοδοξίες, αλλά ήταν ακριβώς αυτό που έβλεπες: αξιοπρέπεια και πραότητα. Όχι και τεράστια ευγένεια , μόνο όταν έπρεπε. Ειδικά όσο περνούσαν τα χρόνια οι άνθρωποι τον κούραζαν. Αλλά να, δε μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που επιθύμησε πολύ κάτι. Κι ενώ έκανε πέρα μια παχουλή κυρία και πέταξε ένα “με συγχωρείτε” σε έναν φωνακλά τύπο για να περάσει, είδε επιτέλους τον γνωστό του Ζορζ με τον οποίο είχε ραντεβού πριν κανένα δεκάλεπτο. Εκείνος τον είδε πρώτος, του σφύριξε και του έκανε νόημα να πλησιάσει.
   “Αντριάν! Εδώ , εδώ.” τον βόλεψε δίπλα του με ένα χαμόγελο. Πρόσεξε επίσης κι έναν άλλο κύριο που στεκόταν δίπλα του που μιλούσε μαζί του . Πρέπει να τον είχε ξαναγνωρίσει πρόσφατα αλλά δε θυμόταν το όνομα του πέρα από το πρόσωπο του κι έτσι προσποιήθηκε πως τον θυμόταν. Εξάλλου, δεν είχε και πολλή όρεξη σήμερα.
   “Bonjour” είπε απλώς εκείνος . “Προσπαθούσα ώρα να σε βρω αλλά χάθηκα μες το πλήθος. Κάθε φορά τα ίδια.”
    “Τι τα θες ,” αποκρίθηκε ο Ζορζ “τουλάχιστον είμαστε μπροστά μπροστά και θα απολαύσουμε το θέαμα!” Ο Αντριέν δεν ήταν πολύ σίγουρος ότι συμφωνούσε με τον φίλο του. Εντάξει , η παρακολούθηση της καύσης μιας μάγισσας είναι κοινωνικά απαραίτητη αλλά θα αισθανόταν πολύ πιο άνετα αν βρισκόταν πιο μακριά ακόμα και με ψηλότερους και παχύτερους άνδρες από αυτόν να του κρύβουν τη θέα. Δεν συμμεριζόταν λοιπόν τον ενθουσιασμό του Ζορζ για τέτοιου είδους γεγονότα , για να μην τον κακοκαρδίσει όμως ,αλλά και για να μην ανοίξει πάλι αυτό το θέμα συζήτησης, άλλαξε απευθείας το θέμα.
  “Η υπόλοιπη οικογένεια σου δεν είναι εδώ;” ρώτησε τον Ζορζ.
  “Τι είπες; Δεν σε άκουσα.” του απάντησε τεντώνοντας τα αυτιά του μήπως και τον ακούσει μες τη φασαρία.
   “ Λέω, πώς και μόνος εδώ πέρα mon ami.” επανέλαβε.
  “Α, η Ζορζέτ ήταν αδιάθετη πάλι κι ο γιατρός της έχει πει να μείνει στο κρεβάτι μέχρι να γεννήσει.”
   “Κι ο Πιέρ;”
   “Α. Να εκεί κάτω . Μπροστά μπροστά με τα άλλα παιδιά , παίζουν πάνω στην εξέδρα.”
   “Πρώτη φορά;”
  “Μμ , ναι.” είπε αδιάφορα και φαίνεται πως δεν είχε διάθεση για τέτοιες ερωτήσεις ,αφού στράφηκε στον διπλανό του με τον οποίο συζητούσαν κάτι σχετικό με τη γη τους. Ο Αντριέν δεν πολυενδιαφερόταν για κάτι τέτοια θέματα , οπότε έστρεψε το κεφάλι και τεντώθηκε προς το μέρος που του υπέδειξε πως βρισκόταν ο Πιερ. Ήταν μικρός ακόμα , ούτε δεκατριών , αλλά ειδικά τώρα που τον έβλεπε δίπλα στα άλλα παιδιά ήταν κοντός για την ηλικία του . Ωστόσο , φαινόταν τόσο υγιής καθώς έτρεχε και γελούσε , με τις ξυπόλυτες πατούσες του να πατάνε γερά πάνω στα σκορπισμένα ξύλα.  Τον θυμόταν από μικρό παιδί , πάντα του φώναζε η μητέρα του που δεν είχε καμιά αγάπη για τα παπούτσια. 
            Κάπως έτσι ξεχάστηκε για λίγο , όταν όμως το ρολόι χτύπησε δώδεκα και η αναταραχή μεγάλωσε, είπε στον Ζορζ μήπως θα ήταν πιο ακίνδυνο να πει στο γιο του να κατέβει με τους άλλους από την εξέδρα.
  “Πώς; Α, ναι σωστά. Πιερ. Πιερ! Πιερ κατέβα κάτω αμέσως, τώρα είπα!” Το αγόρι υπάκουσε απότομα και κατέβηκε γρήγορα από την εξέδρα , αν και δεν απομακρύνθηκε ιδιαίτερα από αυτήν. Φαίνεται πως ήθελε κι αυτός να δει το “φαντασμαγορικό” θέαμα που θα του 'πε ο μπαμπάς του. Πού να 'ξερε.
            Ξαφνικά όλα ησύχασαν. Οι φωνές του κόσμου έγιναν από θόρυβοι σε ψίθυροι κι από ψίθυροι σε σιωπή. Όλοι γύρισαν τα κεφάλια τους και κοίταξαν προς τα πίσω. Έφτασαν επιτέλους. Ήταν εδώ. Ο κόσμος μπορούσε να τραφεί. Ο εκπρόσωπος της Ιεράς Εξέτασης ήταν εκεί και κατευθυνόταν προς το μέρος τους. Ένας ψηλός και μεγαλόσωμος άνδρας έμπαινε στα μπροστά και παρακινούσε τον κόσμο να ανοίξει έναν διάδρομο για να περάσουν αυτός και οι υπόλοιποι που ακολουθούσαν. Οι άνθρωποι υπάκουγαν σαν υπνωτισμένοι γιατί το θέαμα τους έτρεφε και δεν τους πείραζε να παραχωρήσουν λίγα εκατοστά από τον ήδη μειωμένο τους χώρο.
             Ανάμεσα τους , πίσω από τον πρώτο , ακολουθούσαν άλλοι δύο άντρες με το έμβλημα της υπηρεσίας του βασιλιά και ανάμεσα τους μια γυναίκα σαν χτικιό παραπατούσε με τους αδύναμους αστραγάλους της απο δω κι απο κεί με τα χέρια δεμένα μπροστά μεταξύ τους και οι άνδρες να τη βαστούν μέσα από τους αγκώνες. Εκείνοι που βρίσκονταν πιο κοντά φαίνονταν να την τρέμουν και απομακρύνονταν ενώ άλλοι που βρίσκονταν πιο μακριά της , το έπαιζαν γενναίοι και τέντωναν τα άκρα της μήπως κι αγγίξουν το χιλιοσκισμένο μαύρο της φόρεμα του οποίου τα ξέφτια τινάζονταν πέρα δώθε. Κανείς δε μπορούσε να δει το πρόσωπο της γιατί τα μακριά βρώμικα μαλλιά της έπεφταν όλα μπροστά κι έτσι πολλοί προσπαθούσαν να μαντέψουν αν από κάτω γελάει ή κλαίει ή και τα δύο. Προχωρούσε σε σταθερό ρυθμό κι όποτε σκονταφτε ή καθυστερούσε , πάντα βρισκόταν κάποιος εκεί να της δώσει μια σπρωξιά στον ώμο για να συνεχίσει, ώσπου έφτασαν όλοι στην εξέδρα. Οι δύο άνδρες την ανέβασαν από τα ελάχιστα στενά σκαλοπάτια και την πέταξαν στο πάτωμα.
            Ο μεγαλόσωμος άνδρας τη σήκωσε , της έλυσε τα χέρια και την έδεσε χειροπόδαρα επάνω στον πάσσαλο. Εκείνη δεν αντιδρούσε, κινούνταν σαν κουρδισμένη μαριονέτα με μηχανικό, σχεδόν τρομακτικό τρόπο.  Δεν ακουγόταν τίποτε, ο κόσμος  λες και κρατούσε την ανάσα του.
            Ο Αντριέν είδε έπειτα τον ιεροεξεταστή να την πλησιάζει , να την επεξεργάζεται και με μια έκφραση ικανοποίησης στο πρόσωπο του, έδιωξε τα μαλλιά από το πρόσωπο της και το αποκάλυψε. Είχε ένα νέο παγωμένο και κρυστάλλινο πρόσωπο με μεγάλα πειθήνια μάτια , που η κούραση τα μεταμόρφωνε σε επικίνδυνα , χωρίς να μειώνει την μοιραία τους ομορφιά. Προς το παρόν ήταν ανέκφραστη αλλά θαρρείς πως με τα μάτια τους κοιτούσε όλους έναν έναν και τους περιγελούσε. Κοιτούσε τριγύρω σαν να μην είχε αίσθηση του τι συμβαίνει. Η διαπεραστική ματιά της συναντήθηκε με του Αντριέν και έμεινε εκεί. Εκείνος τρομοκρατήθηκε κι ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι , όχι επειδή τον φόβισε η παρουσία της αλλά έπειδή ένιωσε μια περίεργη έλξη , σαν να μαγνητίστηκε και για αυτό να μη μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω της.
            Ο ιεροεξεταστής ρώτησε το όνομα της και για τι κατηγορείται. Η γυναίκα από την αδυναμία της δε μπορούσε να μιλήσει πολύ δυνατά , αλλά νόμιζε πως άκουσε το όνομα Κίρα Σαντάλ ή κάπως έτσι. Ο ιεροεξεταστής όμως περίμενε να ακούσει και κάτι άλλο και γινόταν ανυπόμονος. Αφού έβλεπε πως η γυναίκα δεν ήταν διατεθειμένη να απαντήσει , της ψιθύρισε κάτι , πιθανότατα αν είχε κάποια τελευταία λόγια να πει. Εκείνη γύρισε το βλέμμα της και τον κοίταξε αηδιασμένη μες τα μάτια. Της πέρασε από το μυαλό να κάνει κάποια απότομη κίνηση με τα πόδια και τα χέρια της μήπως και καταφέρει και κάπως τον χτυπήσει αλλά τα άκρα και τα πλευρά της ήταν σημαδεμένα και καταφρονημένα από τα χθεσινά βάσανα. Ακόμα δεν έχει φύγει η γεύση του νερού ανακατεμένου με το αίμα της όταν τη βύθιζαν κρεμάμενη από χέρια και πόδια μέσα στο νερό. Χθες νερό, σήμερα φωτιά, σκέφτηκε.  Κι αφού δεν μπορούσε να τον χτυπήσει, τον έφτυσε.
          Αυτός , θυμωμένος και προσβεβλημένος στράφηκε στο λαό και μίλησε με δυνατή και καθαρή φωνή λέγοντας πως η γυναίκα αυτή είναι μάγισσα και ως ερωμένη του διαβόλου έπρεπε να θανατωθεί όπως και όλες οι άλλες πριν απο αυτήν , για να εξαγνιστεί. Ο Αντριέν ένιωσε ακόμα πιο άβολα. Ήξερε από την αρχή ότι ερχόταν να παρακολουθήσει ένα τέτοιο γεγονός και πάντα ήταν επιφυλακτικός αλλά ειδικά σήμερα ένιωθε πως ήταν αδύνατον να γίνει μάρτυρας σε κάτι τέτοιο. Σαν να μην άντεχε να τη δει να πεθαίνει. Μα είναι γελοίο ,σκέφτηκε. Στράφηκε προς τον Ζορζ κι απογοητεύτηκε όταν είδε να καταπίνει μαζί με το διπλανό του τα λόγια του εξεταστή σαν να ‘ταν ιερά και να είναι σχεδόν γοητευμένοι από το λογίδριο του σχετικά με τους δόλους του Σατανά και των μαγισσών.             Προς στιγμήν νόμισε πως ένιωσε ακριβώς εκείνη την αηδία με την οποία είχε κοιτάξει πριν τον εξεταστή η μάγισσα. Τα πέντε λεπτά του φάνηκαν αιώνες και κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε τον πονούσε σαν πληγή από μαχαίρι και ήθελε να φύγει. Αλλά που να πάει; Έμεινε καρφωμένος στο πάτωμα και περίμενε. Ευτυχώς ήταν όλοι τόσο απορροφημένοι που κανείς δεν πρόσεξε την αμηχανία και τον κρύο ιδρώτα του. Όταν τελείωσε το λογίδριο , όλοι κατάλαβαν ότι ήρθε η ώρα.
            Έφτιαξαν τα δεμάτια από κλαδιά ομοιόμορφα γύρω της και απομακρύνθηκαν . Ο μεγαλόσωμος άνδρας άναψε ένα σπίρτο και το πέταξε. Έτσι απλά. Ύστερα απομακρύνθηκε κι αυτός. Έστρεψαν όλοι τα βλέμματα τους στην Κίρα κι εκείνη τους το ανταπέδιδε δαιμόνια χωρίς ωστόσο να βγάζει δηλητήριο αλλά οίκτο. Πίσω από το νέφος του καπνού που είχε σχηματιστεί από τη φωτιά , αυτή χαμογελούσε δείχνοντας τα δόντια της. Όταν συνάντησε τα μάτια του Αντριέν για δεύτερη φορά, διάβασε μέσα του τον τρόμο και του φάνηκε πως μόνο για κείνον ζέστανε τη ματιά της. Σαν να του εμπιστεύθηκε κάτι , κάποιο μυστικό που ήταν σίγουρη πως θα το φυλάξει με τη ζωή του. Ύστερα έγινε κάτι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του . Ο κλοιός της φωτιάς στένεψε γύρω της και το σώμα της άρχισε να υπερθερμαίνεται και τότε άρχισε να γελάει , να γελάει πολύ δυνατά, τόσο που και ο τελευταίος άνθρωπος που στεκόταν πίσω στο βάθος μπορούσε να την ακούσει. 'Οταν πλέον η φωτιά άγγιξε τα πόδια της και έγινε πιο αληθινό ούρλιαξε από τον πόνο για αρκετά δευτερόλεπτα όσο την έτρωγε η φωτιά . Το σώμα της έτρεμε , τρανταζόταν δυνατά μπρος και πίσω , συρρικνωνόταν κι ύστερα διαστελλόταν ενώ ο κορμός της τεντωνόταν , το στέρνο της έβγαινε προς τα έξω σαν να προσπαθούσε η ψυχή της να βγεί μέσα από το σώμα της και να φύγει ψηλά .
            Ο Αντριέν έκλεισε γρήγορα τα μάτια του και τα κράτησε έτσι για πολλή ώρα. Αν όμως τα είχε κρατήσει ανοιχτά , θα πρόσεχε σίγουρα ένα μικρό δωδεκάχρονο αγοράκι ονόματι Πιερ να χαζεύει εκστατικός τη φωτιά ενώ στα μάτια του καθρεφτίζονταν σπίθες σαν να ΄ταν ερωτευμένος. Τα άνοιξε μόνο ύστερα από λίγο που ο Ζόρζ τον σκούντησε κατά λάθος την ώρα που ο κόσμος σκορπιζόταν και πάλι στις απλές καθημερινές και τιποτένιες ζωές τους.


Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Game Over


           Από μυθολογία πώς τα πας; Από Ησίοδο;
 Θεογονία; Ναι ούτε και γω τα πάω καλά με τον τελευταίο . Αλλά θέλω να σου πω μια ιστορία. Έναν μύθο για τον Θάνατο. 
          Ξέρεις δεν ήταν πάντα ο τύπος με τη μαύρη κουκούλα και το δρεπάνι στο χέρι. Όχι, ούτε καν πλησίαζε τον reaper. Ήταν γιος του Ερέβους και της Νύχτας, και ο αδερφός του Ύπνου , κι ενώ εκείνος μπορούσε να ταξιδεύει τη νύχτα και ξεκούραζε τους ανθρώπους , ο Θάνατος δεν πήγαινε πουθενά. Δεν είχε βωμό γιατί δεν ήθελε θυσίες , κανείς δεν τον λάτρευε έτσι κι αλλιώς , πέρα από τους αρρώστους που τον έβλεπαν σαν λυτρωτή. Κι έτσι ο Θάνατος λέγεται ότι ήταν ένας μαυροφορεμένος νέος , ψηλός και όμορφος , με ξανθά μαλλιά και αλαβάστρινο δέρμα.  
             Μια μέρα ο Θάνατος αντίκρυσε μια νέα . Δεν είχε τίποτε το ξεχωριστό μάλλον , τίποτε που δεν είχε ξαναδεί τουλάχιστον , όμως για κάποιο λόγο του έκανε μεγάλη εντύπωση . Ο Θάνατος την ερωτεύτηκε . Βρέθηκε σε μια κατάσταση που δεν μπορούσε πλήρως να αντιληφθεί , ήταν μπερδεμένος , φοβόταν για το τι έπρεπε και τι ήθελε να κάνει απέναντι της . Πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει μια νέα ο ίδιος ο Θάνατος; Έτσι δεν της είπε τίποτα , στράφηκε στον πατέρα του . Ο Έρεβος τον παρέπεμψε στον πατέρα όλων, το Χάος. Ο Θάνατος του τα είπε όλα και τότε το Χάος του είπε , ότι αν καταλάβαινε το Χάος , θα καταλάβαινε και όλα τα υπόλοιπα, και δε θα φοβόταν πια , και θα είχε την κοπέλα. 
    Και τι νομίζεις πως έκανε ο Θάνατος;  Τα παράτησε όλα και προσπάθησε να καταλάβει το Χάος. Μα στην προσπάθεια του , το Χάος τον απορρόφησε κι εκείνος δεν το κατάλαβε. Πέρασε καιρός , πέρασαν χρόνια και η κοπέλα πέθανε .  Ο Θάνατος έμεινε αιώνια αφοσιωμένος να προσπαθεί να καταλάβει το Χάος που την ξέχασε και τώρα μπορούσε μόνο να τη βλέπει στη λίμνη των νεκρών στον Κάτω Κόσμο.  Κι ούτε που αισθάνθηκε το χρόνο να περνά , γιατί είχε ξεχάσει να φοβάται , γιατί το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς να ξεδιαλύνει το Χάος. Και τότε όλα θα έφτιαχναν , πίστευε. 
Μα ποιος μπόρεσε ποτέ να καταλάβει το Χάος μόνος του;
           Ήθελα μόνο να σου πω, αυτή την τελευταία ιστορία . Δέξου την ως σφραγίδα. Αν βρισκόμασταν σε ένα παιχνίδι για δύο , δεν ξέρω τι κερδίζεις αλλά σίγουρα εγώ μόνο χάνω. Σφραγίζω λοιπόν την αποχώρηση μου από το παιχνίδι. Μπορείς να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξεδιαλύνεις το Χάος. Game Over.

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Γυάλινοι Παίκτες ( α' μέρος)

                                                                               I



Τι γιορτή ήταν αυτή. Σαν να μη σήμαινε τίποτα ούτε η φασαρία , ούτε η μουσική, ούτε τα πρόσωπα , ούτε κι ο χρόνος που κυλούσε. Περνούσε επειδή έπρεπε να περάσει , αυτή ήταν η δουλειά του και την έκανε πάντα με μεράκι και υπομονή. Άμα μπορούσα δεν θα καθόμουν άλλο, έτσι έκανα αυτό που κάνω πάντα τώρα τελευταία. Ζω τη νύχτα . Ανοίγω μια πόρτα στον τοίχο με μια ξεχασμένη κιμωλία που έχω από το δημοτικό , ζωγραφίζω κι ένα πόμολο και σπρώχνω προς τα πίσω . 'Υστερα μπαίνω σε ένα λαγούμι σαν κι αυτό της Αλίκης , μόνο που είμαι μόνη , δεν κυνηγώ κανένα λαγό. Δεν με πιέζει ο χρόνος , έχω όλη τη νύχτα μπροστά μου. Ωστόσο σήμερα , αισθάνομαι ότι κάτι άλλο , μεγάλο θα μπορούσε να συμβεί. Να 'ναι που αλλάζει ο χρόνος τάχα; Ίσως . 
        Μπαίνω σε ένα δωμάτιο πρώτα , κάπως μικρό , φορτωμένο με πράγματα . Στριμώχνομαι κάθε φορά και πασχίζω λίγο να περάσω μέσα από τους σωρούς αλλά τελικά τα καταφέρνω. Στους τοίχους κρέμονται άτσαλα και στραβά φωτογραφίες. Δε μπορώ πάντα να τις δω καθαρά , δείχνουν πρόσωπα που τα ξέρω ωστόσο και μάλλον δεν αντέχω να τα αναγνωρίσω. Πάντα με πιάνει άγχος σε αυτό το δωμάτιο. Τα πράγματα θα φταίνε. Καμιά φορά με τραυματίζουν και ξυπνάω με πόνους. Έτσι το προσπερνάω γρήγορα , γιατί βιάζομαι να ζωγραφίσω τη δεύτερη πόρτα , μια πιο μεγάλη. Ανοίγω και κατεβαίνω μια σκάλα .
        Είναι στριφογυριστή αλλά δεν ζαλίζομαι. Καμιά φορά αν έχω όρεξη γλιστράω προς τα κάτω από την κουπαστή. Σήμερα όμως δε θα το κάνω , θα κατεβώ προσεκτικά. Είναι όλα από πέτρα τριγύρω , μου θυμίζει κάστρο κι έτσι αντί για φως , ανάβω ένα κερί που με περιμένει πάντα εκεί και μου γαργαλάει το χέρι καθώς κατεβαίνω κάτω κρατώντας το. Αυτή η σκάλα δεν ανεβαίνει . Πηγαίνει μόνο προς τα κάτω . Στο τέρμα της περιμένει ένας χώρος σαν μεγάλος καθεδρικός ναός. Ή τουλάχιστον έτσι διαγράφεται στην ατμόσφαιρα, γιατί στην πραγματικότητα είναι όλα σε τόνους μπλε ή σκούρο πράσινο. Κάτι σαν ζαφειρί χρώμα τέλος πάντων και πρέπει να προχωρήσω πολύ για να αρχίσει να φωτίζεται ο χώρος. Διασχίζοντας το δάπεδο , βλέπω πως έχει μορφή σκακιέρας χωρίς πιόνια. Καμιά φορά αν έχω χρόνο για χάσιμο , παίζω φανταστικές παρτίδες , χωρίς πάντα να κερδίζω αν και πολλές φορές τις αφήνω στη μέση. Μου αρέσει να παίζω στη θέση του ιππότη αλλά είναι δύσκολο ακόμα και για μένα να ανέβω σε φανταστικό άλογο κι έτσι καταλήγω να παίζω στη θέση του πύργου. Δεν θα τολμούσα να διανοηθώ να πλησιάσω μια βασίλισσα.
       Κάνει κρύο , γιατί εκτός από τους τοίχους ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας , δεν υπάρχει τίποτε άλλο . Είμαι μόνη. Ή σχεδόν μόνη . στο τέρμα της αίθουσας αισθάνομαι μια μυστηριώδη παρουσία . Στο βάθος στέκεσαι  εσύ, ένα γυάλινο άγαλμα .  Πλησιάζω και σε περιεργάζομαι όπως την πρώτη φορά. Ξέρεις τι; Έχω την εντύπωση ότι δεν ήσουν πάντα γυάλινος. Τις προάλλες θα ορκιζόμουν πως ήσουν φτιαγμένος από πάγο , ή μήπως ήτανε χαρτί; Ξεχνάω. Όμως μετά πηγαίνω κοντά και αγγίζω το πρόσωπο σου με τα χέρια μου θέλοντας να εξερευνήσω ένα ψεύτικο πρόσωπο που μοιάζει ώρες ώρες πιο αληθινό από το δικό μου. Είσαι ένας όμορφος νέος . Σε έκανα πολύ όμορφο, στο λέω συχνά. Είσαι λίγο πιο ψηλός από μένα , κι αν στέκεσαι λίγο άτσαλα , φαίνεσαι δυνατός . Είσαι πάντα καλά ντυμένος και έχεις μια στάση του σώματος σαν να μην ξέρεις που να βάλεις τα χέρια σου. Έχει ένα μικρό πεζούλι στη βάση σου. Ανεβαίνω επάνω και συνήθως φέρνω τα τακούνια μου για να σε φτάσω πιο εύκολα. Ακουμπώ επάνω σου , σε αγκαλιάζω. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω περάσει όλη τη νύχτα μιλώντας σου για ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Μόνο που’σαι άχρωμος, αυτό είναι το παράπονο μου. Τι χρώμα να είναι αυτά τα μάτια άραγε;
       Νιώθω τόσο ελεύθερη εκεί , κι ας έχω συνέχεια την ίδια εφιαλτική αίσθηση ότι όπου να ‘ναι θα με τυλίξουν μεταλλικές βαριές αλυσίδες και θα με σφίξουν πάνω του ώσπου να σκάσω. Παρ'ολα αυτά μένω εκεί και προσπαθώ να φανταστώ τι θα μου έλεγες αν ήταν ζωντανός. Κοιτώ στα μάτια σου και βλέπω μόνο το είδωλο μου. Ειδικά σήμερα σε αυτό το γυαλί, με βλέπω πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά. 
      Περίεργο , τινάζομαι ανά διαστήματα, σαν να με ταράζουν χτύποι . Μοιάζουν με μεγάλο ρολόι,
από αυτά που ξεχωρίζουν , με το εκκρεμές. Αισθάνομαι μια τεράστια μηχανή κάπου εκεί κοντά να δημιουργεί δονήσεις και κύματα και θόρυβο , πολύ θόρυβο. Δεν το βλέπω πουθενά κι όμως το ακούω σε όλο μου το κορμί να χτυπάει αργά και σταθερά. Μα ναι , σε λίγο αλλάζει ο χρόνος. Μοιράστηκα τη σκέψη μου μαζί σου, δεν μπορώ να κουνηθώ από τη θέση μου. Δεν το επιθυμώ. Ένιωσα κάτι να με σπρώχνει για μια στιγμή , λες και με απώθησες με τα χέρια σου , μα ήσουν ακόμη ακίνητος.
    "Θα πρέπει να είσαι σημαντικός , πιθανότατα πιο έξυπνος από μένα , μα ό,τι κι αν είναι δεν μπορώ να σε φανταστώ κάπου αλλού , εκτός από δω , μαζί μου."
       Μόλις άγγιξα τα χείλη σου,  είχες ήδη ραγίσει.



(συνεχίζεται...)
   

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Ο Χορός των Φλεγόμενων Γραμμάτων


        "Έχω τόσο καιρό που γράφω για τους άλλους , που η πένα μου ξέχασε πώς να γράφει για μένα .” σκέφτηκε ξεφυσώντας τον καπνό από το μισοσβησμένο της τσιγάρο. Τυλιγμένη με ένα σεντόνι και τα μαλλιά της πιασμένα με μολύβι , καθόταν άτσαλα επάνω στο πλυντήριο του διαδρόμου κάτω από το παράθυρο. Αστείο θέαμα θα έλεγε κανείς , ειδικά ο φίλος της που δεν καταλάβαινε και πολλά περί έπνευσης και σκοτεινιάς. Για κάποιους ανθρώπους τα πράγματα όλα γύρω είναι πιο απλά . Για κάποιους άλλους πάλι , δεν απλοποιούνται ποτέ. “Πίστεψε με, είναι πιο κουραστικό να προσπαθείς να τα απλοποιήσεις όταν ανήκεις στους δεύτερους παρά όταν αποδέχεσαι τη φύση σου. Τζάμπα χαμένη ενέργεια.” Γέλασε με αυτή τη σκέψη . Τη σημείωσε καλού κακού. Έριξε μια ματιά στις σκόρπιες σελίδες που είχε δίπλα της.
      Τελευταία έκανε διάφορες τέτοιες σκέψεις , συνήθως άσχετες μεταξύ τους και παιδευόταν , έσπαγε το κεφάλι της να βρει τρόπο να τα ενώσει. Αντί για αυτό , έβλεπε να ενώνεται μόνο ο σωρός από τσαλακωμένα χαρτιά στο πάτωμα . Από πότε είναι τόσο δύσκολο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί . "To ξέρω ότι τα γράμματα έχουν φωτιά , τα βλέπω, αλλά γιατί σταμάτησαν να χορεύουν;"
        Παράτησε ό,τι έκανε , για ακόμη μια φορά και πετάχτηκε πάνω. Έκανε μια δυο φορές τον κύκλο του σπιτιού κι αφού είδε ότι ήταν τόσο μικρό που δεν την έπαιρνε για τρίτο , κατέρρευσε στο πάτωμα. Αν ήταν ζωγράφος θα καταλάβαινε περισσότερο . Θα χε πινέλα σκορπισμένα παντού , λερωμένα ρούχα και βαμμένους τοίχους κι πολύχρωμες μπογιές στα χέρια. Της φαινόταν πιο ψαγμένο ακόμα και χωρίς έμπνευση. Ε Τώρα απλώς φαινόταν σαν χαζή αρχαία Ελληνίδα με μουντζουρωμένα μπλε δάχτυλα από χαραμισμένο μελάνι. Εντάξει , έλλειψη ερεθισμάτων επίσης το λένε αλλά τελευταία παραπήγαινε. Κάπνισε λίγο ακόμα και πήγε στο υπνοδωμάτιο να καθίσει στο έπιπλο της τουαλέτας μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε καλά το πρόσωπο της , άβαφο , απρόσεκτο . Λιγάκι θαμπό. Έτσι έμοιαζαν άραγε όλες οι κοπέλες που τους έλεγαν ότι είναι κούκλες από τη μέρα που γεννήθηκαν; Έβλεπε κιόλας τα σημάδια των “-άντα” να πλησιάζουν , αλλά ακόμη κι αυτό την άφησε αδιάφορη. Πάντα θα λείπει κάτι. 
       Ξεφυσώντας ωστόσο , το μάτι της έπεσε στα καλλυντικά της . Τα περιεργάστηκε λίγο σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά. Θυμήθηκε εποχές που ήταν πιτσιρίκι με μπούκλες που πήγαιναν πέρα δώθε και το μόνο που έκανε ήταν να εξερευνά και να παίζει, ειδικά τα καλοκαίρια που πήγαινε με τους παππούδες της στο εξοχικό της θείας της , γιατί είχε ένα εσιτατόριο κοντά στη θάλασσα. Δεν είχε ποτέ πολύ κόσμο , αλλά θυμόταν πόσο ασήμαντο της φαινόταν αυτό και ότι το μόνο που σκεφτόταν ήταν πόσο θαυμάσια ήταν η αίσθηση της συγκεκριμένης θάλασσας μετά τις 6 το απόγευμα και τα βράδια πια αποκαμωμένη και καθαρή πήγαινε κρυφά στο δωμάτιο της θείας της και άνοιγε τα συρτάρια δοκιμάζοντας ό,τι μπορούσε. Κι αυτό που της είχε μείνει περισσότερο ήταν ότι όλα τα σκουλαρίκια της είχανε κλιψάκια , γιατί ποτέ δεν είχε τρυπήσει τα αυτιά της . Από τότε δεν είχε να δει σκουλαρίκια με κλιπς;
     Τα δάχτυλα της τώρα ψηλάφιζαν το κόκκινο κραγιόν της. Το πρόσεχε πολύ , το χει φορέσει ελάχιστες φορές. Έτσι , γιατί απλά δεν το έχει συνηθίσει , ή δε θέλει να συνηθίσει αυτή την αίσθηση του διαφορετικού, του μοιραίου καμιά φορά. Τώρα όμως ήταν μια από αυτές τις φορές. Το άπλωσε απαλά σε χείλη της και τα έτριψε λίγο μεταξύ τους . Σούφρωσε ελαφρώς τα χείλη μπροστά στον καθρέφτη και πλησίασε πιο κοντά. Δεν ένιωσε όμως και καμία ιδιαίτερη διαφορά . Κι έτσι όπως πλησίαζε το σεντόνι από τη μια πλευρά γλίστρησε από των ώμο , και φάνηκε κοντά στο στήθος της ένα ξεχασμένο τατουάζ, μια μαύρη πεταλούδα. “Εγώ και τα σύμβολα της ''ελευθερίας'' μου. Ένα tattoo , ένα κόκκινο κραγιόν κι από μέσα τα ίδια. Πρωτοτύπησα πάλι.” Μα παρατηρώντας λίγο περισσότερο , και η ίδια κατάλαβε πως ασυναίσθητα δεν το πε με πικρία , μάλλον με αυτοσαρκασμό .       
     Κι άρχισε τότε να της έρχεται λίγο λίγο στο μυαλό ένα νέο ποίημα ή τραγούδι δεν ήταν σίγουρη . Όχι ήταν ποιήμα τελικά . Πήρε ένα χαρτί απο δίπλα της και κατέγραψε όσους στίχους έρχονταν , κάπως άτσαλα και πρόχειρα, ο ένας πίσω από τον άλλον. Έγραφε , έγραφε όχι πολύ αλλά έντονα , κοιτούσε σαν να έγραφαν τις λέξεις τα ίδια της τα μάτια κι όχι το χέρι σαν πιστός υπηρέτης της. Ύστερα από λίγο σταμάτησε απότομα , κοίταξε τον καθρέφτη και άφησε ένα σημάδι φιλιού με το κατακόκκινο κραγιόν της. Χαμογέλασε αινιγματικά , πέταξε το σεντόνι και βγήκε από το δωμάτιο.

Στο τέλος πίσω από το μελάνι αν κοίταζε κανείς προσεκτικά έλεγε κάτι σαν :

Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει , ποτέ δεν υπήρξε . Βγαίνοντας από ένα κλουβί , προσμένει πάντα άλλο μεγαλύτερο. Λες να μας χωρέσει καλύτερα τούτη τη φορά; Εμείς ,που οι πρόγονοι μας ξυπνούσαν στα είκοσι πέντε και ερωτεύονταν πρώτη φορά. Εμείς, εκπρόσωποι μιας γενιάς που χει φτάσει με το ζόρι τα είκοσι κι έχει κουραστεί. Καταλαβαίνεις τώρα; Τίποτα δεν μας ανήκει. Κι άσε το χειμώνα να επιμένει τις γιορτές : 'κι αν δε μπορείς ούτε κι εσύ απ'τη βροχή να κοιμηθείς , έλα δω , να βρείς, το άλλο σου μισό.''
Μα δεν είναι αλήθεια όλα αυτά.” 

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Black & White Sinatra



        Ιππεύαμε πολλές ώρες. Το άλογο μου είχε κουραστεί και μπορούσα να ακούσω τη γρήγορη ανάσα του δικού του. Όμως εμείς σαν να ξεχαστήκαμε , μας πήρε πάλι το βράδυ σαν να μη μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να καλπάσουμε, να τρέξουμε ως το πρωί. Να μιλάμε ατελείωτα κι άλλοτε χωρίς να μιλάμε. Κι οι βόλτες πάντοτε τόσο ωραίες! 
          Δεν μου έμαθε ποτέ πώς να ιππεύω . Αν δεν τον είχα δει την πρώτη φορά πάνω στο άλογο του να ζηλέψω, ούτε που θα μου μιλούσε ποτέ για αυτό. Με είχε αφήσει να πέσω μια φορά. Αλλά ποτέ δεν έλεγα όχι όταν παραβγαίναμε. Πάντοτε κέρδιζε εκείνος... κι εγώ, εγώ απλά χαιρόμουν αυτή την απροσδόκητη γεύση ελευθερίας μαζί του. 
"Παραβγαίνουμε μέχρι τον λόφο; Εκεί κάτω από την Ιτιά." είπε κι άρχισε να τρέχει. Ήξερα πόσο όσο κι αν ακουγόταν σαν ερώτηση άλλο τόσο δεν ήταν. Ζορίζοντας τα ζώα , ήμασταν ελεύθεροι πάλι , ζωντανοί κι έτσι όπως μας έβλεπα , αυτός με το μαύρο πουκάμισο και το καπέλο που τόσο αγαπούσε και μένα με το άσπρο μου φόρεμα , γύρισα πίσω σαν ήμασταν παιδιά. Παίζαμε σαν ξεκούρδιστα πάνω στα ξύλινα αλογάκια μας. Εγώ ήμουν πέντε και εκείνος έξι. Ό,τι και να παίζαμε πάντα γελούσε και κέρδιζε εκείνος. Στα μαύρα πάντοτε κι εγώ στα λευκά. Και τι σύμπτωση, φορούσα ίδιο φόρεμα σαν απόψε. Παράξενο.
          Χωρίς να το καταλάβω φτάσαμε απρόσμενα στην ιτιά κι ανεβήκαμε το λόφο. Κατέβηκε από το άλογο , με τρόπο τέτοιο ώστε ήταν σίγουρος πως θα τον μιμηθώ. Έτσι όπως τον ζωγράφιζε στα μάτια μου ο αέρας με ταξίδεψε στις εποχές που ήρθαν μετά , που άλλαξε ο καιρός και μπορούσα να του πω πως είναι δικός μου. Τον πλησίασα και του το πα ξανά, έκπληκτη από το πόσο σαγηνευτικά μπορούσα να προφέρω αυτές τις λέξεις. Χαμογέλασε μόνο με τα χείλη. Είχε ένα βλέμμα ατάραχο , μαγικό. Με πλησίασε και άρχισε να περπατά κυκλικά γύρω μου. Όταν έφτασε πίσω μου, σταμάτησε αθόρυβα. Τόσο κοντά ήταν που η ανάσα του μπορούσε να με αρπάξει.
"Θυμάσαι που παίζαμε μικροί;" Ρώτησε. Γύρισα προς το μέρος του με φόρα να του απαντήσω με το καλύτερο μου φιλί πως φυσικά και θυμάμαι. Bang Bang. ; Έπεσα στο έδαφος. Δεν ξέρω αν ήταν αυτος , η σκανδάλη ή το φεγγάρι αλλά είχα μια λάμψη στα μάτια μου και δε μπορούσα να δω.  Είχε κολλήσει όμως στα αυτιά μου αυτός ο φριχτός ήχος , λες κι έπαιζε επανειλημμένα. Ξανά και ξανά. Ο κρότος. 
         Με βλέπω. Είμαι ακόμα εκεί , τον παρακολουθώ αδιάκριτα καθώς ανεβαίνει στο άλογο του και απομακρύνεται. Δεν βιάζεται , πηγαίνει αργά. Έφυγε χωρίς να πει "Αντίο". Δεν έκανε καν τον κόπο να μου πει ψέματα. Του έφτασε μόνο να με σκοτώσει. Bang Bang Αχ αυτός ο φριχτός ήχος! Όχι στάσου... Τώρα σαν να ακούω κάτι μου μοιάζει με μουσική...ανθρώπους, ακούω ανθρώπους να τραγουδάνε ή και να ψάλλουν δεν είμαι σίγουρη. Και τώρα που κάπως καθάρισε η όραση μου και μπορώ να δω, είμαι ακίνητη κι ανήμπορη να σηκωθώ κι εκείνος έχει πια εξαφανιστεί. Και δεν ξέρω γιατί, δε μπορώ να το εξηγήσω , αλλά να, οι καμπάνες της εκκλησίας που άκουγα εχτές , τώρα θα ορκιζόμουν χίλιες φορές πως κάθε χτύπος φώναζε μέσα μου δυο λέξεις. Bang Bang.
        

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Σαν ένα μύθο του Αισώπου



            ΄Ηταν κάποτε μια ιστορία, λίγο μετά τη δημιουργία του κόσμου. Γεννήθηκε η Φύση, με τη στεριά , τη θάλασσα, ο ουρανός κι ο Χρόνος. Κι ήρθε η μέρα που η Φύση έπρεπε να ορίσει το ζωικό βασίλειο. Φώναξε ξεχωριστά όλα τα ζώα του δάσους , ύστερα της θάλασσας , κι ύστερα του ουρανού. Τους μίλησε για τη σημασία που έχουν το καθένα ξεχωριστά για τη διατήρηση της ζωής και πως ήταν ανάγκη να έχουν έναν βασιλιά για να τους προστατεύει και να τους διαφεντεύει γιατί αυτή θα κοιμόταν στο κέντρο της γης μέχρι το τέλος του κόσμου.
               Έτσι λοιπόν, για τον ουρανό, όρισε βασιλιά τον αετό και του είπε πως ό,τι ζει και κινείται σε αυτόν , είναι δικό του.  Ο αετός φώναξε ευχαριστημένος και πέταξε μακριά.  Για τη θάλασσα, ήθελε στην αρχή να βάλει τον καρχαρία , μόλις είδε όμως ότι τα άγρια ένστικτα του εύκολα τον παρασύρουν , αποφάσισε να τον αλλάξει με το ευγενικό και καλοκάγαθο δελφίνι. 
             Με το βασίλειο της στεριάς, η Φύση προβληματίστηκε περισσότερο από όλα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει ανάμεσα στην τίγρη, το λιοντάρι και τον γορίλα. Αρχικά, απέρριψε τον τελευταίο γιατί παρότι ήταν πολύ δυνατός , εύκολα μπορούσε να τον ξεγελάσει κανείς. Έπειτα δεν κατάφερνε να διαλέξει το λιοντάρι ή την τίγρη αφού για το πρώτο φοβόταν την αυταρέσκεια και την υπερηφάνεια του ενώ για την τίγρη την ανησυχούσε η επιθετική της τάση και η αγάπη για εξουσία. Τα ζύγισε καλά και αποφάσισε να κάνει το λιοντάρι βασιλιά , γιατί πίστευε ότι θα βασίλευε με δικαιοσύνη και πραότητα. Η τίγρης δυσαρεστήθηκε τρομερά με την απόφαση της Φύσης και τη θεώρησε άδικη , μα δεν είπε τίποτα και έφυγε. Τοτε το λιοντάρι , άρχισε να καυχιέται για τη δύναμη και τις ικανότητες του , τόσο πολύ η Φύση αναγκάστηκε να τον προειδοποιήσει πως πρέπει να σεβαστεί τις αποφάσεις της και να ακολουθήσει τους νόμους της , γιατί αν διαταρράξει την ισορροπία της και ξυπνήσει από τα έγκατα της γης θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες. 
          Το λιοντάρι συμφώνησε με τα λόγια της χωρίς να τα βάλει στην καρδιά του. Οι μήνες κυλούσαν ήρεμα στα τρία βασίλεια. Τα ζωντανά του ουρανού ένιωθαν δέος για τον γέρακα , τα θαλάσσια ζώα ένιωθαν σεβασμό και ευγνομωσύνη για το δελφίνι , και στη στεριά τα όντα του βασιλείου του λιονταριού έτρεμαν με έναν του βρυχηθμό. Όμως στο λιοντάρι , άρεσε πάρα πολύ να επιδεικνύει τη δύναμη του και δεν δίσταζε να εκμεταλλεύεται τους υπηκόους του για να ικανοποιήσει την αχόρταγη υπερηφάνεια του  . Η τίγρης που έβλεπε σε όλα αυτά την αδικία της Φύσης , πήρε το θάρρος να πάει να τη βρει και να την ξυπνήσει από τον ύπνο της. Η Φύση ανέβηκε στη γη και είδε πράγματι οτι τα λόγια της τίγρης επαληθεύτηκαν. Ωστόσο , ακόμα και την τελευταία στιγμή αποφάσισε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. 
            Μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο κατακόκκινο ελάφι με τα κέρατα του να γυαλίζουν σαν να ήταν φορτωμένα διαμάντια . Πήγε κοντά σε μια λίμνη με νερό , που ήταν και το λιοντάρι και έκανε τάχα μου πως διψούσε. Μόλις το λιοντάρι αντίκρυσε το ελάφι , ξεγελασμένο από τη χάρη και την ομορφιά του, το λιγουρεύτηκε και όχι μόνο δεν του έδωσε νερό , μα το κυνήγησε σε όλο του το βασίλειο. Έτσι λοιπόν η Φύση , για να τον δοκιμάσει, βγήκε από εκεί και έτρεξε ως τη θάλασσα. Το λιοντάρι για μια στιγμή σκέφτηκε την προειδοποίηση της, πως δεν έπρεπε να βγει απο το βασίλειο του ούτε να ταράξει με οποιονδήποτε τρόπο την ισορροπία της, τυφλωμένο όμως από τη λαχτάρα του να αρπάξει το ελάφι , παρασύρθηκε και το κυνήγησε κατα μήκος της ακτής. 
       Φτάνοντας σε έναν μικρό κολπίσκο περιτριγυρισμένο από βράχια, το ελάφι φαινόταν παγιδευμένο. Μόλις το λιοντάρι πλησίασε ευχαριστημένο, εκείνο εξαφανίστηκε ως δια μαγείας απο μπροστά του κι ένα τεράστιο κύμα σκέπασε το λιοντάρι. Σε λίγες στιγμές , βρέθηκε να παλεύει με τα κύματα , να βρυχάται μα δεν ήξερε πώς να κολυμπά και η θάλασσα δεν υποκλινόταν στον βρυχηθμό του. Ηταν έτοιμο να παραδοθεί όταν μπροστά του εμφανίστηκε με την πραγματική της μορφή η Φύση. 
"Όσο και να βρυχάσαι, άλλος είναι εδώ ο βασιλιάς. Δεν είναι η θάλασσα υπήκοος σου." του είπε.      
           Τότε το λιοντάρι , άρχισε να απολογείται λέγοντας πως κατάλαβε την ανοησία του και δεν πρόκειται να ξαναφερθεί τόσο απερίσκεπτα. Παρακαλούσε τη Φύση να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνη τότε του είπε πως το δελφίνι ήταν υπεύθυνο να το αποφασίσει. Φώναξε λοιπόν το δελφίνι και εκείνο αποφάσισε να του τη χαρίσει. Εντυπωσιασμένο το λιοντάρι μπροστά στην ευγένεια του, το ευχαρίστησε και γύρισε πίσω στο βασίλειο του έχοντας καταπιεί την υπερηφάνεια του.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Το Πείραμα

    Ήτανε σούρουπο στη χώρα των συναισθημάτων.  Η Θλίψη και η αδερφή της η Μελαγχολία είχαν βαρεθεί και προσπαθούσαν να πείσουν τα υπόλοιπα συναισθήματα να παίξουν ένα παιχνίδι.  Η Λύπη δεν είχε καμία όρεξη να παίξει και αποσύρθηκε γρήγορα , ο Εγωισμός αρνήθηκε γιατί τον έπεισε ο  Θυμός ότι δεν άξιζε τον κόπο αφού δεν είχε αυτός την ιδέα πρώτος . Η Θλίψη και η Μελαγχολία απογοητεύτηκαν από τους φίλους τους και άρχιζαν να τους σχολιάζουν αρνητικά μεταξύ τους. 
   Περνώντας δίπλα τους τυχαία η μεγαλύτερη από όλους, Αγάπη , κρυφάκουσε τις κακόβουλες σκέψεις τους και τις πλησίασε. "Γιατί δεν προτείνετε στη Χαρά να παίξει μαζί σας;"  Οι δυο αδερφές κοιτάχτηκαν και σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα : Δεν μπορούν να συνυπάρξουν ολες μαζί και δεν τα βρίσκουν ποτέ. Από την άλλη , σκέφτηκαν , τι είχαν να χάσουν; εξάλλου έψαχναν κάτι να σκοτώσουν την ώρα τους. 
      Η Χαρά μόλις άκουσε την πρόταση δέχτηκε αμέσως όμως είπε , για να είναι δίκαιο το παιχνίδι , θα φωνάζε και την αδερφή της την Αισιοδοξία. Οι άλλες δύο συμφώνησαν. Δεν πέρασε ώρα πολύ και παράτησαν το παιχνίδι αφου άρχισαν και οι τέσσερις να μαλώνουν. 
   "Το ξέρω ότι δεν είμαι καλύτερη απο σας " έλεγε η Μελαγχολία "αλλά τι να κάνουμε κερδίζω!" και η Αισιοδοξία της έλεγε " Πώς γίνεται κανείς να μη σ'αγαπά κι όμως όλοι να σε προτιμούν τόσο πολύ από μένα ; Την ίδια ώρα που με καλούν την ίδια με φοβούνται" . Η Χαρά έλεγε πως όλα αυτά ήταν ανοησίες και πως κανένα αρνητικό συναίσθημα δε μπορεί σε βάθος χρόνου να υπερτερήσει. 
"Έτσι νομίζεις; είπε η Θλίψη." "Ναι , αμέ φυσικά και το πιστεύω!" 
" Τότε γιατί δεν το εξακριβώνουμε;" "Φυσικά" της είπε η Χαρά "αλλά πώς;"  
 Η Θλίψη εξήγησε στα τέσσερα συναισθήματα την ιδέα της. Θα κατέβαιναν απόψε  στη γη και θα έπαιρναν έναν άνθρωπο , τον οποίο άφησε το ελεύθερο στη Χαρά να το επιλέξει . Εξηγώντας τις επόμενες λεπτομέρειες του πειράματος , η Χαρά ενθουσιάστηκε με την ιδέα , η Μελαγχολία κρατούσε μια επιφύλαξη γιατί πίστευε πως δεν θα πετύχει , ενώ η Αισιοδοξία ήταν σίγουρη πως όλα θα πήγαιναν καλά και θα αποδείκνυαν πολύ σύντομα πόσο λάθος έκανε η Θλίψη. Η τελευταία , πήγε και βρήκε τον πατέρα της , το Φόβο και του πρότεινε να έρθει μαζί της . Εκείνος δε δέχτηκε να πάρει μέρος στο πείραμα γιατί φοβόταν τι μπορούσε να συμβεί , ειδικά αν το μάθαινε η γυναίκα του η Οργή. Ωστόσο πήγε από φόβο για τη Θλίψη.
    Όταν βράδιασε εντελώς στη χώρα των συναισθημάτων ,  η Χαρά και οι άλλες πέταξαν στη Γη . Έμεινε ώρα πολύ στον ουρανό και δεν μπορούσε να διαλέξει κανέναν. Άντε, της είπαν οι άλλες , πάρε κάποιον στην τύχη. Έτσι λοιπόν , διάλεξε μια νεαρή κοπελίτσα που περνούσε απο κάτω. 
 Ωραία, ψιθύρισε η Μελαχγολία και τώρα; 
  Πήραν την μικρή κοπέλα και τη μετέφεραν για λίγο σε ένα παράξενο μέρος , που έμοιαζε λες και την  είχαν κάνει ταξίδι στο χρόνο. Βρίσκονταν τώρα σε μια μεγάλη έρημη κοιλάδα με πολύ άμμο , πολύ πέτρα κι ένα μεγάλο βαθύ πηγάδι στη μέση . Ένα πέτρινο μονοπάτι οδηγούσε συχνά περαστικούς από τη μια άκρη της κοιλάδας στην άλλη. Τοποθέτησαν το κορίτσι μέσα στο πέτρινο πηγάδι και έβαλαν δίπλα σε αυτό μια σκάλα αρκετά μεγάλη ώστε όταν τοποθετηθεί να δίνει διέξοδο, και περίμεναν κοιτώντας από ψηλά. 
   "Δεν καταλαβαίνω" είπε ο Φόβος. "Τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί." 
   "Είναι απλό , είπε η Αισιοδοξία. Το πηγάδι συμβολίζει τη θλίψη και τη στενοχώρια και η κοπέλα μέσα σε αυτό μόνο αυτά μπορεί να νιώσει. Οι απλοί άνθρωποι που παιρνούν κάθε τόσο απο εκείνο το σημείο συμβολίζουν τα θετικά και ουδέτερα συναισθήματα , όπως εμένα και την αδελφή μου. Περιμένουμε να καταλάβουμε τι έλκει περισσότερο απο τα δύο , για αυτό και η σκάλα." 
   "Δηλαδή;" ξαναρώτησε ο Φόβος. Θα δεις, του απάντησαν . 
   Πράγματι. Η κοπέλα μέσα στο πηγάδι κάθε τόσο φώναζε  , ή έκλαιγε , ή απλώς καθόταν εκεί αμίλητη και καταβεβλημένη . Όποιος άνθρωπος περνούσε δίπλα της , του έκανε σήμα να την προσέξει όπως μπορούσε! Κι όταν εκείνος το έκανε του έλεγε να τη βοηθήσει . 
   "Πώς να βοηθήσω" ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν . Εκείνη τους έδειχνε τη σκάλα δίπλα από το πηγάδι. Εκείνοι , την τοποθετούσαν μέσα και περίμεναν την κοπέλα να ανέβει . Όμως εκείνη δεν έκανε τίποτε, καμιά κίνηση , σαν να μην καταλάβαινε. Λοιπόν;  
"Δεν μπορώ να ανέβω ! τους έλεγε. Με τίποτα δεν μπορώ να ανέβω! Κατέβα σε παρακαλώ εσύ δεν μπορώ εδώ κάτω μόνη μου!" Ο πρώτος , κοντοστάθηκε λίγο το σκέφτηκε , την κοίταξε στα μάτια και της είπε "εντάξει αλλά μόνο για λίγο." Και πάντα έμενε πιο πολύ. Κάθε φορά που επαναλαμβανόταν αυτή η σκηνή με τα ίδια λόγια , κάπως η κοπέλα τους έπειθε , κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα , να κατεβαίνουν κάτω στο πηγάδι μαζί της . Και κάθε φορά που κάποιος κατέβαινε , εκείνη χαιρόταν για λίγο κι ύστερα εξαφανιζόταν στον δικό της κόσμο, και περίμενε την κάθοδο του επόμενου για να ξαναχαμογελάσει στιγμιαία. 
    Κάποια στιγμή , μαζεύτηκαν πολλοί. Κι όμως , ενώ βρίσκονταν στο ίδιο μέρος δεν αναγνωρίζονταν μεταξύ τους και ως δια μαγείας έβλεπαν τη σκάλα με την ανοδική της πορεία και έτρεμαν ολόκληροι. Όταν περνούσε κάποιος επόμενος φώναζαν όλοι με μια φωνή σαν μία , βοήθεια , κι ύστερα έπειθαν τον εκάστοτε περαστικό να τους συναντήσει στον πάτο. 
        Η Χαρά και η Αισιοδοξία δεν ήξεραν τι να πουν. 'Εχασαν αλλά έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να το σταματήσουν . Η σκηνή επαναλαμβανόταν και συνεχιζόταν και επεκτεινόταν αδιάκοπα. Ακόμα και η άλλες δύο παρότι ικανοποιημένες που επιβεβαιώθηκαν , άρχισαν να ανησυχούν για την τροπή του πράγματος. Τότε ο Φόβος τους είπε " Είχα δίκιο , είχα δίκιο , το φοβόμουν ότι είχα δίκιο! Ξέρετε τι να κάνετε , γρήγορα...."  
       Τα συναισθήματα επέστρεψαν πίσω στον τόπο τους και γύρευαν παντού την Αγάπη. Έψαχναν απο δώ , έψαχναν απο κεί , φώναζαν , ρωτούσαν , τίποτε.  Ξαφνικά , τη βρίσκουν μπροστά τους σχεδόν λιπόθυμη , χλωμή . "Έτσι χάλια που τα κάνατε , ούτε κι εγώ μονάχη μου δε μπορώ να το συμμαζέψω. " Είχε τυφλωθεί " Εσύ ξέρεις γιατί ε;"  είπε στην Θλίψη. Και μεμιάς ένιωθε να μεταμορφώνεται σε Ενοχή.  Και η Αγάπη με κόπο είπε : "Με ξεχάσατε. Δεν υπολογίσατε ότι είμαι και γω μέσα σε εκείνο το πηγάδι . Πολλαπλασιάζομαι χρόνο με το χρόνο και ταυτόχρονα εξασθενώ γιατί είναι στενόχωρα και πνίγομαι στον ίδιο χώρο με τη λύπη , τη μοναξιά ..."

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Μικρά εγκλήματα στο δρόμο


Ξημέρωσε πάλι. Ξημερώνει νωρίς τα καλοκαίρια , διαπίστωσε σαν να 'ταν η πρώτη φορά . Μόλις ο ουρανός άρχισε να αραιώνει το μπλε χρώμα του πήρε το καπέλο , άρπαξε τα κλειδιά της και βγήκε έξω. Το σπίτι δεν τη χωρούσε πια. Ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει τα συναισθήματα της σήμερα. 
   Περπάτησε ώρα πολλή , τόσο που έγδερνε τις πατούσες και τις φτέρνες της σε κάθε βήμα που περνούσε , αλλά αγνοούσε τον πόνο μέχρι να σταθεί να πάρει μιαν ανάσα. Κι αυτή ζεστή. Ο ήλιος της έκαιγε το πρόσωπο , τόσο που μετάνιωσε που δεν έπιασε τα μαλλιά της προτού να φύγει . Δεν πειράζει. "Δεν πειράζει". Ήταν η μόνη φράση που θυμόταν να έχει πει στον εαυτό της μέρες τώρα. Καθόταν σιωπηλή , άλλοτε δίπλα στο παράθυρο , άλλοτε στη βεράντα τη νύχτα.
Άλλοτε απλώς περπατούσε πάνω κάτω σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Κι αφού εξερευνούσε τους άδειους χώρους , κι έβλεπε πως κανείς δεν ήταν εκεί, το βλεπε πιο έρημο,σαν να μην υπήρχαν πια τα έπιπλα , μόνο το υγρό και παγωμένο πάτωμα , κι όλα τα υπόλοιπα να είχαν εξαφανιστεί.
     Γύρω της δεν έβλεπε τίποτε . Τα μάτια της ήταν απλώς λειτουργικά , ίσα για να μην πέφτει , άν και αυτό δεν το κατάφερναν πάντα. Και στα αυτιά της άκουγε ξεκάθαρα μια παύση κι ένα βουητό συνάμα , σημάδι πως το πνεύμα της περιπλανιόταν σε άλλους κόσμους τώρα.  Το σώμα της ωστόσο , την οδηγούσε παραπέρα.
Κανένας ήλιος δεν τη χωρούσε , πάσχιζε αυτόματα να βρει μια σκιά να ξαποστάσει. 
      Το σώμα της ήταν πια προφυλαγμένο κάτω από τη στάση. Κανείς δεν φαινόταν να την προσέχει . Τι ήταν εξάλλου, μια μελαγχολική παρουσία ανάμεσα στις άλλες. Γι'αυτό και δεν την απασχολούσε αν τραβούσε την προσοχή. Σήμερα μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η χαρά από τη θλίψη. Ήταν μόνη της , καθιστή , σαν το μοναδικό στοιχείο ακινησίαςσε ένα κινούμενο κοινό που πηγαινοερχόταν γύρω της. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξέθαψε ένα ξεχασμένο εισιτήριο. Χαμένη στη σκέψη της , μια κοπέλα που έδειχνε να περιμένει το λεωφορείο. Τι περίμενε όμως;  ;Eνιωθε σαν τον πίνακα του Ρενουάρ, το πάρτυ στο πλοίο , σαν εκείνη την κοπέλα που έπινε από το ποτήρι δίπλα στην κοπέλα της κουπαστής που τους χάζευε όλους χαμογελαστή. Ήταν εκεί , κι όμως δεν ήταν εκεί.
     Πιάστηκε από εκείνο το "δεν πειράζει"προηγουμένως . Της φαινόταν περίεργο που το άκουγε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Την ενοχλούσε.
Μεταμορφωνόταν και μεγάλωνε από κάτι απλό , σε μια ηχηρή απάντηση για ερωτήματα που ήθελε να πάψουν να την ταλανίζουν . "Και τι έγινε , ερωτεύτηκα τον λάθος άνθρωπο." Πονούσε. Οι σκέψεις ήταν τόσο δυνατές που αν προσπαθούσε να μιλήσει πιθανοτατα δεν θα άκουγε τις λέξεις. Και ακόμη, γιατί αυτές οι σκέψεις της έλεγαν πως μετά από μια μεγάλη απώλεια , μετά απο εξαντλητικό ξόδεμα συναισθημάτων , δεν πειράζει να μένεις για λίγο κενή, κάπως άδεια , γιατί αυτό σημαίνει πώς ένιωθες τόσα πολλά να διεκδικούν έναν χώρο ισομερές στο βάθος που 
επειδή δν ήθελες να αδικήσεις κανένα αποφάσισες να εκκενώσεις το χώρο για λίγο. 
    Ένας νεαρός άνδρας πλησίασε και κάθισε δίπλα της.Άκουγε μουσική απορροφημένα. Όμορφος ήταν , κι αυτός. Άραγε για κείνον πιο να ναι το πιο προβληματικό συναίσθημα στον κόσμο; Έχει νιώσει παρόμοια ποτέ; Μικρά εγκλήματα στο δρόμο.
    Γιατί; Άραγε από πόσους έχει πληγωθεί και πόσους έχει πληγώσει . Έψαχνε κάποιον απεγνωσμένα να της εξηγήσει αυτή την εξίσωση , πώς επέρχεται ισορροπία πληγώνοντας και με
το να πληγώνουμε και την υπευθυνότητα να νιώθεις υπέυθυνος για αυτό. Όταν ήρθε το λεωφορείο ο νεαρός έσπευσε να μπεί πρώτος. Βιαστικός, κι αυτός. Μα εκείνη δεν βιαζόταν.
Σηκώθηκε όρθια και πλησίασε την πόρτα. Είδε τον νεαρό να χτυπά το εισιτήριο και να κάθεται στις πρώτες θέσεις στο παράθυρο προς τη μεριά της, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα με το εισιτήριο στο χέρι, καθυστερώντας τον οδηγό ο οποίος φαινόταν να εκνευρίζεται. Θα ανεβειτε, έλεγε το βλέμμα του. Όσο καθυστερούσε , τόσο οι ελάχιστοι επιβάτες την κοιτούσαν με περιέργεια . "Λοιπόν;"  -Λοιπόν , ερωτεύτηκα το λάθος άνθρωπο.
    Ύστερα εκείνη , χτύπησε το εισιτήριο της και πίσω της έκλειναν οι πόρτες. Ανάμεσα στις θέσεις διάλεξε να καθίσει δίπλα στο νεαρό από τη στάση. Εκείνος την κοίταξε μια φορά , κι ύστερα γύρισε στη μουσική του χωρίς να δώσει άλλη σημασία. Για μια στιγμή ένιωσε σαν τη νεαρή της κουπαστής , κι ύστερα πάλι , σήκωσε το πορσελάνινο ποτήρι.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Η διπλή ταυτότητα του λύκου

          
       "Mεγάλωσα. Ένιωσα τεράστιος μπροστά στους  άλλους , πολλές φορές τους διπλανούς μου για όλα όσα είχα καταφέρει. Περηφανεύτηκα για αυτό που είχα γίνει , και ταυτόχρονα το μίσησα. Ένιωσα μικρός , πολύ μικρός, μικροσκοπικός μπροστά στον κόσμο, ή μάλλον μπροστά στο χάος του κόσμου  . Ένιωσα ενοχές για το πόσο διαφορετικός είμαι από τους άλλους στον τρόπο που μεγάλωσα , που μιλάω , που σκέφτομαι , που δεν  θέλω να αλλάξω τον τρόπο που μεγαλώνω και κάθε λεπτό της ζωής μου γερνάω. Ένιωσα ντροπή για ανθρώπους και φίλους που υπήρξαν κοντά μου και η ζωή αναγκάστηκε να μας χωρίσει γιατί ο χρόνος τους έκανε να με κοιτούν διαφορετικά. Έχω σκύψει το κεφάλι μπροστά σε δάχτυλα που έδειχναν και άλλα τα έχω σπάσει με το γάντι.  Έχω πάει βόλτα μοναχός μου σε μέρη που δε μου θυμίζουν τίποτα , για να μη θυμάμαι και έχω προσευχηθεί όλα γύρω να άλλαζαν ή να άλλαζα εγώ.  Έχω ευχηθεί κρυφά να μενα πάντα ένα μικρό παιδί , ο ζωηρός γιος του πατέρα μου , χωρίς να χρειαστεί ποτέ ο κόσμος να μου βάλει ταμπέλα για τη δουλειά μου , την οικογένεια μου, το εισόδημα μου, τις φιλοδοξίες , τις πεποιθήσεις , τα όνειρα μου. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ενοχλήσει με αυτά ένα παιδί. Για μένα φίλος ηταν το διαφορετικό παιδί που έβλεπα κάθε μέρα στο πάρκο και παίζαμε πρώτα κανένα δύωρο πριν ρωτήσουμε το όνομα του.
       Μεγάλωσα. Διάβασα για πολέμους στην ιστορία αλλά κανένα βιβλίο δε μου τα πε τόσο καλά όσο ο παππούς μου τις Κυριακές μετά το φαί που καθόμουν στα πόδια του δίπλα στο τζάκι. Δεν έχω ζήσει ακόμα όλα αυτά που διηγήθηκε ο παππούς μου , μα ζω άλλους πολέμους πιο μοντέρνους της γενιάς μου. Το πιο δύσκολο είναι να ξέρεις να διαλέγεις τις μάχες σου,  αυτό το μαθαίνω ακόμα. Και τ'αλλο, να ξέρεις να φέρνεις την ισορροπία μέσα σου όταν γύρω σου τα μισά είναι σε μεγέθυνση και τα άλλα μισά σε σμίκρυνση κι εσύ πρέπει να ξέρεις να προσαρμόζεσαι κάθε φορά. Έμαθα να δείχνω κουρδισμένος μπροστά στα θύματα του σύγχρονου ματριξ , και αυτούς που δε διάβασαν ποτέ το "1983"  και πίσω τους να γελάω με τα κλειδάκια πίσω από τις πλάτες τους. Έμαθα να μη σπαταλάω την ενέργεια της φωνής μου σε καρδιές χωρίς ηχώ και να τη φυλάω για ανθρώπους που κουβαλάνε μικρόφωνα μαζί τους στο δρόμο.  Δεν ξέρω πολλά ακόμα , ούτε οι γονείς μου ξέρουν . Δεν το 'χα καταλάβει στην αρχή αλλά καθώς περνούσε ο καιρός οι φράσεις "να περπατάς τυφλός είναι ευκολότερο" και "ουδείς αναντικατάστατος" και έμοιαζαν περισσότερο λογικές. Κατα βάθος σε κάθε τι πιο σημαντικό είμαστε βαθύτατα μόνοι. Πήρα πολλή αγάπη. Πήρα όση πρόλαβα.  Δεν υπάρχει πολλή απο αυτήν έξω , κρύβεται από την ασχήμια του κόσμου κι εμφανίζεται σποραδικά λίγο λίγο σε μικρές δόσεις και την παίρνει όποιος τη δει πρώτος.
       Μεγάλωσα. Και είμαι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους που δεν κατάφεραν να ξεχάσουν ό,τι έπρεπε να ξεχάσουν για να ζήσουν ψευτοευτυχισμένοι, απο αυτούς που πίστευαν ότι και οι διπλανοί έχουν τις ίδιες αρχές και την ίδια ελευθερία σκέψης και πνεύματος , την ίδια διάθεση για ζωή. Δεν είχαμε τους ίδιους γονείς , αλλά κανείς δεν το σκέφτηκε τότε πως είναι σπάνιοι κι αυτοί. 
       Μεγάλωσα και το μόνο που μου έμεινε ανόθευτό κι αυθεντικό είναι μια παραβολική ιστορία που μου 'πε μια απο αυτές τις Κυριακές ο παππούς μου . Με είχα καθίσει στα γόνατα του μπροστά στο τζάκι για να μπορώ να βλέπω τις σκιές που έκανε η φλόγα και τα 7 χρονών ματάκια μου να κάνουν παιχνίδι με τη φαντασία μου. << Παιδί μου -είπε- σε καθενός την ψυχή , μέσα εκεί , γίνεται πάντα μια μάχη μεταξύ δυο λύκων. Ο ένας είναι άγριος σκοτεινός με μαύρο σκληρό τρίχωμα και κόκκινα γυαλιστερά μάτια, είναι κακός , είναι ο θυμός , η ζήλεια, ο φθόνος, η δυσαρέσκεια, η κατωτερότητα , τα ψέματα και ο εγωισμός.  Ο άλλος είναι λευκός , ξαπλώνει πάντα ήρεμος ή στέκεται με χάρη και περηφάνια κοιτώντας με γαλανά μάτια σαν της θάλασσας . Αυτός είναι καλός , είναι η χαρά, η γαλήνη , η αγάπη, η ελπίδα , η ανθρωπιά , η ταπεινότητα , η ευγένεια και η αλήθεια.>> Τον ρώτησα με την παιδική μου αφέλεια αν τους έχει γνωρίσει και μου απάντησε << Φυσικά , και τους δύο!>> Μαγεμένος από την αφήγηση που πυροδότησε μια σειρά από μαγικές εικόνες στο μυαλό μου έσπευσα να τον ρωτήσω ποιος λύκος νικάει στο τέλος και μου απάντησε << Αυτός που ταΐζεις περισσότερο, παιδί μου>> .  Τον κοίταξα τότε , ίσα που ξεχώριζε μέσα από τα άσπρα γένια και τα μαλλιά. Ο μόνος λόγος που το θυμάμαι πάντα είναι γιατί κοιτώντας στα γαλανά ήρεμα μάτια του παραμυθά μου , είπα << Παππού ο άσπρος λύκος πρέπει να είναι πολύυυ όμορφος.>> ..."









~ Υ.Γ.  Για το κείμενο αυτό εμπνεύστηκα από αυτή την εικόνα , επομένως η αλληγορία με τους λύκους δεν είναι εντελώς δική μου , ωστόσο τη στόλισα και τη μετέτρεψα σε κάτι πιο ζωντανό ~ 

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

Πετρανάσα

   Aυτή η αίσθηση που σε θέλει ακίνητο , αγαλμάτινο σε πρινη θέση ναι κοιτάς γύρω γύρω με το ένα μάτι γεμάτο απορία , φόβο , αμφιβολία, όνειρο, νοσταλγία, πόνο  και το άλλο φωτιά , τόλμη, παρόρμηση , θυμό , ενέργεια , σπιρτάδα, αποφασιστικότητα , αίμα και θάρρος. Τα χέρια σιδηρογροθιές , έτοιμα να χτυπήσουν το σκοτεινό , το άδικο , το λάθος . Τα πόδια μαρμαρωμένα καθηλωμένα στη θέση τους . Μόνο τα γόνατα να μπορείς να λυγίσεις , οι πατούσες να μην κινούνται. Κι εσύ να μη θες να λυγίσεις, να μαστιγώνεις και να τρυπάς με μαχαίρι τα πόδια σου για να ξυπνήσεις τους υπνωτισμένους σου νευρώνες , να κουνηθείς , να φύγεις .

  Μέσα κι έξω , φωνάζεις χωρίς να ακουγονται οι κραυγές, ματώνεις χωρίς να κυλάει πουθενά το αίμα , έχεις τα χέρια καθαρά και συνείδηση αδειανή ή πλήρης . Και πού να πας, πώς να πας , με ποιον να πας....Πώς να πολεμήσεις , τι να πολεμήσεις , ποιον να πρωτοπολεμήσεις...Πού πήγαν τα φτερά σου , τα έχασες , τα βρήκες , είναι σπασμένα , δεν κολλούν , δεν ξαναμπαίνουν στην πλάτη. Βρες άλλο τρόπο να πετάξεις. Βρες αλλιώτικα φτερά , οι άγγελοι δε ζουν εδώ πια. Όποιος γεννιέται τον σκοτώνουμε ή αυτοκτονεί.  Και δεν ξέρεις να σταματήσεις αυτήν την εσωτερική πάλι , δεν ξέρεις πώς ξεκίνησε και πού θα σταματήσει , τι μπορεί να ξυπνήσει αύριο , κι αν όλα κοιμούνται πάλι ...Πώς να φύγεις από δω και πού να πας... Τα μάτια σου είναι οι χειρότεροι τιμωρία . Μόνο να κοιτούν μπορούν. Οι γροθιές είναι η χειρότερη τιμωρία σου. Χτυπάς άσκοπα χωρίς να πετυχαίνεις . Τα πόδια είναι η χειρότερη τιμωρία σου , όσο κι αν θες κάποιος κάτι τα σφήνωσε στη θέση τους και ο κόσμος μέσα και έξω σου λέει με χαρακτηριστική χροιά " Ας παίξουμε ένα παιχνίδι."
 Και μου θυμίζει ένα παραμύθι που άκουγα παλιά , από τους Γκριμ πρέπει να ήταν πάλι, για κείνο τον υπηρέτη που όσο έλεγε την αλήθεια , τόσο πέτρωνε , γινόταν άγαλμα. Έτσι πρέπει να πηγαίνει κι εδώ, από τα πόδια και προχωρά προς το κεφάλι.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Πορσελάνη

ένας από τους πρώτους αυτοσχεδιασμούς μου στο γράψιμο. Δύο χρόνια πριν περίπου. Αυτό θέλω να μοιραστώ σήμερα. Ας μιλήσουμε για πορσελάνες.



Κοιτούσε κάθε μέρα τον καθρέφτη. Στο δωμάτιο είχε πάντα σκοτάδι.Δεν καταλάβαινε τίποτε. Προσπαθούσε να αντικρίσει ξανά το χαμένο είδωλο στο γυαλί κι όμως, η αντανάκλαση είχε χαθεί. Γυρνούσε δεξιά κι αριστερά, έκανε σβούρες , ζαλιζόταν από τις στροφές, έκανε γκριμάτσες, έκανε φασαρία, πηδούσε πάνω κάτω , φώναζε, ούρλιαζε...Τίποτα. Το είδωλο δε φαινόταν πουθενά.Στο τέλος τσατιζόταν σκέπαζε τον καθρέφτη και έβγαινε από το δωμάτιο κι άφηνε να την ταλανίζει η απορία και η απόγνωση που δε μπορούσε ούτε να ξεφορτωθεί ούτε να εξηγήσει.

   Κάποιο βράδυ, αφού επανέλαβει ξανά τη διαδικάσια, πλησίασε το γυαλί με δακρυσμένα μάτια και ακούμπησε την παλάμη και ψηλάφισε το υλικό. Τόσο αδιάφανο και ταυτόχρονα τόσο διαυγές. "Γιατί χάθηκες; μου λες;"  είπε με απόγνωση. Δεν πήρε καμια απάντηση. Ο καθρέφτης παρέμενε το ίδιο σκοτεινός, αόριστος...σιωπηλός. Τότε , το παράπονο μετατρέπηκε σε οργή , οδηγώντας το χέρι με φόρα και δύναμη επάνω στον καθρέφτη. Τα κομμάτια σκορπίστηκαν στο πατωμα. Με το πρόσωπο πνιγμένο από τα δάκρυα άρχισε να μαζεύει τα κομμάτια . Τελικά βρέθηκε μπροστά ,ένας σωρός από θολό κομματιασμένο γυαλί. Όταν ηρεμησε ,κάθισε δίπλα του με την πλάτη στο κρεβάτι κοιτώντας απέναντι στο σκελετό που απέμεινε από το ραγισμένο καθρέφτη.  Έστρεφε το κεφάλι πότε σε αυτόν και πότε στο σωρό με τα κομμάτια.
  Μετά από λίγη ώρα , άρχιζε να νιώθει περίεργα. Όσο περισσότερο κοιτούσε τόσο περισσότερο νόμιζε πως άκουγε φωνές από τον καθρέφτη. Στην αρχή νόμισε πως ήταν ψευδαισθησεις και προσπαθούσε να συνέλθει. Κι όμως αυτός καλούσε να πλησίασει προς το μέρος του. Διστακτικά σηκώθηκε και πήγε πιο κοντά. Τα κομμάτια δίπλα άρχιζαν να αναδεύονται και να κάνουν περίεργους ήχους. Ο καθρέφτης έτρεμε. Ξαφνικά , πρόσεξε ένα σημείωμα κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας. Φοβήθηκε όμως και το αγνοήσε. Σκέφτηκε όμως τι έπρεπε να κάνει.
 Άπλωσε στο πάτωμα όλα τα κομμάτια και τα περιεργάστηκε ένα ένα. Κάθε κομμάτι που κοιτούσε έφερνε δάκρυα κι όποιο αναγνώριζε το τοποθετούσε προσεκτικά πίσω στον καθρέφτη. Προσπαθούσε να τον συναρμολογήσει ξανά.
  Πέρασε καιρός. Δεν έβγαινε από το δωμάτιο. Όσο πιο δύσκολο φαινόταν , τόσο πιο πολύ πείσμωνε για να τον τελειώσει. Κι όμως κάθε κομμάτι που τοποθετούσε σωστά, έδινε μεγαλύτερη σιγουριά για το επόμενο.Κάποτε έφτασε η στιγμή να τόποθετήσει το τελευταίο. Υπήρχαν όμως δύο κενά. Στο χέρι κρατούσε μόνο ένα. Μόλις το ακούμπησε προσεκτικά στη θέση, το γυαλί φώτισε , και έκανε κ τον υπόλοιπο καθρέφτη μονομιάς να λάμψει. Σαν να άλλαξε κατι, σκεφτηκε. "Δεν έλαμπε έτσι στην αρχή." Πράγματι κάτι είχε αλλάξει όμως δεν καταλάβαινε τι. Έπειτα θυμήθηκε το σημείωμα κάτω από την πόρτα και σκέφτηκε ότι τώρα είχε αρκετή δύναμη να το δει. Το άνοιξε και διαβασε:
"Το τελευταίο κομμάτι έξω από την πόρτα."
Άνοιξε την πόρτα και τον βρήκε να κοιμάται στο κατώφλι. Μόλις άκουσε το θόρυβο της πόρτας , άνοιξε αμέσως τα ματια του και σηκώθηκε ." Νόμιζα πως δε θα έβγαινες ποτέ."
"Περίμενες όλον αυτόν τον καιρό ;"
Απάντησε καταφατικά.
Πέρασε μέσα και στάθηκαν και οι δύο μπροστά από τον καθρέφτη.
"Τα κατάφερες !" είπε εκείνος.
"Όχι ακριβώς. Λείπει ένα."
Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια, έβγαλε από την τσέπη του ενα τρίγωνο μικρό κομμάτι γυαλί.
"Βλέπεις; Αυτό ηταν πάντα εδώ. Νομίζω πως αυτα που είχαν χαθεί στην πραγματικότητα ήταν τα υπόλοιπα."
Δεν ήξερε τι να πει. Τον είδε απλά καθώς έβαζε και το τελευταίο κομμάτι στη θέση του.Το δωμάτιο φώτισε.
"Κοίτα τώρα ξανά." της είπε.
Υπάκουσε και αντίκρυσε για ακόμη μια φορά τον καθρέφτη, και προς μεγάλη της έκπληξη αντίκρυσε το είδωλό της! ήταν εκεί, γύρισε ! Δάκρυα χαράς πλημμύρισαν τα μάτια της και τον ρώτησε πώς συνέβη
"Το είδωλο σου ποτέ δε χάθηκε. Ήταν πάντα εδώ όμως μεσα στο σκοτάδι δεν έβλεπες πως ο καθρέφτης σου ήταν ραγίσμένος. Ή μάλλον ήθελες να το αγνοείς. Ήταν ήδη σπασμένος πρίν τον σκορπίσεις. Έπρεπε όμως να το κάνεις , για να τον φτιάξεις ξανά από την αρχή. Κοίτα τωρα, βλέπεις ρωγμές;"
εκείνη απάντησε αρνητικά. " Και το τελευταίο;"
"Ο καθρέφτης είναι προσωπικός, δικός σου. Εσύ έπρεπε να τον φτιάξεις. Θα μπορούσες να τον τελειώσεις μόνη σου και θα ήταν εξίσου δυνατός όπως και ο προηγούμενος πριν σπάσει. Δες τώρα, άγγιξε αυτον εδώ. Δε σου φαίνεται διαφορετικος;"
"Ναι" απαντησε εκείνη καθώς διαπίστωσε ότι κάτι είχε αλλάξει στο γυαλί.
"Επειδή με άφησες να μπω. Με άψησες να τον τελειώσουμε μαζί. Και τώρα είναι δεν είναι από απλό γυαλί, αλλά από πορσελάνη."

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Ο παπουτσωμένος γάτος

  "Ο έξυπνος γάτος πήγε γρήγορα στο κάστρο και βρήκε το γίγαντα . 
-Είναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι μπορείς να μεταμορφωθείς σε οποιοδήποτε ζώο θέλεις;
-Φυσικά και μπορώ. Μπορώ να γίνω ό,τι ζώο θελήσω, απάντησε εκείνος.
-Μάλιστα, δηλαδή μπορείς να μεταμορφωθείς ακόμα και σε κάτι πολύ μικρό; Όπως για παράδειγμα ένα ποντίκι; 
Ο γίγαντας μέσα σε μια μόνο στιγμή μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό ποντικάκι. Γρήγορος όπως ήταν ο γάτος όρμησε , έπιασε το ποντίκι και το έφαγε. "


     Το παραμύθι έχει γραφτεί για να σχολιάσει την αδικία. Για αυτήν θέλω να μιλήσω σήμερα. Γιατί στο λίγο της ζωής μου , τα ελάχιστα μα αξιοσημείωτα βιώματα των τελευταίων 18 μου χρόνων με έχουν διδάξει να αντιμετωπίζω με μια δόση "αναισθησίας" ορισμένα κοινωνικά φαινόμενα αυτού του έρμου κόσμου . Αντίδραση; Μηχανισμός άμυνας; Ίσως. Ίσως κάτι από όλα , και λυπάμαι που το λέω , μα πόσο βοηθάει την ψυχολογία όταν δεν εκπλήσσεσαι πλέον με την ασχήμια του σήμερα, δεν απογοητεύεσαι σαν την πρώτη φορά από τα καμώματα των γύρω σου; Λιγότερες προσδοκίες , θα μου πεις. Μετρημένες θα πω κι εγώ. 
    Μόνο που , για να πω την αλήθεια, με το θέμα της αδικίας , είναι που πρέπει να κάνω λίγο ακόμα εξάσκηση . Δεν την έχω συνηθίσει ή για να το θέσω καλύτερα δεν την έχω αποδεκτεί στο βαθμό που πρέπει ώστε να της αντιστέκομαι χωρίς να χάνω την ψυχραιμία ή τον εαυτό μου . Εκτός τον άλλων βέβαια, θα ήταν πιο εύκολο για τον καθένα από μας να αποκτήσει αυτή τη μορφή ανοσίας στην αδικία που συμβαίνει στους άλλους , ωστόσο αν αυτή η αδικία συμβαίνει σε μας τους ίδιους , τότε είναι πολύ πιο περίπλοκο να το δουλέψει κανείς. Κάποιοι θαυμάζουν την εξυπνάδα του γάτου της ιστορίας μας. Κάποιοι άλλοι τους απαντούν πως είναι πονηριά. Μα έχει σήμερα στα αλήθεια σημασία; 
 Οι γίγαντες που βρίσκονται σήμερα στη ζωή μας, οτιδήποτε βλέπει ο καθένας ως τον προσωπικό του γίγαντα, παίρνουν ό,τι μορφή τραβά η ψυχή σου και κυβερνούν. Και πες πως βρίσκεις το θάρρος , πως έχεις τα κότσια και ορθώνεις το γατίσιο σου ανάστημα μπροστά του. Μπορείς πάντα να τον πείσεις να γίνει ποντίκι , ακόμα κι αν επιστρατεύσεις όλη σου την εξυπνάδα/πονηριά ;  
 Όχι. 
 Ο άνθρωπος δεν θα καταφέρει ποτέ να τους αποτινάξει από πάνω του. Η αδικία κάνει κύκλους , μεταλαμπαδεύεται , μπερδεύεται, διδάσκεται, αλλάζει πρόσωπα και χτυπά. Ο παπουτσωμένος γάτος είχε από πίσω του έναν εξαιρετικό συγγραφέα που τον έκανε τυχερό εκτός από έξυπνο , και του χάρισε έναν λιγότερο εύστροφο συμπρωταγωνιστή. 
 Πράγματι τώρα που το ξανασκέφτομαι , θέλει δουλειά . Θέλει κόπο να αναγνωρίσεις γύρω σου την αδικία , να αποδεκτείς το γεγονός ότι συμβαίνει κι ότι ναι, πολλές φορές θα συμβεί και σε σένα, γιατί σε κάποιον πρέπει να συμβεί. Κι αυτό που λένε , ότι τέτοιες καταστάσεις δίνονται σε ανθρώπους που είναι ικανοί να τις αντιμετωπίσουν κατά βάθος το πιστεύω.
  Κι αν στην τελική δεν ξεγελάσουμε τον γίγαντα μας , ή δεν αντέξουμε μπροστά τους , έχουμε πάντα εκεί τους φίλους μας να μας αγκαλιάζουν και να μας τραγουδάνε όταν δεν βγαίνει η φωνή μας. 
  Κι έτσι , καταλήγουμε κάτι σαν τους μουσικούς της Βρέμης .
  Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία...