I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος γ)

III



            “ Αργεί φέτος η άνοιξη. Δεν φημίζεται βέβαια το μέρος που περνώ τη ζωή μου για την καλοκαιρινή του διάθεση αλλά ειδικά φέτος σαν να βαριέται το ρολόι των εποχών να κυλήσει. Έχουν βγει όλα τα άλλα στα μπροστά και σπρώχνουν το χρόνο, τις μέρες , τους μήνες , τις ώρες , κι αυτό των εποχών λες κι είναι ράθυμο και νωθρό , κουρασμένο λέει πως μούδιασε από την ακινησία και δε μπορεί να σηκωθεί . Δεν πειράζει όμως , ακόμα κι αυτό συνηθίζεται .
          Κάπου κάπου όμως , έρχονται βράδια σαν και σήμερα. Σήμερα που τελειώνει ο Απρίλης και πρώτη φορά έβγαλα το αγαπημένο μου πουλόβερ, και ξέρεις , μου είναι δύσκολο να το αποχωριστώ γενικά. Αλλά ειδικά απόψε σαν να καλοκαίριασε απότομα μια νύχτα ανάμεσα σε παγωμένες άλλες , όπως όταν ένας τόσος δα μικροσκοπικός βλαστός φυτρώνει και φαίνεται μέσα από χιόνι και κορδώνεται με πείσμα να σηκωθεί και να ξυπνήσει κι άλλους. Βγήκε μάλιστα και το φεγγάρι ολόκληρο απόψε , τόσο μεγάλη γιορτή.
          Δεν με χώραγαν οι τοίχοι , ούτε το λαγούμι μου. Άρπαξα μια ζακέτα που γρήγορα την έβγαλα και κρατώντας την στο χέρι πήγαινα . Απλά και μόνο πήγαινα. Προτού το καταλάβω είχα περπατήσει για καμιά ώρα και στις ελάχιστες στάσεις που έκανα για να χαζέψω τις επιδράσεις της νύχτας στους διπλανούς μου καταλάβαινα ότι ίδρωνα. Το σώμα μου πήγαινε μόνο του και οι περιπετειώδεις μου πατούσες με έφεραν κοντά σε νερό. Πόσο καιρό είχα να περπατήσω εδώ ! Αποφάσισα να κάνω όλο το γύρο , να αφήσω την αύρα του νερού να με χρωματίσει και τα φώτα της πόλης και των μικρών χωριών απέναντι να προσπαθήσουν να γαλουχήσουν τη μοναξιά μου. Καθώς περπατούσα είδα κι άλλους , ζευγάρια περισσότερο. Οι μόνοι ήταν ελάχιστοι , κι αυτοί άνδρες ώριμοι με τα σκυλιά τους .Ένας σκύλος μάλιστα , ένα μαύρο πανέμορφο λαμπραντόρ φαίνεται ξέφυγε του ιδιοκτήτη του και με ακολουθούσε για ώρα. Προλάβαμε να κάνουμε παρέα τουλάχιστον τον μισό γύρο. Ύστερα από λίγη ώρα προπορεύτηκε και μου γάβγιζε ελαφρά , σαν να ήθελε να μου δείξει κάτι . Αφού πηγαίναμε από τον ίδιο δρόμο δεν είχα αντίρρηση . Ήταν αμοιβαία συμφωνία , εκείνος μου χάριζε συντροφιά κι εγώ τον άφηνα να με οδηγεί, κι αφού δεν μιλούσε μπορούσα να χαθώ άνετα στις σκέψεις μου...
            Ζευγάρια που λες , άλλα περπατούσαν κρατώντας ο ένας τον άλλον από το χέρι – λίγοι όμως τα χανε πλεκτά κι δυνατά , αν και δεν έχει σημασία, άλλοι έτρωγαν το πρώτο παγωτό της χρονιάς , κι άλλοι κάθονταν στα παγκάκια , τους τσιμεντένιους πάγκους και την αποβάθρα . Άλλα ξέρεις αυτούς που είναι αγκαλιασμένοι δεν τους προσέχω ιδιαίτερα , δε μου λένε κάτι καινούριο. Δε λέω , μετράει , όμως δεν μετράει τελικά. Εγώ πρόσεχα εκείνα τα ζευγάρια που κάθονταν αντικριστά ο ένας από τον άλλον , με τη γλώσσα του σώματος τους να μοιάζει με εκείνα τα άστρα-εραστές που ποθούν ο ένας τον άλλον αλλά δεν αγγίζονται κι έτσι ανατροφοδοτείται όλο τους το είναι , με τις κοπέλες να χαμογελάνε όσο πιο γοητευτικά μπορούν και τους άνδρες να τις κοιτάνε . Δεν χρειάζεται να πουν τίποτα , έχουν διάπλατα διαθέσιμο το θώρακα , γέρνουν ελαφρώς και τα καταλαβαίνεις όλα μόνο με το να κοιτάνε. Ή μάλλον εδώ να κάνω μια διόρθωση : ο τρίτος τα καταλαβαίνει όλα αν θέλει να δει , γιατί ο ερωτευμένος κοιτάει τον εαυτό του . Όσο αυταπόδεικτα κι αν είναι τα αισθήματα , η αμφιβολία του ερωτευμένου είναι μικρόβιο ανθεκτικό στην αντιβίωση. Είναι και οι δύο καταδικασμένοι να περιφέρονται στη δίνη του “η αγάπη είναι ελέφαντας” μέχρι να σταματήσουν οι στροφές , να λήξει το εισιτήριο και να τους πετάξουν έξω , τον έναν δεξιά και τον άλλον αριστερά.
             Κι όμως περπατώντας δίπλα τους , μόνη και χωρίς παγωτό , άρχισε να σβουρίζει στο μυαλό μου η σκέψη : Μήπως τελικά για αυτό δεν περιμένουμε την άνοιξη ; Για να καθίσουμε μια καλοκαιρινή νύχτα δίπλα στη λίμνη με έναν άνθρωπο και να κοιτιόμαστε αντικριστά , ενώ τα φώτα και το αεράκι θα αλλάζουν το χρώμα των ματιών μας; Ύστερα από αυτή τη σκέψη βρέθηκα εδώ .”
        “ Δεν γίνεται . Υπάρχει κι άλλο. Δεν μπορεί έτσι απλά να εξαφανίστηκες από το σημείο που βρισκόσουν και να βρέθηκες εδώ. Δεν στέκει.” μου είπες προβληματισμένος ενώ καθόμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλον.
         “ Σίγουρα.” Σιώπησα για λίγο κι ύστερα πρόσθεσα “Το ξέρεις ότι από τότε που ράγισε το άγαλμα σου δεν έχω καταφέρει να ανοίξω πάλι την πόρτα;”
Από την έκπληκτη έκφραση σου κατάλαβα ότι δεν είχες ιδέα αλλά και πως υπήρχε κάτι άλλο που σε  απασχολούσε πιο πολύ .
          “ Θέλω να καταλάβω.”, είπες απλά.
       “Φοβάμαι πως αν σου δώσω και το άλλο κομμάτι του παζλ δεν θα με πιστέψεις, θα τρελαθείς σαν κι εμένα. Είναι τρελό. Πασιφανές , αλλά τρελό.” , είπε και πλησίασε πιο κοντά χωρίς δισταγμό , δίχως να σταματήσει να τον κοιτάει στα μάτια. Έκανε μια απόπειρα να αγγίξει το χέρι του, ωστόσο εκείνος τραβήχτηκε λίγο.
          “ Κοίταξε γύρω σου .”
         Έκανα ό,τι μου είπες. Έριξα μια ματιά τριγύρω , ψηλάφισα ότι μπόρεσα με τις άκρες των δαχτύλων μου , εξέτασα κάθε κυβικό εκατοστό με τη δύναμη των ματιών μου, αλλά το παγωμένο διάφανο γυαλί δεν είχε αλλάξει στο εκατοστό. Βρισκόμασταν σε ένα γυάλινο λαβύρινθο. Είχες δίκιο . Τι πιο τρελό από αυτό;
Τότε ξάπλωσες στο πλάι και μου κι έκανες νόημα να σε ακολουθήσω. Όταν σιγουρεύτηκες πως τα πρόσωπα μας απείχαν μια ανάσα το ένα από το άλλο , μου είπες :
          “Δοκίμασε με.”






Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Για τον καλό μυθιστοριογράφο



           "Θα το πάρω." είπε και έδωσε τα χέρια με τον μεσίτη. Όταν ο τελευταίος έφυγε στάθηκε στη μέση του άδειου εκείνου χώρου που μέσα σε λίγα λεπτά είχε γίνει δικό του. Δεν ήταν πολλά , ένα μικρό με το ζόρι το έλεγες διαμερισματάκι στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυώροφης πολυκατοικίας σε μια ακόμη πιο παλιά και κακόφημη γειτονιά. Αλλά δεν τον πείραζε, πρώτη φορά είχε κάτι δικό του, ολόδικο του. Ο αέρας της ανανέωσης τον έκανε να προσμονά την έμπνευση που θα ερχόταν όπου να 'ναι μαζί με τα καινούρια του κλειδιά.  
           Μέσα σε λίγες μόνο ώρες της επόμενης μέρας , το μετέτρεψε στο χώρο που θα περίμενε κανείς να ζει ένας συγγραφέας. Όχι πολλά πράγματα , ένα κρεβάτι , ένα γραφείο , ένα κομοδίνο να ακουμπάει το τασάκι με τα τσιγάρα του ίσως , και τα προσωπικά του αντικείμενα σκορπισμένα στο πάτωμα. Μόνο το γραφείο ήταν που πρόσεξε ιδιαίτερα , το έβαλε ακριβώς μπροστά στο μοναδικό παράθυρο του σπιτιού και μόνο αυτό ήταν που οργάνωσε , τοποθέτησε προσεκτικά τα χαρτιά , τις πένες , τα μολύβια του ακόμα και τσαλακωμένα τάχα δουλεμένα χαρτιά. Πράγματι όπως αποδείχτηκε , σε κανένα άλλο μέρος του σπιτιού δε μπορούσε να γράψει. Είχε τόση όρεξη και μανία που παθιαζόταν ακόμα και με τις ίδιες του τις μουτζούρες , αλλά δε μπορούσε να αποτυπώσει καμιά δημιουργική σκέψη ούτε πάνω στο κρεβάτι , ούτε στην κουζίνα ούτε στο πάτωμα , παρά μόνο μπροστά σε εκείνο το παράθυρο και μόνο όταν ήταν ανοιχτό. Κι αυτό ,γιατί το μπαλκονάκι του ήταν εσωτερικό , δεν είχε καμιά αξιοπρεπή θέα , ήταν όμως σταυροδρόμι αρμονικών φιλήσυχων ήχων και ευωδιών που έρχονταν από παντού και συναντιόντουσαν όλες εκεί έτοιμες να του ψιθυρίσουν καινούριες ιστορίες για να γράψει.
             Κι έτσι πέρασε μέρες πολλές , γράφοντας , γράφοντας, γράφοντας με μανία και ενθουσιασμό , με ένα πάθος και ευγνωμοσύνη για την αμέριστη ευχέρεια που είχε αποκτήσει η σκέψη και το χέρι του. Πόσο τον ενέπνεε αυτή η ατμόσφαιρα , όλα σαν να συνεργάζονταν γύρω του κι αυτός ένιωθε λες και έγραφε το έργο της ζωής του , εκείνο που έρχεται σε κάθε μεγάλο μυθιστοριογράφο και την αλλάζει για πάντα! Κι έγραφε, έγραφε.... Ώσπου κάποια στιγμή , κάτι σαν να άλλαξε στο σκηνικό .  Σταμάτησε , άφησε κάτω το στυλό , κι αφουγκράστηκε για λίγο. Κλαπ, κλαπ, κλαπ. Μα τι ήταν αυτός ο ενοχλητικός ήχος; κάτι έσταζε. Έριξε μια ματιά στο σπίτι , τίποτα. Βγαίνει στη βεράντα και βλέπει ακριβώς από πάνω τον ηλικιωμένο του διαμερίσματος του έκτου να ποτίζει τα λουλούδια του .
             Βγήκε, λοιπόν , από το διαμέρισμα και ανέβηκε στον επάνω όροφο. Χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξε πράγματι ένας ηλικιωμένος άνδρας που δεν άκουγε και πολύ καλά. Με τα πολλά ο άνδρας κατάφερε να του παραπονεθεί για τη χαλασμένη σκαλωσιά έξω στο μπαλκόνι , που έκανε το αδιάκοπο πότισμα του ηιλιωμένου να διακόπει τον οίστρο του. Ο γέρος φάνηκε να ακούει συγκαταβατικά , του εξήγησε όμως ότι το πότισμα των φυτών στο μπαλκόνι είναι κάτι που συνήθιζε να κάνει η γυναίκα του , και τώρα που έχει φύγει από τη ζωή είναι ο μόνος τρόπος να νιώθει ακόμα συνδεδεμένος μαζί της. Κοντά της. Εκείνος δεν είχε πλέον επιχειρήματα, τον αποχαιρέτησε λοιπόν και επέστρεψε αποθαρρημένος στο διαμερισματάκι κ το γραφείο του. Δεν είχε άλλη επιλογή , έπρεπε να συνεχίσει ακόμα και από αυτές τις συνθήκες , όφειλε να μην αποσπαστεί , να μείνει αφοσιωμένος για χάρη του έργου του, του καλύτερου έργου της ζωής του!
             Τα κατάφερε , πλατς πλατς, συνέχιζε να γράφει, να βρίζει , να σταματάει , να στενοχωριέται, να ξαναρχίζει, μα γρήγορα προσαρμόστηκε και ξαναβρήκε το ρυθμό του . Ήταν τόσο ενθουσιασμένος , δε σκεφτόταν τίποτε άλλο , παρά μόνο πως δημιουργούσε κάτι πολύ σπουδαίο! Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα είχε φτάσει κιόλας στο τελευταίο κεφάλαιο, στην τελευταία πράξη των ηρώων του . Πόσο εκστασιασμένος ήταν , τελείωνε το πιο καλό του μυθιστόρημα , σε πολύ λίγο θα...! Ωσπου ξαφνικά, σταμάτησε. Έτσι απλά, σταμάτησε. Το μυαλό του κόλλησε , σάστισε και άφησε κάτω το χαρτί και το μελάνι. Δεν είναι δυνατόν , είπε φωναχτά. Κάτι συνέβη , στάθηκε να καταλάβει. Όλα ήταν στη θέση τους όμως οι σταγόνες είχαν σταματήσει να τρέχουν . Δε μπορεί , όχι τώρα! Κι όμως εκείνη την ώρα ήταν όλα τόσο ήσυχα , που μπορούσε να ακούσει μόνο τον ήχο που έκανε το ασθενοφόρο έξω από την είσοδο του κτιρίου.
           Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε κάτω. Είδε δύο ανθρώπους να βάζουν τον ηλικιωμένο μέσα στο ασθενοφόρο πάνω σε ένα φορείο. Δεν φαινόταν καλά , σαν να κρυφάκουσε από κάποιον παραπέρα πως ήταν ήδη πολύ αργά. Τον έπιασε πανικός. Επέστρεψε στο γραφείο του. Τον έλουζε κρύος ιδρώτας , δε μπορούσε να καθίσει. Ούτε να σταθεί μπορούσε , ζαλιζόταν. Ξάπλωσε στο κρεβάτι μα έγινε χειρότερα. Στάθηκε δίπλα στο παράθυρο σε μια ύστατη προσπάθεια να ακούσει ή έστω να σχηματίσει την ψευδαίσθηση του ήχου του νερού που έσταζε πάνω στη χαλασμένη σκαλωσιά που τόσο τον ενοχλούσε και κατάφερε τελικά να εναρμονιστεί και να ταυτιστεί τελικά με τη βενζίνη που τον έκανε να γράψει. Τίποτε, ήταν μάταιο . Δεν άκουγε τίποτα. Κοίταξε το ασθενοφόρο κάτω στο δρόμο από ψηλά , κι ύστερα  το γραφείο του , τα σκορπισμένα χαρτιά , τα μελάνια , τα δάχτυλα του που είχαν γίνει μπλε από το μελάνι , το μισοσβησμένο του τσιγάρο, τα λιωμένα ρούχα του και την τελευταία σελίδα του καλύτερου του έργου. Την πήρε στα χέρια του , γέλασε νευρικά, την τσαλάκωσε και την έβαλε στο στόμα του . Ύστερα πήδηξε τα κάγκελα τρέχοντας και έπεσε στο κενό.

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Game Over


           Από μυθολογία πώς τα πας; Από Ησίοδο;
 Θεογονία; Ναι ούτε και γω τα πάω καλά με τον τελευταίο . Αλλά θέλω να σου πω μια ιστορία. Έναν μύθο για τον Θάνατο. 
          Ξέρεις δεν ήταν πάντα ο τύπος με τη μαύρη κουκούλα και το δρεπάνι στο χέρι. Όχι, ούτε καν πλησίαζε τον reaper. Ήταν γιος του Ερέβους και της Νύχτας, και ο αδερφός του Ύπνου , κι ενώ εκείνος μπορούσε να ταξιδεύει τη νύχτα και ξεκούραζε τους ανθρώπους , ο Θάνατος δεν πήγαινε πουθενά. Δεν είχε βωμό γιατί δεν ήθελε θυσίες , κανείς δεν τον λάτρευε έτσι κι αλλιώς , πέρα από τους αρρώστους που τον έβλεπαν σαν λυτρωτή. Κι έτσι ο Θάνατος λέγεται ότι ήταν ένας μαυροφορεμένος νέος , ψηλός και όμορφος , με ξανθά μαλλιά και αλαβάστρινο δέρμα.  
             Μια μέρα ο Θάνατος αντίκρυσε μια νέα . Δεν είχε τίποτε το ξεχωριστό μάλλον , τίποτε που δεν είχε ξαναδεί τουλάχιστον , όμως για κάποιο λόγο του έκανε μεγάλη εντύπωση . Ο Θάνατος την ερωτεύτηκε . Βρέθηκε σε μια κατάσταση που δεν μπορούσε πλήρως να αντιληφθεί , ήταν μπερδεμένος , φοβόταν για το τι έπρεπε και τι ήθελε να κάνει απέναντι της . Πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει μια νέα ο ίδιος ο Θάνατος; Έτσι δεν της είπε τίποτα , στράφηκε στον πατέρα του . Ο Έρεβος τον παρέπεμψε στον πατέρα όλων, το Χάος. Ο Θάνατος του τα είπε όλα και τότε το Χάος του είπε , ότι αν καταλάβαινε το Χάος , θα καταλάβαινε και όλα τα υπόλοιπα, και δε θα φοβόταν πια , και θα είχε την κοπέλα. 
    Και τι νομίζεις πως έκανε ο Θάνατος;  Τα παράτησε όλα και προσπάθησε να καταλάβει το Χάος. Μα στην προσπάθεια του , το Χάος τον απορρόφησε κι εκείνος δεν το κατάλαβε. Πέρασε καιρός , πέρασαν χρόνια και η κοπέλα πέθανε .  Ο Θάνατος έμεινε αιώνια αφοσιωμένος να προσπαθεί να καταλάβει το Χάος που την ξέχασε και τώρα μπορούσε μόνο να τη βλέπει στη λίμνη των νεκρών στον Κάτω Κόσμο.  Κι ούτε που αισθάνθηκε το χρόνο να περνά , γιατί είχε ξεχάσει να φοβάται , γιατί το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς να ξεδιαλύνει το Χάος. Και τότε όλα θα έφτιαχναν , πίστευε. 
Μα ποιος μπόρεσε ποτέ να καταλάβει το Χάος μόνος του;
           Ήθελα μόνο να σου πω, αυτή την τελευταία ιστορία . Δέξου την ως σφραγίδα. Αν βρισκόμασταν σε ένα παιχνίδι για δύο , δεν ξέρω τι κερδίζεις αλλά σίγουρα εγώ μόνο χάνω. Σφραγίζω λοιπόν την αποχώρηση μου από το παιχνίδι. Μπορείς να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξεδιαλύνεις το Χάος. Game Over.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Γυάλινοι Παίκτες (μέρος β')

         
                                                                             II


             Δεν μου αρέσουν οι γιορτές . Μου μιλούσες συχνά για αυτές , παλιά πολύ περισσότερο . Παρ'ότι όμως δε σου το είπα , ίσως το κατάλαβες μόνη σου και σταμάτησες. Ίσως πάλι να κατάλαβες κι εσύ γιατί δεν μου αρέσουν οι γιορτές. Ερχόσουν όμως , ακόμα έρχεσαι δεν ξέρω γιατί . Μέσα σε όλη αυτή τη βαβούρα γύρω, στα σώματα μας μόνο βρίσκουμε την ησυχία κι εσύ αυτό το είχες καταλάβει πιο νωρίς από μένα. Εγώ δεν ξέρω πως να τη μοιραστώ , αυτή είναι η αδυναμία μου. 
            Πάλι δεν με ακούς , έτσι;  Ε, λοιπόν η φωνή σου διαχέεται στο δωμάτιο πεντακάθαρα. Ώρες ώρες με χτυπάει η ηχώ στην πλάτη. Μπορώ να ακούσω το τρέμουλο και την αλλαγή στη χροιά σου όταν έχεις κατέβει γρήγορα τις σκάλες , γιατί πολλά βράδια βιάζεσαι να έρθεις ή να φύγεις. Είναι πολύ πιθανόν να μην έχεις καταλάβει ακόμα ότι υπάρχω και δεν σε αδικώ , γιατί από την αρχή επεδίωξα να μην το μάθεις και να φύγεις , να μην ξανάρθεις. Μόνος μου κλείστηκα σε αυτό το λαβύρινθο και μόνος μου ήθελα να μείνω. Είμαι τόσο καιρό εδώ μέσα που έχω ξεχάσει πώς μπήκα . Ανόητο , θα ‘λεγες ίσως . Αντίθετα , το υποσυνείδητο μου είναι έξυπνο και διάλεξε τον καλύτερο τρόπο για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου- την αμνησία. Θυμάμαι ψάχτηκα λίγο στην αρχή και μπερδεύτηκα, γιατί ο λαβύρινθος ήταν μεγάλος και περίπλοκος και οι τοίχοι τριγύρω ήταν γυάλινοι και κοφτεροί. Περιπλανήθηκα αρκετά κι ύστερα βρήκα στο κέντρο ένα δωμάτιο , πολύ απλό , ίσα να απομονωθώ και να κοιμηθώ . Κι αυτό έκανα , κοιμόμουν βαθιά για μέρες πολλές , χωρίς να βλέπω όνειρα , χωρίς να σκέφτομαι τίποτα και χωρίς να πονάω πουθενά. 
            Πέρασε καιρός χωρίς να αλλάξω θέση , ώσπου κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο μου άκουγα χτυπήματα , συριγμούς , περίεργους ήχους που δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω και με τάραζαν. Παρ'όλα αυτά αρνιόμουν πεισματικά να ξυπνήσω , έλεγα πως είναι η φαντασία μου , πως θα περάσει , πως δεν είμαι τρελός αλλά αν αυτό κάνει πιο εύκολα τα πράγματα ας γίνω. Αλλά δε σταμάτησε τίποτα από όλα αυτά ,και κάθε φορά είχα την εντύπωση πως όλο αυτό γινόταν σε μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα που ενοχλούσε τα αυτιά μου. Όλα μου φαίνονταν μες το σκοτάδι να γυρνάνε κι εγώ ίδρωνα σαν το σκυλί
           Τη φορά που έγινε ανυπόφορο τινάχτηκα από το κρεβάτι. Τα σεντόνια ήταν από καιρό κουβάρι στο πάτωμα. Σηκώθηκα αμέσως κι άρχισα να παίρνω σβάρνα τους τοίχους , άγγιζα μήπως εντόπιζα ρωγμές ή οτιδήποτε μπορούσε να εξηγήσει την εμπειρία μου. Ξόδεψα όλη μου την ενέργεια γυρίζοντας δυο και τρεις φορές στο γυάλινο λαβύρινθο και αποκαμωμένος έπεσα πάλι με τα μούτρα στο πάτωμα. Κι έτσι όπως ήμουν με το κεφάλι στο πλάι έτοιμος να δακρύσω άκουσα ένα γέλιο γυναικείο . Έσπρωξα το λεπτό στρώμα παραπέρα και είδα ότι ακριβώς κάτω από το σημείο όπου είχα το μαξιλάρι μου δεν είχε γυαλί αλλά ένα μεγάλο κομμάτι από καθρέφτη. Σε είδα πρώτη φορά , στην απέναντι πλευρά . Θύμωσα τόσο πολύ μαζί σου , που τόλμησες έστω άθελα σου να ταράξεις το μικρόκοσμο μου. Σου φώναξα , σε έβρισα αλλά τίποτα. Εσύ μιλούσες κοιτώντας με , έσκαγες κανένα χαμόγελο πού και πού αλλά δεν με άκουγες όπως εγώ. Δοκίμασα να σπάσω τον καθρέφτη με τη γροθιά μου και τελικά πλήγωσα το χέρι μου . Το δωμάτιο γέμισε με αίματα αλλά δεν με ένοιαξε . Πήρα το μάθημα μου , αφού δεν μπορούσα να σε αγνοήσω η μόνη λύση ήταν να σε ακούσω.
              Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλάβαινα πάντα για ποιο πράγμα μιλούσες αλλά μετά από λίγο άρχιζα να συμπαθώ τη φωνή σου κι αυτό γιατί τώρα που έδινα προσοχή μπορούσε να με νανουρίσει και να με ξυπνήσει ταυτόχρονα. Μη ρωτάς πώς. Ούτε για αυτό έχω ιδέα.  Αλλά δεν ήσουν κάθε φορά η ίδια , ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν , κι όταν από μέσα μου αναρωτιόμουνα γιατί , σαν να καταλάβαινες κι άρχιζες να μου λες όλους σου τους προβληματισμούς με τυχαία σειρά και χωρίς λογική σειρά πολλές φορές. Στην αρχή δεν με πείραζε όταν έφτανε η στιγμή να φύγεις , γιατί έβρισκα την ευκαιρία να πέσω πάλι για ύπνο . Σιγά σιγά όμως ένιωθα τον οργανισμό μου να αποκτά το δικό του υποσυνείδητο ξυπνητήρι που με ειδοποιούσε όποτε ήταν να έρθεις , λες και έπρεπε να σηκωθώ πιο νωρίς και να φτιαχτώ πριν με δεις , λες και θα γινόταν κάτι τέτοιο.  Κι ύστερα αυτό , το μονομερές , με χαλάει. Δεν θέλω να βγω από δω μέσα.
Θέλω να σε συναντήσω. 

            


[ Αυτό ήταν το δεύτερο μέρος της ιστορίας "γυάλινοι παίκτες". Το πρώτο είναι ήδη αναρτημένο στο blog με τον ίδιο τίτλο , στις 31 Δεκεμβρίου 2012.  Για όσους το διαβάσατε , καταρχήν ευχαριστώ για τα υπέροχα σχόλια σας , και δεύτερον θα ήθελα να μου γράψετε ποια είναι η γνώμη σας τώρα που γνωρίσατε τους δύο ήρωες και τι θα θέλατε ή θα περιμένατε να γίνει στο τρίτο μέρος! 
Περιμένω σχόλια σας! 
Με αγάπη , Madhatress ]