I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Το δίλημμα του Συλλέκτη

Photo by Alex Howitt 
Είχα κάποτε μια σπάνια συλλογή
γεμάτη μ'όμορφα συναισθήματα
για σένα.
Ήταν όλα τους διαλεγμένα κι εκλεκτά
με προσοχή και τρυφερότητα στημένα.
Είχαν κι ένα φως χαϊδεμένο νεογέννητου
- τι λαμπρό που ήταν!-
τις νύχτες για να τα σκεπάζει.
Καταλαβαίνεις,λοιπόν, γιατί τα πρόσεχα τόσο.
Είχα τόσα όμορφα συναισθήματα
και δεν ήθελα να τα σκοτώσω.
Δεν συνήθισε, βλέπεις, το χέρι μου ακόμη
την κρύα λαβή του μαχαιριού.
Άλλος,συνήθως, το κρατά
και το μαχαίρι, και το ψαλίδι, και το πιστόλι.
Εγώ βλέπω από μια μεριά μονάχα
κι αν δεν σηκώνουν τη μαρτυρία τα βλέφαρά μου
βγαίνω από το δωμάτιο μέχρι να τελειώσει.
Έτσι τώρα για πρώτη φορά
δεν είχα ιδέα τι να κάνω,
είχα μπροστά μου μια συλλογή από αισθήματα
για σένα
και δε μπορούσα να τα σκοτώσω.
Γι'αυτό τ'άφησα για λίγο στο κρεβάτι
ήσυχα να κοιμηθούν μέχρι το πρωινό
που θα ξυπνήσω έτοιμη και θαρραλέα.
(Δεν τα νανούρισα, να ξέρεις, ούτε μ'ένα τραγουδάκι
γιατί φοβάμαι η μελωδία - η παραμικρή - κακομαθαίνει)
Μπήκα μονάχα μια φορά στον πειρασμό
να σου δείξω πόσο ανυποψίαστα
κοιμόντουσαν το ένα πάνω στ'άλλο!
Τριγύρναγα τότε, που λες, στο σπίτι για μέρες
δίχως να μιλώ, να τρώω, ή να κοιμάμαι,
ανοίγοντας ντουλάπες, σοφίτες, συρτάρια
μήπως βρω κάπου να τα κρύψω,
μήπως τα γλιτώσω!

Είχα τόσο όμορφα συναισθήματα
και δε μου πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσω...

Ήρθες μια φορά και τα'δες
σαν ν'άκουσα πως σχολίασες κάτι,
μα σκέπασα τα λόγια σου από φόβο
μη μου τα ταράξεις και ξυπνήσουν
-κι αν εξεγερθούν;-
δυσκολεύτηκα τόσο να τα σιγήσω.
Άλλωστε, σ'έφερα μόνο για να δεις
πώς κοιμούνται το'να στ'άλλο.
Είπες τότε πως θα'φευγες κι έμεινες κρυφά
χωρίς ακόμη να γνωρίζω το σκοπό σου.
Κούρνιασα δίπλα τους εκείνο το βράδυ
κι εσύ σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι
πήρες αθόρυβα και μυστικά αγκαλιά το μαξιλάρι
και με τα δυο σου πολύτιμα, πορσελάνινα χέρια
όλη νύχτα τα έπνιγες
Ένα
προς
ένα.
Η απουσία της ανάσας τους με ξύπνησε,
όταν σε βρήκα να θαυμάζεις το έργο σου.
Ήταν όλα τους εκεί, τα μέτρησα:
Κουφάρια παρόντα, βουβά, ξεψυχισμένα.
Προτού το καταλάβω είχες εξαφανιστεί
κι έμεινα μόνη μου εγώ
-μάταια πια-
να μ΄αναζητώ στα πεθαμένα.


Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Το Μυστικό που ταξιδεύει με τη Φωτιά



Fire Angel by Shannon Grissom
   Μια φορά σαν σ'όνειρο έναν άγγελο θωρούσα,
   δίχως φτερά - γι' αυτά να ψάχνει -
   σκυφτός, στο Ποτάμι των Δακρύων.

   (Ποιος σου πήρε τα φτερά )

   Τα γαλανά του μάτια θαύμασα - ;ή μαύρα;
   και τα χρυσόπλεχτα μαλλιά του - φορές πολλές
   "Μα κοίτα πιο καλά" τον άκουσα να κλαίει:

   "Κοίτα τα χέρια και τα πόδια μου
    τις πλάτες και τους ώμους κοίτα!
    Μελανά είναι όλα κι όλα μελιχρά - πώς αστράφτουν που'σαι δω!

   (Πώς αστράφτουν που΄μαι εδώ)




   Είναι αλήθεια όσα βλέπεις
   κι αν δεν βλέπεις πάλι αλήθεια είναι - δεν με πιστεύεις;
   Το γράφει ολοκάθαρα επάνω στα Νερά,


   πως εγώ είμαι Εσύ κι εσύ είσαι Εγώ,
   κι αν είναι αδύνατο να ξαναγενείς μόνον εσύ
  - Αλίμονο! πώς εγώ να υπάρξω όπως πρώτα;

  (Πώς να υπάρξω όπως πρώτα )

  Αβάσταχτο μυστικό να κουβαλάει το ποτάμι.
  Τι, δεν με πιστεύεις; Το λεν και τα φτερά σου"
  Κι είχα πράγματι ν'ακολουθούν δυο φτερά από Φωτιά.

  (Τώρα μαρτυράνε δυο φτερά από φωτιά)

 "Αντίο τώρα" μου ψιθύρισε πριν πέσει στο νερό
 και από μέσα ελευθερώνοντας την τελευταία του ανάσα,
 Μ'αφησε να τυλίγομαι παντοτινά στις φλόγες.

(Μ'άφησε για πάντα να τυλίγομαι στις φλόγες )






   

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Πάνω στην Κούνια

Έχει αδειάσει ο τόπος από αγάπη
κι έχουμε μείνει μόνο εμείς οι δύο.
Τα φώτα τώρα σβήνουν προτού ξημερώσει ,
κι εγώ θέλω να γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου.

Το ίδιο κοράκι με χθες κοιμήθηκε στην πόρτα μας.
Μπήκαν κλέφτες τις προάλλες και τα πήραν όλα,
αλλά κρατήσαμε την κούνια στον κήπο.
Σε παρακαλώ, άσε με ν'ακουμπήσω για λίγο στον ώμο σου.

Έξω ο κόσμος ουρλιάζει,
διασκορπίζεται σφαίρα τη σφαίρα ,
θόρυβοι που πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον,
κι όλη η σιωπή λες και μαζεύτηκε πάνω στον ώμο σου.

Μυρίζει κόκκινη καμένη γη ,
κι ο ουρανός στάζει το τελευταίο του χρώμα.
Το χώμα νοτισμένο στο θειάφι,
κι εγώ δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.

Θυμάσαι τα ηλιοβασιλέματα που σου έδειχνα;
Τώρα ο ήλιος δεν ξυπνά για κανέναν.
Το φεγγάρι μας έμεινε μισό,
καθάρια με κοιτά που ακουμπώ στον ώμο σου και με ζηλεύει.


Τι να'ναι τ'όνειρο και τι η πραγματικότητα;
Έχει πάρει το πάνω χέρι η αταξία.
"Τ'όνειρο" , σ'ακούω να λες, " είναι εδώ ακουμπισμένο" 
Μα εμένα για μόνη πραγματικότητα μου φαίνεται...

Δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.


(photo: two lovers, by biffno)



Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Χειρόγραφο: Ένας Κόσμος από Παράθυρα


  Ένας ολόκληρος κόσμος η ψυχή, Ψυχή μου.
  Για Δύο,
  για Έναν,
  για Κανένα.
  Χαοτικός.
  Αρχιτεκτονικά μπλεγμένος,
  όλος παράθυρα.

  'Αλλα με σφραγισμένα πατζούρια
    -βουβά-
   Κάποιος από μέσα μας έχει κλειδώσει.
   Στάσου, να σταθώ,
   πιότερο μαζί μένουμε
   ή είμαστε χώρια;
   Χτύπα, σου λένε , όσες φορές.

   Άλλα το σκάνε απ'το παρόν με χαραμάδες ηλιοτρόπια,
   μέσα από τα φύλλα ,
   τον Χρόνο ,
   το Τίποτα.
   Μέσα από σένα κι από μένα.
   Φαίνεσαι, σε νιώθω.
   Να πας, σου λένε, όσες φορές.

   Άλλα τρομακτικά κι άλλα ατρόμητα
   Ερρείπια και νεόκτιστα ξανά
   ταγμένα εμπρός στο άπλετο Φως,
   κυλάς μέχρι π'αναρωτιέσαι
   "Μα πόσος χώρος υπάρχει ακόμα;"
   Χτίσε, σου λένε, όσες φορές.

   Κι εσύ στέκεις κι ονειρεύεσαι χτίζοντας μια θέα
   ή κοιμάσαι αντικριστά σε μια κουρασμένη ιδέα,
   ενώ ο αέρας φυσά και περιμένει όσο κοιτάς
   ώσπου να πέσεις.
   Όλο και πας , μα δεν πέφτεις.
   Κάτι περιμένεις όλο να αλλάξει,
   Να φανεί.
   Να το δεις.
   Να το αγγίξεις.
   Να σε σπρώξει.
   Δεν πέφτεις.

  Κοίτα , σου λένε, όσες φορές.

 Ώσπου κάποτε θα πετύχεις το σωστό.
 Μια μέρα των ημερών που θ'ανοιχτεί,
 κάποιος απέναντι θα'χει πια εμφανιστεί.
 Κοίτα καλά , μάτια μου,
 κρυφοκοιτά δειλά απ'το δικό του παραθύρι.
 Το ίδιο ακριβώς.
  Θα το αναγνωρίσεις εύκολα
  από "το μεγάλο U" ,
  από την αταξία,
  από τη ζωγραφισμένη σιωπή.
  Σε θυμάμαι.

 " Περίμενε με", όσες φορές.

  Μη γελαστείς μόνο κι εσύ
- πρόσεχε
 Για καθρέφτη πολλοί τον πέρασαν
την ώρα που έπεφταν,
-ταυτόχρονα.
 Όπως εγώ.

 Μα κάπως έτσι δε μου 'λεγες πάντα,
 πως γράφονται των τρελών
 τα Χειρόγραφα;

Printscreen from Alfred Hitchcock's Spellbound (1945) , by Salvador Dali