I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Μικρά εγκλήματα στο δρόμο


Ξημέρωσε πάλι. Ξημερώνει νωρίς τα καλοκαίρια , διαπίστωσε σαν να 'ταν η πρώτη φορά . Μόλις ο ουρανός άρχισε να αραιώνει το μπλε χρώμα του πήρε το καπέλο , άρπαξε τα κλειδιά της και βγήκε έξω. Το σπίτι δεν τη χωρούσε πια. Ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει τα συναισθήματα της σήμερα. 
   Περπάτησε ώρα πολλή , τόσο που έγδερνε τις πατούσες και τις φτέρνες της σε κάθε βήμα που περνούσε , αλλά αγνοούσε τον πόνο μέχρι να σταθεί να πάρει μιαν ανάσα. Κι αυτή ζεστή. Ο ήλιος της έκαιγε το πρόσωπο , τόσο που μετάνιωσε που δεν έπιασε τα μαλλιά της προτού να φύγει . Δεν πειράζει. "Δεν πειράζει". Ήταν η μόνη φράση που θυμόταν να έχει πει στον εαυτό της μέρες τώρα. Καθόταν σιωπηλή , άλλοτε δίπλα στο παράθυρο , άλλοτε στη βεράντα τη νύχτα.
Άλλοτε απλώς περπατούσε πάνω κάτω σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Κι αφού εξερευνούσε τους άδειους χώρους , κι έβλεπε πως κανείς δεν ήταν εκεί, το βλεπε πιο έρημο,σαν να μην υπήρχαν πια τα έπιπλα , μόνο το υγρό και παγωμένο πάτωμα , κι όλα τα υπόλοιπα να είχαν εξαφανιστεί.
     Γύρω της δεν έβλεπε τίποτε . Τα μάτια της ήταν απλώς λειτουργικά , ίσα για να μην πέφτει , άν και αυτό δεν το κατάφερναν πάντα. Και στα αυτιά της άκουγε ξεκάθαρα μια παύση κι ένα βουητό συνάμα , σημάδι πως το πνεύμα της περιπλανιόταν σε άλλους κόσμους τώρα.  Το σώμα της ωστόσο , την οδηγούσε παραπέρα.
Κανένας ήλιος δεν τη χωρούσε , πάσχιζε αυτόματα να βρει μια σκιά να ξαποστάσει. 
      Το σώμα της ήταν πια προφυλαγμένο κάτω από τη στάση. Κανείς δεν φαινόταν να την προσέχει . Τι ήταν εξάλλου, μια μελαγχολική παρουσία ανάμεσα στις άλλες. Γι'αυτό και δεν την απασχολούσε αν τραβούσε την προσοχή. Σήμερα μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η χαρά από τη θλίψη. Ήταν μόνη της , καθιστή , σαν το μοναδικό στοιχείο ακινησίαςσε ένα κινούμενο κοινό που πηγαινοερχόταν γύρω της. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξέθαψε ένα ξεχασμένο εισιτήριο. Χαμένη στη σκέψη της , μια κοπέλα που έδειχνε να περιμένει το λεωφορείο. Τι περίμενε όμως;  ;Eνιωθε σαν τον πίνακα του Ρενουάρ, το πάρτυ στο πλοίο , σαν εκείνη την κοπέλα που έπινε από το ποτήρι δίπλα στην κοπέλα της κουπαστής που τους χάζευε όλους χαμογελαστή. Ήταν εκεί , κι όμως δεν ήταν εκεί.
     Πιάστηκε από εκείνο το "δεν πειράζει"προηγουμένως . Της φαινόταν περίεργο που το άκουγε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι της κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Την ενοχλούσε.
Μεταμορφωνόταν και μεγάλωνε από κάτι απλό , σε μια ηχηρή απάντηση για ερωτήματα που ήθελε να πάψουν να την ταλανίζουν . "Και τι έγινε , ερωτεύτηκα τον λάθος άνθρωπο." Πονούσε. Οι σκέψεις ήταν τόσο δυνατές που αν προσπαθούσε να μιλήσει πιθανοτατα δεν θα άκουγε τις λέξεις. Και ακόμη, γιατί αυτές οι σκέψεις της έλεγαν πως μετά από μια μεγάλη απώλεια , μετά απο εξαντλητικό ξόδεμα συναισθημάτων , δεν πειράζει να μένεις για λίγο κενή, κάπως άδεια , γιατί αυτό σημαίνει πώς ένιωθες τόσα πολλά να διεκδικούν έναν χώρο ισομερές στο βάθος που 
επειδή δν ήθελες να αδικήσεις κανένα αποφάσισες να εκκενώσεις το χώρο για λίγο. 
    Ένας νεαρός άνδρας πλησίασε και κάθισε δίπλα της.Άκουγε μουσική απορροφημένα. Όμορφος ήταν , κι αυτός. Άραγε για κείνον πιο να ναι το πιο προβληματικό συναίσθημα στον κόσμο; Έχει νιώσει παρόμοια ποτέ; Μικρά εγκλήματα στο δρόμο.
    Γιατί; Άραγε από πόσους έχει πληγωθεί και πόσους έχει πληγώσει . Έψαχνε κάποιον απεγνωσμένα να της εξηγήσει αυτή την εξίσωση , πώς επέρχεται ισορροπία πληγώνοντας και με
το να πληγώνουμε και την υπευθυνότητα να νιώθεις υπέυθυνος για αυτό. Όταν ήρθε το λεωφορείο ο νεαρός έσπευσε να μπεί πρώτος. Βιαστικός, κι αυτός. Μα εκείνη δεν βιαζόταν.
Σηκώθηκε όρθια και πλησίασε την πόρτα. Είδε τον νεαρό να χτυπά το εισιτήριο και να κάθεται στις πρώτες θέσεις στο παράθυρο προς τη μεριά της, πάντα με τα ακουστικά στα αυτιά. Κι εκείνη στεκόταν στην πόρτα με το εισιτήριο στο χέρι, καθυστερώντας τον οδηγό ο οποίος φαινόταν να εκνευρίζεται. Θα ανεβειτε, έλεγε το βλέμμα του. Όσο καθυστερούσε , τόσο οι ελάχιστοι επιβάτες την κοιτούσαν με περιέργεια . "Λοιπόν;"  -Λοιπόν , ερωτεύτηκα το λάθος άνθρωπο.
    Ύστερα εκείνη , χτύπησε το εισιτήριο της και πίσω της έκλειναν οι πόρτες. Ανάμεσα στις θέσεις διάλεξε να καθίσει δίπλα στο νεαρό από τη στάση. Εκείνος την κοίταξε μια φορά , κι ύστερα γύρισε στη μουσική του χωρίς να δώσει άλλη σημασία. Για μια στιγμή ένιωσε σαν τη νεαρή της κουπαστής , κι ύστερα πάλι , σήκωσε το πορσελάνινο ποτήρι.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Η διπλή ταυτότητα του λύκου

          
       "Mεγάλωσα. Ένιωσα τεράστιος μπροστά στους  άλλους , πολλές φορές τους διπλανούς μου για όλα όσα είχα καταφέρει. Περηφανεύτηκα για αυτό που είχα γίνει , και ταυτόχρονα το μίσησα. Ένιωσα μικρός , πολύ μικρός, μικροσκοπικός μπροστά στον κόσμο, ή μάλλον μπροστά στο χάος του κόσμου  . Ένιωσα ενοχές για το πόσο διαφορετικός είμαι από τους άλλους στον τρόπο που μεγάλωσα , που μιλάω , που σκέφτομαι , που δεν  θέλω να αλλάξω τον τρόπο που μεγαλώνω και κάθε λεπτό της ζωής μου γερνάω. Ένιωσα ντροπή για ανθρώπους και φίλους που υπήρξαν κοντά μου και η ζωή αναγκάστηκε να μας χωρίσει γιατί ο χρόνος τους έκανε να με κοιτούν διαφορετικά. Έχω σκύψει το κεφάλι μπροστά σε δάχτυλα που έδειχναν και άλλα τα έχω σπάσει με το γάντι.  Έχω πάει βόλτα μοναχός μου σε μέρη που δε μου θυμίζουν τίποτα , για να μη θυμάμαι και έχω προσευχηθεί όλα γύρω να άλλαζαν ή να άλλαζα εγώ.  Έχω ευχηθεί κρυφά να μενα πάντα ένα μικρό παιδί , ο ζωηρός γιος του πατέρα μου , χωρίς να χρειαστεί ποτέ ο κόσμος να μου βάλει ταμπέλα για τη δουλειά μου , την οικογένεια μου, το εισόδημα μου, τις φιλοδοξίες , τις πεποιθήσεις , τα όνειρα μου. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ενοχλήσει με αυτά ένα παιδί. Για μένα φίλος ηταν το διαφορετικό παιδί που έβλεπα κάθε μέρα στο πάρκο και παίζαμε πρώτα κανένα δύωρο πριν ρωτήσουμε το όνομα του.
       Μεγάλωσα. Διάβασα για πολέμους στην ιστορία αλλά κανένα βιβλίο δε μου τα πε τόσο καλά όσο ο παππούς μου τις Κυριακές μετά το φαί που καθόμουν στα πόδια του δίπλα στο τζάκι. Δεν έχω ζήσει ακόμα όλα αυτά που διηγήθηκε ο παππούς μου , μα ζω άλλους πολέμους πιο μοντέρνους της γενιάς μου. Το πιο δύσκολο είναι να ξέρεις να διαλέγεις τις μάχες σου,  αυτό το μαθαίνω ακόμα. Και τ'αλλο, να ξέρεις να φέρνεις την ισορροπία μέσα σου όταν γύρω σου τα μισά είναι σε μεγέθυνση και τα άλλα μισά σε σμίκρυνση κι εσύ πρέπει να ξέρεις να προσαρμόζεσαι κάθε φορά. Έμαθα να δείχνω κουρδισμένος μπροστά στα θύματα του σύγχρονου ματριξ , και αυτούς που δε διάβασαν ποτέ το "1983"  και πίσω τους να γελάω με τα κλειδάκια πίσω από τις πλάτες τους. Έμαθα να μη σπαταλάω την ενέργεια της φωνής μου σε καρδιές χωρίς ηχώ και να τη φυλάω για ανθρώπους που κουβαλάνε μικρόφωνα μαζί τους στο δρόμο.  Δεν ξέρω πολλά ακόμα , ούτε οι γονείς μου ξέρουν . Δεν το 'χα καταλάβει στην αρχή αλλά καθώς περνούσε ο καιρός οι φράσεις "να περπατάς τυφλός είναι ευκολότερο" και "ουδείς αναντικατάστατος" και έμοιαζαν περισσότερο λογικές. Κατα βάθος σε κάθε τι πιο σημαντικό είμαστε βαθύτατα μόνοι. Πήρα πολλή αγάπη. Πήρα όση πρόλαβα.  Δεν υπάρχει πολλή απο αυτήν έξω , κρύβεται από την ασχήμια του κόσμου κι εμφανίζεται σποραδικά λίγο λίγο σε μικρές δόσεις και την παίρνει όποιος τη δει πρώτος.
       Μεγάλωσα. Και είμαι ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους που δεν κατάφεραν να ξεχάσουν ό,τι έπρεπε να ξεχάσουν για να ζήσουν ψευτοευτυχισμένοι, απο αυτούς που πίστευαν ότι και οι διπλανοί έχουν τις ίδιες αρχές και την ίδια ελευθερία σκέψης και πνεύματος , την ίδια διάθεση για ζωή. Δεν είχαμε τους ίδιους γονείς , αλλά κανείς δεν το σκέφτηκε τότε πως είναι σπάνιοι κι αυτοί. 
       Μεγάλωσα και το μόνο που μου έμεινε ανόθευτό κι αυθεντικό είναι μια παραβολική ιστορία που μου 'πε μια απο αυτές τις Κυριακές ο παππούς μου . Με είχα καθίσει στα γόνατα του μπροστά στο τζάκι για να μπορώ να βλέπω τις σκιές που έκανε η φλόγα και τα 7 χρονών ματάκια μου να κάνουν παιχνίδι με τη φαντασία μου. << Παιδί μου -είπε- σε καθενός την ψυχή , μέσα εκεί , γίνεται πάντα μια μάχη μεταξύ δυο λύκων. Ο ένας είναι άγριος σκοτεινός με μαύρο σκληρό τρίχωμα και κόκκινα γυαλιστερά μάτια, είναι κακός , είναι ο θυμός , η ζήλεια, ο φθόνος, η δυσαρέσκεια, η κατωτερότητα , τα ψέματα και ο εγωισμός.  Ο άλλος είναι λευκός , ξαπλώνει πάντα ήρεμος ή στέκεται με χάρη και περηφάνια κοιτώντας με γαλανά μάτια σαν της θάλασσας . Αυτός είναι καλός , είναι η χαρά, η γαλήνη , η αγάπη, η ελπίδα , η ανθρωπιά , η ταπεινότητα , η ευγένεια και η αλήθεια.>> Τον ρώτησα με την παιδική μου αφέλεια αν τους έχει γνωρίσει και μου απάντησε << Φυσικά , και τους δύο!>> Μαγεμένος από την αφήγηση που πυροδότησε μια σειρά από μαγικές εικόνες στο μυαλό μου έσπευσα να τον ρωτήσω ποιος λύκος νικάει στο τέλος και μου απάντησε << Αυτός που ταΐζεις περισσότερο, παιδί μου>> .  Τον κοίταξα τότε , ίσα που ξεχώριζε μέσα από τα άσπρα γένια και τα μαλλιά. Ο μόνος λόγος που το θυμάμαι πάντα είναι γιατί κοιτώντας στα γαλανά ήρεμα μάτια του παραμυθά μου , είπα << Παππού ο άσπρος λύκος πρέπει να είναι πολύυυ όμορφος.>> ..."









~ Υ.Γ.  Για το κείμενο αυτό εμπνεύστηκα από αυτή την εικόνα , επομένως η αλληγορία με τους λύκους δεν είναι εντελώς δική μου , ωστόσο τη στόλισα και τη μετέτρεψα σε κάτι πιο ζωντανό ~ 

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Το πιο φαντασμαγορικό δηλητήριο

       
   Φαντασoυ ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εσύ μέσα ,  γυμνος σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανεσαι, όρθιοι , χαμογελαστός χορευτής. Δίπλα σου το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης...


     Ένα από τα χιλιάδες αξιοπερίεργα του όντος που αποκαλούμε ως σήμερα άνθρωπο , είναι η ιδιότητα του να συνδυάζει ανάγκες και χαρακτηριστικά από άλλα είδη και οργανισμούς και να τα κάνει δικά του. Κάτι σαν χαμαιλέοντας θα μπορούσε να πει κανείς με μια μικρή επιφύλαξη , αλλά σε μια πολύ πιο εξελιγμένη μορφή βέβαια. Όπως ένα κολάζ με ρεαλιστικές διαστάσεις. Σαν να λέμε ότι , όταν ο Bell ανακάλυψε το τηλέφωνο το 1903 (και όλοι πάνω κάτω έχουμε μια εικόνα πώς έμοιαζε αυτή η πρωτοποριακή τότε συσκευή) σίγουρα ο άνθρωπος δεν είχε φανταστεί ότι εκατό τόσα χρόνια μετά ο απόγονος του θα ήταν το iphone . Παρένθεση, δε θέλω να ξέρω πώς θα τηλεφωνεί ο κόσμος σε 100 χρόνια (αν τηλεφωνεί ή δεν διακτινίζεται δηλαδή.) Αλλά για την τεχνολογία ας αφιερώσουμε άλλη ανάρτηση.
           Τα ανθρώπινα όντα λοιπόν κατά ένα μαγικό τρόπο ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα γιατί μπορούν να είναι όλα τα υπόλοιπα μαζί.  O άνθρωπος είναι λουλούδι  , από το πιο συνηθισμένο, από χιλιάδες δεσμίδες μαργαρίτες , ως τις πιο σπάνιες ορχιδέες. Είναι όμως όπως κι αυτά , έχει χρώματα , έχει μυρωδιά, έχει ανάγκη από ήλιο. Γονείς να το κρατούν μακριά από τα ζιζάνια να μεγαλώσει, φίλους να του αλλάξουν το χώμα και να το κρατούν γερό, κάποιον ξεχωριστό να τον φροντίζει ποτίζοντας τον συναισθηματα . Κι έτσι ανθίζει.  Και τα πιο επιφυλακτικά ακόμα , τα κακτάκια, ανθίζουν κι αυτά. Στα άνθη φυσικά σταματάει η πιο ευγενική φύση του. 
         Εμείς οι άνθρωποι είμαστε τα πιο περίπλοκα ζώο πάνω στον πλανήτη και τα πιο απρόβλεπτα κι αυτό γιατί αφενός μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε οτιδήποτε ανάλογα με τις συνθήκες, αφετέρου γιατί ξεχωρίζουμε για την ταχύτητα με την οποία μεταπηδούμε από το ένα στο άλλο (!) . Είμαστε περήφανοι όπως τα λιοντάρια , αμυντικοί βγάζοντας τα νύχια μας σαν τις γάτες για να προστατέψουμε τους αγαπημένους μας,  ξεροκέφαλοι και πεισματάρηδες όπως τα γαιδούρια , επιθετικοί σαν φίδια όταν μας πιάνει το ένστικτο της επιβίωσης στη σύγχρονη ζούγκλα που ζούμε...Αυτά μας έκαναν πολεμιστές.  Καλά , είμαστε ακριβώς τα "θηρία" που περιέγραψε ο Αριστοτέλης , αλλά αν ήταν μονάχα αυτό θα φαινόμουν πολύ αχάριστη κι το λιγότερο, απληροφόρητη για αυτή την ανάρτηση. Εξάλλου , ας μην ξεχνάμε τη φιλοσοφική ματιά που τείνει να εμφανίζεται σαν αστερίσκος σε αυτή την κριτική ματιά.        
           Με τις ιδιότητες του θεριού καταφέραμε να κρατήσουμε αυτό τον κόσμο , μα σάμπως δεν ήταν άλλα πράματα που μας ώθησαν να τον εξελίξουμε και να αναδείξουμε την ομορφιά του; Γιατί το λογικό μας και η ανάγκη μας να στολίσουμε τη ψυχή και τα κρυφά λαγοκοιμισμένα κομμάτια του παρελθόντος δεν μας έσπρωξαν να γίνουμε μουσικοί ,να τραγουδάμε, να παίζουμε ανέμελα, να ζωγραφίζουμε , να γινόμαστε αθάνατοι μέσα από τις πράξεις μας; 
        Λένε πως οι άνθρωποι είναι ελεύθερα πνεύματα . Και το πιστεύω . Μα οι περισσότεροι πιστεύουν σε μια ελευθερία όπως αυτή των πουλιών ή των αλόγων  , μα κάνουν λάθος . Είμαστε φτιαγμένοι για να 'μαστε ελεύθεροι με το δικό μας τρόπο , έναν τρόπο που ίσως σήμερα να μην προσφέρεται ,  και την στιγμή που νιώθουμε τη μέγιστη ελευθερία είναι η στιγμή της απόλυτης ανελευθερίας. Φανταστείτε ένα μεγάλο , άνετο , χρυσό κλουβί (το γνωστό) χωρίς δεσμοφύλακες απέξω. Εμείς μέσα γυμνοί σαν τους πρωτόπλαστους χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όρθιοι , χαμογελαστοί χορευτές. Δίπλα μας το κλειδί , απέναντι ο καθρέφτης. Μέσα του αντικατοπτρίζεται η λέξη "ευτυχία" και τριγυρνάνε ένα σωρό άλλα πρόσωπα που υπήρξαμε , είμαστε , θα θέλαμε να είμαστε και δεν υπήρξαμε ποτέ σαν φαντάσματα που έχουν στοιχειώσει το γυαλί.Και υπάρχει ένα κομμάτι της ιστορίας που πάντα μας μπερδεύει: η επιλογή. 
          Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έλεγε τότε στις παράξενες εποχές του "πόσο ελεύθεροι να επιλέγουμε είμαστε;" Βέβαια κρατώ επιφύλαξη γιατί μιλάμε για τον ίδιο που είπε πως η κόλαση είναι οι άλλοι. Κι αν δεχτούμε ότι είμαστε ,που είναι το πιθανότερο, εμένα με φοβίζει , γιατί και η ελευθερία και η αθανασία δυνατότητες είναι εξίσου . 
        Κι όπως λέει η σύγχρονη μας Βαμβουνάκη στο "Παλιάτσος και η Άνιμα",και θα θελα να μεταφέρω ακριβώς τα λόγια της " κι αν είναι η δυνατότητα ελευθερία, οι δικαιολογίες που μας νανουρίζουν τη συνείδηση, που μας καθησυχάζουν πως για τις δυστυχίες μας δε φταίμε, που μας επιτρέπουν να κατηγορούμε αδιαλείπτως τους άλλους , την κοινωνία , τη μοίρα μας, τους γονείς μας, το εκπαιδευτικό σύστημα, τους παπάδες ή την κυβέρνηση της χώρας, εξανεμίζονται, ρούχα χάρτινα, και μας αφήνουν γυμνούς σαν φταίχτες που τους τσάκωσαν στον ύπνο."
           Γιατί το πραγματικό μας πρόσωπο , η ταυτότητα μας , όλα παίζονται στο τι θα δεις μέσα σε κείνο τον καθρέφτη. H έλξη προς αυτόν είναι ο πραγματικός μας πειρασμός ,αλλά και το  εξαρτησιογόνο μας δηλητήριο. Και η πραγματική πρόκληση είναι να καταφέρουμε να διαβάσουμε καθαρά την ανεστραμμένη λέξη μέσα σε αυτόν. 

    Υ.Γ.  Ίσως για παλαιότερους αναγνώστες , η ανάρτηση να θυμιζει λίγο τις "αντιθέσεις" . Λιγάκι όμως αφού επικεντρώνεται αλλού. Μα δεν πειράζει να υπάρχουν επαναλήψεις. Μου αρέσουν οι επαναλήψεις γιατί δείχνουν ότι δημιουργούμε μαζί μια βάση που ενστερνιζόμαστε και κάνουμε κομμάτι μας κι αυτό λειτουργεί σαν βάση για να πηγαίνουμε παρακάτω.







      

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το παράδοξο του κατα φαντασίαν ασθενή

      Κάπως έτσι , που λες. Γίνομαι άλλη όταν ονειρεύομαι και άλλη αν ενεργώ. Ίσως δεν είσαι εσύ αυτός που χρειάζομαι,μα , τελικά , μόνο το φάντασμά σου. Δεν είναι πολύ κολακευτικό , μα φαντάσου τον εαυτό σου σαν ένα μηχάνημα υποστήριξης , όπως εκείνα που που κρατούν στοιχειωδώς τον ασθενή στη ζωή. Ο καθρέφτης είναι το νοσοκομείο μου και τα όνειρα μου το μαξιλάρι στο κρεβάτι μου. Όχι όχι μη νομίζεις , δεν είναι όλα άσπρα, έχω σχέδια στα σεντόνια μου και αυτοκόλλητα στους τοίχους αλλιώς θα αρρώσταινα . Και δίπλα μου , κάνεις θόρυβο. 
        Δίπλα στο κομοδίνο ο προηγούμενος ξέχασε να πάρει τα λουλούδια του. Δεν πειράζει όμως , γιατί σε μένα έχουν χρόνια να φέρουν , κι αυτά όλα , τα κοιτώ ακόμη κι αν δεν μπορώ να τα μυρίσω , μονάχα θυμάμαι πώς είναι. Για αυτό μάλλον είναι που χρειάζομαι κάποιον /κάτι σαν κι "εσένα" . Είσαι κι εσύ σαν ένα βάζο με λουλούδια -τα αγαπημένα μου ; θα ρωτήσεις, δε θυμάμαι- πάντως σίγουρα σε άφησα σε κάποιο άλλο δωμάτιο. 
       Ο θόρυβος από το κρύο μηχάνημα ακούγεται πιο έντονα όταν γέρνω το κεφάλι στο μαξιλάρι και προσπαθώ να κοιμηθώ. Κι όντως κάνεις πολύ καλή δουλειά γιατί μέχρι να ξυπνήσω νομίζω πως όντως κοιμάμαι. Μα σε βλέπω σαν σκιά κι εγώ πρέπει κάπως μέσα απο αυτή τη σκιά να διαβάσω πως κάπου , κάποτε , κάπως , κάτι είχα κι εγώ νιώσει. Συν , ότι έχω τη δυνατότητα να διατηρήσω υποθηκευμένη την ανάμνηση , αυτό το σκονισμένο κομμάτι , έστω φυλακισμένο, έστω παραλλαγμένο για να ταιριάζει με τα χρώματα του δωματίου μου. Να θυμάμαι πως κάπου, κάποτε, κάπως , κάτι είχα νιώσει.
       Μου'χουν πει πως καμιά φορά ματώνουμε μόνο και μόνο για να νιώσουμε πως είμαστε ζωντανοί. Είμαστε; Δεν υπολόγισα τότε σωστά την ποσότητα του αίματος μα είμαι; Γι αυτό σου λέω, είσαι εκεί σαν ιδιάζουσα παρουσία και ταυτόχρονα μια πιο ιδιάζουσα απουσία , ένα παράδοξο που μου λέει ότι κάποτε η ανάσα μου ήταν πιο ζεστή , σχεδόν διφυής, ότι υπήρξε χειμώνας που τα χέρια μου δεν ήταν ποτέ παγωμένα, ότι η άνοιξη δεν ήταν "απλά όμορφη" κι ότι η γη τη νύχτα ήταν σαν λούνα παρκ. 
       Κρατώ γερά , γιατί αλλιώς ο κόσμος μου είναι μικρός και γέρνει. Κι αν δεν γράψω σήμερα, ξέρω δε θα ξαναγράψω ποτέ ξανά.  Το "ποτέ πια" που είπε το Κοράκι *