I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Ληθομνήμες

Να είσαι ποιος;
Να είσαι τι;
Για μένα μόνο
Άσε τους άλλους
Για μένα μόνο
Τι;
Το χθες είναι εδώ
 τραγουδά μαζί μου
Το τραγούδι που λες
 Και λες
Και ξαναλές
Και θα το πεις κι αύριο
ακόμα
Στην γιορτή μου
Χορεύουμε;
Λίγο από μένα και λίγο από σένα
Θέλει ο χορός
Ή λίγο από μένα σε σένα
Και λίγα βήματα
Δικά μου
Προς τα σένα
Γιατί
Πατώ το φόρεμα
και χάνω τα βήματα
 ‘Υφασμα καψαλισμένο
Χέρια με ζάρες
Και πρόσωπο χλωμό
Κι ας είχα πει
Να μη σκορπάς τα κάρβουνα
Πονώ όταν πατώ ξυπόλυτη
Πονώ.
Κι όταν πονώ
Αφήνεις το χέρι μου.
Κοίτα, κοίτα
 πώς ακροβατώ
Μετέωρη χορεύω
 ξανά
Χωρίς σταματημό
Έχω ίσκιο παρτενέρ
που δεν μιλά
Κι εσύ που λες πως ξέρεις
Από Μυστήρια τούτα
Απάντησε μου
Όπως μπορείς
Την ισορροπία
στο κενό
Πώς την κρατάνε;
Κι αν χωράει η
Ζωή μου
σε μια κούτα
Κι εγώ μένω
Εκτός;
Ποιος  θα’σαι ;
Τι θα’σαι;
Τότε τι;
Για μένα μόνο
Άσε τους άλλους
Μόνο για μένα
Κι η παγίδα;
που εγώ θα θυμάμαι τα πάντα
για πάντα
 τίποτε
δε θα ξεχνώ
και κάθε που θα βρέχει
σαν τώρα
θα ξενυχτώ
και θα γρατζουνάει
σαν άγριο ζώο
η γνώση
που δε θα πεις ποτέ
«νύχτες σαν αυτές
Δεν κοιμήθηκες
Ποτέ.»
Κλεμμένη;
Χαρισμένη,
Μ’αγάπη.
Dancing with Shadow by DanGan (source: Deviant Art)



Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Ο Σοπεν(αουερ) Ονειρεύεται



Two Brothers by Ernst Ludwig Kirchner
Όταν μπήκαν στο ιερό, ήξεραν ότι τα ονόματα τους θα ήταν τα εξιτήρια τους. Ο πρώτος αδελφός σαν από ένστικτο αγόρασε έναν «Αρτούρ», και ο δεύτερος που είχε πανομοιότυπα δάχτυλα με του Σοπέν, πήρε τον τελευταίο.  
Ο Σοπέν θα έχτιζε μια σκάλα από μουσική, να κοιμάται τις νύχτες δίπλα στο Φεγγάρι. Ο Αρτούρ, θα τρύπαγε τη γη με λέξεις όσο πιο βαθιά μπορούσε. Έτσι, οι δρόμοι των αδερφών χώρισαν, αλλά με τη σκάλα του ενός και λίγη τύχη, σύντομα θα αντάμωναν. Μόλις ο Αρτούρ άγγιξε τον πυρήνα της γης, άρχισε να ουρλιάζει έντρομος, καθώς τον τύλιγαν οι φλόγες. Και θα τον είχε ακούσει ο υπνωτισμένος από τη μουσική του σύμπαντος Σοπέν, αν δεν σφύριζε ξέγνοιαστος -και μόνος -το «ανοιξιάτικο βαλς».




- flash story , για τον διαγωνισμό του "120 λέξεις"

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Από Χαρτί



Όταν τα λόγια σου είναι από αέρα
Αέρας  γίνεσαι κι εσύ.
Έτσι μεταμορφώνεσαι μέσα μου:
Άχρωμος όμως,
Άοσμος, Άυλος…
Αδύναμος όμως ποτέ.
Παρελαύνεις περήφανα μέσα μου μ’αέρα νικητή
κι επιθεωρείς τον χώρο.
Τι χαζή κι εγώ που νόμισα
πως ήρθες να κάνεις τα φύλλα να χορέψουν για λίγο!
Μη με παρεξηγείς,
ήθελα μόνο
να φύγει για λίγο η σιωπή που φοβάμαι.

Όμως εσύ είσαι αέρας πάντα
και τα πάντα θα παίρνεις
στις χούφτες παραμάζωμα και θα φεύγεις σαν κύριος .
Τώρα μ’αφήνεις με δυο σιωπές να παλέψω – χωρίς εσένα
Εσύ και τα λόγια σου, άψυχοι κι ασπρόμαυροι χαρταετοί
κι εγώ βλέπω τις σκιές τους στον τοίχο.
Μόνη εδώ  - βλέπεις
Χωρίς εσένα.
Φύλλο δεν κουνιέται.
Χωρίς εσένα.
Και σαν τι άλλο να φοβηθώ δηλαδή;
Έγινα εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Τώρα είμαι εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Κι εγώ πια δε φοβάμαι… - χωρίς εσένα
Νομίζω.





Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Το δίλημμα του Συλλέκτη

Photo by Alex Howitt 
Είχα κάποτε μια σπάνια συλλογή
γεμάτη μ'όμορφα συναισθήματα
για σένα.
Ήταν όλα τους διαλεγμένα κι εκλεκτά
με προσοχή και τρυφερότητα στημένα.
Είχαν κι ένα φως χαϊδεμένο νεογέννητου
- τι λαμπρό που ήταν!-
τις νύχτες για να τα σκεπάζει.
Καταλαβαίνεις,λοιπόν, γιατί τα πρόσεχα τόσο.
Είχα τόσα όμορφα συναισθήματα
και δεν ήθελα να τα σκοτώσω.
Δεν συνήθισε, βλέπεις, το χέρι μου ακόμη
την κρύα λαβή του μαχαιριού.
Άλλος,συνήθως, το κρατά
και το μαχαίρι, και το ψαλίδι, και το πιστόλι.
Εγώ βλέπω από μια μεριά μονάχα
κι αν δεν σηκώνουν τη μαρτυρία τα βλέφαρά μου
βγαίνω από το δωμάτιο μέχρι να τελειώσει.
Έτσι τώρα για πρώτη φορά
δεν είχα ιδέα τι να κάνω,
είχα μπροστά μου μια συλλογή από αισθήματα
για σένα
και δε μπορούσα να τα σκοτώσω.
Γι'αυτό τ'άφησα για λίγο στο κρεβάτι
ήσυχα να κοιμηθούν μέχρι το πρωινό
που θα ξυπνήσω έτοιμη και θαρραλέα.
(Δεν τα νανούρισα, να ξέρεις, ούτε μ'ένα τραγουδάκι
γιατί φοβάμαι η μελωδία - η παραμικρή - κακομαθαίνει)
Μπήκα μονάχα μια φορά στον πειρασμό
να σου δείξω πόσο ανυποψίαστα
κοιμόντουσαν το ένα πάνω στ'άλλο!
Τριγύρναγα τότε, που λες, στο σπίτι για μέρες
δίχως να μιλώ, να τρώω, ή να κοιμάμαι,
ανοίγοντας ντουλάπες, σοφίτες, συρτάρια
μήπως βρω κάπου να τα κρύψω,
μήπως τα γλιτώσω!

Είχα τόσο όμορφα συναισθήματα
και δε μου πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσω...

Ήρθες μια φορά και τα'δες
σαν ν'άκουσα πως σχολίασες κάτι,
μα σκέπασα τα λόγια σου από φόβο
μη μου τα ταράξεις και ξυπνήσουν
-κι αν εξεγερθούν;-
δυσκολεύτηκα τόσο να τα σιγήσω.
Άλλωστε, σ'έφερα μόνο για να δεις
πώς κοιμούνται το'να στ'άλλο.
Είπες τότε πως θα'φευγες κι έμεινες κρυφά
χωρίς ακόμη να γνωρίζω το σκοπό σου.
Κούρνιασα δίπλα τους εκείνο το βράδυ
κι εσύ σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι
πήρες αθόρυβα και μυστικά αγκαλιά το μαξιλάρι
και με τα δυο σου πολύτιμα, πορσελάνινα χέρια
όλη νύχτα τα έπνιγες
Ένα
προς
ένα.
Η απουσία της ανάσας τους με ξύπνησε,
όταν σε βρήκα να θαυμάζεις το έργο σου.
Ήταν όλα τους εκεί, τα μέτρησα:
Κουφάρια παρόντα, βουβά, ξεψυχισμένα.
Προτού το καταλάβω είχες εξαφανιστεί
κι έμεινα μόνη μου εγώ
-μάταια πια-
να μ΄αναζητώ στα πεθαμένα.