I do not own any of the images used below. All the rights belong to their respective owners .

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Εγρήγορση


The Kiss, 1922, Man Ray



Άλλη είμαι όταν ονειρεύομαι,
και άλλη αν ενεργώ.
Δεν σε χρειάζομαι
όμως
Σε θέλω.

Φύγε.
Άσε μου εδώ,
τη σκιά σου μονάχα
Αν έχεις
Την ευγενή καλοσύνη.
Κοίτα,

παραείναι οι τοίχοι
λευκοί και θέλω
να τη βλέπω στο φως,
να μη νιώθω
Άρρωστη.

Χρειάζομαι να γίνεις για λίγο
ένα μηχάνημα υποστήριξης
ογκώδες, κρύο, θορυβώδες…
Να μην κοιμάμαι πια
Τόσο.

Στο διπλανό δωμάτιο
 κάποιος άλλος
ξέχασε να πάρει
Τα λουλούδια του.
Σε θέλω,

να γίνεις ένα ξεχασμένο
βάζο για λουλούδια
εντός μου.
Τ’αγαπημένα μου;
Αδιαφορώ.

Ματώνουμε, είπες, για να νιώθουμε
πιο ζωντανοί ακόμα,
Σε θέλω για να ματώνω
ευκολότερα απ’οσο
Ξεχνώ.

Για να ανασαίνεις πολεμώντας 
τις ανάσες μου.
Να είναι έτσι διφυείς,
να μη διαφέρω από σένα
Άλλο.







Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Για το Κόκκινο Χρώμα

Μπλε - Λευκό - Κόκκινο.
Κυρίως Κόκκινο.
Τόσο πολύ Κόκκινο,σαν αυτό
που χύνεται σε ένα άλλο μπλε εδώ δίπλα μας,
αλλά φαίνεται το ξεπλένει καλά η θάλασσα
 και στη μνήμη εύκολα ξεβάφει.
Κι άλλη μια συλλογή από κόκκινα που χάνονται καθημερινά,
 αφού δεν φτάνουν ως εδώ,
αφού δεν λερώνουν τα δικά μας τα ρούχα.
Κόκκινο που θαρρείς έπρεπε να σκεπάσει
 ολόκληρη - τυχαία;- σημαία
για να δώσουμε λίγη σημασία.



Δεν θέλω να βάψω το πρόσωπό μου με κανένα χρώμα.
Περιττά και φορτικά υλικά
 μπροστά στην ανάγκη και την ανικανότητα του κόσμου
να γίνει αν όχι λευκότερος, τουλάχιστον πιο καθαρός.
Ούτε να προσευχηθώ έχει νόημα.
 Με τόση σπουδή στο κόκκινο,
 το "από άνθρωπο σε άνθρωπο" φτάνει,
 χωρίς να χρειάζεται καμία πίστη
καμιά θρησκεία, κανένας θεός.


Θέλω όμως να θυμάμαι να νιώθω.
Να νιώθω, κάθε φορά που θυμάμαι
και να μη σταματήσω να νιώθω όσες φορές κι αν χρειαστεί να
θυμηθώ.
Μόνον έτσι θα μιλήσω με το κόκκινο.













Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

Stay,Awake

Asleep inside as every dawn
Hidding seems the only way to be
until your voice unravels,
and wakes me up seeking me,
through dreams within my dreams:

"Oh, come out, lover,don't you know,
 It's so beautiful out here..."

Stay right where you are, I say
I only love you when you're pure.
Don't mind the cracks and the lies
I keep the memories inside,
our whispers safe and out of sight.

I feel you closer when you're silent
There's no need to force a sound.
Knocks won't work on us my love,
we'll end up dirty and blind and bound.

Don't you know, lover,
It's much more beautiful out there,
There's so much light for you to play
don't mind the shadows around me
they only hurt you when I walk away.

Let me sleep a little longer
Find me in someone else's past.
Slip your fingers on me, lover
Touch mine all you want,
I forgive you everytime you sing:

 "Don't you know,
 It's so beautiful out here
 It's so beautiful out here
 It's so beautiful out here
 It's so beautiful out here
 So beautiful out here..."


"Sleeping with ghosts" by Gironimo (Source: DeviantArt)










Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Ληθομνήμες

Να είσαι ποιος;
Να είσαι τι;
Για μένα μόνο
Άσε τους άλλους
Για μένα μόνο
Τι;
Το χθες είναι εδώ
 τραγουδά μαζί μου
Το τραγούδι που λες
 Και λες
Και ξαναλές
Και θα το πεις κι αύριο
ακόμα
Στην γιορτή μου
Χορεύουμε;
Λίγο από μένα και λίγο από σένα
Θέλει ο χορός
Ή λίγο από μένα σε σένα
Και λίγα βήματα
Δικά μου
Προς τα σένα
Γιατί
Πατώ το φόρεμα
και χάνω τα βήματα
 ‘Υφασμα καψαλισμένο
Χέρια με ζάρες
Και πρόσωπο χλωμό
Κι ας είχα πει
Να μη σκορπάς τα κάρβουνα
Πονώ όταν πατώ ξυπόλυτη
Πονώ.
Κι όταν πονώ
Αφήνεις το χέρι μου.
Κοίτα, κοίτα
 πώς ακροβατώ
Μετέωρη χορεύω
 ξανά
Χωρίς σταματημό
Έχω ίσκιο παρτενέρ
που δεν μιλά
Κι εσύ που λες πως ξέρεις
Από Μυστήρια τούτα
Απάντησε μου
Όπως μπορείς
Την ισορροπία
στο κενό
Πώς την κρατάνε;
Κι αν χωράει η
Ζωή μου
σε μια κούτα
Κι εγώ μένω
Εκτός;
Ποιος  θα’σαι ;
Τι θα’σαι;
Τότε τι;
Για μένα μόνο
Άσε τους άλλους
Μόνο για μένα
Κι η παγίδα;
που εγώ θα θυμάμαι τα πάντα
για πάντα
 τίποτε
δε θα ξεχνώ
και κάθε που θα βρέχει
σαν τώρα
θα ξενυχτώ
και θα γρατζουνάει
σαν άγριο ζώο
η γνώση
που δε θα πεις ποτέ
«νύχτες σαν αυτές
Δεν κοιμήθηκες
Ποτέ.»
Κλεμμένη;
Χαρισμένη,
Μ’αγάπη.
Dancing with Shadow by DanGan (source: Deviant Art)



Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Ο Σοπεν(αουερ) Ονειρεύεται



Two Brothers by Ernst Ludwig Kirchner
Όταν μπήκαν στο ιερό, ήξεραν ότι τα ονόματα τους θα ήταν τα εξιτήρια τους. Ο πρώτος αδελφός σαν από ένστικτο αγόρασε έναν «Αρτούρ», και ο δεύτερος που είχε πανομοιότυπα δάχτυλα με του Σοπέν, πήρε τον τελευταίο.  
Ο Σοπέν θα έχτιζε μια σκάλα από μουσική, να κοιμάται τις νύχτες δίπλα στο Φεγγάρι. Ο Αρτούρ, θα τρύπαγε τη γη με λέξεις όσο πιο βαθιά μπορούσε. Έτσι, οι δρόμοι των αδερφών χώρισαν, αλλά με τη σκάλα του ενός και λίγη τύχη, σύντομα θα αντάμωναν. Μόλις ο Αρτούρ άγγιξε τον πυρήνα της γης, άρχισε να ουρλιάζει έντρομος, καθώς τον τύλιγαν οι φλόγες. Και θα τον είχε ακούσει ο υπνωτισμένος από τη μουσική του σύμπαντος Σοπέν, αν δεν σφύριζε ξέγνοιαστος -και μόνος -το «ανοιξιάτικο βαλς».




- flash story , για τον διαγωνισμό του "120 λέξεις"

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Από Χαρτί



Όταν τα λόγια σου είναι από αέρα
Αέρας  γίνεσαι κι εσύ.
Έτσι μεταμορφώνεσαι μέσα μου:
Άχρωμος όμως,
Άοσμος, Άυλος…
Αδύναμος όμως ποτέ.
Παρελαύνεις περήφανα μέσα μου μ’αέρα νικητή
κι επιθεωρείς τον χώρο.
Τι χαζή κι εγώ που νόμισα
πως ήρθες να κάνεις τα φύλλα να χορέψουν για λίγο!
Μη με παρεξηγείς,
ήθελα μόνο
να φύγει για λίγο η σιωπή που φοβάμαι.

Όμως εσύ είσαι αέρας πάντα
και τα πάντα θα παίρνεις
στις χούφτες παραμάζωμα και θα φεύγεις σαν κύριος .
Τώρα μ’αφήνεις με δυο σιωπές να παλέψω – χωρίς εσένα
Εσύ και τα λόγια σου, άψυχοι κι ασπρόμαυροι χαρταετοί
κι εγώ βλέπω τις σκιές τους στον τοίχο.
Μόνη εδώ  - βλέπεις
Χωρίς εσένα.
Φύλλο δεν κουνιέται.
Χωρίς εσένα.
Και σαν τι άλλο να φοβηθώ δηλαδή;
Έγινα εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Τώρα είμαι εγώ οι σιωπές – χωρίς εσένα
Κι εγώ πια δε φοβάμαι… - χωρίς εσένα
Νομίζω.





Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Το δίλημμα του Συλλέκτη

Photo by Alex Howitt 
Είχα κάποτε μια σπάνια συλλογή
γεμάτη μ'όμορφα συναισθήματα
για σένα.
Ήταν όλα τους διαλεγμένα κι εκλεκτά
με προσοχή και τρυφερότητα στημένα.
Είχαν κι ένα φως χαϊδεμένο νεογέννητου
- τι λαμπρό που ήταν!-
τις νύχτες για να τα σκεπάζει.
Καταλαβαίνεις,λοιπόν, γιατί τα πρόσεχα τόσο.
Είχα τόσα όμορφα συναισθήματα
και δεν ήθελα να τα σκοτώσω.
Δεν συνήθισε, βλέπεις, το χέρι μου ακόμη
την κρύα λαβή του μαχαιριού.
Άλλος,συνήθως, το κρατά
και το μαχαίρι, και το ψαλίδι, και το πιστόλι.
Εγώ βλέπω από μια μεριά μονάχα
κι αν δεν σηκώνουν τη μαρτυρία τα βλέφαρά μου
βγαίνω από το δωμάτιο μέχρι να τελειώσει.
Έτσι τώρα για πρώτη φορά
δεν είχα ιδέα τι να κάνω,
είχα μπροστά μου μια συλλογή από αισθήματα
για σένα
και δε μπορούσα να τα σκοτώσω.
Γι'αυτό τ'άφησα για λίγο στο κρεβάτι
ήσυχα να κοιμηθούν μέχρι το πρωινό
που θα ξυπνήσω έτοιμη και θαρραλέα.
(Δεν τα νανούρισα, να ξέρεις, ούτε μ'ένα τραγουδάκι
γιατί φοβάμαι η μελωδία - η παραμικρή - κακομαθαίνει)
Μπήκα μονάχα μια φορά στον πειρασμό
να σου δείξω πόσο ανυποψίαστα
κοιμόντουσαν το ένα πάνω στ'άλλο!
Τριγύρναγα τότε, που λες, στο σπίτι για μέρες
δίχως να μιλώ, να τρώω, ή να κοιμάμαι,
ανοίγοντας ντουλάπες, σοφίτες, συρτάρια
μήπως βρω κάπου να τα κρύψω,
μήπως τα γλιτώσω!

Είχα τόσο όμορφα συναισθήματα
και δε μου πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσω...

Ήρθες μια φορά και τα'δες
σαν ν'άκουσα πως σχολίασες κάτι,
μα σκέπασα τα λόγια σου από φόβο
μη μου τα ταράξεις και ξυπνήσουν
-κι αν εξεγερθούν;-
δυσκολεύτηκα τόσο να τα σιγήσω.
Άλλωστε, σ'έφερα μόνο για να δεις
πώς κοιμούνται το'να στ'άλλο.
Είπες τότε πως θα'φευγες κι έμεινες κρυφά
χωρίς ακόμη να γνωρίζω το σκοπό σου.
Κούρνιασα δίπλα τους εκείνο το βράδυ
κι εσύ σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι
πήρες αθόρυβα και μυστικά αγκαλιά το μαξιλάρι
και με τα δυο σου πολύτιμα, πορσελάνινα χέρια
όλη νύχτα τα έπνιγες
Ένα
προς
ένα.
Η απουσία της ανάσας τους με ξύπνησε,
όταν σε βρήκα να θαυμάζεις το έργο σου.
Ήταν όλα τους εκεί, τα μέτρησα:
Κουφάρια παρόντα, βουβά, ξεψυχισμένα.
Προτού το καταλάβω είχες εξαφανιστεί
κι έμεινα μόνη μου εγώ
-μάταια πια-
να μ΄αναζητώ στα πεθαμένα.


Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Το Μυστικό που ταξιδεύει με τη Φωτιά



Fire Angel by Shannon Grissom
   Μια φορά σαν σ'όνειρο έναν άγγελο θωρούσα,
   δίχως φτερά - γι' αυτά να ψάχνει -
   σκυφτός, στο Ποτάμι των Δακρύων.

   (Ποιος σου πήρε τα φτερά )

   Τα γαλανά του μάτια θαύμασα - ;ή μαύρα;
   και τα χρυσόπλεχτα μαλλιά του - φορές πολλές
   "Μα κοίτα πιο καλά" τον άκουσα να κλαίει:

   "Κοίτα τα χέρια και τα πόδια μου
    τις πλάτες και τους ώμους κοίτα!
    Μελανά είναι όλα κι όλα μελιχρά - πώς αστράφτουν που'σαι δω!

   (Πώς αστράφτουν που΄μαι εδώ)




   Είναι αλήθεια όσα βλέπεις
   κι αν δεν βλέπεις πάλι αλήθεια είναι - δεν με πιστεύεις;
   Το γράφει ολοκάθαρα επάνω στα Νερά,


   πως εγώ είμαι Εσύ κι εσύ είσαι Εγώ,
   κι αν είναι αδύνατο να ξαναγενείς μόνον εσύ
  - Αλίμονο! πώς εγώ να υπάρξω όπως πρώτα;

  (Πώς να υπάρξω όπως πρώτα )

  Αβάσταχτο μυστικό να κουβαλάει το ποτάμι.
  Τι, δεν με πιστεύεις; Το λεν και τα φτερά σου"
  Κι είχα πράγματι ν'ακολουθούν δυο φτερά από Φωτιά.

  (Τώρα μαρτυράνε δυο φτερά από φωτιά)

 "Αντίο τώρα" μου ψιθύρισε πριν πέσει στο νερό
 και από μέσα ελευθερώνοντας την τελευταία του ανάσα,
 Μ'αφησε να τυλίγομαι παντοτινά στις φλόγες.

(Μ'άφησε για πάντα να τυλίγομαι στις φλόγες )






   

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Πάνω στην Κούνια

Έχει αδειάσει ο τόπος από αγάπη
κι έχουμε μείνει μόνο εμείς οι δύο.
Τα φώτα τώρα σβήνουν προτού ξημερώσει ,
κι εγώ θέλω να γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου.

Το ίδιο κοράκι με χθες κοιμήθηκε στην πόρτα μας.
Μπήκαν κλέφτες τις προάλλες και τα πήραν όλα,
αλλά κρατήσαμε την κούνια στον κήπο.
Σε παρακαλώ, άσε με ν'ακουμπήσω για λίγο στον ώμο σου.

Έξω ο κόσμος ουρλιάζει,
διασκορπίζεται σφαίρα τη σφαίρα ,
θόρυβοι που πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον,
κι όλη η σιωπή λες και μαζεύτηκε πάνω στον ώμο σου.

Μυρίζει κόκκινη καμένη γη ,
κι ο ουρανός στάζει το τελευταίο του χρώμα.
Το χώμα νοτισμένο στο θειάφι,
κι εγώ δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.

Θυμάσαι τα ηλιοβασιλέματα που σου έδειχνα;
Τώρα ο ήλιος δεν ξυπνά για κανέναν.
Το φεγγάρι μας έμεινε μισό,
καθάρια με κοιτά που ακουμπώ στον ώμο σου και με ζηλεύει.


Τι να'ναι τ'όνειρο και τι η πραγματικότητα;
Έχει πάρει το πάνω χέρι η αταξία.
"Τ'όνειρο" , σ'ακούω να λες, " είναι εδώ ακουμπισμένο" 
Μα εμένα για μόνη πραγματικότητα μου φαίνεται...

Δε θέλω ν'αφήσω τον ώμο σου ακόμα.


(photo: two lovers, by biffno)



Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Χειρόγραφο: Ένας Κόσμος από Παράθυρα


  Ένας ολόκληρος κόσμος η ψυχή, Ψυχή μου.
  Για Δύο,
  για Έναν,
  για Κανένα.
  Χαοτικός.
  Αρχιτεκτονικά μπλεγμένος,
  όλος παράθυρα.

  'Αλλα με σφραγισμένα πατζούρια
    -βουβά-
   Κάποιος από μέσα μας έχει κλειδώσει.
   Στάσου, να σταθώ,
   πιότερο μαζί μένουμε
   ή είμαστε χώρια;
   Χτύπα, σου λένε , όσες φορές.

   Άλλα το σκάνε απ'το παρόν με χαραμάδες ηλιοτρόπια,
   μέσα από τα φύλλα ,
   τον Χρόνο ,
   το Τίποτα.
   Μέσα από σένα κι από μένα.
   Φαίνεσαι, σε νιώθω.
   Να πας, σου λένε, όσες φορές.

   Άλλα τρομακτικά κι άλλα ατρόμητα
   Ερρείπια και νεόκτιστα ξανά
   ταγμένα εμπρός στο άπλετο Φως,
   κυλάς μέχρι π'αναρωτιέσαι
   "Μα πόσος χώρος υπάρχει ακόμα;"
   Χτίσε, σου λένε, όσες φορές.

   Κι εσύ στέκεις κι ονειρεύεσαι χτίζοντας μια θέα
   ή κοιμάσαι αντικριστά σε μια κουρασμένη ιδέα,
   ενώ ο αέρας φυσά και περιμένει όσο κοιτάς
   ώσπου να πέσεις.
   Όλο και πας , μα δεν πέφτεις.
   Κάτι περιμένεις όλο να αλλάξει,
   Να φανεί.
   Να το δεις.
   Να το αγγίξεις.
   Να σε σπρώξει.
   Δεν πέφτεις.

  Κοίτα , σου λένε, όσες φορές.

 Ώσπου κάποτε θα πετύχεις το σωστό.
 Μια μέρα των ημερών που θ'ανοιχτεί,
 κάποιος απέναντι θα'χει πια εμφανιστεί.
 Κοίτα καλά , μάτια μου,
 κρυφοκοιτά δειλά απ'το δικό του παραθύρι.
 Το ίδιο ακριβώς.
  Θα το αναγνωρίσεις εύκολα
  από "το μεγάλο U" ,
  από την αταξία,
  από τη ζωγραφισμένη σιωπή.
  Σε θυμάμαι.

 " Περίμενε με", όσες φορές.

  Μη γελαστείς μόνο κι εσύ
- πρόσεχε
 Για καθρέφτη πολλοί τον πέρασαν
την ώρα που έπεφταν,
-ταυτόχρονα.
 Όπως εγώ.

 Μα κάπως έτσι δε μου 'λεγες πάντα,
 πως γράφονται των τρελών
 τα Χειρόγραφα;

Printscreen from Alfred Hitchcock's Spellbound (1945) , by Salvador Dali



Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Starry Night Over Lovers

       
           Να μαι πάλι , στο ίδιο μέρος , την ίδια ώρα . Πάντα συνεπής , δεν μαθαίνω ποτέ.
 Έχει πάει εφτά και ήδη έχει σουρουπώσει αρκετά. Σε λίγο θα μείνω μόνη, με το νερό και τα φώτα. Κάθομαι όσο πιο άκρη μπορώ για να έχω την ψευδαίσθηση πως μπορώ να αιωρηθώ ανά πάσα στιγμή , ακόμη και να πέσω αν δεν μ'αντέχει απόψε η γη, και γυρίζω την πλάτη μου στον υπόλοιπο κόσμο γιατί σήμερα - τώρα- δεν με αφορά . Βρίσκομαι εδώ κι έχω φύγει - σχεδόν έχω βγάλει τις μπότες μου για να περπατήσω πάνω στα νερά. Με τη φαντασία μου πάντα. Είναι βλέπεις που μου λείπει η θάλασσα και συμβιβάζομαι με υποκατάστατα, κι ας είναι στην ακμή τους. Μόνο στην ακμή τους...
         Τα βράδια που απευθύνονται σε σένα τα'χεις ζήσει; Έφτασε ποτέ στα πόδια σου κανένα που να μην ήθελες να τελειώσει ποτέ, που το φεγγάρι φαινόταν πιο μεγάλο από την τελευταία φορά , πιο κοντά και πιο δικό σου , έτσι τοποθετημένο προσεκτικά για να το βλέπεις εσύ καλύτερα από όλους τους άλλους και σε εκλιπαρεί να το προσέξεις ; Κι έτσι εσύ να κάνεις το παραθύρι σου βιτρίνα και να θες να τρέξεις μέσα από το τζάμι , μα φοβάσαι πως αν κουνηθείς έστω και λίγα εκατοστά για να το φτάσεις , λίγο να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω του, εκείνο θα βρει ευκαιρία και θα φύγει από τη θέση του και θα ταξιδέψει σ'άλλο παραθύρι , να αφιερωθεί αλλου...Δε θα το'κανες αυτό . Δε θα το ρίσκαρες. Το θες μόνο δικό σου ., μόνο για σένα. Τόσο πολύ μοιάζουμε εμείς οι δύο και τόσο διαφέρουμε που το διεκδικώ κι εγώ όσο κι εσύ, το θέλω ολόδικο μου ,μα για να γράψω επάνω ό,τι δεν έχω κουράγιο να σου πω και ύστερα να το δέσω με μια κορδέλα στον καρπό μου μη μου φύγει και σε χάσω και το κρατώ αγκαλιά μέχρι να'ρθεις να το ζητήσεις και με όλη μου την καρδιά να σου το δώσω.
           Δεν αντιστέκομαι. 
          Άναψαν τα πρώτα φώτα.
         Σήμερα άφησα κάποιον άλλον να καθίσει στο αγαπημένο μου σημείο. Πήγα λίγο παραπέρα γιατί φυσούσε πολύ. Είναι πιο ανοιχτά εδώ , και η ανοιξιάτικη ψύχρα με κάνει να κρυώνω , και απο τη μία μετανιώνω που κάπου παράτησα πάλι το κασκόλ μου κι από την άλλη όλοι οι πόροι του λαιμού και των χεριών μου ευχαριστούν για την ανάσα που παίρνουν κάθε φορα που ο αέρας μπλέκει όλο και περισσότερο τα μαλλιά μου και φέρνει δάκρυα στα μάτια μου. Σιγοτραγουδώ την ίδια νοσταλγική μελωδία με χθες και σε μνημονεύω, καθώς τα δάχτυλα μου προσπαθούν πάνω στην κρύα πέτρα -μάταια- να μιμηθούν τα έμπειρα τα δικά σου, κι εσύ ακόμα να μου μάθεις να σφυρίζω...
         Να κι άλλο ένα φως , πιο ψηλά τώρα. 
         Μα να μην μαθαίνω ποτέ. 
         Δε μπορώ παρά να τρέφω το μυαλό μου με τη σκέψη πως ένα απο αυτά τα δωροδειλινά που φέρνει η άνοιξη , προτού ολότελα μας φύγουν, θα αφήσεις στη μέση το αγαπημένο σου κομμάτι γιατί θα ξέρεις πως είμαι εδώ, πως σε περιμένω και πως έχεις ήδη αργήσει .Δε θα χρειαστεί ούτε να γυρίσω το κεφάλι μου. Απλώς θα έρθεις και θα πλησιάσεις όσο πιο αργά και σταθερά μπορείς και θα'ναι τόσο ήσυχα που θα σε καταλάβω μόνο από την βαθιά ανάσα σου δίπλα στο πρόσωπο μου. Μπορεί και να τρομάξω στην αρχή , μα θα κάνω χώρο να καθίσεις δίπλα μου και θα κοιτάμε μαζί στο βάθος πότε τα αστέρια και πότε τα φώτα. 
"Κι εκείνος;" μαντεύω τη σκέψη σου.
- Ό,τι χωρά σε μέτρα και σταθμά δεν μπορεί να είναι έρωτας.
- Και τώρα;
- Κοίτα , ό,τι πιο κοντά σε "έναστρη νύχτα".
    Μέχρι να ανάψουν όλα και να σβήσουν ένα ένα δε θα χρειάζεται να μιλάμε. Όταν πια θα'χει χαθεί και το τελευταίο και θα με κρύβει κάπως το σκοτάδι , τότε μόνο θα σε κοιτάξω στα μάτια. Αν με ρωτήσεις πάλι αν έχουν ματώσει τα χείλη σου , υπόσχομαι πως αυτή τη φορά δε θα διστάσω και θα τα ενώσω με τα δικά μου. "Εξημερώθηκα" , θα σου πουν.  
 - Νιώθω σαν να με μαγέψανε...
    

                               
   
                                 πίνακας : "Εναστρη Νύχτα πάνω από τον Ροδανό" (Starry Night Over the Rhone) του V.Van Gogh      

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Το Μπλε έχει τη δική του γλώσσα


   

        Οι νύχτες έχουν δική τους γλώσσα.
     Η Σελήνη είναι περίεργη με τους θνητούς. Αν την κοιτούν δυο φίλοι , σιγοτραγουδά χαμένους στίχους. Στους ερωτευμένους χαρίζει τ'ωραιότερο της λεξιλόγιο -πού και πού βρίσκει ανάμεσα τους ιδανικούς ποιητές . Μα αν τολμήσεις και την κοιτάξεις μονάχος , δε μιλά. Στέκει εκεί και περιμένει καρτερικά ν'ακούσεις μόνος γιατί τ'Αληθινά μας δε χωρούν τη σιωπή.
 Κουβέντα δε σταυρώνεις . 
 Έτσι ήταν πάντα ο ουρανός - περήφανος για τη γλώσσα του.
 Πάντα χρειάζεται ένας δεύτερος , βλέπεις, να μεταφράζει. 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Γυρεύω την Ποίηση

[Καιρό είχε να μας επισκεφτεί ποίημα , ελληνικό και με ομοιοκαταληξία (ούτε κι εγώ το κατάλαβα πώς!)  αλλά μιας και το έκανε ας το αφήσουμε να γίνει ρετροσπεκτίβα. 
Τα πεζά είναι το ταξίδι μας , και η ποίηση το σπίτι μας .
Το νοσταλγήσαμε...] 


   Γυρεύω την Ποίηση

σε μέρη γνώριμα , παλιά , μοναχικά 
σε βλέμματα κι αισθήματα κρυφά 
σε κόσμους που γεννήθηκαν κ' πέθαναν σε μια αστροφεγγιά
σε μυστήρια που μ'είχανε μεθύσει. 

 Γυρεύω την Ποίηση 
σε σκοτεινές επιγραφές 
σε συγκρούσεις καθαρά μετωπικές
σε ιδέες που τις φέρνουν απ'αλλού κι απ'άλλοτε σκιές
να βρω τις μέρες που έχω λαχταρήσει.

 Γυρεύω την Ποίηση 
σε κουρέλια που κουράστηκα να κόβω 
σε φαντάσματα που πηγαινοέρχονται στο χρόνο
 σ'έρωτες που φεύγουνε από φόβο 
 να 'ρθει για λίγο , την Ψυχή να συγυρίσει.   


Μα βλέπω τελικά μάλλον θ'αργήσει 
και σαν φτάσει εγώ θα λείπω .
Σαν σκουριάσει μια υπόσχεση ,τι να την κάνεις; 
Σαν σκουριάσει η υπόσχεση 
πού να την ακουμπήσω; 
Κι ύστερα , για πες , 
ποιος θα'ναι εκεί να την κρατήσει ; 



(image source: http://www.artelista.com/obra/2721990056951403-heridasdelalma.html)

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

The Tornado Dancer

Ι read once
that a man creates his own God for himself
his own heaven
and his own hell.

And I do believe it's true
although he soon forgets it .
He walks too deep into it
becoming so attached to his world
believing he is in the eye of the tornado
a prisoner of the chaos around him.


But if only one could truly see
not through the eyes of faded memories
but through the touch of his creation
he'd found himself spinning
-not drifting
Spinning around in chaotic circles

For he is the tornado itself .
And the only way to master its chaos
is to dance with it.










[My first attempt in composing an english poem. Still not sure why it came out that way , but I am working on its greek version , so stay tuned people !] 

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (μέρος β')


...μέρος δεύτερο
[Δείτε το α'μέρος εδώ : http://retro-hats.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html]


Το ενδιαφέρον του κόσμου έκανε πολύ γρήγορα χαρούμενο τον μάγο . Δεν του ήταν πάντα εύκολο να το κάνει , αφού όσο περνούσε ο καιρός κι αυτός μεγάλωνε ,  κάθε χρόνος που περνούσε από πάνω του ένιωθε να παίρνει και κάτι από μέσα του . Όμως είχε αποφασίσει να συνεχίσει ακούραστος . Μάζευε εμπειρίες και γνώριζε ανθρώπους καθημερινά , δεν αθετούσε όμως ποτέ την υπόσχεσή του να χαρίζει το τελευταίο του τραγούδι κάθε βράδυ στην αγαπημένη μητρική φιγούρα του σπιτιού του. Κι όπως συμβαίνει με όλες τις μαμάδες , ακόμα και τις μέρες που αρρώσταινε και οι νότες έβγαιναν σκουριασμένες και ταλαιπωρημένες , εκείνη τον έπαιρνε αγκαλιά και του έλεγε πως δεν πειράζει, πως θα τον ξεκουράσει εκείνη σήμερα, σιγομουρμουρίζοντας τραγουδιστά πλάι του.
 Όπως συμβαίνει όμως συχνά με τους αλλοφερμένους ανθρώπους , ο μάγος δεν γνώριζε ότι εκτός από αγάπη κι ευγνωμοσύνη , τα τραγούδια του προξενούσαν τον φθόνο κι αποτελούσαν πόλο έλξης για κείνους που δεν είχαν βρει ποτέ το χάρισμα τους και πάσχιζαν να γραπωθούν από των άλλων.
 Όταν μεγάλωσε αρκετά και ήρθε η ώρα να αφήσει το σπίτι, αποφάσισε πως ήθελε να δει τον κόσμο ή τουλάχιστον , όσο περισσότερα μέρη μπορούσε, να συλλέξει κι άλλους ήχους και μουσικές και να συνθέσει όμορφα τραγούδια . Αποχαιρέτησε την οικογένεια του και ξεκίνησε , πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη , χωριό και χωριό, ρουφώντας ήχους και καινούριες μελωδίες και τραγουδώντας όπου τον καλούσαν . Φυσικά η φήμη ενός τέτοιου μάγου δεν είναι δυνατόν να μείνει κρυφή για πολύ. Έτσι, οι τσαρλατάνοι κι οι απατεώνες έκαναν ουρές, τον πλησίαζαν και του πουλούσαν συναναστροφή , άλλοι τον δελέαζαν με σκοτεινές προσφορές και μυστικά για να τους δώσει τη φωνή του  και μερικοί το έκαναν τόσο καλά που τον εκμεταλλεύτηκαν πολλές φορές μέχρι να μάθει να την προστατεύει . Αποφάσισε, λοιπόν, να βάλει τη φωνή του σε ένα κουτί, το κλείδωσε και το έκρυψε καλά και δεν την χρησιμοποιούσε παρά μόνο όταν τη χρειαζόταν. Είχε κι αυτό όμως το τίμημά του . Όσο καιρό η φωνή προστατευόταν στο κουτί , τόσο η καρδιά του μάγου γινόταν ευάλωτη και βαριά . Μετά από ώρες περιπλάνησης , για παράδειγμα, έγερνε ελαφρώς μπροστά , καθώς ένιωθε τόσο αφόρητα μεγάλη την καρδιά του και δεν μπορούσε εύκολα να την κουβαλήσει. Όσο όμως τραγουδούσε , γινόταν πάλι ένα μικρό αγόρι , και φανταζόταν αντίκρυ τη μητέρα του να του ζητά να της το αφιερώσει προτού πέσει για ύπνο…»
«Η φωνή του ήταν και η Χαρμολύπη ;» με ρώτησε νυσταγμένος , και με το δίκιο του , γιατί η νύχτα προχωρούσε και δεν ήταν ώρα για προεκτάσεις.
«Όχι μικρό μου , η Χαρμολύπη έφτασε αργότερα στα χέρια του μάγου και με έναν πολύ παράξενο τρόπο…»
«Πώς δηλαδή;»

« Περίμενε να την καλέσουν.»
 «Θα σου εξηγήσω σύντομα τι εννοώ.  Όμως πρώτα θα μου υποσχεθείς πως ό,τι κι αν ακούσεις απόψε , δε θα ψάξεις ποτέ να βρεις τη Χαρμολύπη , Ναι;» Πόνταρα στο γεγονός ότι το νεαρό της ηλικίας σου και η αφηγηματική χροιά της φωνής μου θα σε νανούριζαν τόσο που δεν θα έφερνες μεγάλη αντίσταση.
«Υποσχέσου μου πως δε θα την αναζητήσεις ποτέ , μ’ακούς;»
« Το υπόσχομαι» . Κι εκεί που νόμιζα πως τη γλίτωσα , έκανε τη πιο συνηθισμένη και χιλιοειπωμένη ερώτηση των 5 ετών και κάτι : « Γιατί;»
«Γιατί η Χαρμολύπη τελικά , δεν είναι και πολύ ωραίο πράγμα…» Σούφρωσε λιγάκι τα χείλη και με σκούντησε ελαφρώς , αποδεχόμενος το αίνιγμα και απαιτώντας να συνεχίσω ακόμη κι αν δεν έμεινε πλήρως ικανοποιημένος με την απάντηση μου.
« Ο Μάγος είχε συνηθίσει σε αυτή τη ζωή , προχωρώντας πάντοτε προσεκτικά , κι ας συναντούσε τόσο κόσμο στο διάβα του, με ελάχιστους συντρόφους για παρέα , αφού άλλαζε συχνά συνοδούς και πολλές φορές κρατούσε κρυφό το χάρισμα του, σαν ένα πολύτιμο κι επικίνδυνο μυστικό. Του άρεσαν οι παρέες και απολάμβανε συνάξεις όπου του δινόταν η ευκαιρία να σφυρίζει – ποτέ όμως να τραγουδά. Κατά βάση όμως ταξίδευε μόνος το μεγαλύτερο διάστημα κι αυτό ήταν το πιο δύσκολο , γιατί δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει να κουβαλήσει την καρδιά του . Τα τραγούδια που φύλαγε και δεν έλεγε πια , γίνονταν φορτίο και στοιβάζονταν εκεί το ένα πάνω στο άλλο.  Από την άλλη ήταν όμως και το πιο ασφαλές γιατί έτσι δεν ήταν διαρκώς σε επιφυλακή μήπως κάποιος ανακαλύψει το μυστικό του και το θελήσει για τον εαυτό του. Συνέχιζε όμως να ταξιδεύει και να αφουγκράζεται μουσικές και τραγούδια του κόσμου περπατώντας κάθε μέρα πιο κοντά στο όνειρό του.
»Μια μέρα λοιπόν ο Μάγος, μετά από κοπιαστικό σεργιάνι , έφτασε στην Πόλη της Βροχής . Μάλιστα, κατέφτασε πολύ ενθουσιασμένος , γιατί είχε ακούσει από πολλούς στο δρόμο του να επαινούν την ομορφιά της και τους γεμάτους με νέους ανθρώπους δρόμους της . Η πόλη αυτή είχε όλα τα καλά , είχε όμως μονάχα ένα κακό : δε σταματούσε ποτέ να βρέχει . Όλο το χρόνο έβρεχε , χειμώνα καλοκαίρι , άλλοτε δυνατά και φοβερά κι άλλοτε σιγανά και τρυφερά , σαν να χαιδεύει το έδαφος . Δεν σταματούσε όμως ποτέ .Οι μελαγχολικοί τότε γέμιζαν θλίψη , και η αισιόδοξοι απογοήτευση. Ο Μάγος όμως δεν ήταν ούτε το ένα , μα ούτε και το άλλο. Όταν το καλοσκεφτόταν , κατέληγε πως ίσως , να ίσως ,και να ήτανε λιγάκι μόνος όλο κι όλο.  Δεν ήταν λίγες οι φορές , που κάπου κάπου στα ταξίδια του , αναζητούσε υποσυνείδητα κι άλλους μάγους ή μάγισσες , κάποιον που θα μπορούσε να του τραγουδήσει δίχως να φοβάται , κι ίσως να έβλεπε κι εκείνος παρόμοια θαύματα. Είχε λοιπόν ακόμα την ελπίδα , πως κάπου στην Πόλη της Βροχής ,  κάτω ίσως από κάποια ομπρέλα , να ‘βρισκε πλάσμα να του μοιάζει.»
« Και το βρήκε;»
« Αν με διακόπτεις συνέχεια πώς θα μάθεις; όλα με τη σειρά τους !» Άσε που πρέπει να σε πάρει κι ο Μορφέας σιγά σιγά , σκέφτηκα.
« Μμμ, καλά εντάξει δε θα σε ξαναδιακόψω .  Να ρωτήσω , η Χ..-- »
« Το κάνεις επίτηδες για να μην κοιμηθείς έτσι; » Όχι που δεν θα το καταλάβαινα !
«Καλά ντε δεν είπα και τίποτα…Δεν θα ξαναπω τίποτα τώρα. Συνέχισε γιατί έχεις αφήσει τον μάγο στην Πόλη της Βροχής.»
«Θυμάμαι , και;»
«Ε τον έχεις αφήσει και βρέχεται τόση ώρα..!» 

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ο Μάγος και η Χαρμολύπη (α μέρος)

  [Μετράμε αντίστροφα για τα Χριστούγεννα ξανά...και έχει αρχίσει να βγαίνει από μέσα μου μια λίγο πιο χριστογεννιάτικη ιστορία (ή μη) , ίσως λίγο πιο μαγική από τις άλλες . Ιδού το πρώτο μέρος της, που βρέθηκε σε ένα "συρτάρι γεμάτο με ιστορίες" ]




                                                        ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ ΜΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ:

     Ο ΜΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ




    «Θα μου πεις μια ιστορία ;» Και μην μου πείτε ψέματα. Κάπως έτσι δεν ξεκινάνε όλα;
            Μια φορά και μια νύχτα , έβρεχε πολύ , καλή ώρα σαν και τώρα . Οι γονείς μας έλειπαν από νωρίς, ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν μόνοι στο σπίτι κι η ώρα ήταν περασμένη .  Ήταν ακόμη μικρός , στην ηλικία που μπορούσε να με βασανίζει αλλά και να με αγαπάει ταυτόχρονα με τον ίδιο τρόπο, έτσι που συνδυάζει δυο ταυτότητες : Το καλικατζαράκι των Χριστουγέννων και το αγγελάκι της κορυφής του δέντρου που είχαμε στολισμένο και φέτος στο σαλόνι μας.
 Συνήθιζε να υπνοβατεί , οπότε όταν τον αντίκρισα στο δωμάτιο μου στη μέση της νύχτας έτοιμο να ανοίξει τη ντουλάπα μου και να χωθεί μέσα, δεν με εξέπληξε καθόλου ! Τον πήρα από το χέρι σιγά σιγά και τον οδήγησα στο κρεβάτι ξαπλώνοντας δίπλα του όσο χωρούσα , προσπαθώντας να μην τον ενοχλώ. Πάνω που πήγαινε να με πάρει και μένα ο ύπνος τόσο ήσυχα, τον ένιωσα να τρέμει και τον άκουσα να παραμιλά για λίγο. Είχε μισοξυπνήσει και τίναζε τα πόδια του , κι έτσι όπως μου είχε γυρισμένη την πλάτη , οι μικροσκοπικές αλλά δυνατές κλοτσιές του έφταναν στην κοιλιά μου.
«Θα μου πεις μια ιστορία, Λύκη;» ήταν οι μόνες διάσπαρτες λέξεις που μπορούσε κανείς να ενώσει από το παραμιλητό του και να βγάλει κάποιο νόημα. Τι ιστορία να του πω , που να μην έχει ξανακούσει . Σαν να διάβασε τη σκέψη μου , γύρισε προς το μέρος και δίχως να ανοίξει τα μάτια του μου είπε καθαρότερα : «Όχι την ιστορία με τους μάγους και τα δώρα , μου την είπε η μαμά εχθές…»
«Σ’άρεσε;» τον ρώτησα για να κερδίσω λίγο χρόνο.
«Έτσι κι έτσι .» Τον ρώτησα γιατί. « Ε, μπερδεύτηκα λίγο . Νόμιζα ότι θα κάνανε μαγικά και τέτοια , αλλά τίποτα. Όλα τα άλλα ήτανε τα μαγικά εκτός από αυτούς . Τι μάγοι ήταν αυτοί;» Γέλασα μαζί του ! Ώρες ώρες με εντυπωσιάζει ο τρόπος που επεξεργάζεται τα πράγματα κι άλλες με τρομάζει. Αποφάσισα να τον περιπαίξω λίγο !
«Οι αληθινοί μάγοι δεν κάνουν μάγια , ξέρεις» του είπα . Άργησε να απαντήσει και νόμισα προς στιγμήν ότι τον πήρε πάλι ο ύπνος , όμως εκείνος επεξεργαζόταν όλα όσα του έλεγα. Αποφάσισα να τον βοηθήσω λίγο και έτσι πρόσθεσα : « Οι αληθινοί μάγοι δεν κάνουν μάγια γιατί είναι αυτοί που βοηθάνε τους άλλους να τα κάνουν. »
«Αυτό μου είπε και η μαμά. Μιλάτε περίεργα εσείς οι μεγάλοι!» είπε.
«Ναι το έχουμε αυτό.» Η απάντηση πήγαινε περισσότερο σε μένα . Έτσι αποφάσισα να αρχίσω να του χαϊδεύω τα ίσια μαλλάκια του , που είχαν αρχίσει να μακραίνουν, για να επανορθώσω. Έμεινε λίγο σιωπηλός κι ύστερα πάλι με αιφνιδίασε :
«Και δηλαδή οι μάγοι που έφεραν τα δώρα στον μικρό Χριστούλη τι είναι; Αληθινοί ή ψεύτικοι ;» Δεν ήξερα ποια ήταν η σωστή απάντηση στην ερώτηση του , μου έδωσε όμως πάσα να κάνω κάτι καλύτερο : να πραγματοποιήσω την επιθυμία του.
«Αυτό δεν το γνωρίζω με τη σιγουριά. Μπορώ όμως, αν θέλεις να σου πω μια ιστορία , για έναν αληθινό μάγο που γνώρισα κάποτε και ξέρω σίγουρα.» Σαν να πρόφερα τις μαγικές λέξεις , άνοιξε τα μάτια του μεμιάς και με κοίταξε χωρίς ίχνος νύστας γεμάτος ενθουσιασμό.
«Σοβαρά; Αληθινός αληθινός;»
«Πέρα για πέρα.»
 «πες μου , Λύκη , πες μου!»
«Κλείσε τα μάτια , λοιπόν , κι άκου...» Σιγουρεύτηκα ότι έκανε ό,τι του είπα κι ύστερα ξεκίνησα να του διηγούμαι όσο πιο αλληγορικά και παραμυθικά μπορούσα, πώς γνώρισα «τον μάγο». Ή μάλλον πιο σωστά , τον Μάγο και τη Χαρμολύπη του.
«Τριγυρνούσε κάποτε ανάμεσα μας ένας μάγος , διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Δεν είχε κανένα ψηλό καπέλο , ούτε μανδύα ούτε καμία άλλη περίεργη φορεσιά που να φανερώνει την ιδιότητα του κι έτσι κανείς δεν καταλάβαινε πόσο μαγικός ήταν . Φρόντιζε με επιμέλεια να περπατά σαν όλους τους άλλους , να ανακατεύεται με το πλήθος , να πίνει, να γελά , να ανασαίνει και να σφυρίζει όπως και οι γύρω άνθρωποι . Είχε πυκνά σαν τον έβενο μαλλιά , και άφηνε πολύ συχνά μια πυκνή  γενειάδα γύρω από το πρόσωπο του. Φήμες λένε ότι είναι μαγικά , αλλά κανείς δεν ξέρει να πει με σιγουριά τι κρύβουν. Όμως αν κοιτούσες προσεκτικά , έβλεπες πως είχε όλη τη γλυκάδα ενός μικρού σκαντζόχοιρου , κι αυτό γιατί τον μαρτυρούσαν τα μάτια του. Αυτά δεν μπορούσε να τα κρύψει!»
«Γιατί να θέλει να τα κρύψει όμως ; Ήταν άσχημα;» ρώτησε αθώα και νυσταγμένα.
« Το αντίθετο. Ήταν μαύρα . Θυμάσαι τι έχουμε πει για τα μαύρα μάτια;» Κάτι μουρμούρισε χαριτωμένα αλλά δεν θυμόταν κι έσπευσα να τον βοηθήσω : «Το μαύρο χρώμα είπαμε το βλέπουμε όταν λείπουν τα χρώματα. Λίγοι είναι όμως οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά ατόφια και γυαλιστερά μαύρα μάτια , τα αυθεντικά που λέμε , εκείνα που γεννιούνται με το παιχνίδι των αστεριών. Σε αυτούς τους λίγους τυχερούς , το μαύρο δεν δηλώνει την απουσία , αλλά τον χώρο . Όταν κοιτάξεις καλά μέσα σε αυτά βλέπεις όλο τον χώρο που έχουν μέσα τους για να δεχθούν την ωραιότητα , την ομορφιά και την αγάπη. Ο μάγος της ιστορίας μας είχε ένα ζευγάρι τέτοια .»
«Και δεν του άρεσαν του μάγου όλα αυτά; Μήπως ήταν κακός;»
« Χαχα, όχι μικρό μου. Νομίζω πως απλά δεν το’ξερε.  Πρέπει να έδινε συνεχώς , εδώ κι εκεί , και έκανε συχνά λάθος στην ποσότητα και την ποιότητα. Στο λίγο έδινε πολύ, κι όταν έφτανε το πολύ δεν περίσσευε άλλο. Θαρρείς κι είχε αντικρύσει μια φορά κατάματα το αστέρι του και το άφησε να πεθάνει. Αλλά είχε κάτι που πολλοί θα το ζήλευαν. Είχε τόσο χώρο μέσα του που δεν ήξερε τι να τον κάνει.»
 « Θα πρέπει να ήταν ένας πολύ λυπημένος μάγος…Έτσι μου φαίνεται. » παρατήρησε αμέσως. Δεν ήθελα να απαντήσω σε αυτό κι έτσι τον αποπροσανατόλισα .
« Αυτός ο μάγος πάντως είχε δυνάμεις να ξέρεις!
«Αλήθεια;» πήγε να ανοίξει τα μάτια του από ενθουσιασμό αλλά συγκρατήθηκε γιατί θυμήθηκε τη συμφωνία μας.
« Και βέβαια. Είχε ένα χάρισμα, που λες , αλλά και μια άλλου είδους δύναμη,  τη Χαρμολύπη, και αυτή να ξέρεις ήταν η σωτηρία του αλλά και πρόβλημα του . Αλλά για αυτή θα σου πω αργότερα. Προτού ακόμα αποκτήσει τις δυνάμεις του , ο μάγος της ιστορίας μας γεννήθηκε με ένα ξεχωριστό δώρο : τη φωνή του . Είχε τόσο όμορφη φωνή, και η μητέρα του , που τον υπεραγαπούσε , ήταν εκείνη που ανακάλυψε πρώτη ότι ήταν κάτι το ξεχωριστό. Του έδειξε τι μπορεί να κάνει με αυτήν και πως, αν εξασκηθεί σωστά και μάθει όμορφα τραγούδια , θα μπορεί αργότερα να μιλάει στα πουλιά . Έτσι κι έκανε , λοιπόν , άρχισε να αφουγκράζεται ό,τι μελωδίες άκουγε τριγύρω κι ύστερα μπορούσε να τις μιμηθεί με χάρη. Κάθε φορά που μάθαινε ένα καινούριο , νανούριζε με αυτό τη μητέρα του τα βράδια μέχρι να βαρεθεί ή να παλιώσει . Έτσι μεγάλωνε ο μάγος, κι όταν πια μεγάλωσε κι είχε μάθει όλα τα εκεί  γνωστά τραγούδια , άρχισε να τραγουδά δικά του , και λένε πως  κάθε φορά που περαστικοί βρίσκονταν στο δρόμο του , μαγεύονταν μεμιάς και στέκονταν να τον ακούσουν !»
«Και οι βιαστικοί ; Ξέρεις , αυτοί που σε σκουντάνε στα πεζοδρόμια με τις ομπρέλες τους.»
«Ω, ιδίως οι βιαστικοί ! και με το παραπάνω… Συνεχίζω λοιπόν;» Ο μικρός μου αδερφός ένευσε καταφατικά . Νυσταγμένος μεν , εξαιρετικά περίεργος δε. 

[Συνεχίζεται...]